Η «ευρωπαϊκή αντίληψη» για τον έλεγχο της μετανάστευσης

Με το προσφυγικό και το μεταναστευτικό ζήτημα να «καίει» σήμερα, η Γηραιά Ήπειρος ίσως θα έπρεπε να αναθεωρήσει μια πολιτική που μέχρι στιγμής τα αποτελέσματά της είναι ελάχιστα: την ανέγερση «προστατευτικών τειχών» που μετατοπίζουν τα σύνορα εκτός Ε.Ε. προς τον Νότο και την Ανατολή, με το κόστος σε ανθρώπινες ζωές να αυξάνεται. Το κείμενο αρχείου που αναδημοσιεύουμε σήμερα ερμηνεύει, εν μέρει, και τη στάση της Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία σήμερα, ως συνέχεια της ίδιας πολιτικής, η οποία θεσπίστηκε το 2008.

Β.Κ.

Η Ευρώπη άλλαξε τείχη. Πριν από είκοσι χρόνια, στο Βερολίνο, οι εκπρόσωποι των δημοκρατικών χωρών χαιρέτιζαν ομόφωνα την πτώση του Τείχους ως νίκη της ελευθερίας. «Οποιοσδήποτε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να εγκαταλείπει οποιαδήποτε χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της δικής του»: το άρθρο 13 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948 μπορούσε επιτέλους να εφαρμοστεί. Σε ψήφισμα του 1991, το Συμβούλιο της Ευρώπης δήλωνε ικανοποιημένο επειδή «οι πολιτικές αλλαγές επιτρέπουν πλέον την ελεύθερη μετακίνηση σε ολόκληρη την Ευρώπη, κάτι που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση και την ανάπτυξη ελεύθερων κοινωνιών και ανθηρών πολιτισμών» (!). Μια ελευθερία, τις επιπτώσεις της οποίας δεν θα αργούσαμε να φοβηθούμε. Κατ’ αρχάς, θυμηθήκαμε πως «το δικαίωμα μετακίνησης, όπως προβλέπεται από τις διεθνείς συμβάσεις, δεν συνεπάγεται την ελευθερία εγκατάστασης σε μια άλλη χώρα». Ανησυχήσαμε, επίσης, για «τη θεαματική αύξηση του αριθμού των αιτούντων άσυλο στη Δυτική Ευρώπη και σε μερικές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τη Συνθήκη της Γενεύης προκειμένου να παρακάμψουν τους μεταναστευτικούς περιορισμούς» (1).

 

Border monitoring photo

 

Τα τείχη της Μεσογείου

Νέες συνοριακές γραμμές χαράσσονται με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κατά μήκος των οποίων άλλες οχυρώσεις, υπαρκτές ή εικονικές, πιο αδιαπέραστες όμως και πολύ θανατηφόρες, θα κάνουν την εμφάνισή τους στη στεριά ή θα οριοθετήσουν τις θάλασσες. Στα ανατολικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση φρόντισε να παζαρέψει τη διεύρυνσή της με αντάλλαγμα τη δέσμευση των νέων μελών να επιτηρούν τα σύνορά τους. Κάθε ένα από αυτά οφείλει να κατασκευάσει το δικό του Τείχος του Βερολίνου. Στην περιφέρεια της Μεσογείου, η διάσκεψη κορυφής του Τάμπερε εκθειάζει ήδη από το 1999 μια «περιφερειακή συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών και των όμορων προς την Ένωση κρατών, με αντικείμενο τον αγώνα εναντίον του οργανωμένου εγκλήματος», το οποίο περιλαμβάνει «το εμπόριο ανθρώπινων όντων».

Οι υποψήφιοι μετανάστες, οι οποίοι χαρακτηρίζονται πότε ως «λαθραίοι» και πότε ως «θύματα» και τιμωρούνται όπως και οι «λαθρέμποροι» παγκόσμιας εμβέλειας με το επιχείρημα ότι αλληλοβοηθούνται (2), στο εξής αποτελούν τον στόχο ενός δημόσιου λόγου που θα δικαιολογεί τον εναντίον τους πόλεμο με πρόσχημα την καλύτερη προστασία τους. Η Σύνοδος Κορυφής των αρχηγών κρατών στη Σεβίλλη (Ιούνιος 2002) επικύρωσε τη μάχη εναντίον της παράνομης μετανάστευσης ως απόλυτη προτεραιότητα της Ένωσης στις διαπραγματεύσεις της με τους γείτονές της.

Έτσι, η Γηραιά Ήπειρος, θεωρώντας τον εαυτό της ανίκανο να ελέγξει τα σύνορά της, επιχειρεί μεθοδικά –περιφρονώντας τις υπάρχουσες διεθνείς συμφωνίες– να φορτώσει αυτό το επίπονο καθήκον στις χώρες προέλευσης ή διαμετακόμισης. Το Migreurop, ένα δίκτυο ερευνητών, θα εκλαϊκεύσει τον όρο «outsourcing» (3) (κάτι σαν «υπεργολαβία»), τον οποίο δανείστηκε από τους οικονομολόγους για να χαρακτηρίσει τα εμπόδια στην προβλεπόμενη από τα διεθνή κείμενα ελευθερία της μετακίνησης.

Τα εξωτερικά σύνορα του Χώρου Σένγκεν ενισχύονται πλέον από ένα δεύτερο περιτείχισμα, εξωτερικό, που απαιτεί τη συνεργασία τρίτων χωρών. Η «υπεργολαβία», κατ’ ευφημισμόν βαπτισμένη από το πρόγραμμα της Χάγης του 2004 (4) ως «εξωτερική διάσταση της πολιτικής μετανάστευσης και ασύλου», κουβαλά ολόκληρη ακολουθία από ιδεολογικές υπεκφυγές. Εκ των πραγμάτων, αφορά την ανάθεση του ελέγχου των συνόρων στα μη ευρωπαϊκά κράτη, στο πλαίσιο μιας σύμπραξης τόσο αδιαφανούς όσο και άδικης. Οι ηγέτες των «27», όμως, είναι υποχρεωμένοι να παρουσιάσουν την υπόθεση ως «εναρμονισμένη διαχείριση της μεταναστευτικής ροής».

Η «υπεργολαβία» συνίσταται στην εγκατάσταση ενός ευέλικτου μηχανισμού που πάντοτε θα βρίσκεται λίγο πιο μακριά από τα σύνορα. Οι δύο κυριότερες μορφές της είναι η μετεγκατάσταση των σημείων ελέγχου και η επιφόρτιση τρίτων με το καθήκον της «μάχης κατά της παράνομης μετανάστευσης». Οι μεγάλοι χαμένοι: η άσκηση του δικαιώματος ασύλου, στο σεβασμό του οποίου ωστόσο έχουν δεσμευτεί όλες οι χώρες της Ένωσης με την επικύρωση της Συνθήκης της Γενεύης για τους πρόσφυγες, και το δικαίωμα του ατόμου να εγκαταλείψει «οποιαδήποτε χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της δικής του», που διακηρύσσεται σε πολλά διεθνή κείμενα.

Από τη δεκαετία του 1990, η Ένωση άρχισε να αποστέλλει τεχνικούς συμβούλους, κυρίως προς τα υποψήφια κράτη-μέλη, με στόχο να συγκρατήσει τη μετανάστευση στην πηγή της. Ένα δίκτυο από «αξιωματούχους-συνδέσμους μετανάστευσης» θεσπίστηκε επίσημα το 2004, με αντικείμενο «να συμβάλει στην πρόληψη της παράνομης μετανάστευσης και στη μάχη κατά αυτού του φαινομένου, στον επαναπατρισμό των παράνομων μεταναστών και στη διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης». Έτσι, η μετανάστευση καταλήγει να χαρακτηρίζεται «παράνομη» πριν καν λάβει χώρα. Το κυριότερο καθήκον των συνδέσμων είναι να βοηθούν τις τοπικές αρχές να εξακριβώνουν στα αεροδρόμια την εγκυρότητα των ταξιδιωτικών εγγράφων, κάτι που μπορεί στην πράξη να τους οδηγήσει στο να εξευτελίσουν την εθνική κυριαρχία της χώρας προέλευσης.

Το 2001, με οδηγία της η Ένωση θέσπισε ένα σύστημα οικονομικών κυρώσεων για τους μεταφορείς που γίνονται υπαίτιοι για την προώθηση ατόμων με μη έγκυρο διαβατήριο ή βίζα. Με βάση αυτές, τις σκληρά αποτρεπτικές κυρώσεις –τα πρόστιμα μπορούν να φτάσουν τις 500.000 ευρώ, καθώς η επαναπροώθηση των ατόμων που συνελήφθησαν χρεώνεται στις εταιρείες– ένα προσωπικό χωρίς ειδική εκπαίδευση υποχρεώνεται να κάνει, πριν από την επιβίβαση, διαλογή στους επιβάτες. Η ιδιωτικοποίηση των ελέγχων μειώνει τη δουλειά που απαιτείται κατά την άφιξη για το «φιλτράρισμα» των επιβατών. Οι συνέπειές της είναι σοβαρές όταν οι αναχωρήσεις δικαιολογούνται από την ανάγκη προστασίας των αιτούντων άσυλο. Γιατί παρ’ όλο που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ιδιαιτερότητα της κατάστασής τους ή την παρατυπία στη βίζα τους από τη στιγμή που θα φθάσουν στη χώρα υποδοχής, εντούτοις θα πρέπει πρώτα να έχουν καταφέρει να φτάσουν εκεί. Κάπως έτσι, τον Αύγουστο του 2007, επτά τυνήσιοι ψαράδες κατηγορήθηκαν και φυλακίστηκαν από έναν ιταλό δικαστή για «βοήθεια στην παράνομη μετανάστευση» και τα σκάφη τους κατασχέθηκαν. Κι αυτό, επειδή έσωσαν από ναυάγιο μια βάρκα και μετέφεραν τους επιβάτες της στη Λαμπεντούζα της Σικελίας, το πιο κοντινό λιμάνι, ακριβώς όπως το προβλέπουν ωστόσο οι ναυτικοί κανονισμοί (5).

Μετά το 2005, η Frontex συντονίζει τις επιχειρήσεις θαλάσσιας αναχαίτισης μεταξύ των αφρικανικών ακτών και των Καναρίων Νήσων ή ακόμη και στα στενά της Σικελίας. Ο Χοσέ Λουίς Θαπατέρο, ο ισπανός πρωθυπουργός, δήλωσε, στα τέλη του 2009, ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τη μείωση κατά το ήμισυ των «παράνομων» αφίξεων από θαλάσσης στην Ισπανία. Ωστόσο, όλα υποδεικνύουν πως η θνησιμότητα των επίδοξων μεταναστών, στη θάλασσα ή στην έρημο, δεν έχει μειωθεί. Η ενίσχυση των εμποδίων όχι μόνο δεν αναχαιτίζει τις αναχωρήσεις, αλλά επιβάλλει την προσφυγή σε παρακαμπτήριες, πιο επικίνδυνες μεταναστευτικές διαδρομές. Κανείς δεν γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες λαμβάνει χώρα (ή δεν λαμβάνει), στο πλαίσιο των παρεμβάσεων της Frontex, η αναγνώριση των αιτούντων άσυλο, μια διάταξη κατ’ αρχήν υποχρεωτική, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες πρόσβασης στο έδαφος των κρατών-μελών. Πέρα από το γεγονός ότι πραγματοποιείται μακράν οποιουδήποτε δημοκρατικού κανονισμού, η εκτός συνόρων μεταφορά των ελέγχων, που σύμβολό της έχει γίνει η Frontex, επιτρέπει στις ευρωπαϊκές χώρες να αποφεύγουν τις ισχύουσες υποχρεώσεις εντός των συνόρων τους, όπως απορρέουν από τις δεσμεύσεις τους σχετικά με τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ανάθεση του ελέγχου των συνόρων σε τρίτους αποτελεί το πλαίσιο της «παγκόσμιας σύμπραξης με τις χώρες προέλευσης και διέλευσης», όπως επικυρώνεται από την ευρωπαϊκή συνθήκη περί ασύλου και μετανάστευσης που υπεγράφη μεταξύ των «27» το 2008, με πρωτοβουλία της Γαλλίας. Η χώρα ασκούσε τότε την προεδρία της Ένωσης και είχε αναγάγει τη μάχη κατά της «παράνομης μετανάστευσης» σε θέμα αιχμής. Στο όνομα της «συνέργειας μεταξύ της μετανάστευσης και της ανάπτυξης», το κείμενο αναθέτει το ρόλο του συνοριοφύλακα στις χώρες από τις οποίες προέρχονται και διέρχονται οι επίδοξοι μετανάστες καθ’ οδόν προς την Ένωση. Έτσι, δεσμεύονται να περιφρουρούν εξ αποστάσεως τα ευρωπαϊκά σύνορα έναντι ανταλλαγμάτων, άλλοτε οικονομικών και άλλοτε πολιτικών.

Το «προηγμένο καθεστώς» που εξασφάλισε το Μαρόκο έναντι της Ένωσης, το 2008, ανταμείβει μια χώρα η οποία δεν εφείσθη προσπαθειών προκειμένου να παίξει το ρόλο που αναμένεται από αυτήν στη διαχείριση των μεταναστών. Το φθινόπωρο του 2005, στην προσπάθειά τους να διαβούν τα «κιγκλιδώματα» που φράζουν τα ισπανομαροκινά σύνορα στη Θέουτα και τη Μελίγια (6), είκοσι άτομα από την Υποσαχάρια Αφρική βρήκαν τον θάνατο από πτώση, πνιγμό ή από τις σφαίρες του μαροκινού στρατού. Η σφαγή αυτή και κατόπιν οι θανατηφόρες απελάσεις προς την έρημο κατά μήκος των αλγερινών συνόρων, τα οποία ωστόσο παρέμεναν κλειστά, έλαβαν ευρύτατη δημοσιότητα, καθώς η κυβέρνηση του Μαρόκου ανυπομονούσε να επιδείξει υπερβάλλοντα ζήλο. Ο τύπος αναφέρθηκε πολύ λιγότερο στο δράμα που συνέβη στις 28 Απριλίου 2008 στα ανοιχτά της Αλ Χοσέιμα (στο βορειοανατολικό Μαρόκο): καμιά τριανταριά άνθρωποι, ανάμεσά τους και τέσσερα παιδιά, πνίγηκαν όταν, σύμφωνα με ταυτόσημες μαρτυρίες, οι δυνάμεις της τάξης άνοιξαν επίτηδες τρύπα στη φουσκωτή βάρκα που τους μετέφερε. Σε καμία ανεξάρτητη έρευνα δεν επιτράπηκε να ρίξει φως σε αυτό το γεγονός.

Οι συμφωνίες «επανεισόδου» που έχουν υπογραφεί με τις γειτονικές χώρες αποτελούν στοιχείο-κλειδί του μηχανισμού. Για να απελαθεί ένας αλλοδαπός που βρίσκεται παράτυπα σε ευρωπαϊκό έδαφος, πρέπει να τον αναγνωρίσει η χώρα καταγωγής του ή, πλέον, η χώρα την οποία διέσχισε τελευταία. Έχοντας συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι οι τρίτες χώρες δεν επιδεικνύουν κανένα ενδιαφέρον στο να υποδεχτούν πίσω τους υπηκόους τους –και ακόμη λιγότερο, τους μετανάστες που απλώς πέρασαν από εκείνες– τα ευρωπαϊκά κράτη επιδόθηκαν σε έναν κύκλο ατέρμονων δοσοληψιών, που η λογική τους επιφέρει καλπάζουσα διαφθορά και γενικευμένη οπισθοχώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων στη Σενεγάλη, στην Ουκρανία και σε κάποιες χώρες των Βαλκανίων (7).

Άμεσο θύμα του πολέμου που διεξάγεται από την Ένωση και τα κράτη-μέλη της εναντίον των υποψηφίων για εκτοπισμό είναι το δικαίωμα του ασύλου. Εκείνοι που θα είχαν τις προϋποθέσεις να θεωρηθούν πρόσφυγες, στερούνται τη δυνατότητα να το ζητήσουν, καθώς έχουν απελαθεί ή κρατούνται στις «ουδέτερες χώρες» στις οποίες έχει ανατεθεί η προστασία του φρουρίου της Ευρώπης. Στο όνομα ενός υποτιθέμενου «μοιράσματος του φορτίου», η Ένωση ισχυρίζεται ότι οι αιτούντες άσυλο που δεν θέλει πλέον να υποδέχεται, θα βρουν άσυλο κάτω από κανονικές συνθήκες στους συμμάχους, τη συνεργασία των οποίων φρόντισε να εξαγοράσει. Μάλιστα, στις χώρες που δεν διαθέτουν ούτε τη δυνατότητα υλικής υποστήριξης ούτε την πολιτική βούληση να ενσωματώσουν τους πρόσφυγες, λόγου χάρη σε εκείνες του Μαγρέμπ, ενθαρρύνει τις ξενοφοβικές αντιδράσεις απέναντι σε έναν ανεπιθύμητο και εξαναγκασμένο σε επισφαλή διαβίωση πληθυσμό.

Η Ένωση υποστηρίζει επίσης την ανάπτυξη ενός πλήθους στρατοπέδων κράτησης –τα οποία και χρηματοδοτεί– όπως στην Ουκρανία μετά το 2004. Και πάλι, όμως, πρόκειται για μια χώρα που έχει υπογράψει τη Συνθήκη της Γενεύης για τους πρόσφυγες. Αυτό δεν ισχύει για τη Λιβύη, όπου η κακή μεταχείριση που επιφυλάσσεται στους μετανάστες και τους πρόσφυγες είναι ευρέως καταγεγραμμένη (8). Παρ’ όλα αυτά, από τον Μάιο του 2009, η Ιταλία απωθεί τα σκάφη των λαθρομεταναστών προς τη ζώνη επιτήρησης των λιβυκών αρχών. Έτσι, παραβιάζει ταυτόχρονα το διεθνές ναυτικό δίκαιο και την αρχή της μη απέλασης, που απαγορεύει την αποπομπή ατόμων τα οποία θεωρείται ότι χρήζουν προστασίας (9).

 

Ανεστραμμένο μπλόκο

Αυτές οι παραβιάσεις αρχών, με τις οποίες δεσμεύεται η Ένωση σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, διαπράχθηκαν από ένα κράτος-μέλος χωρίς να προκληθεί καμία αντίδραση, πέρα από την αναζήτηση λύσεων προκειμένου να του επιτραπεί να συνεχίσει να δρα κατά αυτό τον τρόπο. Τον Ιούλιο του 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε στη Λιβύη να δεσμευτεί σε μια «συνεργασία προκειμένου να επιτευχθεί κοινή και ισορροπημένη διαχείριση των μεταναστευτικών ρευμάτων», παρ’ όλο που η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) πρόσφερε τη μεσολάβησή της για μια «ανθρωπιστική διαχείριση» των κέντρων κράτησης.

Πέρα από το ζήτημα της παραβίασης των δικαιωμάτων των προσφύγων, η εκμετάλλευση της σύμπραξης με τρίτες χώρες εκ μέρους της Ένωσης απειλεί επικίνδυνα μια πρωταρχική ελευθερία: αυτή της εισόδου και εξόδου. Επηρεάζει, επίσης, τα μεταναστευτικά ρεύματα ανθρώπων που δεν επιθυμούν ιδιαιτέρως να βρεθούν στην Ευρώπη… Η έννοια της «συνανάπτυξης», η οποία μπορεί να φαίνεται ευγενής, καθώς συνδέει μετανάστευση και ανάπτυξη, στην πραγματικότητα τίθεται στην υπηρεσία αυτής της οπισθοδρόμησης. Διότι, εάν και επισήμως δεν συνιστούν παρά ένα κόσκινο για τους εισερχόμενους, τα προβλήματα που συνδέονται με την ασφάλεια των συνόρων κατέχουν κυρίαρχη θέση σε ένα παζάρι γεμάτο κορόιδα: το πλήθος των υπό θεώρηση μέτρων και των υποσχέσεων για χρηματοδοτήσεις αφορούν τη μάχη κατά της «παράνομης μετανάστευσης» –τουτέστιν, από την οπτική γωνία των χωρών προέλευσης, κατά της αποδημίας.

Ο λόγος περί συνανάπτυξης επιτρέπει να επιβληθούν μονόπλευρα ευρωπαϊκές αποφάσεις σε πληθυσμούς που ξαφνικά κρίνονται ικανοί να γίνουν «πρωταγωνιστές της ίδιας τους της ανάπτυξης» και ταυτόχρονα να διαδοθεί η ιδέα, στην Ευρώπη αλλά και στους τόπους αναχώρησης, πως η ανάπτυξη των χωρών προέλευσης θα εμποδίσει την παράνομη μετανάστευση. Διπλή πλάνη: η οικονομική απογείωση μιας χώρας στην πραγματικότητα μάλλον ενισχύει την κινητικότητα των υπηκόων της. Όσο για τη «βοήθεια», συνήθως υπεξαιρείται από τους ιθύνοντες. Πρόκειται πάντως για αποτελεσματική εξαπάτηση, καθώς, προκειμένου να σιγουρέψουν την εκτέλεση της αποστολής που τους έχει ανατεθεί, του «φιλτραρίσματος», οι χώρες αμπαρώνουν τα σύνορά τους και μετατρέπονται σε δεσμοφύλακες των ίδιων των ομοεθνών τους.

Οι λαοί δεν είναι τα κορόιδα αυτού του αντίστροφου αποκλεισμού. Έτσι το παρουσίαζε νηφάλια στον τίτλο της η σενεγαλέζικη εφημερίδα «Le Soleil» την παραμονή της ευρωαφρικανικής συνδιάσκεψης του Ραμπάτ, το 2006: η «υπεργολαβία» αυτή σημαίνει πως «η Ευρώπη κλείνει τα σύνορά μας».

 

(1) Συμπεράσματα της τέταρτης συνόδου των υπεύθυνων για θέματα μετανάστευσης ευρωπαίων υπουργών, Λουξεμβούργο, 1991.

(2) Βλ. τον φάκελο «Passeurs d’etrangers», Plein Droit, no 84, Παρίσι, Μάρτιος 2010.

(3) (Σ.τ.Μ.): Για τις ανάγκες του συγκεκριμένου κειμένου, ο πλησιέστερος όρος στα ελληνικά είναι «υπεργολαβία». Ο γαλλικός όρος είναι «externalisation» (κυριολεκτικά: «εξωτερίκευση»).

(4) Πενταετές πλάνο που καθορίζει τις προτεραιότητες της Ε.Ε.

(5) Διαβάστε: Philippe Rekacewicz, «Migrations, sauvetage en mer et droits humains», Visions cartographiques, 27 Σεπτεμβρίου 2009, http://blog.mondediplo.net

(6) Migreurop (συντονισμός τόμου: Emmanuel Blanchard και Anne-Sophie Wender), «Guerre aux migrants. Le livre noir de Ceuta et Melilla», Syllepse, Παρίσι, 2007.

(7) Claudia Charles, «Accords de readmission et respect des droits de l’homme dans les pays tiers», ενημερωτικό σημείωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Σεπτέμβριος 2007. Βλ. επίσης: www.migreurop.org/article1348.htm

(8) Associazione per gli Studi Giuridici sull’Immigrazione (ASGI, Σύλλογος για τις Νομικές Σπουδές πάνω στη Μετανάστευση), Μπολόνια, www.asgi.it

(9) Έκθεση για την Ιταλία της Επιτροπής για την πρόληψη βασανιστηρίων και απάνθρωπων ή ταπεινωτικών ποινών ή μεταχειρίσεων (CPT) του Συμβουλίου της Ευρώπης, 28 Απριλίου 2010.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Ανθρωπολόγος στο CNRS (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών).

Νομικός στο GISTI (Όμιλος Πληροφόρησης και Υποστήριξης Μεταναστών), αντιπρόεδρος του δικτύου Migreurop.