Άγκυρα και Τεχεράνη, σύμμαχοι ή ανταγωνιστές;

Ο πόλεμος στη Συρία και το κύμα προσφύγων που καταφθάνει στην Ευρώπη αναζωπυρώνει τις εντάσεις που δεν έχουν πάψει να υφίστανται ανάμεσα στην Τουρκία, στον ιστορικό εταίρο της (Γερμανία) και στον πατροπαράδοτο αντίπαλό της (Ιράν). Οι εντάσεις αυτές πιθανότατα θα εξακολουθήσουν να υφίστανται, παρ’ όλη τη δυναμική της διπλωματικής προσέγγισης που έχει δρομολογηθεί μεταξύ Άγκυρας και Τεχεράνης για την αναζήτηση μιας βιώσιμης κατάπαυσης του πυρός ανάμεσα σε όλους τους πρωταγωνιστές της σύγκρουσης στη Συρία.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους, το Ιράν και η Τουρκία έχουν επιδείξει πραγματισμό στις διμερείς σχέσεις τους, παρά τη μεταξύ τους αντιπαλότητα και τα συχνά αποκλίνοντα συμφέροντά τους (βλ. ένθετο). Ωστόσο, οι εξεγέρσεις της «αραβικής άνοιξης» αποκάλυψαν –και σε μερικές περιπτώσεις δημιούργησαν– βαθείς ανταγωνισμούς. Μόλις ξέσπασε η κρίση στη Συρία, οι διαφωνίες έκαναν την εμφάνισή τους (1). Η Άγκυρα, αφού πρώτα κάλεσε (εις μάτην) την κυβέρνηση του Μπασάρ Αλ-Άσαντ να προβεί σε μεταρρυθμίσεις, πρόσφερε την υποστήριξή της στην αντιπολίτευση, παρά το γεγονός ότι διατηρούσε καλές σχέσεις με τη Δαμασκό, στο πλαίσιο της «πολιτικής μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες».

Η προσέγγιση του Ιράν ήταν εντελώς διαφορετική, δεδομένου ότι η στρατηγική του για τη Μέση Ανατολή στηρίζεται στη Δαμασκό. Η Τεχεράνη υποστήριξε το καθεστώς, κινητοποίησε τους Λιβανέζους συμμάχους της (μεταξύ άλλων και τη Χεζμπολάχ), αλλά και άλλες δυνάμεις: ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές και σιίτες εθελοντές από διάφορες χώρες (οι τελευταίοι διακρίθηκαν –μεταξύ άλλων– στην κατάληψη του Ανατολικού Χαλεπίου). Ενόσω το Ιράν μετατρεπόταν στον σημαντικότερο σύμμαχο του συριακού καθεστώτος –τουλάχιστον μέχρι τη ρωσική επέμβαση τον Σεπτέμβριο του 2015 (2)– η Τουρκία επέτρεπε στο ΝΑΤΟ να εγκαταστήσει στο έδαφός της αντιπυραυλικό σύστημα, μετά τις παραβιάσεις του εναέριου χώρου της από τη ρωσική αεροπορία, αλλά και για να προστατευθεί καλύτερα από ενδεχόμενες βολές από τη Συρία. Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ήταν αντίθετη με αυτές τις αποφάσεις: από τη δική της οπτική γωνία, οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις στρέφονταν εν μέρει εναντίον της.

 

Σκίτσο του Selcuk

Σκίτσο του Selcuk

 

Για το ιρανικό καθεστώς, η Τουρκία εγκατέλειψε την ανεξάρτητη πολιτική απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες που είχε υιοθετήσει το 2003, όταν είχε αρνηθεί να διευκολύνει την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ. Τον Ιούλιο του 2015, επέτρεψε στην αμερικανική αεροπορία να χρησιμοποιήσει τη βάση του Ιντσιρλίκ για να πραγματοποιήσει βομβαρδισμούς εναντίον του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ). Αυτή η απόφαση, παρά το γεγονός ότι συνέβαλε στην ανάσχεση της προέλασης του ΙΚ, εξόργισε την Τεχεράνη, καθώς την εξέλαβε ως μια νέα προσέγγιση της Άγκυρας με την Ουάσιγκτον. To Ιράν ανησυχεί επίσης για τη σύγκλιση που διαφάνηκε στις αρχές του 2015 σχετικά με το συριακό πρόβλημα ανάμεσα σε Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Κατάρ. Πράγματι, υπήρξε συνεννόηση των τριών χωρών για τον καλύτερο συντονισμό της δράσης τους και την αύξηση της βοήθειας που παρέχουν στην αντιπολίτευση (3). Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν: από τα τέλη Μαρτίου του 2015, οι αντάρτικες δυνάμεις σημείωσαν πρόοδο σε διάφορες περιοχές της χώρας. Τότε, η Τεχεράνη παρακίνησε την Μόσχα να επέμβει (4).

Παρά τη σύναψη συμφωνίας για τα πυρηνικά του Ιράν τον Ιούλιο του 2015, η Άγκυρα και η Τεχεράνη επιδόθηκαν σε φραστικό πόλεμο με αφορμή τη Συρία, αλληλοκατηγορούμενες για υποστήριξη «τρομοκρατικών κινημάτων». Ο πρόεδρος Ερντογάν δεν εκτίμησε διόλου τις κατηγορίες των ιρανικών ΜΜΕ ότι η Τουρκία αγοράζει πετρέλαιο που παράγεται σε περιοχές της Συρίας υπό τον έλεγχο του ΙΚ. Ακόμη πιο θεαματικό: σε μια συγκυρία όξυνσης των σχέσεων του Ιράν με ορισμένες πετρελαιοπαραγωγές μοναρχίες, η Άγκυρα εγκαινίασε τον Μάιο του 2016 –και για πρώτη φορά μετά το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας– τουρκική βάση στο Κατάρ, τον στενότερο σύμμαχο της Τουρκίας στην περιοχή. Αυτή η ταυτοβουλία αποτελεί συνέχεια της σουνιτικής συμμαχίας που δρομολόγησε επισήμως το Ριάντ τον Μάρτιο του 2016, μέλη της οποίας είναι η Άγκυρα και η Ντόχα. Οι εξελίξεις αυτές, χωρίς να αναφέρουμε την τουρκική διείσδυση στον Αραβοπερσικό Κόλπο, τον οποίο η Τεχεράνη θεωρεί «φυσική» ζώνη επιρροής της, ανησυχούν το ιρανικό καθεστώς.

Αν και έχουν αντίθετες θέσεις στο σύνολο των περιφερειακών ζητημάτων, οι δύο χώρες εξακολουθούν να συνδέονται με οικονομικές και ενεργειακές συναλλαγές. Η Τουρκία αγοράζει πετρέλαιο και φυσικό αέριο και το Ιράν τουρκικά καταναλωτικά αγαθά. Ωστόσο, επηρεασμένος από τις πολιτικές εντάσεις, ο όγκος των εμπορικών ανταλλαγών μειώνεται: από 21,89 δισ. δολάρια το 2012 στα 13,7 δισ. το 2014 και σε μόλις 9,7 δισ. το 2015. Όσο κι αν η μείωση της τιμής των υδρογονανθράκων εξηγεί εν μέρει αυτή την εξέλιξη, απέχουμε πολύ από τον στόχο των 35 δισ. που είχαν θέσει οι δύο πλευρές. Μετά την κατάρριψη ρωσικού αεροσκάφους από τουρκικά καταδιωκτικά τον Νοέμβριο του 2015, το Ιράν πρότεινε τη διαμεσολάβησή του στην κρίση που ξέσπασε ανάμεσα στην Άγκυρα και στη Μόσχα, αναμφίβολα για να βελτιώσει τις σχέσεις του με την Τουρκία. Το γεγονός ότι οι δύο χώρες υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 2016 συμφωνία για τον τουρισμό, όπως και οι συζητήσεις για στρατηγική συνεργασία στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αποδεικνύει ότι στις σχέσεις τους υπερισχύει ένας κάποιος πραγματισμός.

Η απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία τον Ιούλιο του 2016 πρόσφερε στην Τεχεράνη μια ανέλπιστη ευκαιρία για να συμφιλιωθεί με τη γείτονά της, σε μια συγκυρία όπου η τελευταία είχε ήδη εξαγγείλει την προσέγγισή της με τη Μόσχα. Ενώ το πραξικόπημα βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών απηύθυνε μέσω Twitter μήνυμα υποστήριξης προς την τουρκική κυβέρνηση. Στη συνέχεια, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, που συνεδρίασε υπό την προεδρία του Χασάν Ρουχανί, εξέφρασε την επίσημη υποστήριξή του στη «νόμιμη τουρκική κυβέρνηση». Επρόκειτο για εντυπωσιακά γρήγορη αντίδραση σε σχέση με εκείνες των χωρών του ΝΑΤΟ, που είναι ωστόσο σύμμαχοι της κυβέρνησης Ερντογάν. Λίγο μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος, ο πρόεδρος Ρουχανί πρότεινε την έναρξη συζητήσεων για τα περιφερειακά προβλήματα.

Έτσι, η Τεχεράνη επωφελήθηκε σαφώς από το γεγονός προκειμένου να καλέσει την Τουρκία να επανεξετάσει τις θέσεις της για τη Συρία. Μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα, η προσέγγιση έγινε πιο χειροπιαστή. Η συναίνεση αφορούσε τρεις ουσιώδεις στόχους που είχαν ήδη συζητηθεί, χωρίς επιτυχία, στις μυστικές συναντήσεις οι οποίες είχαν αρχίσει τρεις μήνες μετά την εκλογή του Ρουχανί: διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας, καταπολέμηση των εξτρεμιστικών και τρομοκρατικών κινημάτων και δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας για τη διεξαγωγή εκλογών υπό την επίβλεψη του ΟΗΕ (5).

Στις 21 Δεκεμβρίου, Άγκυρα, Τεχεράνη και Μόσχα συμφώνησαν –χωρίς να προτείνουν στην Ουάσιγκτον να συμμετάσχει– για μια «διευρυμένη κατάπαυση του πυρός» στη Συρία. Το εγχείρημα δεν υπονομεύτηκε από τη δολοφονία του Ρώσου πρέσβη στην Τουρκία, δύο ημέρες νωρίτερα. Πέρα από την τυπική συνεννόηση, εξακολουθούν να υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ Τουρκίας και Ιράν, κυρίως όσον αφορά τον ρόλο του Άσαντ, κάτι που κάνει εύθραυστη την προσέγγισή τους. Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ και η Τουρκία προσπαθούν να αναθερμάνουν τις σχέσεις τους, παγωμένες μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου: Ομπάμα και Ερντογάν συναντήθηκαν στις αρχές Σεπτεμβρίου, κυρίως όμως η Τουρκία ξεκίνησε στις 24 Αυγούστου 2016 τη στρατιωτική επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη», σε συνεργασία με την Ουάσιγκτον, αλλά χωρίς να ενημερώσει την Τεχεράνη. Η τελευταία, έκπληκτη, την χαρακτήρισε «παραβίαση της συριακής εθνικής κυριαρχίας», κατηγορώντας την Άγκυρα ότι περιπλέκει την κατάσταση στην περιοχή. Αυτό δεν εμπόδισε την Τουρκία να επεκτείνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για να δημιουργήσει μια ντε φάκτο «ασφαλή ζώνη» στο έδαφος της Συρίας, προοριζόμενη για την αντιπολίτευση. Η συγκεκριμένη ιδέα, που αποκτά μεγάλη σημασία μετά την πτώση του προπυργίου των εξεγερμένων στο Ανατολικό Χαλέπι, δυσαρεστεί το ιρανικό καθεστώς.

Αν και η Τεχεράνη και η Άγκυρα προβάλλουν επισήμως τον κατευνασμό των εντάσεων στις σχέσεις τους, όπως το υποδηλώνει η συνάντηση Ερντογάν-Ρουχανί τον περασμένο Σεπτέμβριο στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, οι θέσεις τους για την περιφερειακή πολιτική εξακολουθούν να αποκλίνουν. Απέναντι στην ιρανική εξωτερική πολιτική, πάντα ευθυγραμμισμένη με την υπόθεση των σιιτών, ο Ερντογάν εμφανίζεται σταδιακά ως προστάτης των σουνιτών. Στο Ιράκ, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων για την ανακατάληψη της Μοσούλης, ο Τούρκος πρόεδρος καταδίκασε την παρουσία σιιτικών πολιτοφυλακών υποστηριζόμενων από την Τεχεράνη, θεωρώντας ότι απειλούν τους σουνίτες. Έχει συγκεντρώσει στρατεύματα στα σύνορα με το Ιράκ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θα παραμείνει αδρανής εάν οι σουνίτες πέσουν θύματα των επιχειρήσεων εναντίον του ΙΚ σε Μοσούλη και Τελ Αφάρ (όπου ζει σημαντική μειονότητα Τουρκμένων). Σύμφωνα με ορισμένους παρατηρητές, η προειδοποίηση εναντίον των συμμάχων της Τεχεράνης στο Ιράκ –και εμμέσως εναντίον της ιρανικής πολιτικής σε αυτή την χώρα– θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια προσέγγιση ανάμεσα στην τουρκική εξουσία και στη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση Τραμπ. Εάν επιβεβαιωθεί μια τέτοια εξέλιξη, ενδέχεται να δυσαρεστήσει έντονα την Τεχεράνη, δεδομένης της ρητορικής του Αμερικανού προέδρου και των στενών συμβούλων του απέναντι στο Ιράν.

 

  1. Βλ. Mohammad-Reza Djalili και Thierry Kellner, «L’Iran et la Turquie face au “printemps arabe”», Groupe de recherche et d’information sur la paix et la sécurité (GRIP), Βρυξέλλες, 2012.
  2. Βλ. Mohammad-Reza Djalili και Thierry Kellner, «Iran’s Syria policy in the wake of “Arab Springs”», Turkish Review, τ.4, n°4, Κωνσταντινούπολη, 2014.
  3. «Turkey, Saudi Arabia agree to boost support to Syria opposition», Anadolu Agency, 2 Μαρτίου 2015.
  4. Laila Bassam και Tom Perry, «How Iranian general plotted out Syrian assault in Moscow», Reuters, 6 Οκτωβρίου 2015.
  5. Julian Borger, «Iran and Turkey’s secret talks on Syria revealed», The Guardian, Λονδίνο, 13 Δεκεμβρίου 2016.

 

ΕΝΘΕΤΟ

Καταδικασμένοι να συνεννοηθούν

Ανάμεσα στην Τουρκία και στο Ιράν υπάρχει μια μοναδική εγγύτητα λόγω ιστορικών ομοιοτήτων και πολιτισμικής συγγένειας. Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση πολλών γειτόνων τους στη Μέση Ανατολή, αυτά τα δύο μη αραβικά κράτη έχουν μακραίωνη ιστορία, προέρχονται από μεγάλες αυτοκρατορίες (Οθωμανική και Σαφαβιδική), αντίπαλες από τον 16ο αιώνα. Πολέμησαν συχνά μεταξύ τους, αλλά και κατόρθωσαν ορισμένες φορές να βρουν πεδίο συνεννόησης.

Η πολιτική ανάπτυξή τους κατά τον 20ό αιώνα παρουσιάζει πολλές ομοιότητες. Τόσο η συνταγματική επανάσταση του 1906 στην Περσία όσο και εκείνη των Νεότουρκων μετασχηματίζουν την εθνική πολιτική σκηνή. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δύο πρωτεύουσες δρομολογούν από κοινού προγράμματα αλλαγής της χώρας κατευθυνόμενες από το κράτος. Ήδη από την ίδρυσή της, η Τουρκική Δημοκρατία δρομολόγησε μια αυταρχική εκσυγχρονιστική πολιτική που ενέπνευσε τον σάχη Ρεζά Παχλεβί όταν το 1925 ίδρυσε τη δυναστεία του. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έως την Ιρανική Επανάσταση του 1979, η Άγκυρα και η Τεχεράνη φοβούνται τη «σοβιετική απειλή»: φιλοδυτικές και κυρίως φιλοαμερικανικές, συνεργάζονται σε στρατιωτικό επίπεδο στο πλαίσιο του Συμφώνου της Βαγδάτης, το οποίο, μετά την πτώση της ιρακινής μοναρχίας το 1958, μετατράπηκε σε Οργανισμό Κεντρικού Συμφώνου (CenTO, 1959-1979).

Μετά το 1979, δύο εντελώς διαφορετικά πολιτικά συστήματα, το ένα κοσμικό και το άλλο θεοκρατικό, οφείλουν να συνυπάρξουν. Το νέο ιρανικό καθεστώς καταδικάζει το κοσμικό κράτος και απορρίπτει τον κεμαλισμό και τον εκδυτικισμό της τουρκικής κοινωνίας. Καταδικάζει τους δεσμούς της Άγκυρας με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και, αργότερα, με το Ισραήλ. Στη διεθνή πολιτική, τάσσεται με το Κίνημα των Αδέσμευτων και εγκαινιάζει μια «ισλαμική πολιτική» που απορρίπτει όλες σχεδόν τις μορφές καθεστώτων της Μέσης Ανατολής και γενικότερα του μουσουλμανικού κόσμου. Όμως, κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ (1980-1988), η Τεχεράνη δεν έχει άλλη επιλογή παρά να κρατήσει μια πιο συμφιλιωτική στάση απέναντι στη γείτονά της: οι ιρανοτουρκικές εμπορικές ανταλλαγές σταδιακά ξαναρχίζουν. Μετά το τέλος του πολέμου, παρά το ιδεολογικό χάσμα που τις χωρίζει και την περιοδική εμφάνιση διαφωνιών, οι δύο χώρες συνεχίζουν να αναπτύσσουν τις εμπορικές συναλλαγές τους, αποφεύγοντας κάθε επιδείνωση των εντάσεων.

Το 2002, η άνοδος στην εξουσία του –μετριοπαθούς ισλαμικού εκείνη την εποχή– Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) ευνοεί τη διεύρυνση αυτής της συνεργασίας. Η δεκαετία του 2000 σηματοδοτεί μια προσέγγιση πρωτοφανή από την εποχή της πτώσης του σάχη. Οι πολιτικοί δεσμοί ενισχύονται, οι επίσημες επισκέψεις πολλαπλασιάζονται, η συνεργασία στον ενεργειακό τομέα επιβεβαιώνεται και οι συναλλαγές γνωρίζουν μια άνθηση χωρίς προηγούμενο. Ο όγκος τους περνάει από 1 δισ. δολάρια το 2000 στα 16 δισ. το 2011 (1). Το 2012, το Ιράν είναι ο πρώτος προμηθευτής της Τουρκίας σε πετρέλαιο και ο δεύτερος σε φυσικό αέριο, αμέσως μετά τη Ρωσία (2). Καθώς οι αμερικανικές κυρώσεις επηρέασαν τις εμπορικές και χρηματοοικονομικές σχέσεις Ιράν-Ντουμπάι, η Τουρκία αναλαμβάνει τον ρόλο της βάσης αναδίπλωσης για τις ιρανικές εταιρείες. Ο αριθμός τους γνωρίζει εκρηκτική αύξηση. Σύμφωνα με το τουρκικό Υπουργείο Οικονομίας, το 2014 ο αριθμός τους ανέρχεται σε 3.604.

Στο διπλωματικό επίπεδο, σε συνεργασία με τη Βραζιλία, η Τουρκία εμπλέκεται –ανεπιτυχώς– σε μια διαμεσολάβηση για τα ιρανικά πυρηνικά. Ωστόσο, αυτή η πρωτοβουλία ενισχύει την Τεχεράνη απέναντι στις δυτικές πιέσεις. Εξάλλου, ψηφίζοντας τον Ιούνιο του 2010 εναντίον του ψηφίσματος 1929 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που επέβαλε νέες κυρώσεις στο Ιράν, η Τουρκία επιβεβαίωσε την υποστήριξή της προς την Τεχεράνη.

 

  1. «Direction of trade statistics, yearbook 2015», Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ουάσιγκτον, Οκτώβριος 2015.
  2. «Oil and gas security. Emergency response of IEA countries», Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, Παρίσι, 2013.

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

Παράλληλες ιστορίες

1055. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι καταλαμβάνουν τη Βαγδάτη και επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε ολόκληρη την Περσία.

23 Αυγούστου 1514. Μάχη του Τσαλντιράν. Ο στρατός του Οθωμανού σουλτάνου Σελίμ Α΄ νικάει τον στρατό του Πέρση σάχη Ισμαήλ Α΄, πρίγκιπα τουρκικής καταγωγής, ιδρυτή της δυναστείας των Σαφαβιδών που επέβαλε τον σιιτισμό στον λαό του. Οι Οθωμανοί προσαρτούν την ανατολική Ανατολία και το σημερινό ιρακινό Κουρδιστάν. Αρχή ενός αιώνα συγκρούσεων μεταξύ σουνιτών Οθωμανών και σιιτών Περσών.

1601. Η Περσία προτείνει συμμαχία στις ευρωπαϊκές χώρες που πολεμούν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

1639. Υπογραφή της συνθήκης του Κασρ-ελ-Σιρίν μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Σαφαβιδικής Αυτοκρατορίας.

18ος αιώνας. Η Περσία εισέρχεται σε μακρά περίοδο αναρχίας, κυρίως μετά από μια αφγανική εισβολή και τις διαδοχικές απόπειρες Τούρκων πριγκίπων να πάρουν την εξουσία στην Τεχεράνη, τη νέα πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας.

1906. Συνταγματική επανάσταση στην Περσία.

1908. Επανάσταση των Νεότουρκων.

1923. Ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας από τον Μουσταφά Κεμάλ.

1925. Ενθρόνιση της δυναστείας Παχλεβί από τον σάχη Ρεζά.

16 Ιουνίου 1934. Συνάντηση του Σάχη και του Κεμάλ Ατατούρκ στην Άγκυρα.

24 Φεβρουαρίου 1955. Για την ανάσχεση της ΕΣΣΔ, υπογραφή του Συμφώνου της Βαγδάτης μεταξύ Ιράκ, Τουρκίας, Πακιστάν, Ιράν και Ηνωμένου Βασιλείου (και Ηνωμένων Πολιτειών το 1958).

1959. Το Ιράκ εγκαταλείπει το Σύμφωνο της Βαγδάτης, το οποίο μετατρέπεται σε Οργανισμό Κεντρικού Συμφώνου (CenTO), με κυριότερους πυλώνες την Τουρκία και το Ιράν.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Ομότιμος καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανώτατων Διεθνών Σπουδών και Ανάπτυξης της Γενεύης. Συγγραφέας του «L’Iran en 100 questions», Tallandier, Παρίσι, 2013.

Επίκουρος καθηγητής στο τμήμα πολιτικής επιστήμης του Ελεύθερου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών (ULB). Συγγραφέας του «L’Iran en 100 questions», Tallandier, Παρίσι, 2013.