Η «lucha libre» ή οι μεταμορφώσεις του Λατινοαμερικανικού κατς

Λιγότερο γνωστό από τον βορειοαμερικανικό αδελφάκι του, το μεξικανικό κατς –ή «lucha libre» (ελευθέρα πάλη)– με τους μασκοφόρους παλαιστές, τα κολάν και τη φανταιζί εικονογραφία, εμπνέει και μαγεύει πέρα από τα σύνορα της χώρας προέλευσής του. Η δημοτικότητα αυτής της «ανθρώπινης κωμωδίας», που πρωτοεμφανίστηκε στην αρχή του 20ού αιώνα, έχει βαθιές ρίζες στον μεξικανικό πολιτισμό, την ιστορία και την πολιτική ζωή του, της οποίας αναδεικνύει απροσδόκητες πτυχές.

Μικρόσωμος και γεροδεμένος, με το πρόσωπό του κρυμμένο πίσω από μια χρυσόχρωμη μάσκα, ο Ελ Παντρίνο («Ο Νονός») είναι το τιμώμενο πρόσωπο μπροστά στο παρεκκλήσι το αφιερωμένο στη Σάντα Μουέρτε (Άγιος Θάνατος, θηλυκό στα ισπανικά), μια θεά γέννημα της ανάμειξης του χριστιανισμού με άλλες δοξασίες, προστάτιδα των ξεχασμένων, την οποία έχουν υιοθετήσει τα καρτέλ του οργανωμένου εγκλήματος. Παρατηρεί τους ανθρώπους που συναρμολογούν τον σκελετό ενός μεγάλου μεταλλικού τετραγώνου στην πλατεία. Κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό, η κατασκευή, που οριοθετεί ένα ρινγκ, ταιριάζει απόλυτα στο τσιμεντένιο τοπίο των κτισμάτων του Απατλάκο, μιας λαϊκής συνοικίας στην καρδιά του δημοτικού διαμερίσματος του Ισταπαλάπα, του πιο φτωχού και με τη μεγαλύτερη ανεργία στην πόλη του Μεξικού. Με την ευκαιρία της ημέρας των νεκρών (1), ο παλαίμαχος παλαιστής προσφέρει στη γειτονιά του έναν αγώνα lucha libre.

Μετά από μια σύντομη ομιλία του «Νονού», ο οποίος εγκωμιάζει την υπερηφάνεια του Απατλάκο και αποτίει φόρο τιμής στην αγία προστάτιδα των απόκληρων, οι μασκοφορεμένοι παλαιστές μπαίνουν στο ρινγκ με θεαματικές εναέριες φιγούρες. Τα παιδιά, σε υπερένταση, συνωστίζονται γύρω από το ρινγκ, ακολουθούμενα από τους πωλητές παγωτών και μασκών. Πίσω τους οι ενήλικοι αργοπίνουν μπύρα από μεγάλα ποτήρια.

Φορώντας μάσκα και θαλασσί παντελόνι, με αθλητική σιλουέτα, ο Ελ Σουμπλίμε («Ο Υπέροχος») κάνει επίδειξη των τεχνικών του: λαβές, κλωτσιές με άλμα… Μαζί με τους συνεργάτες του, τον Αίνιγμα και τον Σκάιντερ, συγκροτούν την ομάδα των τέκνικος («τεχνικοί»), οι οποίοι προσπαθούν να παλέψουν έντιμα, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, απέναντι στους ρούντος («αγροίκοι»), οι οποίοι ενσαρκώνουν τη βιαιότητα και την παραβίαση των κανόνων. Εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, σε όλα τα ρινγκ του Μεξικού, οι ρούντος και οι τέκνικος διεκδικούν τη συμπάθεια των θεατών.

 

φωτ.: flickr

φωτ.: flickr

 

Στο Απατλάκο οι ρούντος είναι πιο δημοφιλείς: θα κερδίσουν τον αγώνα. Μετά από σκληρή μάχη τριών γύρων, οι τέκνικος υποκύπτουν όταν το κακό παιδί Αστλάν (όνομα του θεού του Κάτω Κόσμου των Αζτέκων) σκαρφαλώνει στο τρίτο σκοινί του ρινγκ και εφορμά, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες του απελπισμένου διαιτητή, για να συντρίψει τον αντίπαλό του στην άσφαλτο της πλατείας… εν μέσω των επευφημιών του πλήθους.

Μετά τον αγώνα, όλοι οι παλαιστές συγκεντρώνονται για ένα συντροφικό τσιμπούσι, αφού πρώτα έχουν υποβάλει τα σέβη τους στον Ελ Παντρίνο και στη Σάντα Μουέρτε. Ο Όσκαρ έχει βγάλει τη μάσκα του Ελ Σουμπλίμε και το πρόσωπό του καλύπτεται από ένα ευγενικό χαμόγελο και μικρά τετράγωνα γυαλιά. Ο παλαιστής –που ζητάει να μην δημοσιεύσουμε το όνομά του, κάτι απαραίτητο για την προστασία του κύρους του– δεν είναι θυμωμένος με την ήττα του: «Είναι ο αέναος αγώνας του καλού με το κακό. Οι ρούντος παραβιάζουν τους νόμους, όπως και οι πολιτικοί. Οι άνθρωποι αγωνίζονται για να παραμείνουν έντιμοι. Είναι αυτό που ζούμε σε καθημερινή βάση στο Μεξικό. Η αδυναμία, αλλά και το χιούμορ. Το Μεξικό ανακάλυψε τη lucha libre για να γελάει με τη δική του τραγωδία». (2)

 

Η υπερηφάνεια του «μπάρριο»

Σε μερικούς μήνες ο Ελ Σουμπλίμε θα διακυβεύσει τη μάσκα του σε έναν αγώνα scara contra máscara (μάσκα εναντίον μάσκας), μακριά από την πρωτεύουσα, στη Βερακρούς. Ο νικητής θα βγάλει τη μάσκα του ηττημένου, ύψιστη ταπείνωση, που μερικές φορές σημαίνει και το τέλος της σταδιοδρομίας του παλαιστή. Και, μολονότι πρόκειται για άγραφο κανόνα, το αποτέλεσμα του αγώνα συνηθίζεται να είναι καθορισμένο εκ των προτέρων, με αντάλλαγμα ένα σημαντικό ποσό που καταβάλλουν οι διοργανωτές. Όμως, στη «λούτσα λίμπρε» αυτός που σε τελική ανάλυση αποφασίζει για το πεπρωμένο των παλαιστών είναι το κοινό. «Πρέπει να κερδίσω», λέει ο Όσκαρ και το βλέμμα του σπιθίζει.

Ο Όσκαρ διδάσκει πλαστικές τέχνες σε ένα σχολείο του Τεπίτο, μια λαϊκή συνοικία της πρωτεύουσας, διαβόητη κι αυτή για τη φτώχεια και την εγκληματικότητά της. Όπως και πολλοί άλλοι, προέρχεται από οικογένεια παλαιστών. Ο πατέρας του, πρώην εργαζόμενος στην εθνική ηλεκτρική εταιρεία, ήταν ερασιτέχνης παλαιστής. «Μεγάλωσα με αυτή τη φαντασιακή πρόσληψη. Στις συνοικίες τα παιδιά έχουν ανάγκη να ξεχνούν τα προβλήματά τους. Οι κλόουν και οι παλαιστές προσφέρουν αυτή τη διαφυγή».

Στην εισαγωγή των Μυθολογιών, που εκδόθηκαν το 1957, ο σημειολόγος Ρολάν Μπαρτ εγκωμίαζε το σύμπαν του γαλλικού catchascatchcan, προγόνου του βορειοαμερικανικού wrestling (3) και της μεξικανικής lucha libre. Τόνιζε ιδιαίτερα την εγγύτητά τους με το αρχαιοελληνικό θέατρο. «Πρόκειται, λοιπόν, εδώ για μια πραγματική Ανθρώπινη Κωμωδία, όπου οι πιο κοινωνικές αποχρώσεις του πάθους (η οίηση, το δίκαιο, η ραφιναρισμένη ωμότητα, η έννοια της «πληρωμής») συναντούν κατά καλή τύχη το σαφέστατο σημείο που μπορεί να τις περισυλλέγει, να τις εκφράζει και να τις μεταφέρει θριαμβευτικά ώς το βάθος της αίθουσας. (…) Αυτό που το κοινό αξιώνει είναι η εικόνα του πάθους και όχι το ίδιο το πάθος». Ο Μπαρτ αντιπαραθέτει το κατς, όπου το αποτέλεσμα του αγώνα είναι πάντα προκαθορισμένο, με την πυγμαχία, «ένα αγώνισμα αυστηρά λιτό, βασισμένο στην επίδειξη της υπεροχής. Μπορεί κανείς να βάλει στοίχημα για το αποτέλεσμα μιας πυγμαχίας· αυτό όμως δεν θα είχε κανένα νόημα στο κατς. (…) Η ρασιοναλιστική εξέλιξη του αγώνα δεν ενδιαφέρει τους οπαδούς του κατς, ενώ, αντίθετα, ένας αγώνας πυγμαχίας ενέχει πάντα μιαν επιστημονική γνώση του μέλλοντος» (4).

Η lucha libre ριζώνει στο Μεξικό κατά τη μετεπαναστατική βιομηχανική περίοδο, όταν, στη δεκαετία του 1920, η πόλη του Μεξικoύ αστικοποιείται και αναπτύσσεται. Οι ρίζες της βρίσκονται στο σύμπαν της γειτονιάς, στις γενιές των τσιλάνγκος, των παιδιών και των εγγονιών των εσωτερικών μεταναστών που έφτασαν στην πρωτεύουσα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Αυτή είναι η περίπτωση της πιο εμβληματικής φυσιογνωμίας του αθλήματος: του Ελ Σάντο («Ο Άγιος»), γνωστού επίσης και με το όνομα «Ο Άνθρωπος με την Ασημένια Μάσκα». Γεννημένος το 1915 στο Τουλανσίγκο, στην Πολιτεία του Ιντάλγκο, πριν ακόμα η οικογένειά του μεταναστεύσει στην πρωτεύουσα και εγκατασταθεί στη συνοικία Ελ Κάρμεν, ο νεαρός Ροντόλφο Γκουσμάν Ουέρτα στρέφεται, όπως και άλλοι, προς τη μοναδική ελπίδα κοινωνικής ανόδου που μπορεί να έχει ένα φτωχό παιδί: την επιτυχία στον αθλητισμό. Μέσα από την πυγμαχία, αλλά και την ελευθέρα πάλη, που είχε γίνει δημοφιλής χάρη στις επισκέψεις Ευρωπαίων παλαιστών και στη δημιουργία, το 1933, της πρώτης επαγγελματικής οργάνωσης, του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ελευθέρας Πάλης (Consejo Mundial de Lucha Libre, CMLL).

Είναι επίσης η εποχή της μεξικανικής αίγλης, κυρίως χάρη στην έλευση του κινηματογράφου. Ο Ελ Σάντο βγήκε από τα ρινγκ για να μπει στις σελίδες των εικονογραφημένων περιοδικών και στη μεγάλη οθόνη. Ανάμεσα στο 1952 και στο 1973 γύρισε περισσότερες από πενήντα ταινίες, υπερασπιζόμενος τις χήρες και τα ορφανά, όταν δεν υπερασπιζόταν ολόκληρη την ανθρωπότητα ενάντια στους Αρειανούς, στα ζόμπι, στις μούμιες του Γκουαναχουάτο (5), στις γυναίκες-βαμπίρ, ακόμα και ενάντια σε μερικούς μεγιστάνες των μέσων ενημέρωσης. Μετά από σαράντα χρόνια όμως, ο πιο μεγάλος θρύλος της lucha libre κάνει την τελευταία του υπόκλιση: βγάζει τη μάσκα του σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση –κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ μέχρι τότε. Πεθαίνει μερικούς μήνες μετά, το 1984.

Κανείς δεν μπόρεσε να αποτυπώσει αυτή τη χρυσή εποχή, αυτή τη συνύφανση της καθημερινότητας με τον μύθο, καλύτερα από τη φωτογράφο Λούρδες Γκρομπέτ στη φωτογραφική της τριλογία: σε αυτήν ασχολείται με τους άνδρες και τις γυναίκες παλαιστές και τους καθημερινούς τους αγώνες, με το εμβρόντητο κοινό –προερχόμενο από τις τάξεις των sin calzones (των «αβράκωτων») (6), όπως τους αποκαλούσαν οι ανώτερες τάξεις– και με τις δοξασμένες αρένες, σύμβολα του αρχιτεκτονικού μοντερνισμού, στις οποίες η Λούρδες Γκρομπέτ δίνει διαστάσεις λατρευτικών κέντρων. Της πήρε εικοσιπέντε χρόνια να εκδώσει το έργο της, μια πρωτοποριακή μαρτυρία μιας «θεολογίας της lucha libre», όπως την περιγράφει στον πρόλογο του βιβλίου (7) ο Κάρλος Μονσιβάις, ποιητής και συγγραφέας, ακάματος χρονογράφος του Μεξικού και του καθημερινού του θεάματος.

Κατά τον Μονσιβάις, το απόγειο της lucha libre συμπίπτει με εκείνο της λατινοαμερικάνικης λαϊκής κουλτούρας: «Η χρυσή εποχή της συμπίπτει με εκείνες του κινηματογράφου, του μπολέρο (8) του τάνγκο, του περουβιάνικου βαλς, της ραντσέρα (9) (…)· μια ευαισθησία γεννημένη στην πόλη, που ξεκινά από την υπερηφάνεια του μπάρριο, της γειτονιάς, και καταλήγει να μετασχηματίζει την καυχησιά σε όπλο επιβίωσης». Το λαϊκό στοιχείο, γράφει, γίνεται αντιληπτό «όχι σε αντιδιαστολή με το αριστοκρατικό ή το αστικό, αλλά ως απάντηση στη θεσμοποιημένη αφάνεια» των ανώνυμων μαζών.

Η lucha libre αποκτά σήμερα νέα αίγλη μεταξύ της μεσαίας αστικής τάξης και των διανοουμένων. Ένα πανεπιστημιακό σεμινάριο της αφιερώθηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2014 στο Μεξικό (10), ενώ δεκάδες μελέτες την αναλύουν από την οπτική του μαρξισμού, του σιτουασιονισμού, ακόμα και της θεωρίας queer (11), η οποία επιχειρεί να δει στο φαντασμαγορικό κιτς και στο πάθος για τις μάσκες τη μήτρα μιας μεταμοντέρνας κατασκευής πολλαπλών ταυτοτήτων… Δίπλα στους τέκνικος και στους ρούντος, γεννήθηκε μια τρίτη κατηγορία παλαιστών, διεμφυλικοί, μακιγιαρισμένοι και ντυμένοι γυναίκες: οι εξότικος. Πρωταθλητής κόσμου το 1992 ο Κασσάνδρο, ο εξότικο από τη Σιουδάδ Χουάρες, έγινε ίνδαλμα της ομοφυλόφιλης κοινότητας σε ολόκληρο τον κόσμο.

«Παλαιότερα η lucha libre θεωρούνταν βάρβαρο θέαμα. Θεωρούνταν ότι οι παλαιστές ήταν άξεστοι, ζώα», εξηγεί ο Ορλάντο Χιμένες. «Τώρα είναι σύμβολο νεωτερικότητας». Ο ιστορικός αυτός, αιρετικός αναλυτής της lucha libre και διαιτητής στον ελεύθερο χρόνο του, θεωρεί ότι η εξέλιξη οφείλεται στον μετασχηματισμό της μεξικανικής κοινωνίας και κυρίως στην άνθηση των μέσων ενημέρωσης. «Το 1954, με την έλευση της τηλεόρασης, η πάλη απαγορεύεται με την αιτιολογία ότι δίνει κακό παράδειγμα στα παιδιά. Αργότερα, στη δεκαετία του 1990, η τηλεόραση επέβαλε στους παλαιστές τους κανόνες της, με φόντο τη διάλυση των συνδικάτων, που ήταν διεφθαρμένα». Παλαιότερα, τα συνδικάτα υπερασπίζονταν τους παλαιστές έναντι των διοργανωτών αγώνων, τους πρόσφεραν μια κοινωνική θέση, διεκδικούσαν ιατρικούς ελέγχους. Περιορίζονταν ωστόσο σε δύο μεγάλες αρένες του Μεξικό. Το πρώτο συνδικάτο είχε ιδρυθεί από τον… Ελ Σάντο.

Από την ίδρυσή της το 1992, η νέα επιχείρηση διοργάνωσης αγώνων lucha libre, η Asistencia Asesoría y Administración (AAA), διοργανώνει αγώνες όχι μονάχα στο Μεξικό, αλλά και στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία. Επωφελούμενη από την ιδιωτικοποίηση των τηλεοπτικών καναλιών κατά τη δεκαετία του 1990, η «Τρία Α» συνέβαλε αποφασιστικά στη συμμόρφωση του θεάματος στο αμερικανικό μοντέλο, με παλαιστές μποντιμπίλντερ, γιγαντοοθόνες, ήχο και φως, μαζορέτες και αγώνες μεταξύ νάνων. Όλα αυτά υποχρέωσαν τη lucha libre να προσαρμόσει τη γλώσσα της στους τηλεοπτικούς κώδικες και το θέαμα στις ανάγκες της κάμερας αντί σε εκείνες του κοινού.

Ο θάνατος σε ζωντανή μετάδοση του διάσημου ρούντο Ελ Ίχο ντελ Πέρρο Αγκουάγιο («Ο Γιος του Σκύλου Αγκουάγιο»), ο οποίος υπέστη εγκεφαλικό τραυματισμό από εναέρια κλωτσιά του αντιπάλου του, στις 21 Μαρτίου του 2015 στην Τιχουάνα, προκάλεσε μεγάλη δυσφορία στο επάγγελμα. Το κοινό είδε σε κοντινό πλάνο την επιθανάτια αγωνία του, καθώς το θέαμα συνεχιζόταν. Το ατύχημα έφερε στο προσκήνιο το πόσο ευάλωτοι είναι οι παλαιστές, αυτό το ιερό σύμβολο του μεξικανικού «μάτσο» ανδρισμού, η πλειοψηφία των οποίων εργάζονται χωρίς κοινωνική ασφάλιση και ιατρική παρακολούθηση.

Όμως, για τον Ορλάντο Χιμένες οι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης της lucha libre δεν περιορίζονται στην απώλεια της αυθεντικότητάς της. «Είναι μια αντίδραση που εκπλήσσει ακόμα και τους γκρίνγκος (σ.σ.: τους βορειοαμερικανούς). Πίστευαν ότι μας κατακτούσαν, όμως η lucha libre είναι που κατακτά την ήπειρο –τη Λατινική Αμερική, όπου αναπτύσσεται σιγά-σιγά, αλλά και τη Βόρεια Αμερική, χάρη στους μεξικανικής καταγωγής Αμερικανούς πολίτες. Υλοποιεί μια πολιτισμική ενσωμάτωση».

Πρόκειται άραγε για σημάδι της παγκοσμιότητας που χαρακτηρίζει το φαινόμενο της πάλης; Ο Χιμένες το πιστεύει ακράδαντα: «Μπορούμε να σταθούμε στις διαφορές του στυλ. Όμως στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στο Μεξικό, βιομηχανικές χώρες με μεγάλη παράδοση πάλης, συναντάμε την ίδια κατάσταση: πληθυσμούς που υποφέρουν από μια κοινωνικά καταστροφική καπιταλιστική οικονομία, συνηθισμένους να δέχονται χτυπήματα».

 

Ισχυρός πολιτικός συμβολισμός

Άλλωστε, με τον επαγγελματισμό, επισημαίνει ο ιστορικός, δίνεται η ευκαιρία στους παλαιστές, άνδρες και γυναίκες, να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους: «Το πρόβλημα σε αυτή η χώρα είναι η έλλειψη οργάνωσης. Τον 21ο αιώνα αυτό αλλάζει: οι παλαιστές οργανώνονται ενάντια στην εκμετάλλευσή τους από τους διοργανωτές αγώνων. Το Fundación Equidad y Dignidad Lucha Libre («Ίδρυμα Ισότητα και Αξιοπρέπεια Lucha Libre»), που διευθύνουν τρεις γυναίκες παλαιστές, κατόρθωσε να ανοίξει τη συζήτηση για την κοινωνική προστασία».

Κατά τον Χιμένες, η lucha libre πάντοτε είχε έναν έντονο πολιτικό συμβολισμό, «αυτόν του αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη». Από τον Ζορρό έως τον υποδιοικητή Μάρκος, η μάσκα είναι ένα λαϊκό σύμβολο. Πολλοί παλαιστές είναι φυσιογνωμίες των κοινωνικών αγώνων, όπως ο Αδελφός Τορμέντα («Καταιγίδας»), ο ιερωμένος που βγήκε στο ρινγκ για να χρηματοδοτήσει το ορφανοτροφείο του, το οποίο μετέτρεψε σε φυτώριο παλαιστών. Παρομοίως, η lucha libre έχει εμπνεύσει ακτιβιστές που αναζητούσαν ενωτικά σύμβολα.

Το 1985, μέσα στα ερείπια της πόλης του Μεξικού, κατεστραμμένης από έναν ισχυρότατο σεισμό, ξεπρόβαλε ένας μασκοφόρος με χρυσοκόκκινη κάπα: ο Σουπερμπάρριο Γκόμες, ένας κοινωνικός λειτουργός που υπερασπίστηκε τα θύματα του σεισμού, αφημένα δίχως στέγη και δίχως φροντίδα από την κυβέρνηση. Μαζί με τη Συνέλευση των Συνοικιών κατόρθωσε να εισακουστούν οι διεκδικήσεις των κολασμένων της μεγαλούπολης. Ο Σουπερμπάρριο Γκόμες συνέχισε τον αγώνα του, ιδίως εναντίον της τεράστιας εκλογικής νοθείας που επέτρεψε το 1988 τη νίκη του Κάρλος Σαλίνας ντε Γκοτάρι στις προεδρικές εκλογές. Χάρη σε αυτή, ο υποψήφιος του Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος (PRI), το οποίο κυβερνούσε τη χώρα για περισσότερο από μισό αιώνα, νίκησε τον Κουαοχτέμοκ Κάρντενας, υποψήφιο του Κόμματος της Δημοκρατικής Επανάστασης (PRD), που τότε ενσάρκωνε την ελπίδα της αλλαγής, πριν γίνει και αυτό έρμαιο του πελατειακού κράτους και της διαφθοράς. «Θα ήθελα η lucha libre, αυτός ο μεγάλος υπαρκτός και κοσμικός συμβολισμός, να μεταφερθεί πιστά και χωρίς φτιασίδια στους κοινωνικούς αγώνες και στην καθημερινή πολιτική (…). Θα ήθελα, λίγο-λίγο, οι πόλεις και οι δρόμοι τους να μετατραπούν σε μεγάλα ρινγκ», γράφει ο Μάρκο Ρασκόν Κόρντοβα, γνωστός ως Σουπερμπάρριο Γκόμες, στο μανιφέστο του υπέρ της «σούπερ-ανυπακοής» (12).

«Ο Σουπερμπάρριο, ο κοινωνικός αγωνιστής, έπιασε τον συμβολισμό», παραδέχεται ο Χιμένες. «Όμως, ο Σουπερμπάρριο στη συνέχεια μετατράπηκε σε σούπερ-PRD, δηλαδή σε στέλεχος των συντεχνιακών και των κομματικών πρακτικών. Μετατράπηκε σε ρούντο. Αποδεικνύει ότι ένας ήρωας μπορεί να βοηθήσει, αλλά μπορεί και να προδώσει. Αυτό είναι το πολιτικό μάθημα της lucha libre».

 

  1. (Σ.τ.Μ.) Αντίστοιχη του ψυχοσάββατου της Ορθοδοξίας.
  2. (Σ.τ.Μ.) Αντίστοιχοι με την lucha libre ήταν οι αγώνες κατς που διοργανώνονταν κάθε καλοκαίρι, αμέσως μόλις τελείωνε το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, αλλά και σε αυτά του Κορυδαλλού, της Νίκαιας, του Αιγάλεω. Όπως και στην περίπτωση της lucha libre, είχαμε την αέναη πάλη του «καλού» με το «κακό». Οι «καλοί» ήταν οι «Έλληνες πρωτοπαλαιστές», οι οποίοι είχαν πάντα ονοματεπώνυμο (Μεγαρίτης, Παπαλαζάρου, Μπουράνης, Ναθαναήλ, Σουγκλάκος κ.α.) ή ένα αρχαιοπρεπές ψευδώνυμο (Αρίων). Οι «κακοί» ήταν συνήθως μασκοφόροι και ήταν «ξένοι» (Ατίλιο, Κοριένκο, Ντι Μπέστια κ.α.). Η αποθέωση ήταν όταν ο αγώνας γινόταν σε «κλουβί». Και φυσικά το αποτέλεσμα του αγώνα πάντοτε αποφασισμένο εκ των προτέρων. Οι αγώνες αυτοί στις δεκαετίες του 1960 και στις αρχές του 1970 είχαν εξασφαλισμένη εισπρακτική επιτυχία και το ρεπορτάζ τους κάλυπτε σελίδες ολόκληρες των αθλητικών εφημερίδων εν μέσω θερινής αθλητικής ξηρασίας. Στη δεκαετία του 1970 το θέαμα έχασε την αίγλη του, οι «πρωτοπαλαιστές» άνοιξαν γυμναστήρια και έσβησε στη δεκαετία του 1980.
  3. Βλ. Balthazar Crubellier, «Grandeur et délires du catch américain», «Le Monde diplomatique», Μάιος 2010.
  4. Ρολάν Μπαρτ, «Ο κόσμος του κατς», στον τόμο «ΜυθολογίεςΜάθημα», μτφ. Καίτη Χατζηδήμου – Ιουλιέττα Ράλλη, εκδ. Κέδρος, 2007 (πρώτη έκδοση: εκδ. Ράππα, 1979).
  5. (Σ.τ.Μ.) Γκουαναχουάτο: Πόλη στο Κεντρικό Μεξικό. Το 1833 ξέσπασε μια επιδημία χολέρας που προκάλεσε το θάνατο πολλών κατοίκων της πόλης. Ένας δημοτικός φόρος, που επιβλήθηκε το 1870 για τη διατήρηση των τάφων, προκάλεσε την εκταφή πολλών δεκάδων από τα θύματα τα χολέρας που βρέθηκαν σε μουμιοποιημένη κατάσταση και μεταφέρθηκαν σε παρακείμενο κτίριο. Από το 1900 και μετά οι μούμιες έγιναν τουριστική ατραξιόν και πρωταγωνίστριες σε ταινίες φρίκης (η πιο γνωστή αυτή στην οποία συμπρωταγωνιστεί ο Ελ Σάντο). Οι εκταφές συνεχίστηκαν ώς το 1958 και από το 1969 το κτίριο που φυλάσσονταν έγινε μουσείο. Από τις συνολικά 111 μούμιες εκτίθενται οι 69.
  6. (Σ.τ.Μ.) «Αβράκωτους» αποκαλούσαν επίσης οι Γάλλοι αριστοκράτες τους επαναστάτες του 1789.
  7. Lurdes Grobet, «Lucha Libre, Masked Superstars of Mexican Wrestling», D.A.P. Trilee, Νέα Υόρκη, 2008.
  8. (Σ.τ.Μ.) Το μπολέρο είναι χορευτική μουσική σε αργό ρυθμό. Γεννήθηκε στην Ισπανία το 1780 κι από εκεί, με παραλλαγμένη μουσική φόρμα, μεταφέρθηκε έναν αιώνα αργότερα στην Κούβα. Η κουβανέζική εκδοχή του μπολέρο απλώθηκε σε όλη τη Λατινική Αμερική.
  9. (Σ.τ.Μ.) Η ραντσέρα είναι λαϊκό τραγούδι που γεννήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, απλώθηκε όμως σε όλο το Μεξικό μετά την αγροτική επανάσταση του 1910. Η θεματολογία του αφορά την επανάσταση, τη ζωή των χωρικών, τα άλογα, τις ερωτικές τραγωδίες. Από το 1940 ώς το 1970 ήταν η κυρίαρχη λαϊκή μουσική στο Μεξικό.
  10. «Seminario internacionalsobre el espectáculo de la lucha libre en México», indecusac.org
  11. (Σ.τ.Μ.) queer: αρχική έννοια, αλλόκοτος, παράξενος. Όρος χρησιμοποιούμενος προσβλητικά για τους ομοφυλόφιλους από τις αρχές του 20ού αιώνα, από το 1990 και μετά χρησιμοποιείται από μέρος του κινήματος ΛΟΑΤ για τον αυτοπροσδιορισμό του. Στον ακαδημαϊκό χώρο, η θεωρία queer έχει κύριο αλλά όχι μοναδικό συστατικό τη ρευστότητα των ταυτοτήτων, την κατασκευή των αρσενικοτήτων και θηλυκοτήτων και την επιτελεστικότητα των κοινωνικών/σεξουαλικών ρόλων, όπως αυτοί διαμορφώνονται από τους μηχανισμούς της εξουσίας. Βλ. σχετικά στο http://www.10percent.gr/periodiko/teyxos33/3069–queer.html
  12. «Where did the golden light that made Superdisidencia come from?», superdisidencia.net
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο