Τα σφάλματα της μεταναστευτικής πολιτικής των Βρυξελλών

Η άφιξη μεταναστών και προσφύγων (το 0,2% του πληθυσμού της Ευρώπης) δημιούργησε μια «προσφυγική κρίση» που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κρίση της ίδιας της Ευρώπης και της ικανότητάς της να κάνει τα μέλη της να συνασπιστούν γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Απέναντι στην άφιξη των μεταναστών και των προσφύγων, η αντίδραση των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνίσταται αποκλειστικά στο να κάνουν τα πάντα ώστε να αποφύγουν μια νέα «μαζική εισροή» πληθυσμών, χωρίς να αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις τους ούτε καν απέναντι στις πολυάριθμες παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του προσφυγικού δικαίου. Ανέπτυξαν έτσι διάφορες τεχνικές που ξεκινούν από την υλική ενίσχυση της φύλαξης των συνόρων –συμπεριλαμβανόμενης της κατασκευής τειχών ή καταυλισμών στους οποίους «μαντρώνουν» και «ξεδιαλέγουν» τους πρόσφυγες– και καταλήγουν στην υιοθέτηση πιο «λεπτών» νομικών μηχανισμών, που οξύνουν τις ασάφειες του ευρωπαϊκού σχεδίου (1).

Η κοινή μεταναστευτική πολιτική δημιουργήθηκε επισήμως με την υιοθέτηση της Συνθήκης της Λισαβόνας, το 2008. Ωστόσο, μόνο μερικές πτυχές της μετανάστευσης μπόρεσαν να υποστηριχθούν, κυρίως οι πολιτικές που αφορούσαν τη χορήγηση ασύλου και βίζας σύντομης παραμονής, καθώς και την εναρμόνιση των συνθηκών επαναπροώθησης των παράτυπων αλλοδαπών προερχόμενων από τρίτες χώρες.

Στην πραγματικότητα, απέναντι στην ανάγκη προστασίας που ένιωσαν απέναντι σε ξένους που περιγράφονταν ως παραβάτες, εγκληματίες ή τρομοκράτες μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, τα κράτη-μέλη παίζουν διπλό παιχνίδι. Από τη μία πετάνε στον κάλαθο των αχρήστων τους κοινούς κανόνες και τους θεσμούς που τους υποχρεώνουν να δεχθούν πρόσφυγες και άλλους μετανάστες. Αρνήθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο το σχέδιο της Κομισιόν που ήθελε να επιβάλλει ποσοστώσεις μεταναστών προς εγκατάσταση στην Ευρώπη και την εντός Ε.Ε. μετεγκατάσταση αιτούντων άσυλο που είχαν φτάσει στην Ελλάδα και την Ιταλία. Από την άλλη όμως, ενδυναμώνουν τους ίδιους κοινούς κανόνες και τους θεσμούς όταν αυτό βολεύει τα σχέδιά τους. Έτσι, αποδέχθηκαν την ανάπτυξη δικτύων με αρχεία δεδομένων και μεταδεδομένων που επιτρέπουν τον έλεγχο των μετακινήσεων των ξένων υπηκόων (αλλά και των Ευρωπαίων), καθώς και την ενίσχυση της FRONTEX με τη δημιουργία σωμάτων Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής που διαθέτουν μεγαλύτερη αυτονομία και δυνάμεις (2).

 

φωτ.: KreativeHexenkueche / pixabay

 

Όμως, ανάμεσα στο άνοιγμα και το κλείσιμο, ανάμεσα στην αυτονομία και την υποταγή στα κράτη-μέλη, οι ευρωπαϊκή θεσμοί δίνουν και αυτοί δείγματα ασάφειας. Ο ίδιος ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ, μοιάζει να δίνει τον τόνο όταν εκτιμά, στην ομιλία του περί της κατάστασης της Ένωσης το 2016, ότι η υποχρέωση της αλληλεγγύης δεν είναι κάτι που μπορεί να επιβληθεί. Το Συμβούλιο Υπουργών της Ε.Ε. από την πλευρά του επεκτείνει συνεχώς τις εγκρίσεις προς συγκεκριμένα κράτη-μέλη ώστε να διατηρήσουν τους ελέγχους σε μέρος των συνόρων τους που βρίσκονται στο εσωτερικό της ζώνης Σένγκεν. Όσο για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, διαβεβαιώνει ότι τα κράτη-μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να δώσουν ανθρωπιστική βίζα σε άτομα που επιθυμούν να εισέλθουν σε ευρωπαϊκό έδαφος προκειμένου να ζητήσουν άσυλο.

Εξάλλου, τα κράτη-μέλη και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προσπαθούν να ξεφύγουν από τις ευθύνες τους προσφεύγοντας σε ένα είδος «υπεργολαβίας» των μεταναστευτικών ελέγχων, τεχνική που δανείστηκαν από το μάνατζμεντ των εμπορικών επιχειρήσεων. Στην ουσία, πρόκειται για την ανάθεση σε τρίτους των ελέγχων εκτός ευρωπαϊκού εδάφους και την «υπεργολαβική» άσκησή τους από άλλους παράγοντες, κυρίως τις χώρες προέλευσης αλλά και τις χώρες διέλευσης των μεταναστών.

Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται για τους ίδιους στόχους με την επιχειρηματική υπεργολαβία: αναθέτουν σε άλλους την επιτήρηση της μετανάστευσης, ακόμα κι αν χρειάζεται να δίνουν σε τρίτες χώρες μια συμβολική αποζημίωση, όλο και συχνότερα μεταμφιεσμένη σε αναπτυξιακή βοήθεια. Επίσης, η Ένωση και τα κράτη-μέλη της προφυλάσσονται από τον νομικό κίνδυνο να καταδικαστούν, ωθώντας τους ελέγχους μακριά από τα μάτια του κοινού αλλά και των Ευρωπαίων δικαστών.

Η συμφωνία της 18ης Μαρτίου 2016 ανάμεσα στην Τουρκία και την Ε.Ε. είναι μόνο μία πλευρά αυτής της γενικότερης πρακτικής, η οποία οδηγεί σε πολλές παραβιάσεις των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και το προσφυγικό δίκαιο. Με την Τουρκία, όπως και με άλλες χώρες (Λιβύη, Σουδάν), στην πραγματικότητα πρόκειται, μέσα από «μέτρα παροχής κινήτρων» αλλά και απειλές για οικονομικές κυρώσεις, είτε για το μπλοκάρισμα των μεταναστών στα σύνορα αυτών των χωρών ή για τον εξαναγκασμό τους να αποδεχθούν την επανεισδοχή των παράτυπων αλλοδαπών που εντοπίζονται στην επικράτεια των κρατών-μελών.

Τέτοιου τύπου υπεργολαβίες δίνονται ακόμη και σε τρίτες χώρες που δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα του ασύλου όταν αποφασίζουν για τις αιτήσεις προστασίας αλλοδαπών που βρίσκονται στο έδαφός τους. Κάτι τέτοιο ισχύει για την Τουρκία, που βεβαίως έχει υπογράψει τη σχετική με το καθεστώς των προσφύγων Συνθήκη της Γενεύης του 1951, ωστόσο έχει δηλώσει ότι την εφαρμόζει μόνο σε άτομα που έγιναν πρόσφυγες εξαιτίας γεγονότων που συνέβησαν στην Ευρώπη, κάτι που προφανώς εξαιρεί τους Σύριους. Όσο για την κατατεμαχισμένη Λιβύη, δεν έχει καν υπογράψει τη Συνθήκη της Γενεύης. Και τι να πει κανείς για τις συζητήσεις με το Σουδάν (για του οποίου τον πρόεδρο, Ομάρ ελ Μπεσίρ, έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης), με τον Αίγυπτο, με την Ερυθραία; Μπορεί η Ε.Ε. ή τα κράτη-μέλη της να μην το παραδέχονται, όμως η πραγματικότητα είναι πως η Ευρώπη γίνεται όλο και λιγότερο γη ασύλου.

 

  1. Βλ. «L’espace Schengen: crise et méta-crise», Migrations sans frontières, 11 Δεκεμβρίου 2016 (https://migrationsansfrontieres.com/).
  2. Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή (http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX:32016R1624).
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Kαθηγητής διεθνούς δικαίου στο Πανεπιστήμιο Παρίσι-Ι.