Φόβος: το καύσιμο του Πενταγώνου

Επισείοντας την απειλή της Κίνας ή του Ισλαμικού Κράτους, ο Ντόναλντ Τραμπ υποσχέθηκε να ενισχύσει σε ανθρώπινο δυναμικό τις ένοπλες δυνάμεις, να εκσυγχρονίσει το πυρηνικό οπλοστάσιό τους, να αποκτήσει καινούργια πολεμικά πλοία και αεροπλάνα. Με τον τρόπο αυτό, υιοθετεί τη στρατηγική του Ψυχρού Πολέμου που χρησιμοποίησε ο Μπαράκ Ομπάμα: την υποδαύλιση του φόβου για τον αντίπαλο προκειμένου να αυξηθούν οι στρατιωτικές δαπάνες.

Οι πρόσφατες κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν εναντίον του Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος φέρεται να αποσταθεροποίησε την αμερικανική δημοκρατία παρεμβαίνοντας στις εκλογές, εγγράφονται στην παράδοση του «κόκκινου φόβου», ενός από τους πυλώνες του Ψυχρού Πολέμου κατά τη δεκαετία του 1950. Ο σχετικός φόβος στηριζόταν στην υπόθεση ότι οι Σοβιετικοί ήταν ικανοί να αναμετρηθούν στρατιωτικά με τους Αμερικανούς. Η ιδέα ήταν παράλογη: ενώ οι Σοβιετικοί έβγαιναν εξουθενωμένοι από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (20 εκατομμύρια νεκροί, η χώρα κατεστραμμένη), οι Αμερικανοί διέθεταν στρατό ξηράς με ένα εκατομμύριο στρατιώτες, 15.000 αεροπλάνα, 900 πολεμικά πλοία και ένα πυρηνικό οπλοστάσιο που θα μπορούσε να μετατρέψει τη Ρωσία σε «καπνισμένα, ραδιενεργά ερείπια μέσα σε λιγότερο από δύο ώρες» –σύμφωνα με τη διατύπωση του στρατηγού Κέρτις Λεμέι, το 1954.

Η θεματολογία της αμερικανικής «πυραυλικής καθυστέρησης», που επινοήθηκε από την Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ και χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Τζον Φ. Κένεντι στην προεδρική προεκλογική εκστρατεία του 1960, αντανακλά τη συγκεκριμένη τακτική τεχνητής διόγκωσης της απειλής. Ο Κένεντι γνώριζε πολύ καλά ότι τέτοια «καθυστέρηση» δεν υπήρχε, παρά μόνο για τους Σοβιετικούς. Είχε ενημερωθεί απευθείας από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες με διαταγή του προέδρου Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Παρ’ όλα αυτά, χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο ψέμα στην προεκλογική εκστρατεία του, πριν επενδύσει τελικά, μετά την εκλογή του, δισεκατομμύρια δολάρια για την κάλυψη ενός φανταστικού κενού, με την αγορά διηπειρωτικών πυραύλων.

 

Πού είναι το μέρισμα της ειρήνης;

Σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ο φόβος για την ΕΣΣΔ χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να δικαιολογήσει τη διοχέτευση κολοσσιαίων ποσών στο αμερικανικό αμυντικό σύστημα, προς μεγάλη ικανοποίηση των υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Πενταγώνου και των πολλών βουλευτών και γερουσιαστών που ωφελούνταν από τη γενναιοδωρία της πολεμικής βιομηχανίας. Η θεματολογία της «αμερικανικής απειλής», που χρησιμοποιούσαν οι Σοβιετικοί στρατιωτικοί για να ενισχύουν την εξουσία τους, έπαιξε έναν ανάλογο ρόλο στην άλλη πλευρά του σιδηρού παραπετάσματος.

φωτ.: HypnoArt / pixabay

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης θα έπρεπε να στείλει τη συγκεκριμένη στρατηγική στα αζήτητα της Ιστορίας. Το 1991, οι Ρώσοι κληρονομούν το σοβιετικό οπλοστάσιο, αλλά δεν διαθέτουν πλέον τα μέσα για να συντηρήσουν αυτό το ήδη παρωχημένο σύστημα άμυνας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ρητορική της αισιοδοξίας ανθεί: ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος κάνει αναφορά στο «μέρισμα της ειρήνης», το οποίο θα επιστραφεί στους Αμερικανούς φορολογούμενους μετά την ανακούφιση από το οικονομικό βάρος του Ψυχρού Πολέμου. Πράγματι, οι αμερικανικές δυνάμεις λιώνουν σαν το χιόνι στον ήλιο: από το 1997, τα μισά τακτικά μαχητικά αεροσκάφη παροπλίζονται, ενώ ο στρατός ξηράς περιορίζει στο ήμισυ τις μάχιμες μονάδες του και το ναυτικό αποσύρει πάνω από το ένα τρίτο των πλοίων του.

Ωστόσο, οι στρατιωτικές δαπάνες παραμένουν εξαιρετικά μεγάλες. «Οι πολύ μικρότερες ένοπλες δυνάμεις της μεταψυχροπολεμικής εποχής θα απαιτήσουν, για να είναι λειτουργικές, προϋπολογισμό ανάλογο με την εποχή του Ψυχρού Πολέμου», προέβλεπε, το 1990, ο Φράνκλιν Σπίνεϊ, αναλυτής του Πενταγώνου (1). Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό, οι αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες δεν έπεσαν ποτέ κάτω από το μέσο επίπεδο της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.

Το συγκεκριμένο παράδοξο μπορεί να προκαλέσει έκπληξη. Πράγματι, αντανακλά μια παλαιά πρακτική του Πενταγώνου, η οποία είναι γνωστή με την ονομασία bow wave (στην κυριολεξία «κύμα της πλώρης»): όταν οι διάφοροι κλάδοι των ενόπλων δυνάμεων πλήττονται από μέτρα περιορισμού των προϋπολογισμών τους, εγκαινιάζουν προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης, τα οποία στην αρχή έχουν χαμηλό κόστος, μακροπρόθεσμα όμως απαιτούν μαζικές επενδύσεις. Έτσι, ακριβώς όπως οι περικοπές που ακολούθησαν τον πόλεμο του Βιετνάμ γέννησαν το βομβαρδιστικό Β2 και τους διηπειρωτικούς πυραύλους ΜΧ, οι ισχνές αγελάδες της δεκαετίας του 1990 οδήγησαν στα προγράμματα των καταδιωκτικών αεροσκαφών F-22 και F-35 και στο πρόγραμμα του στρατού ξηράς «Συστήματα μάχης του μέλλοντος». Έχοντας ξεκινήσει με μικρές δαπάνες, τα προγράμματα αυτά σύντομα απαιτούν αστρονομικά κονδύλια, χωρίς ωστόσο να αποφέρουν χειροπιαστά αποτελέσματα. Το F-22 εγκαταλείφθηκε πριν ακόμη ξεκινήσει η κατασκευή του, ενώ το σχέδιο του «μέλλοντος» δεν προχώρησε ποτέ πέρα από τα γραφεία μελετών. Μόνο το πρόγραμμα του F-35 συνεχίστηκε όπως-όπως, με συνολικό κόστος που υπολογίζεται στο 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια…

Στην πρώτη περίοδό της, η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα έδειχνε αποφασισμένη να προχωρήσει σε αναθέρμανση των σχέσεων με τη Μόσχα, μετά την κρίση στη Γεωργία το καλοκαίρι του 2008. Η υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον πρότεινε στον Ρώσο ομόλογό της να πατήσει το «κουμπί της επανεκκίνησης». Αυτή η επαναπροσέγγιση, που είχε ως βασικό στόχο την εξασφάλιση της ρωσικής υποστήριξης στην κλιμάκωση των κυρώσεων σε βάρος του Ιράν, κορυφώθηκε με τη συμφωνία του 2010 για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων. Δεν επρόκειτο βέβαια για πολύ δραστική εξέλιξη: με τη συγκεκριμένη συνθήκη, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν δύναμη πυρός 8.000 φορές ανώτερη από την έκρηξη της Χιροσίμα.

Ο μετριοπαθής περιορισμός των πυρηνικών όπλων αποδείχθηκε ιδιαίτερα δαπανηρός καθώς, ενώ ο Ομπάμα πάσχιζε για την επικύρωση της συνθήκης, αρκετοί Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές με επιρροή ζητούσαν ως αντάλλαγμα τον «εκσυγχρονισμό» του πυρηνικού οπλοστασίου της χώρας. Ο πρόεδρος δέχθηκε τη συνδιαλλαγή, η οποία στην πράξη σήμαινε την αντικατάσταση των παλαιών όπλων με νέα. Έτσι, το ναυτικό έλαβε υποσχέσεις για έναν στόλο δώδεκα πυρηνικών υποβρυχίων με βαλλιστικούς πυραύλους κόστους 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η αεροπορία θα λάμβανε 642 νέους διηπειρωτικούς πυραύλους (85 δισ. δολάρια), καθώς και ένα νέο πυρηνικό βομβαρδιστικό μεγάλου βεληνεκούς. Σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, το σχέδιο «εκσυγχρονισμού» ενδέχεται να καταλήξει σε συνολική αφαίμαξη ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων από τον κρατικό προϋπολογισμό. «Επενδύουμε στις πιο κατάλληλες τεχνολογίες για να απαντήσουμε στις ρωσικές προκλήσεις», δήλωσε ο υφυπουργός Άμυνας Μπράιαν Μακ Κίον για να δικαιολογήσει τις αστρονομικές δαπάνες (2).

Είναι αλήθεια ότι πρόσφατα οι Ρώσοι διαμόρφωσαν, νότια της Μόσχας, ειδικά υπόγεια καταφύγια για την πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία τους. Είναι επίσης έτοιμοι να τελειοποιήσουν έναν πανίσχυρο διηπειρωτικό βαλλιστικό πύραυλο (τον RS-28 Sarmat) και έναν ακόμη πύραυλο για τα υποβρύχια νέας γενιάς. Εκτός αυτού, φέρονται να εργάζονται για την κατασκευή ενός υπoβρύχιου drone με πυρηνική κεφαλή, ικανού να διασχίσει τον ωκεανό και να εκραγεί σε αμερικανικό λιμάνι. Η «επιχειρησιακή λειτουργικότητα» των ρωσικών δυνάμεων έχει «λίγο πολύ αποκατασταθεί» μετά την κατάρρευση της δεκαετίας του 1990, μας επισημαίνει ο Μπρους Γκ. Μπλερ, ερευνητής στο πανεπιστήμιο Πρίνστον, ειδικός σε θέματα Ρωσίας και πυρηνικής ασφάλειας.

Οι «λίγο πολύ» λειτουργικές ρωσικές ένοπλες δυνάμεις δεν αποτελούν «απειλή για την ύπαρξη» των Ηνωμένων Πολιτειών ούτε μια δύναμη ικανή να «διαβρώσει τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η διεθνής τάξη» –σύμφωνα με τα λόγια του Αμερικανού πρώην υπουργού Άμυνας Άστον Κάρτερ. Ο Φίλιπ Μπρίντλαβ, παρότι διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ από το 2013 έως το 2016, δεν εγκατέλειψε ποτέ την κινδυνολογική ρητορική του. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης στην Ουκρανία, διαβεβαίωσε ότι 40.000 Ρώσοι στρατιώτες είχαν αναπτυχθεί στα σύνορα, έτοιμοι να εισβάλλουν στη χώρα. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός μεταφέρθηκε στη Γηραιά Ήπειρο από τον στρατηγό Μπεν Χότζες, επικεφαλής των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη, και προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο Βερολίνο, όπου Γερμανοί διπλωμάτες κατήγγειλαν την «επικίνδυνη προπαγάνδα» (3). Επικαλούμενο πηγές στην Ουάσινγκτον, το εβδομαδιαίο περιοδικό «Der Spiegel» κατέδειξε ότι τα λόγια του Μπρίντλαβ δεν είχαν τίποτε το τυχαίο: είχαν λάβει τη συγκατάθεση του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου, που ήθελαν με τον τρόπο αυτό «να παροτρύνουν τους Ευρωπαίους να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες τους», όπως μας εξήγησε ο Ουίλιαμ Ντρόζντιακ, ερευνητής στο Brookings Institution.

Η εκστρατεία φαίνεται ότι στέφθηκε με επιτυχία, αφού αρκετές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, μεταξύ τους και η Γερμανία, έχουν αρχίσει να αυξάνουν τις στρατιωτικές δαπάνες τους. Όσο για τον αμερικανικό αμυντικό προϋπολογισμό, αφού υπέφερε από τη μείωση των στρατιωτών σε Ιράκ και Αφγανιστάν, γνωρίζει νέα άνθηση. Το 2016, οι αμυντικές δαπάνες έφθασαν τα 583 δισ. δολάρια. Για να δικαιολογήσει το ποσό, το Πεντάγωνο επικαλέστηκε την ανάγκη απάντησης στη «ρωσική επιθετικότητα».

 

Δαπανηρός «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας»

Στην πράξη, οι απαντήσεις στην υποτιθέμενη «απειλή για την ύπαρξη των ΗΠΑ» έχουν παραμείνει εκπληκτικά μετριοπαθείς. Παρά τους 480.000 στρατιώτες του, ο αμερικανικός στρατός ξηράς, γνωστός για τις μνημειώδεις σπατάλες του (λεκάνες τουαλέτας αντί 640 δολαρίων, μηχανές καφέ αντί 7.622 δολαρίων), διαθέτει περιορισμένο επιχειρησιακό δυναμικό. Ο Ρέιμοντ Οντιέρνο, διοικητής του αμερικανικού Γενικού Επιτελείου από το 2011 έως το 2015, εκτίμησε ότι θα δυσκολευόταν να κινητοποιήσει πάνω από το ένα τρίτο των ανδρών του, παρ’ όλο που υποτίθεται ότι είναι έτοιμοι να αναπτυχθούν και να πολεμήσουν σε διάστημα λιγότερο του ενός μήνα. Το σχέδιο ενίσχυσης των ανατολικών συνόρων του ΝΑΤΟ, το οποίο ανακοινώθηκε με διθυράμβους, συνίστατο στην αποστολή ενός τάγματος 700 στρατιωτών στην Πολωνία και σε καθεμία από τις δημοκρατίες της Βαλτικής, οι οποίες υποτίθεται ότι απειλούνται από τη Μόσχα. Οι αεροπορικές ενισχύσεις στη Βαλτική δεν ήταν καθόλου πιο εντυπωσιακές: μικρά σμήνη καταδιωκτικών, τα οποία αναπτύχθηκαν για περιορισμένα χρονικά διαστήματα. Δυσκολεύεται να φανταστεί κανείς τι θα γινόταν εάν οι ένοπλες δυνάμεις δεν διέθεταν χρήματα…

Μόνο ο προϋπολογισμός του αμερικανικού στρατού ξηράς, δηλαδή περίπου 150 δισ. δολάρια, είναι διπλάσιος από τις δαπάνες που η Ρωσία αφιερώνει συνολικά στις ένοπλες δυνάμεις της. Οι αδυναμίες σε όρους προβολής της στρατιωτικής ισχύος εξηγούνται πρωτίστως από τις προτεραιότητες του Πενταγώνου, το οποίο ασχολείται λιγότερο με τις πραγματικές αμυντικές ανάγκες και περισσότερο με τις εσωτερικές διαμάχες για την κατανομή των κονδυλίων του αμυντικού προϋπολογισμού και τις πιέσεις των βιομηχανιών όπλων, οι οποίες θεωρούν καθήκον τους να προσλαμβάνουν τους στρατηγούς με «τέσσερα αστέρια» μόλις αποστρατεύονται.

Η τέχνη υποδαύλισης του φόβου έχει αλλάξει από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Τότε, οι φορολογούμενοι έβλεπαν τα χρήματά τους να πιάνουν τόπο: 900 πλοία, 15.000 αεροπλάνα και όλα τα υπόλοιπα. Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» έχει κοστίσει ακριβότερα από οποιαδήποτε άλλη σύγκρουση στην οποία ενεπλάκησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες –με εξαίρεση τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο– αλλά δεν προσέλαβε ποτέ συγκρίσιμες διαστάσεις. Στο αποκορύφωμα της σύγκρουσης, στο Ιράκ δεν βρισκόταν παρά το ένα πέμπτο των στρατευμάτων που είχαν αποσταλεί στο Βιετνάμ και οι πτήσεις μαχητικών ήταν οκτώ φορές λιγότερες. Τα όπλα κοστίζουν όλο και περισσότερο, αλλά παράγονται όλο και λιγότερα.

Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να φανεί καθησυχαστική. Ωστόσο, η τεχνητή διόγκωση της απειλής συνεχίζει να τροφοδοτεί τη μηχανή και η καταστροφή είναι πάντα πιθανή. Για παράδειγμα, μεταξύ των πλοίων που αναπτύχθηκαν από το ΝΑΤΟ στη Βαλτική ή στη Μαύρη Θάλασσα κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης στην Ουκρανία, βρίσκεται και ένα αντιτορπιλλικό τύπου Aegis. Οι πύραυλοι που μεταφέρει προορίζονται για αντιαεροπορική άμυνα, αλλά οι εκτοξευτήρες του θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και για συμβατικούς ή μεγάλου βεληνεκούς πυρηνικούς πυραύλους, χωρίς κάποιος παρατηρητής να μπορεί να εντοπίσει τη διαφορά. «Αυτά τα αντιτορπιλικά είναι σε θέση να εκτοξεύσουν πυραύλους Τόμαχοκ που θα μπορούσαν να πλήξουν τη Μόσχα», μας εξηγεί ο Μπρους Γκ. Μπλερ. «Με μερικούς τέτοιους πυραύλους, θα μπορούσατε να καταφέρετε βαρύ πλήγμα στο ρωσικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου».

Έτσι εξηγείται γιατί, τον Απρίλιο του 2016, ρωσικά αεροπλάνα πέταξαν σε ύψος περίπου 30 μέτρων πάνω από το αμερικανικό πολεμικό πλοίο USS Donald Cook, δημιουργώντας εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας. «Αυτή τη στιγμή», συνεχίζει ο Μπλερ, «οι Ρώσοι κινητοποιούν επιθετικά υποβρύχια για να εξουδετερώσουν τα συγκεκριμένα αντιτορπιλικά. Και οι Αμερικανοί κινητοποιούν σμήνος ανθυποβρυχιακών αεροσκαφών Ρ-8 για να εξουδετερώσουν τα συγκεκριμένα υποβρύχια…». Ένας κύκλος χωρίς τέλος.

 

Μια πιο αναλυτική εκδοχή του κειμένου δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό περιοδικό Harper’s τον Δεκέμβριο του 2016, με τίτλο «The New Red Scare».

  1. Βλ. Dennis S. Ippolito, «Blunting the Sword: Budget Policy and the Future of Defense», National Defense University Press, Ουάσινγκτον, 1994.
  2. Δήλωση στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Ουάσινγκτον, 1η Δεκεμβρίου 2015.
  3. «Berlin alarmed by aggressive NATO stance on Ukraine», Spiegel Online, 6 Μαρτίου 2015.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο