Στη Λουιζιάνα, το μέλλον απειλείται από το νερό

Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στην Αλάσκα, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2015, ο Μπαράκ Ομπάμα υπογράμμισε την αναγκαιότητα της καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής μέσα από τον περιορισμό των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Ωστόσο, η περίπτωση της Λουιζιάνα –της οποίας οι κάτοικοι επηρεάζονται ιδιαίτερα από την εξαφάνιση των «μπαγιού» – αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη λύση δεν θα αποδειχθεί αρκετή: για να περιοριστεί η άνοδος της στάθμης των υδάτων, πρέπει να αναθεωρηθεί ολόκληρο το αμερικανικό αναπτυξιακό μοντέλο.

Στο νότιο τμήμα της Λουιζιάνας, αμέσως μόλις δύσει ο ήλιος, πολύ συχνά ο αυγουστιάτικος ουρανός παίρνει ένα έντονο μπλε χρώμα. Όμως, τη μέρα της επίσκεψής μας, ο ορίζοντας είναι σκοτεινός κι η θύελλα απειλεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή. Ένα κοπάδι κεφαλόπουλα πηδάει έξω από το νερό και ξαναβουτάει στη θάλασσα με έναν ελαφρό παφλασμό. Ο Τζέικ Μπίλιοτ οδηγεί προσεκτικά το Sitting Bull, το γαριδάδικό του, έχοντας βάλει πλώρη για την προκυμαία του Πουέντ-Ω-Σεν. Το χωριό βρίσκεται στο άκρο μιας γλώσσας ξηράς που συνδέεται με τη βορειοαμερικανική ήπειρο με έναν στενό δρόμο. Όσο πλησιάζουμε στο τέλος του δρόμου, της Route 665, το νερό βρίσκεται παντού, ενώ σε κάποιο σημείο η ξηρά εξαφανίζεται εντελώς.

 

Η άνοδος της στάθμης των υδάτων στο μπαγιού της Λουιζιάνα καταστρέφει τους οικισμούς και αναγκάζει τους κατοίκους να μετακινηθούν στην ενδοχώρα (φωτ,: pixabay/glynn424).

 

Το τοπίο που αντικρίζουμε από το κατάστρωμα του σκάφους του Τζέικ Μπίλιοτ μπορεί να συνοψιστεί με δύο χρώματα: το πράσινο της υδρόβιας βλάστησης και το μαύρο των μπαγιού (1), αυτών των αναρίθμητων εγκαταλειμμένων πλέον μαιάνδρων του Μισσισσιππή. Στο παρελθόν, η έκταση αποτελούσε ένα βαλτώδες Δέλτα που φιλοξενούσε πολλά είδη ζώων. Την άνοιξη, οι γαρίδες έρχονταν εδώ να γεννήσουν τα αυγά τους, ενώ αποδημητικά πουλιά όπως ο δασοψάλτης (2) σταματούσαν στην περιοχή για να αναπαυθούν κατά τη διάρκεια της αποδημίας τους, όταν διασχίζουν την αμερικανική ήπειρο. Όμως, κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας έχει κατακλύσει σχεδόν το 90% της περιοχής του Πουέντ-Ω-Σεν και της γειτονικής χερσονήσου Ζαν Σαρλ. Η αλλαγή γίνεται ολοφάνερη όταν συγκρίνουμε αεροφωτογραφίες της περιοχής με παλαιότερες: το γαλάζιο αντικαθιστά το πράσινο. Η περιοχή που άλλοτε αποτελούσε έναν από τους πλέον εύφορους υγρότοπους του πλανήτη εξαφανίζεται σήμερα με ανησυχητικούς ρυθμούς· κάθε ώρα χάνεται μια έκταση γης που αντιστοιχεί στο εμβαδό ενός γηπέδου ποδοσφαίρου (3).

Η εξαφάνιση των μπαγιού της Λουιζιάνας οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες, ανάμεσά τους η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, τα κανάλια μήκους 16.000 χιλιομέτρων που διάνοιξε η πετρελαϊκή βιομηχανία (4) κ.λπ. Ο Μπίλιοτ έζησε και μεγάλωσε μέσα στα μπαγιού. Όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι της ενορίας της Τερμπόν, ο εβδομηντάχρονος άνδρας έχει καταγωγή γαλλική και ινδιάνικη. Μας διηγείται: «Έχω το δικό μου αλιευτικό σκάφος εδώ και σαράντα πέντε χρόνια. Στις αρχές, το καλοκαίρι ψάρευα καβούρια και γαρίδες και τον χειμώνα υπήρχε αρκετή γη στην περιοχή για να στήσω παγίδες. Δεν μας έλειπε τίποτα τότε. Τώρα πια, δεν υπάρχουν μοσχοπόντικες και, μερικές φορές, πρέπει να γυρνάω ώρες ολόκληρες για να πιάσω έστω κι έναν». (5)

Σήμερα, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θεωρείται ότι οφείλεται στην υπερθέρμανση του κλίματος του πλανήτη. Ωστόσο, στην περιοχή του Δέλτα του Μισσισσιππή η γη είχε αρχίσει να κατακλύζεται από τα νερά ήδη από τη δεκαετία του 1930, όταν το Μηχανικό του αμερικανικού στρατού άρχισε να κατασκευάζει φράγματα γύρω από τον ποταμό.

Εδώ και περισσότερα από 10.000 χρόνια, στον Μισσισσιππή συγκεντρώνονται τα ύδατα που προκύπτουν από την αποστράγγιση μιας ευρύτατης υδρογραφικής λεκάνης που εκτείνεται από το Γουαϊόμινγκ ώς της Πενσυλβανία κι από τα καναδικά σύνορα μέχρι τον Κόλπο του Μεξικού. Με κριτήριο το μήκος, πρόκειται για τον τρίτο μεγαλύτερο ποταμό παγκοσμίως. Μάλιστα, με τα προσχώματα που δημιουργήθηκαν από την ιλύ και τα ιζήματα που παρασύρει ο ποταμός καθώς διασχίζει τη βορειοαμερικανική ήπειρο, ο Μισσισσιππής έχει διαμορφώσει τις ακτές της Λουιζιάνας. Οι ινδιάνικες κοινωνίες της προκολομβιανής εποχής είχαν συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι σε έναν υγιή ποταμό εναλλάσσονται περίοδοι ξηρασίας και μεγάλης ανόδου της στάθμης του, καθώς και ότι αυτοί οι κύκλοι συμβάλλουν στη διαμόρφωση της μορφής τόσο των υδάτινων ρευμάτων όσο και των πολιτισμών που εγκαθίστανται στις όχθες τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι Ινδιάνοι δεν έχτιζαν τα χωριά τους στις όχθες του ποταμού, αλλά σε απόσταση από αυτές, απόσταση που οποία αποδεικνυόταν αρκετή ώστε να μην επηρεάζονται από τις διακυμάνσεις της στάθμης των υδάτων. Επιπλέον, αντί για μόνιμη εγκατάσταση, είχαν επιλέξει να κατοικούν σε καταυλισμούς που μπορούσαν να μετακινηθούν σε περίπτωση πλημμύρας.

Το 1543, η αποστολή του Ισπανού κονκισταδόρ Χερνάντο ντε Σότο στο Τεννεσί διακόπηκε από την υπερχείλιση του Μισσισσιππή. Ο χρονογράφος Γκαρσιλάζο ντε λα Βέγκα αφιέρωσε πολλές σελίδες στο επεισόδιο (6). Για πρώτη φορά, η άνοδος της στάθμης των υδάτων του ποταμού και οι υπερβολικά μεγάλες ποσότητες λάσπης που μεταφέρει περιγράφονται ως εμπόδια στο δρόμο προς την πρόοδο. Το 1734, έχουμε το δεύτερο καταγεγραμμένο κρούσμα ξεσπάσματος της οργής του ποταμού. Ο Μισσισσιππής πλημμύρισε για μήνες τη Νέα Ορλεάνη, μια πόλη που χτίστηκε στις όχθες του από άποικους δίχως καμία εμπειρία ως προς την οικιστική πολιτική που όφειλαν να ακολουθήσουν σε μια ζώνη η οποία πλημμυρίζει συχνά. Δύο αιώνες αργότερα, ο ποταμός κατάκλυσε και πάλι δεκάδες χωριά και τεράστιες εκτάσεις, οι οποίες αντιστοιχούν στο άθροισμα της έκτασης των πολιτειών της Μασαχουσέτης, του Κονέκτικατ, του Νιού Χαμπσάιρ και του Βέρμοντ.

Για να αποφευχθεί μια νέα καταστροφή, το Μηχανικό του αμερικανικού στρατού επιχείρησε να ελέγξει τον ρου του ποταμού. Ωστόσο, τα έργα είχαν συνέπειες αντίθετες από τις επιδιωκόμενες. Όπως εξηγεί η Λόρα Αν Σαισόν, αντιπρόεδρος της ινδιάνικης φυλής Γιουνάιτεντ Χούμα Νέισον (United Houma Nation), «όταν η ιλύς συσσωρεύτηκε πίσω από τα αναχώματα που κατασκευάστηκαν, οι πλημμύρες εντάθηκαν. Δεν παρέσυραν και δεν μετέφεραν πλέον ιζήματα και τότε η στεριά άρχισε να εξαφανίζεται στα μέρη μας». Από εκείνη την εποχή, οι μεγάλες γλώσσες γης που είχαν σχηματίσει οι προσχώσεις του Μισσισσιππή κατά τη διάρκεια δέκα χιλιάδων ετών, άρχισαν να εξαφανίζονται με αδυσώπητο τρόπο.

Η Σαισόν δεν ζει πλέον στην χερσόνησο Ζαν Σαρλ, η οποία και αποτελεί την έδρα της τοπικής ινδιάνικης κοινότητας. Όπως και πολλοί άλλοι κάτοικοί της, μετακόμισε μερικά χιλιόμετρα παραπέρα, στο Πουέντ-Ω-Σεν. «Όταν έφτασα σε αυτήν την περιοχή, το μόνο πράγμα που με ενδιέφερε ήταν να μάθω εάν υπήρχε κίνδυνος να πλημμυρίσει. Μου απάντησαν ότι δεν υπήρχε παρόμοιο ενδεχόμενο. Ξέρετε όμως τι συνέβη; Τίποτα δεν σταματάει το νερό, τώρα έχει φτάσει και στα μέρη μας». Και συνεχίζει με κατηγορηματικό ύφος, χτυπώντας το πόδι της στο έδαφος: «Και φυσικά, γι’ αυτήν την εξέλιξη είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη η πετρελαϊκή βιομηχανία».

Το 1948, εγκαταστάθηκε το πρώτο γεωτρύπανο στα μπαγιού της Λουιζιάνας, σε απόσταση οκτώ χιλιομέτρων από το σπίτι όπου γεννήθηκε η Σαισόν. Στη συνέχεια, μέσα στους βάλτους κατασκευάστηκαν αγωγοί για τη μεταφορά του πετρελαίου και δρόμοι για να διευκολυνθεί η πρόσβαση προς τις πλατφόρμες εξόρυξης. Οι εταιρείες που εκμεταλλεύονταν τα κοιτάσματα είχαν υποσχεθεί ότι θα επιχωμάτωναν τα κανάλια που είχαν διανοίξει, δηλαδή ότι θα τα ξαναμπάζωναν για να περιοριστούν οι κινήσεις του νερού μέσα στο εύθραυστο οικοσύστημα των βάλτων. Ωστόσο, ο Μπίλιοτ μας δηλώνει αγανακτισμένος ότι «δεν τήρησαν τον λόγο τους. Δεν προσπάθησαν να διαφυλάξουν τα μπαγιού όπως μας είχαν πει και σήμερα η θάλασσα χτυπάει την πόρτα μας». Πλέον, οι βάλτοι φιλοξενούν τα μισά διυλιστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών. Το δίκτυο των αγωγών τους μεταφέρει το 20% του πετρελαίου και το 33% του φυσικού αερίου της χώρας.

 

Μετά την πετρελαιοκηλίδα, οι γαρίδες γεννιούνται δίχως μάτια

Αν ιδωθεί από ψηλά, η δαντέλα που σχηματίζουν οι βάλτοι της Λουιζιάνας δίνει την εντύπωση ότι είναι σκισμένη από δυνατές ξυραφιές, από χιλιάδες σκισίματα. Πρόκειται για τα κανάλια που ήταν αναγκαία για τη διακίνηση του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται στις γεωτρήσεις. Αυτά τα κανάλια που διάνοιξαν οι κάτοικοι της περιοχής για λογαριασμό της πετρελαϊκής βιομηχανίας (μάλιστα, και ο πατέρας του Μπίλιοτ εργάστηκε για τη διάνοιξή τους) επιτρέπουν πολύ συχνά την είσοδο του αλμυρού θαλασσινού νερού μέσα στους βάλτους. Στη συνέχεια, τα θαλάσσια ύδατα διευρύνουν το πέρασμα, αυξάνοντας τη διείσδυση θαλασσινού νερού, γεγονός που οδηγεί στην εξαφάνιση των βάλτων (7)…

Κάθε χρόνο, η ζώνη των μπαγιού χάνει 75 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Ο αριθμός καθίσταται ακόμα πιο ανησυχητικός από το γεγονός ότι στη Λουιζιάνα βρίσκεται το ήμισυ των υγροτόπων της χώρας, καθώς επίσης και από το ότι οι ζώνες αυτές αποτελούν την καλύτερη ασπίδα προστασίας απέναντι στις μεγάλης έκτασης θύελλες. Πράγματι, οι βάλτοι λειτουργούν σαν γιγάντια σφουγγάρια: αντί να αφήσουν τα κύματα να κατακλύσουν απότομα τις παράκτιες περιοχές, απορροφούν τις μάζες νερού που φέρνουν οι κυκλώνες και στη συνέχεια τις απελευθερώνουν σταδιακά. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγονται οι πλημμύρες στις παράκτιες περιοχές.

Προτού ξεκινήσει την ημέρα του, ο Μπίλιοτ απευθύνει μηνύματα μέσω του ασυρμάτου του στους υπόλοιπους ψαράδες, ρωτώντας τους για την ψαριά τους. Οι απαντήσεις τους δεν φαίνονται και πολύ ενθαρρυντικές. Παρόλα αυτά, αποφασίζει να το ρισκάρει. Εξάλλου, δεν έχει πρόβλημα καυσίμων. Το 2010, νοίκιασε δύο από τα σκάφη του στην British Petroleum (BP) για τις εργασίες αντιμετώπισης της πετρελαιοκηλίδας που δημιουργήθηκε από την έκρηξη της εξέδρας άντλησης Deepwater. Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι η πετρελαιοκηλίδα που του έδωσε την ευκαιρία να έχει γεμάτη τη δεξαμενή καυσίμων του σκάφους του, άδειασε επίσης και τους ψαρότοπους.

Κατά τη διάρκεια των 87 ημερών που απαιτήθηκαν για την αντιμετώπιση της πετρελαιοκηλίδας, η αμερικανική Υπηρεσία για τα Φάρμακα και τα Τρόφιμα (Food and Drug Administration) διέταξε τη διακοπή της αλιείας στην περιοχή, οδηγώντας στην ανεργία χιλιάδες άτομα και επηρεάζοντας τον τρόπο ζωής των τοπικών πληθυσμών. Πράγματι, η αλιεία της γαρίδας, η οποία αποτελεί την τρίτη οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή μετά την εξόρυξη του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αποτελεί κάτι περισσότερο από μια επαγγελματική απασχόληση. Στις ακτές της Λουιζιάνας αποτελεί μια μακραίωνη παράδοση και οι κάτοικοι συνδέουν συχνά το μέγεθος της ψαριάς με το πεπρωμένο και τη Θεία βούληση.

Από τις λιγοστές γαρίδες που επέζησαν, ορισμένες παρουσιάζουν μικρούς όγκους, ενώ άλλες γεννιούνται δίχως μάτια (8). Η έκρηξη στην εξέδρα άντλησης πετρελαίου απελευθέρωσε στον Κόλπο του Μεξικού 4,9 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου. Η ΒΡ προσπάθησε να διαλύσει την πετρελαιοκηλίδα χρησιμοποιώντας 45.238 βαρέλια Corexit. Το συγκεκριμένο προϊόν μετατρέπει το πετρέλαιο σε γαλάκτωμα, έτσι ώστε να παραμένει αιωρούμενο κάτω από την επιφάνεια του νερού και να μην δημιουργούνται πετρελαιοκηλίδες στην επιφάνεια της θάλασσας. Ωστόσο, λόγω της πυκνότητάς του, το γαλάκτωμα κατακάθεται στα βάθη του ωκεανού. Καθώς περιέχει πετρέλαιο, ρυπαίνει τη λάσπη, η οποία αποτελεί τόπο αναπαραγωγής της γαρίδας. Τα αυγά και οι νεοσσοί της γαρίδας είναι εξαιρετικά ευάλωτα απέναντι στις τοξίνες που περιέχονται στο Corexit. Ακόμα και σε χαμηλές δόσεις, το προϊόν μπορεί να προκαλέσει δυσπλασίες έως και τον θάνατο (9). «Δεν είναι ανάγκη να σκοτώσεις όλες τις κότες, αρκεί να σπάσεις όλα τα αυγά», ειρωνεύεται θλιμμένος ο Μπαρτ Νάιτ, ο οποίος ψαρεύει γαρίδες από την εποχή που ήταν ακόμα νεαρός. Όπως μας λέει, οι επιστήμονες συμβούλευσαν –και μάλιστα με μεγάλη έμφαση– τον πληθυσμό του Πουέντ-Ω-Σεν να περιορίσει την κατανάλωση οστρακόδερμων. «Ψαρεύω το ένα δέκατο της ποσότητας που έπιανα συνήθως άλλοτε και μαντέψτε τι θέλουν από εμένα να κάνω την ψαριά μου: να κάθομαι να την κοιτάζω!», μας λέει κουνώντας το κεφάλι του.

 

Στο Πουέντ-Ω-Σεν, μερικά σπίτια έχουν ήδη κατακλυστεί από το νερό

Το αλιευτικό του Μπίλιοτ ανεβαίνει αργά το κανάλι πίσω από το Πουέντ-Ω-Σεν. Τα νερά του καναλιού έχουν το χρώμα του τσαγιού. Ευτυχώς, εκείνο το βράδυ τα νερά της παλίρροιας ανεβαίνουν γρήγορα και οι γαρίδες που θα έχουν πιαστεί στα δίχτυα του θα δυσκολευτούν να ξεφύγουν από αυτά. Πατάει έναν διακόπτη κι αρχίζει να ξεδιπλώνεται ο μηχανισμός της ανεμότρατας με τα συρματόσχοινά του. Τα δίχτυα του απλώνονται κάνοντας το σκάφος του να μοιάζει με κορμοράνο που τεντώνει τα φτερά του. Όταν πλησιάζει στο μπαγιού, ο μηχανισμός αρχίζει να ρίχνει τα δίχτυα αριστερά και δεξιά από το σκάφος. Όπως θυμάται, «όταν ήμουνα μικρός, λέγαμε ότι στο μπαγιού τα δέντρα μπορούσαν να δώσουν τα χέρι στα δέντρα της αντίπερα όχθης». Δυσκολευόμαστε να τον πιστέψουμε: σήμερα, καθεμία από τις όχθες απέχει περίπου τριάντα μέτρα από το σκάφος μας και τα λιγοστά δέντρα που υπάρχουν δίνουν την εντύπωση ότι είναι πλέον νεκρά, καθώς τα κλαδιά τους είναι γυμνά. Η αιτία του θανάτου τους βρίσκεται κάτω από τη γη: εδώ και πενήντα χρόνια, οι ρίζες τους δεν αντλούν γλυκό νερό αλλά αλμυρό.

Στο Πουέντ-Ω-Σεν, το νερό έχει ήδη καλύψει το δάσος με τις βελανιδιές που έδωσε το όνομά του στην περιοχή, πολλούς βάλτους αλλά και ένα παντοπωλείο, ένα ιχθυοπωλείο κι αρκετά σπίτια. Οι μνήμες των ηλικιωμένων κατοίκων του χωριού αναπολούν έναν τόπο που έχει πλέον εξαφανιστεί. Πάνω σε έναν φάκελο, ο Μπίλιοτ σχεδιάζει έναν χάρτη των περιχώρων και μας εξηγεί: «Παλιά, όλα αυτά ήταν ήταν κατακλυσμένα από υφάλμυρο νερό. Οι λευκές γαρίδες έρχονταν να γεννήσουν τα αυγά τους ανάμεσα στα θαλασσόχορτα. Κι όταν έβγαινε το φεγγάρι, ξεκινούσαν να φύγουν κι εμείς ήμασταν σίγουροι ότι θα πιάναμε καλή ψαριά». Μας δείχνει το πυκνό δίκτυο από μπαγιού και λίμνες: «Εδώ ήταν το Ουίσκυ Πας, το Κατ Άιλαντ Πας, το Γουάιν Άιλαντ Πας. Όλα αυτά τα μικρά κανάλια που οδηγούσαν στον Κόλπο φάρδυναν και το αλμυρό νερό άρχισε να εισχωρεί».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες καταλαμβάνουν τη δέκατη τρίτη θέση των χωρών που είναι εκτεθειμένες στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας, μετά την Ολλανδία, το Μπαγκλαντές ή το αρχιπέλαγος των Φιλιππίνων. Δεκαοκτώ εκατομμύρια Αμερικανοί, το 6% του πληθυσμού της χώρας, ζουν σήμερα σε ζώνες υψηλού κινδύνου. Σύμφωνα δε με τις εκτιμήσεις, αυτός ο αριθμός θα έχει διπλασιαστεί μέχρι τα τέλη του αιώνα (10). Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (ΙΡCC) προβλέπει ότι, μεταξύ 1901 και 2020, η τήξη των παγετώνων –και ιδιαίτερα του στρώματος πάγου που καλύπτει τη Γροιλανδία– σε συνδυασμό με τη διαστολή των ωκεανών λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη, θα επιφέρει μια μέση αύξηση της στάθμης της θάλασσας κατά 19 εκατοστόμετρα. Μάλιστα, ορισμένα σενάρια προβλέπουν άνοδο της τάξης των 26-98 εκατοστρομέτρων (11).

Από τις δέκα καταστροφικότερες θύελλες που έχουν καταγραφεί στις Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία εκατό χρόνια, οι εννέα έπληξαν τις ακτές του Κόλπου του Μεξικού. Μάλιστα, έξι από αυτές συνέβησαν την τελευταία δεκαετία (12). Καθώς δε η Πολιτεία της Λουϊζιάνας είναι υποχρεωμένη να επωμίζεται το δυσβάστακτο κόστος της ανοικοδόμησης μετά από κάθε φυσική καταστροφή, το 2012 εγκρίθηκε ομόφωνα ένα σχέδιο προστασίας πεντηκονταετούς διάρκειας, για να προσαρμοστεί η πολιτεία στην άνοδο της στάθμης των υδάτων και για να αντισταθμιστεί η αδιαφορία των ομοσπονδιακών αρχών. Επιστήμονες, εμπειρογνώμονες της βιομηχανίας του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, πολιτικοί και εκπρόσωποι των τοπικών ιθαγενών ομάδων συμμετείχαν στην κατάρτιση αυτού του πρωτοφανούς για τα δεδομένα της χώρας προγράμματος.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, το Master Plan –όπως αποκαλείται το επιχειρησιακό πρόγραμμα– θα κοστίσει 50 δισ. δολάρια. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τζόρνταν Φίσμπαχ, συνδιευθυντή του Rand Water and Climate Resilience Center, οι συνέπειες της αδράνειας θα κόστιζαν πολύ περισσότερο: «Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η υλοποίηση του προγράμματος θα μειώσει το ετήσιο κόστος που προκαλούν οι πλημμύρες στις παράκτιες περιοχές. Χωρίς το Master Plan, κι αν τελικά επιβεβαιωθεί το δυσμενέστερο απ’ όλα τα σενάρια, το ετήσιο κόστος θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 20 δισ. δολάρια το 2050. Χάρη στο πρόγραμμα, εκτιμούμε ότι θα ανέρχεται στα 4,8 δισ. δολάρια, έναντι 2,2-2,8 δισ. σήμερα».

 

Οι κάτοικοι οφείλουν να μετακομίσουν με δικά τους έξοδα

Σύμφωνα με το πρόγραμμα, οι δημόσιες αρχές της Λουϊζιάνας οφείλουν, αφενός, να ενισχύσουν τα παράκτια συστήματα προστασίας (δημιουργία ενός συστήματος αναχωμάτων, υπερύψωση των κτηρίων κ.λπ.) και, αφετέρου, να προβούν σε επιχειρήσεις αποκατάστασης των υγροτόπων. Στον κατάλογο των δράσεων που θα χρειαστεί να πραγματοποιηθούν συγκαταλέγονται και πρωτοφανείς ενέργειες, όπως η μεγάλης κλίμακας «εκτροπή των ιζημάτων», η οποία συνίσταται στην άντληση της ιλύος και στη διασπορά της και ανακατανομή της στα μπαγιού.

Εντούτοις, το πρόγραμμα δεν προβλέπει την επιβολή του παραμικρού περιορισμού στη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου της περιοχής. Παρ’ όλο που το υπουργείο Εσωτερικών, αρμόδιο για τη διαχείριση των εκτάσεων γης που κατέχει το αμερικανικό κράτος, έχει προτείνει να καταστούν αυστηρότερες οι προδιαγραφές που αφορούν την εξόρυξη πετρελαίου σε θαλάσσιες περιοχές, τα νομοθετικά σώματα της χώρας δεν έχουν ακόμα εγκρίνει την πρότασή του. Εάν όμως δεν ληφθούν μέτρα προς αυτήν την κατεύθυνση, τα δισεκατομμύρια δολάρια που θα δαπανηθούν για την ανακατανομή των ιζημάτων και της ιλύος μέσα στους βάλτους δεν θα χρησιμεύσουν σε τίποτε. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει σοβαρός δημόσιος διάλογος για την αύξηση της ανθεκτικότητας των παράκτιων περιοχών απέναντι στην κλιματική αλλαγή, εάν δεν ληφθούν υπόψη οι παράγοντες που επιδεινώνουν την κατάστασή της.

Ο Άλμπερτ Νακίν, ο αρχηγός της ινδιάνικης κοινότητας της χερσονήσου Ζαν Σαρλ, αγωνίζεται να πείσει όλους τους κατοίκους να εγκαταλείψουν αυτή τη γωνιά της γης. Είναι ο αδιαπραγμάτευτος όρος για να επωφεληθούν από τις αποζημιώσεις που χορηγεί το Μηχανικό του στρατού για την επανεγκατάσταση των πληθυσμών. Εντωμεταξύ, όσοι δεν αντέχουν πλέον τις επαναλαμβανόμενες πλημμύρες, μετακομίζουν με δικά τους έξοδα. «Οι λευκοί μάς εξανάγκασαν να εγκατασταθούμε εδώ», δηλώνει αναφερόμενος στη μακρά ιστορία διωγμών που έχουν υποστεί οι Ινδιάνοι. «Και τώρα η μητέρα φύση μάς διώχνει προς την ενδοχώρα. Όμως, μερικοί δεν θέλουν να φύγουν». Ο Εντισον Νταντάρ είναι ένας από αυτούς. Δικαιολογεί δε την άρνησή του με τα εξής λόγια: «Ο πατέρας μου έζησε εδώ ενενήντα ένα χρόνια. Κι ο πατέρας του γεννήθηκε και πέθανε εδώ». Όπως και πολλοί άλλοι κάτοικοι της περιοχής, ο Νταντάρ παραπονείται για τη μείωση των αλιευτικών πόρων στη ζώνη όπου ψαρεύει. Κατευθύνεται στο ψυγείο του και βγάζει έναν μεγάλο κουβά μέσα στον οποίο βρίσκεται η ψαριά του, καμιά πενηνταριά γαρίδες που μόλις αρκούν για να ταΐσει την οικογένειά του. Κι ύστερα μας δείχνει τον λαχανόκηπο που έχει εγκαταστήσει μέσα σε μια μπανιέρα, υπερυψωμένη για να προστατευθούν οι ρίζες των φυτών από το υφάλμυρο νερό που κατακλύζει την περιοχή. Μέσα στην μπανιέρα υπάρχουν τρεις πεπονιές και μερικές αγγουριές. Στην είσοδο του σπιτιού, ο αέρας κάνει να θροΐζουν οι φυλλωσιές των λωτόδεντρων που φυτεύτηκαν μετά τη σφοδρή θύελλα που έπληξε την περιοχή. Ο Νταντάρ μας λέει χαρούμενος: «Καθένα από τα δέντρα μάς παρέχει προστασία. Κι επιπλέον, οι λωτοί είναι πολύ νόστιμοι!».

Κι αν η λύση δεν συνίστατο στον σχεδιασμό, στην κατασκευή και στη συντήρηση εγκαταστάσεων παράκτιας προστασίας που έχουν υπέρογκο κόστος, αλλά στο να ζει κανείς όπως ο Νταντάρ, αρκούμενος στα λίγα; Σύμφωνα με τη δοκιμιογράφο Ναόμι Κλάιν, για να ζήσει κανείς με σεβασμό στους φυσικούς πόρους δεν απαιτείται η επιστροφή στην προϊστορική εποχή, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι «κλιματοσκεπτικιστές». «Στην πραγματικότητα, για να σεβόμαστε τα όρια που μας θέτει η φύση, θα έπρεπε μάλλον να επιστρέψουμε σε έναν τρόπο ζωής παρόμοιο με εκείνον της δεκαετίας του 1970, πριν από την έκρηξη της κατανάλωσης» (13).

Περνάω ώρες ολόκληρες διαπλέοντας τα μπαγιού πάνω στο Sitting Bull, το σκάφος του Μπίλιοτ. Γυρίζουμε χωρίς να έχουμε πιάσει τίποτε. Μάλιστα, το σκάφος επιστρέφει και λιγάκι ελαφρύτερο, καθώς έχει κάψει κάμποσες δεκάδες λίτρα καυσίμου. «Με λίγη τύχη, αύριο όλα θα πάνε καλύτερα», λέει ο Μπίλιοτ κοιτώντας με. Κι ύστερα, το χαμόγελό του σβήνει, καθώς ξέρει και με το παραπάνω ότι δεν πρόκειται για ζήτημα τύχης.

 

  1. (Σ.τ.Μ): Ο όρος «μπαγιού» αναφέρεται σε έναν υδάτινο όγκο γλυκού νερού που είναι σχεδόν ακίνητος, συνήθως πρόκειται για παραπόταμο που ρέει πολύ αργά σε επίπεδη επιφάνεια. Τα μπαγιού είναι πλούσια σε χλωρίδα και πανίδα. Επειδή ο κύριος όγκος τους βρίσκεται στο Δέλτα του Μισισιπή είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένα με την κουλτούρα των Κρεολών, οι οποίοι πρώτοι εγκαταστάθηκαν εκεί. Κρεολοί στη Λουιζιάνα είναι εκείνοι που κατάγονται από τους άποικους, ιδιαίτερα Γάλλους (ή Ισπανούς), ξεχωρίζοντάς τους έτσι από τους ίδιους τους αποίκους. Με τα χρόνια ξεχωρίζει εκείνους που έχουν γαλλική καταγωγή από τους αγγλοσάξωνες Αμερικανούς.
  2. Setophaga ruticulla, αποδημητικό υδρόβιο πουλί της αμερικανικής ηπείρου.
  3. Brady R. Couvillion και άλλοι, «Land area change in coastal Louisiana from 1932 to 2010 – Scientific Investigations Map 3164», US Geological Survey, 2011.
  4. Denise Reed και Wilson Lee Lee Wilson, «Coast 2050: A new approach to restoration of Louisiana coastal wetlands», Physical Geography, τόμος 25, n°1, Μπέλμοντ (Καλιφόρνια), 2004.
  5. (Σ.τ.Μ.) Ο μοσχοπόντικας ή αρουραίος του νερού είναι ένα υδρόβιο τρωκτικό της Αμερικής. Το κυνηγούν ή το εκτρέφουν για τη γούνα του.
  6. Garcilaso de la Vega, «The Florida of the Inca. The Fabulous De Soto Story», University of Texas Press, Ωστιν, 1951.
  7. Ricardo A. Olea και James L. Coleman Jr., «A synoptic examination of causes of land loss in Southern Louisiana as related to the exploitation of subsurface geologic resources», Journal of Coastal Research, τόμος 30, n°5, Φορτ Λοντερντέιλ (Φλόριντα), 2014.
  8. Dahr Jamail, «Gulf Seafood deformities alarm scientists», Al Jazeera, aljazeera.com, 19 Απριλίου 2013.
  9. Julia Whitty, «Why is the toxic dispersant after BP’s Gulf disaster still the cleanup agent of choice in the US?» Mother Jones, motherjones.com, 19 Απριλίου 2013.
  10. Mark Crowell και άλλοι, «An estimate of the US population living in the 100-year coastal flood hazard areas», Journal of Coastal Research, τόμος 26, n°2, Μάρτιος 2010.
  11. (IPCC) GIEC, «Changements climatiques, Les éléments scientifiques, contribution du groupe de travail I au cinquième rapport d’évaluation», OMM, PNUE (UNEP), 2013.
  12. Eric S. Blake, Cristopher W. Landsea, Ethan J. Gibney, «The deadliest, costliest and most intense United States tropical cyclones from 1851 to 2010 (and the other frequently requested hurricane facts)», National Oceanic and Atmospheric Technical Memorandum NWS NHC-6, Μαϊάμι, Αύγουστος 2011.
  13. Ναόμι Κλάιν, «Αυτό αλλάζει τα πάντα – Καπιταλισμός εναντίον κλίματος», Εκδόσεις Λιβάνη, 2015.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Bates College (Ηνωμένες Πολιτείες) και συγγραφέας του «Still Lifes From a Vanishing City», Global Directions/ThingsAsian Press, Σαν Φρανσίσκο, 2015.