Το Διαδίκτυο γεννά τους γίγαντες της μετά κρίσης εποχής

Οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις στοιχημάτισαν τα πάντα στη μηχανοργάνωση και την ψηφιοποίηση, καθώς οι παγκοσμιοποιημένες δραστηριότητές τους απαιτούσαν όσο το δυνατόν πιο εύκολους και άμεσους μηχανισμούς. Έτσι, ο «trader», καρφωμένος μπροστά στις οθόνες του, αντικατέστησε τον χρηματιστή που έδινε διά βοής τις εντολές αγοράς. Εξάλλου, οι τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας (ΤΠΕ) είναι και ο πόλος ανάπτυξης πάνω στον οποίο ποντάρει ο καπιταλισμός για να ανανεωθεί. Τα τελευταία χρόνια η δυναμική τους έχει επιταχυνθεί ιλιγγιωδώς.

Πρωτοεμφανιζόμενοι στο χώρο -Cisco, Amazon, Google αλλά και China Mobile- ανατρέπουν την οικονομική τάξη. Την ώρα που η πολιτιστική αγορά αντιμετωπίζει τις συνέπειες του ψηφιακού τσουνάμι, η κινητή ή μέσω Διαδικτύου τηλεφωνία απειλεί τις παραδοσιακές εταιρείες τηλεπικοινωνιών και η άνθηση των μικροσκοπικών τερματικών θα μπορούσε να «βάλει στο ράφι» την τηλεόραση και τον υπολογιστή. Κι ενώ γίνεται λόγος για παρακμή των ΗΠΑ, η μετάβαση αυτή, που καταβροχθίζει κολοσσιαίες επενδύσεις, συγχρόνως μας υπενθυμίζει τον κεντρικό ρόλο που η Αμερική εξακολουθεί να διαδραματίζει στο βιομηχανικό τοπίο του πλανήτη.

Το 2008, την παραμονή της παροχής από την κυβέρνηση των ΗΠΑ μιας έκτακτης βοήθειας 45 δισ. δολαρίων, η τράπεζα Citigroup απασχολούσε 25.000 δημιουργούς λογισμικού και είχε επενδύσει 4,9 δισ. στις τεχνολογίες της πληροφορίας -εξαιρουμένων των λειτουργικών εξόδων. Πριν καταρρεύσει, το Σεπτέμβριο του 2008, η τράπεζα Lehman Brothers εκμεταλλευόταν για λογαριασμό της 3.000 προγράμματα λογισμικού που φιλοξενούνταν σε 25.000 σέρβερ κατανεμημένους σε πολλές ηπείρους. Όταν ξέσπασε λοιπόν η οικονομική κρίση, σε μια σκοτεινή γωνιά των συστημάτων της αγοράς, το δίκτυο ήταν εγκατεστημένο και έτοιμο να διαδώσει το θανάσιμο αντίκτυπό της προς την περιφέρεια (1).

Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η συμβολή της βιομηχανίας της πληροφορικής στη γένεση του κατακλυσμού του 2008 παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό. Όπως ακριβώς και οι απαρχές της σχέσης ανάμεσα στην επικοινωνιακή και την οικονομική σφαίρα. Προκειμένου να αναχαιτίσει την κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70, η άρχουσα τάξη χρησιμοποίησε νέα συστήματα υπολογισμού και επικοινωνίας ως εργαλεία «χωρο-χρονικής υποστήριξης» (2) -για να θυμίσουμε την έκφραση του Ντέιβιντ Χάρβεϊ. Το θέμα ήταν, προπάντων, να γίνει επανασύνδεση με τα κέρδη, διοχετεύοντας τα κεφάλαια προς έναν τομέα που θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη ανάπτυξη. Μαζικές επενδύσεις αρδεύουν τότε τις ΤΠΕ, εμφυσώντας στην κοινή γνώμη την ιδέα μιας χαρωπής μετάβασης προς τη νέα, χρυσή εποχή, με την επονομαζόμενη «κοινωνία της πληροφορίας».

Εντούτοις, οι χρηματοπιστωτικοί κύκλοι δεν είχαν στόχο να επενδύσουν στην πληροφορική εξαρχής. Ο κλάδος απέκτησε στρατηγική αξία χάρη στη συνεχή μεγέθυνση της διακρατικής ροής κεφαλαίων. Οι μεγάλες επιχειρήσεις άρχισαν να τοποθετούν τα χρήματά τους έξω από τα όρια της εσωτερικής τους αγοράς, εξαγοράζοντας εργοστάσια, γραφεία, ορυχεία και φυτείες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης (3). Αυτή η κίνηση-ματ απέδωσε ένα ρόλο πρώτης γραμμής στη βιομηχανία της πληροφορίας και της επικοινωνίας.

Για να αναδομήσουν την παραγωγή και να ρευστοποιήσουν την εύρυθμη λειτουργία των παγκοσμιοποιημένων, πλέον, δραστηριοτήτων τους, οι πολυεθνικές εισήλθαν στο χώρο της πληροφορικής, αναβαθμίζοντας αδιάκοπα τα συστήματα δικτύων, ώστε να τα προσαρμόσουν στις εξελίξεις της εμπορικής πολιτικής τους και της πρόσβασής τους στις αγορές. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 οι ΤΠΕ και το λογισμικό εκπροσωπούν τις μισές επενδύσεις που πραγματοποιούνται από τις πολυεθνικές. Τα ποσά που επενδύονται είναι αστρονομικά: μόνο κατά τη διάρκεια του 2008 ο ιδιωτικός τομέας και οι κυβερνήσεις δαπάνησαν συνολικά 1.750 δισ. δολάρια στον ευρύτερο τομέα της πληροφορικής (4).

Από τη στιγμή που η πληροφορία και η επικοινωνία έγιναν οι βασικοί τροφοδότες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ορισμένες τεχνολογίες κατάφεραν σχεδόν να εξαφανίσουν ολόκληρους τομείς δραστηριότητας. Το Skype, ένα λογισμικό που επιτρέπει δωρεάν τηλεφωνικές επικοινωνίες μέσω Διαδικτύου, διεκδικεί περισσότερους από 400 εκατ. χρήστες για το 2009 (5). Και μέσα σε μόλις μία πενταετία έχει επιβληθεί στο τραπέζι των μεγάλων ως ο σημαντικότερος παγκόσμιος προμηθευτής διασυνοριακής επικοινωνίας. Όπως ακριβώς και άλλοι πάροχοι VOIP («φωνή μέσω Διαδικτύου»), το Skype ασκεί ανταγωνιστική πίεση που μεταβάλλει τις πρακτικές των χρηστών -οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται πια να τηλεφωνούν μέσω σταθερής συσκευής. Η απήχησή του επιταχύνει την έκρηξη της ευρυζωνικής πρόσβασης και της κινητής τηλεφωνίας, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την προσφορά διαδικτυακών υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις.

Οι συνδέσεις χαμηλού κόστους προκαλούν μια μερική «επαναφορά» στο επίκεντρο της πληροφορικής και του λογισμικού. Κυρίαρχο από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, το μοντέλο του προσωπικού υπολογιστή, πλήρως εξοπλισμένου και λειτουργώντας αυτόνομα, εκτός σύνδεσης, ξεπερνιέται. Τα δεδομένα (ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, προσωπικές φωτογραφίες, δεδομένα επιχειρήσεων κ.λπ.) όλο και συχνότερα αποθηκεύονται σε σέρβερ που ανήκουν σε μεγάλους παρόχους -πρόκειται για το «υπολογιστικό νέφος» (6).

Η ίδια η κινητή τηλεφωνία απειλεί την αγορά των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των τηλεοράσεων. Ο πλανήτης αριθμεί περί τα 4,5 δισ. κινητών τηλεφώνων, οι τελευταίες γενιές των οποίων αρχίζουν να λειτουργούν ως οθόνες πολυμέσων. Μέσα στους εννέα μήνες που ακολούθησαν την κυκλοφορία του πρώτου τηλεφώνου της Apple (iphone) αναπτύχθηκαν περίπου 25.000 εφαρμογές για τη συγκεκριμένη συσκευή (100.000 μέχρι στιγμής, αφού το προϊόν-φάρος της Apple κυρίευσε την Κίνα και τη Νότια Κορέα) προκαλώντας 800 εκατομμύρια downloads.

Ταυτόχρονα, οι Amazon, Apple και Google ανέτρεψαν τους φραγμούς που προστάτευαν τα καρτέλ της μουσικής, του βιβλίου, των βιντεοπαιχνιδιών και του κινηματογράφου (7). Ψηφιοποιημένα κείμενα, τηλεοπτικές υπηρεσίες κατά παραγγελία και τεχνολογικές καινοτομίες κυριαρχούν στο πεδίο της μάχης. Ενώ η αγορά των CD καταρρέει, οι τέσσερις μεγάλοι που μοιράζονταν τη μερίδα του λέοντος στη βιομηχανία του δίσκου υποχρεώνονται να παραχωρήσουν ένα μέρος των κερδών τους στην Apple. Το ίδιο συμβαίνει με τις έξι πολυεθνικές του κινηματογράφου, που χάνουν έδαφος απέναντι στο YouTube, τη χοάνη των βίντεο της Google. Όσο για την τηλεόραση, η οποία πλήττεται από τη μείωση της διαφημιστικής δαπάνης, κατακερματίζεται σε εκατοντάδες καλωδιακά και δορυφορικά κανάλια, σε προγράμματα για κινητά τηλέφωνα και σε διαδικτυακές πύλες τύπου Hulu, BBC iPlayer ή YouTube.

Κάτι τέτοιο μοιάζει μήπως χαοτικό; Είναι όντως έτσι. Μια μετάλλαξη ευρείας κλίμακας διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας. Είτε χάρη στο περιεχόμενό της είτε λόγω της δύναμης κρούσης της, μέσα από αυτό το συρφετό θα αναδυθεί μια νέα βιομηχανία σε συνθήκες που δεν θα έχουν καμία απολύτως σχέση με το παλιό σχήμα της πολιτιστικής ανανέωσης χάρη στην τόλμη μιας αβανγκάρντ. Στις επαναστάσεις του 1789, του 1917 και του 1949 έδρασαν ισχυρές κοινωνικές δυνάμεις, για να αλλάξουν τον τρόπο διάδοσης της κουλτούρας. Εφεξής, σε παγκόσμια κλίμακα, οι πολιτιστικές πρακτικές τίθενται υπό την αιγίδα του κεφαλαίου και μόνον αυτού. Οι απόπειρες να ανατραπεί αυτή η ηγεμονία είναι, μέχρι σήμερα, πολιτικά ασήμαντες.

Καθώς οι τεχνολογίες της επικοινωνίας μοιάζουν να συγκεντρώνουν επάνω τους όλες τις προσδοκίες της αλλαγής, η έμμισθη εργασία και ο νόμος της αγοράς διεισδύουν όλο και βαθύτερα στον ιστό της κοινωνίας και του πολιτισμού. Το Διαδίκτυο αποτελεί το πιο ισχυρό μέσο που διαθέτει σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα για να διαδώσει τα ήθη των κοινωνικών σχέσεων που αυτός πρεσβεύει. Για το λόγο αυτό, ο έλεγχος του Ιστού διεκδικείται με μανία.

Οι ΗΠΑ καταλαμβάνουν εξέχουσα θέση στο πεδίο της μάχης. Βέβαια, η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα συναίνεσε προσφάτως στη δημιουργία μιας διεθνούς επιτροπής επιτήρησης που ενδεχομένως θα έχει δικαίωμα να παρακολουθεί την Internet Corporation for Assigned Names (ICANN), την αμερικανική παγκόσμια ρυθμιστική αρχή του Διαδικτύου και των ονομάτων χώρου (domain names) (8). Ωστόσο, θα ήταν αφελές να συμπεράνει κανείς ότι η Ουάσιγκτον αποποιήθηκε την εξουσία της πάνω σε αυτό το ζωτικής σημασίας όργανο. Οι τελευταίες αμερικανικές αποφάσεις όσον αφορά τη διαχείριση των ονομάτων χώρου ελήφθησαν από ένα ιδιότυπο κονκλάβιο που συνενώνει το στρατό, ομοσπονδιακές υπηρεσίες, μια μη κυβερνητική οργάνωση και ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Είναι αλήθεια ότι η δικαιοδοσία των ιδιωτικών επιχειρήσεων δεν είναι καθόλου συμβολική: Η Cisco προμηθεύει ολόκληρο τον κόσμο με ρούτερ δικτύου (συσκευές διασύνδεσης των δικτύων πληροφορικής), η Google βασιλεύει στις μηχανές αναζήτησης και στα online βίντεο, το Facebook διεκδικεί 300 εκατ. ενεργά μέλη και η Apple παράγει το πλέον περιζήτητο, από τους εκλεκτούς, λογισμικό. Χωρίς να αναφέρουμε τη Microsoft, τον αυτοκράτορα των λειτουργικών συστημάτων, ή την Intel, τον παγκόσμιο κυρίαρχο των ημιαγωγών.

Στις 25 επιχειρήσεις που κυριαρχούσαν στην αγορά λογισμικού και Διαδικτύου το 2005, οι 19 ήταν αμερικανικές (9). Οταν πρόκειται να μονοπωλήσει τα όπλα του κυβερνοπολέμου, η πρώτη παγκόσμια δύναμη δεν φείδεται μέσων: Περισσότεροι από τους μισούς εν ενεργεία δορυφόρους φέρουν τα χρώματα της αστερόεσσας (10). Όμως, οι αμερικανικές εταιρείες δεν αρκούνται στη διαχείριση της προσφοράς, πλαισιώνουν και την αγορά της ζήτησης. Κολοσσοί όπως η Wal-Mart ή η General Electric είναι τεράστιοι καταναλωτές διαδικτυακών συστημάτων και εφαρμογών, οι ανάγκες τους είναι διαταγές και καθορίζουν τις προδιαγραφές που θα ισχύσουν στη συνέχεια στον υπόλοιπο κόσμο.

Κατά συνέπεια, οι πιθανότητες οι ΗΠΑ να χαλαρώσουν τον έλεγχο σε έναν τομέα τόσο ζωτικό για την οικονομική τους δύναμη είναι πολύ λίγες. Ωστόσο, η στροφή προς μια περισσότερο πολυ-πολική οικονομική πολιτική πλήττει και τη βιομηχανία των επικοινωνιών. Η αμερικανική κυριαρχία πρέπει εφεξής να αναμετρηθεί με σημαντικότερους ανταγωνιστές. Αν δούμε, για παράδειγμα, τη λίστα των 250 πιο σημαντικών επιχειρήσεων στην παγκόσμια αγορά των ΤΠΕ διαπιστώνουμε ότι «περιλαμβάνονται λιγότερες αμερικανικές εταιρείες το 2006 απ’ ό,τι μερικά χρόνια πριν».

Η Κίνα, η Ινδία, η Ταϊβάν, η Νότια Κορέα και η Σιγκαπούρη, αλλά και η Βραζιλία, η Νότια Αφρική, η Ρωσία και η Αίγυπτος καταλαμβάνουν μια ολοένα και πιο σημαντική θέση (11). Σημαντικά μη αμερικανικά κεφάλαια συσσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη, την Ασία και αλλού: Samsung, Nokia, Nintendo, Huawei, Tata, SAP, Telephonica, DoCoMo, America Movil, Vodafone, China Mobile. Την ίδια στιγμή η ροή επενδύσεων στο Διαδίκτυο προέρχεται όλο και συχνότερα από αναδυόμενες χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα και το Μεξικό.

Εντούτοις, οι αμερικανικές αρχές δεν παραδέχονται την ήττα τους. Αντί να φθίνει, η επιρροή της βιομηχανίας των επικοινωνιών αποκτά όλο και περισσότερο βάρος στην πολιτική των ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο που ο Μπαράκ Ομπάμα, ο «πρόεδρος Silicon», όπως τον αποκαλεί ο κοινωνιολόγος Μάικ Ντέιβις (12), κέρδισε, πριν ακόμα εκλεγεί, την αμέριστη υποστήριξη των διευθυντών της Google, της ΙΒΜ και του Συμβουλίου Βιομηχανίας Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας, της οργάνωσης εργοδοτών που συγκεντρώνει όλα τα μεγάλα μεγέθη του τομέα. Οι συστάσεις αυτού του λόμπι ενέπνευσαν, σε μεγάλο βαθμό, το σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης της νέας κυβέρνησης, δηλαδή τις μαζικές επιχορηγήσεις για την ανάπτυξη της ευρυζωνικότητας, τη μηχανοργάνωση των προγραμμάτων υγείας, τα διευρυμένα προνόμια για τη βιομηχανία της επικοινωνίας… Μετά την ψήφιση του σχεδίου, το Φεβρουάριο του 2009, ο Ντιν Γκάρφιλντ, πρόεδρος του Συμβουλίου, με δυσκολία έκρυβε την ικανοποίησή του: «Είναι καλό να εισακούεσαι» (13).

Αλλά δεν είναι βέβαιο ότι αυτό αρκεί να ξεδιψάσει του μαικήνες του Ομπάμα. «Ποιος θα είναι ο επόμενος μοχλός της παγκόσμιας μεγέθυνσης», διερωτάτο ο Ντομινίκ Στρος-Καν, πρόεδρος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το Σεπτέμβριο του 2009, πριν παραδεχθεί ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα «δεν είναι εύκολη». Η πληροφορική και η επικοινωνία διαθέτουν, άραγε, το ίδιο δυναμικό επαναδραστηριοποίησης του καπιταλισμού όσο και πριν από 30 χρόνια; Παρά τις τυμπανοκρουσίες που αναγγέλλουν ότι η οικονομία θα ανακάμψει αύριο κιόλας, μεγάλη μερίδα χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων επιβιώνει εις βάρος του κρατικού κορβανά. Η αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει την κρίσιμη μειοψηφία στα δύο τρίτα της αυτοκινητοβιομηχανίας, ενώ η απασχόληση και η κατανάλωση φθίνουν. Η κρίση ροκανίζει την οικονομία σε βάθος, αν και με άνισο τρόπο. Παρ’ όλο που τα κέρδη των πολυεθνικών παίρνουν την ανιούσα (14), οι τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, της γεωργίας, της μεταλλουργίας και της ηλεκτρονικής παραμένουν αποδυναμωμένοι.

Τι συμβαίνει με τις ΤΠΕ; Εξαιτίας της ανάδειξής του σε κεντρικό μοχλό του καπιταλιστικού συστήματος, ο τομέας κατέστη ευάλωτος στην κρίση. Κατά το πρώτο μισό του 2009 οι παγκόσμιες διαφημιστικές δαπάνες (περίπου 500 δισ. δολάρια) κατέγραψαν πτώση μεγαλύτερη του 10% σε πολλές αναπτυγμένες χώρες (15). Από τον Οκτώβριο έως το Δεκέμβριο του 2008 η κατάρρευση των αγορών δεν άφησε αλώβητες τις ΤΠΕ, αν και ο αντίκτυπος της κρίσης έγινε αισθητός ποικιλοτρόπως. Ορισμένες εταιρείες παρέμειναν ξεδιάντροπα κερδοφόρες, όπως η Cisco, με αποθέματα που άγγιζαν τα 20 δισ. δολάρια στις αρχές του 2009, και επίσης η Microsoft (19 δισ.), η Google (16 δισ.), η Intel (10 δισ.), η Dell (6 δισ.) και κυρίως η Apple (26 δισ.).

Οι επιχειρήσεις αυτές φιγουράρουν στην κορυφή των πιο πλούσιων αμερικανικών πολυεθνικών, αν και αληθεύει ότι στην παρούσα φάση ο μόνος πάροχος κινητής τηλεφωνίας που αποκομίζει τεράστια κέρδη (18 δισ. δολάρια στις αρχές του 2009) ονομάζεται China Mobile. Τόσο πολύ ρευστό χαρίζει περιθώρια χειρισμών τα οποία δεν διαθέτουν τα κεφάλαια που είναι τοποθετημένα σε αγορές λιγότερο αποδοτικές ή σε τομείς δραστηριότητας λιγότερο περιζήτητους. Στα τέλη του 2009 οι γίγαντες των τεχνολογιών επικοινωνίας ήταν σε άριστη κατάσταση. Και οι προβλέψεις ότι «ένα μέρος των κερδών τους θα χρησιμοποιηθεί για την εξαγορά ανταγωνιστών» (16) επιβεβαιώνονται ήδη.

Διότι ο τομέας απέχει μακράν από το να έχει εξαντλήσει το δυναμικό του στις επενδύσεις και τα κέρδη. Κατά τη διάρκεια του 2008, αν και έτος-ορόσημο της κρίσης, η αγορά πολυμέσων αυξήθηκε κατά 2,3% στις ΗΠΑ (στα 882,6 δισ. δολάρια). Σύμφωνα με ορισμένους παρατηρητές η βιομηχανία των ΤΠΕ θα είναι ένας από τους τρεις οικονομικούς τομείς που θα σημειώσουν τη μεγαλύτερη μεγέθυνση μέσα στην επόμενη πε νταετία (17).

Η ύφεση δεν άγγιξε επίσης τους χρήστες του Διαδικτύου. Ισως και να τους χαλύβδωσε, αφού η κίνηση στον Ιστό σημειώνει κατακόρυφη άνοδο: 55% αύξηση το 2008 κι επιπλέον 74% το 2009, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις (18). Οι νέες εκδόσεις λογισμικού και λειτουργικών συστημάτων προσφέρουν στις πολυεθνικές τη δυνατότητα να ενισχύσουν την παρουσία τους σε ένα ευρύτερο πεδίο κοινωνικο-πολιτιστικών πρακτικών (από την εκπαίδευση ώς τις αγροτικές βιοτεχνολογίες) και να προωθήσουν μια νέα κούρσα κερδοφορίας σε άλλους τομείς, όπως η ιατρική και η ενέργεια.

Πρέπει, άραγε, να χαιρόμαστε που οι ΤΠΕ παραμένουν πόλος μεγέθυνσης; Κατά βάθος ο ψηφιακός καπιταλισμός αναπτύσσεται, όπως και οι προκάτοχοί του, μέσα σε περιόδους κρίσης. Οι οποίες επιφέρουν ταυτόχρονα ένα κοινωνικό φορτίο άνισα κατανεμημένο, νέους τρόπους κυριαρχίας, αλλά, ευτυχώς, και νέες δυνατότητες αντίστασης και ανοικοδόμησης.

 

(1) Πηγές της παραγράφου: «Financial Times», Λονδίνο, 22 Μαΐου 2009 και 28 Ιανουαρίου 2009. Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, «Αναφορά για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας», Απρίλιος 2009, κεφάλαιο IV: «Η μετάδοση των οικονομικών εντάσεων από τις προηγμένες προς τις αναδυόμενες χώρες: Πώς οι οικονομικοί και εμπορικοί δεσμοί οξύνουν την κατάσταση».

(2) David Harvey, «The New Imperialism», Oxford University Press, 2003.

(3) Το 2007 το μερίδιο των ξένων επενδύσεων εκπροσωπούσε περίπου το 25% των κερδών που δηλώθηκαν από τις αμερικανικές εταιρείες, σε αντίθεση με το 5% που είχε δηλωθεί κατά τη δεκαετία του 1960 («The Wall Street Journal», Νέα Υόρκη, 9 Αυγούστου 2007).

(4) «The New York Times», 15 Νοεμβρίου 2008.

(5) «The Wall Street Journal», 23 Μαρτίου 2009.

(6) Διαβάστε Herve Le Crosnier, «Α l’ere de l’informatique en nuages», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος 2008. (ΣτΕ): Cloud computing (υπολογιστικό νέφος): Παροχή διαδικτυακών υπηρεσιών, ανάλογα με τις ανάγκες του πελάτη. Σε αντιδιαστολή με το data center που βρίσκεται μέσα στην εταιρεία και εξασφαλίζει τη λειτουργία των υπολογιστών της και της τηλεφωνίας και αποθηκεύει και τα δεδομένα, το υπολογιστικό νέφος απελευθερώνει την επιχείρηση από το βάρος της συντήρησης. Τα δεδομένα, όμως, βρίσκονται στη «φυσική κατοχή» του παρόχου της υπηρεσίας και όχι της εταιρείας-πελάτη.

(7) Βλ. Robert Darnton, «Η παγκόσμια βιβλιοθήκη, από τον Βολτέρο στο Google», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 2009, βλ. http://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article221

(8) Βλ. Bobbie Johnson, «U.S. relinquishes control on the Internet», www.guardian.co.uk, 1 Οκτωβρίου 2009, και Ignacio Ramonet, «Ψηφιακό ρήγμα στον έλεγχο του Διαδικτύου», 2005. Βλ. http://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article242.

(9) Βλ. Catherine L. Mann και Jacob Funk Kirkegaard, «Accelerating the Globalization of America: The Role for Information Technology», Institute for International Economics, Ουάσινγκτον D.C., 2006.

(10) Demetri Sevastopulo και Charles Clover, «Satellite collision raises fears over debris», «Financial Times», Λονδίνου, 13 Φεβρουαρίου 2009.

(11) «Προοπτικές των τεχνολογιών της πληροφορίας του ΟΟΣΑ 2008», www.sourceoecd.org.

(12) Mike Davis, «Obama at Manassas», «New Left Review», Νο 56, Λονδίνο, Μάρτιος-Απρίλιος 2009.

(13) Charlie Savage και David D. Kirkpatrick, «Technology’s fingerprints on the stimulus packages», «The New York Times», 11 Φεβρουαρίου 2009.

(14) Hal Weitzman, Jonathan Birchall και Michael Mackenzie, «Upbeat start to earnings season», «Financial Times», 21 Οκτωβρίου 2009.

(15) «The New York Times», 2 Σεπτεμβρίου 2009.

(16) Steve Lohr, «The tech sector trumpets signs of a real rebound», «The New York Times», 16 Οκτωβρίου 2009.

(17) «The New York Times», 4 Αυγούστου 2009.

(18) «What recession? Internet traffic surges in 2009», «TeleGeography Feed», Ουάσινγκτον D.C., 15 Σεπτεμβρίου 2009.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Kαθηγητής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Urbana-Champaign (Ιλινόις, ΗΠΑ), συγγραφέας του «Digital Depression», University of Ilinois Press, Σικάγο, 2014.