Η αναγέννηση των εγκαταλελειμμένων περιοχών της Δανίας

Τόσο στη Δανία όσο και στα γειτονικά κράτη, η εξειδίκευση των εθνικών οικονομιών οδηγεί σε παρακμή πολλές περιοχές που βρίσκονται στην περιφέρεια της χώρας. Όμως, οι απειλές για την κοινωνική συνοχή οδήγησαν στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων για την αντιμετώπιση της συγκέντρωσης της εξουσίας στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε μια αναζωογόνηση της τοπικής δημοκρατίας που ευνοεί τις καινοτόμες συνεργασίες.

«Το Βέζμπυ ήταν μια δυναμική κοινότητα της Βόρειας Γιουτλάνδης. Υπήρχαν τρία μπακάλικα, μια ομάδα χειροτεχνών και αρκετά αγροκτήματα. Το καλοκαιρινό πανηγύρι μάζευε κάθε χρόνο 150 επισκέπτες που έμεναν τρεις ημέρες. Τώρα, περιορίστηκε σε μισή ημέρα και συγκεντρώνει μόλις 30. Η κυβέρνηση μείωσε σημαντικά τις στάσεις των υπεραστικών λεωφορείων και οι μαθητές πηγαίνουν πλέον σε σχολείο που απέχει κάμποσα χιλιόμετρα». Η Τέσα Γιένσεν, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Άαλμποργκ και η αδελφή της Ίκα Μούλερ, μηχανικός, είδαν το χωριό τους να ερημώνει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, όπως συνέβη και σε πολλά άλλα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, στη Δανία διευρύνθηκε το χάσμα ανάμεσα στις αστικές περιφέρειες με τον ολοένα μεγαλύτερο πληθυσμό (κυρίως της Κοπεγχάγης και του Άαρχους) και στις περιφέρειες που εγκαταλείπονταν από τους κατοίκους τους. Το 2014, η μητροπολιτική περιοχή της πρωτεύουσας έφτασε να παράγει το 41% του εθνικού πλούτου. Αντίθετα, στις περιθωριοποιημένες δυτικές και νότιες περιοχές της χώρας, ο πληθυσμός γερνάει με γρήγορους ρυθμούς και μειώνεται. Σε αυτές τις περιοχές που σχηματίζουν ένα τόξο –συνήθως το αποκαλούν «σάπια μπανάνα» (rådne banan)– οι νέοι φεύγουν, τα μαγαζιά και τα εργοστάσια κλείνουν, οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις εγκαταλείπονται και οι δημόσιες υπηρεσίες αργοπεθαίνουν.

Η έκφραση «περιφερειακή Δανία» (Udkantsdanmark) επινοήθηκε το 1992 από τον δημοσιογράφο Ούλρικ Χέυ στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Weekendavisen». Παρέπεμπε στη γραφικότητα των πιο απομονωμένων περιοχών της χώρας και δεν είχε τότε αρνητική χροιά. Εκείνη την εποχή, το βασίλειο της Δανίας συζητούσε για την οικονομική παρακμή των μικρότερων νησιών του και προχωρούσε στον απολογισμό τόσο της αμφισβήτησης του κοινωνικού κράτους όσο και των πολιτικών που εφάρμοσαν οι Συντηρητικοί (στην εξουσία από το 1982 έως το 1993). Μετά την οικονομική κρίση του 2008, οι εκφράσεις «σάπια μπανάνα» και «περιφερειακή Δανία» ξαναεμφανίστηκαν και κυριάρχησαν στα ΜΜΕ. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος καταπιάστηκαν επίσης με το θέμα, κυρίως μέσα από το «Έρευνες του Τμήματος V» (σειρά τριών ταινιών, διασκευή των μυθιστορημάτων του Γιούσι Άντλερ-Όλσεν). Ενώ μέχρι τότε περιοριζόταν στις πιο απομακρυσμένες κοινότητες, η φτώχεια πλέον αρχίζει «βγαίνοντας από την Κοπεγχάγη», σύμφωνα με τον Γιον Σούντμπο, καθηγητή οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Ροσκίλντε.

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί τόσο μεγάλες ανισότητες σε αυτή τη μικρή χώρα των 5,7 εκατομμυρίων κατοίκων και των 43.094 τ.χλμ. (μη συνυπολογιζόμενων των αυτόνομων περιφερειών της Γροιλανδίας και των Νήσων Φερόες); Η ανάπτυξη δύο ταχυτήτων σηματοδοτεί μια ρήξη στη σύγχρονη ιστορία της Δανίας, που είχε επαναθεμελιώσει την εθνική συνοχή της πάνω στις αξίες της συνεργασίας. Η χώρα που επί μακρόν είχε κυριαρχήσει στον σκανδιναβικό κόσμο εισήλθε στη σύγχρονη εποχή με την επικράτειά της συρρικνωμένη στη χερσόνησο της Γιουτλάνδης και των νήσων της Βαλτικής. Μετά την απώλεια των δουκάτων του Σλέσβιγκ και του Χολστάιν το 1864 με τη Συνθήκη της Βιέννης (1), οι ανώτερες λαϊκές σχολές που ίδρυσε ο λουθηρανός πάστορας Νικολάι Φρέντερικ Σέβεριν Γκρούντβιγκ αναπτύχθηκαν προκειμένου να ενώσουν τους Δανούς αγρότες γύρω από την εθνική ιστορία τους. Το ευρύτατο συνεταιριστικό κίνημα που ακολούθησε επέτρεψε τη δημιουργία ενός εξαιρετικά ανταγωνιστικού γεωργικού τομέα. Από εκείνη την εποχή, η Γιουτλάνδη διατηρεί μια ισχυρή κουλτούρα επιχειρηματικότητας και αλληλοβοήθειας. Σταδιακά, αναπτύχθηκε μια ισχυρή δημοκρατική συνείδηση για την προάσπιση του εθνικού εδάφους, καθώς η ακεραιότητα της χώρας φάνταζε ευάλωτη.

 

Εικόνες εγκατάλειψης στην επαρχία της Δανίας (φωτ.: Poul Sejersen / flickr).

 

Συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα

Αν και η ρητορική των διαδοχικών πρωθυπουργών (κυρίως φιλελεύθερων μετά το 2001) έδινε μεγάλη σημασία στις περιφέρειες, το πλήθος των πρωτοβουλιών που αποσκοπούσαν στην προώθηση λύσεων τοπικού χαρακτήρα προσέκρουσε στην επιθυμία μείωσης των δημόσιων δαπανών μέσω του «εξορθολογισμού» του κόστους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αμφίθυμης αυτής στάσης αποτελεί η εμμονή στο «κρίσιμο μέγεθος» που χαρακτήριζε τη μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης της 1ης Ιανουαρίου 2007. Το κράτος περιορίζει τον αριθμό των Δήμων σε 98 (από 271) και αντικαθιστά τις 14 κομητείες (amter) με 5 περιφέρειες. Οι αρμοδιότητες των Δήμων διευρύνονται όσον αφορά την υγεία, την απασχόληση, τις μεταφορές και πολλές κοινωνικές υπηρεσίες. Η μεταρρύθμιση αποσκοπεί επίσης στην απλοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, συγκεντρώνοντας τις δημόσιες υπηρεσίες σε ένα μόνο σημείο, με την κατασκευή κτιριακών συγκροτημάτων στη γεωγραφική καρδιά των νέων διοικητικών οντοτήτων. Ωστόσο, πολλοί Δανοί καταγγέλλουν την απομάκρυνση των κέντρων λήψης αποφάσεων και την ανεπαρκή αντιστάθμιση των διαφορών ως προς τους οικονομικούς πόρους ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς Δήμους.

Η πολιτική αποκέντρωσης συνοδεύεται από την προσπάθεια διασποράς του κρατικού μηχανισμού: πολλές θέσεις εργασίας και υπουργεία μεταφέρθηκαν από την Κοπεγχάγη προς την επαρχία. Έτσι, τον Οκτώβριο του 2015, αποφασίστηκε να μεταφερθούν 3.900 θέσεις εργασίας (το 10% των δημόσιων υπαλλήλων που εργάζονται στην περιφέρεια της πρωτεύουσας) σε 38 πόλεις. Όμως, έναν χρόνο αργότερα, μονάχα το ένα τρίτο των μετακινήσεων είχε υλοποιηθεί. Μάλιστα, οι χαμένοι ήταν οι Δήμοι που αντιμετωπίζουν τις περισσότερες δυσκολίες. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου κάποιοι υπάλληλοι αρνήθηκαν να μετακομίσουν. Τέτοιες οι συγκρούσεις δεν εκπλήσσουν την Τέσα Γιένσεν: «Η αδιαφορία των ΜΜΕ και της κυβέρνησης είναι ανάλογη των χιλιομέτρων που μας χωρίζουν από την Κοπεγχάγη. Το μόνο που ενδιαφέρει τους πολιτικούς είναι να παίρνουν συμβολικά μέτρα, μετακομίζοντας κάθε τόσο μια κυβερνητική υπηρεσία. Οι δημόσιοι υπάλληλοι παίρνουν κανονικότατα τις προαγωγές τους, ενώ πολλοί κάτοικοι της Γιουτλάνδης χάνουν τη δουλειά τους μέσα στην απόλυτη αδιαφορία».

Στις παράκτιες περιοχές της Γιουτλάνδης και στα νησιά που δεν επωφελήθηκαν από την αποκέντρωση των θέσεων εργασίας στο δημόσιο, το κράτος περιορίστηκε να εξασφαλίσει φθηνές θαλάσσιες συγκοινωνίες, ελπίζοντας να προσελκύσει έτσι κατοίκους και οικονομικές δραστηριότητες… Πιο πρόσφατα, η κρατική πολιτική φαίνεται να ποντάρει στον τουρισμό. Έτσι, η κυβέρνηση επέλεξε δέκα προγράμματα στις παράκτιες περιοχές: συνδυάζουν θεματικά πάρκα, μαρίνες, ζώνες δραστηριοτήτων και «κέντρα ερμηνείας της φύσης». Λόγου χάρη, ένα μέρος των εγκαταστάσεων που θα πλαισιώσουν το υπό κατασκευή θαλάσσιο πάρκο της νήσου Μεν θα ανεγερθεί στον χώρο μιας πρώην ζαχαρουργίας. Για ορισμένες μάλιστα υποδομές εθνικού ενδιαφέροντος θα υπάρξουν παρεκκλίσεις από τους πολεοδομικούς κανονισμούς, καθώς σε 29 φθίνοντες Δήμους έχει θεσπιστεί από το 2011 η χαλάρωσή τους στη ζώνη που βρίσκεται σε απόσταση 300 έως 3.000 μέτρων από τον αιγιαλό. Στην κοινότητα του Χιέρινγκ (Βόρεια Γιουτλάνδη), μέσα σε εθνικό πάρκο θα χτιστεί ξενοδοχειακό συγκρότημα 34 δωματίων με πανοραμική βεράντα, γεγονός που έχει προκαλέσει πολλές διαμαρτυρίες.

Σε αυτήν την εξέλιξη απεικονίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η ανάλυση του οικονομολόγου και πολιτικού επιστήμονα Ούβε Κάι Πέντερσεν για την προσαρμογή του δανικού κράτους πρόνοιας στον γενικευμένο παγκόσμιο ανταγωνισμό. Την μεταπολεμική περίοδο (1940-1980), οι σοσιαλδημοκράτες που βρίσκονταν στην εξουσία υπερασπίζονταν τον πολιτικό στόχο της ευημερίας για όλους και της συνέχειας της εθνικής επικράτειας. Στις δεκαετίες του 1980 και 1990 σημειώθηκε φιλελεύθερη στροφή. Η κινητήρια δύναμη των μεταρρυθμίσεων που προωθούσαν οι συντηρητικοί και στη συνέχεια οι φιλελεύθεροι ήταν η ανταγωνιστικότητα της δανικής οικονομίας, στηριγμένη στις περιφέρειες με υψηλή προστιθέμενη αξία.

Οι κάτοικοι των περιφερειακών περιοχών, όπως εξάλλου και πολλοί ιδιωτικοί φορείς, δεν περίμεναν το κράτος για να αντιμετωπίσουν την πρόκληση που τους έθετε η ερήμωση της περιφέρειας. Πολλές από τις πλέον διεθνώς γνωστές δανικές επιχειρήσεις μετέφεραν την έδρα τους μακριά από τις μεγάλες πόλεις: ανάμεσά τους η Danfoss (κοντά στο Σέντερμποργκ, στα νότια της Γιουτλάνδης) και η Lego (στο Μπιλούντ, λίγο βορειότερα). Μέσα από κοινοπραξίες επιχειρήσεων, προέκυψαν οικονομικές εξειδικεύσεις. Το αλιευτικό λιμάνι Έσμπιεργκ, στα δυτικά, άλλαξε με επιτυχία παραγωγικό προσανατολισμό χάρη στις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας: ανάπτυξη θαλάσσιων αιολικών πάρκων, προσυναρμολόγηση και εξαγωγή ανεμογεννητριών και εξαρτημάτων. Με την εμφάνιση των μεταναστευτικών κυμάτων του 2014-2015, αρκετοί επιχειρηματίες –ιδίως ο πρόεδρος της Danfoss– κάλεσαν την κυβέρνηση να λάβει υπόψη τις ανάγκες για εργατικό δυναμικό στις περιφερειακές ζώνες, δεδομένου ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή η κατανομή των προσφύγων και μεταναστών στους Δήμους είχε ελάχιστα λάβει υπόψη τις ανάγκες της τοπικής αγοράς εργασίας.

Ωστόσο, η ιδιοποίηση αυτού του διακυβεύματος από τον ιδιωτικό τομέα εγκυμονεί φόβους ότι ενδέχεται, ακόμη και τώρα, να υπάρξει επιλεκτικότητα στη μέριμνα που θα δοθεί στις περιφέρειες. Οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες καλύπτουν τις ελλείψεις του κράτους με φειδώ, χωρίς να προσφέρουν τις ίδιες εγγυήσεις για ίση μεταχείριση. Κάτι τέτοιο μαρτυρά η επαναλειτουργία περισσότερων από το ένα τρίτο των δημόσιων σχολείων που είχαν κλείσει, αλλά με τη μορφή εναλλακτικών ιδιωτικών σχολείων (friskoler).

Στον πληθυσμό της περιφερειακής Δανίας αρχίζει να αναπτύσσεται μια πραγματικά περιθωριακή κουλτούρα. Οι κάτοικοι δημιουργούν ομάδες στα κοινωνικά δίκτυα και εκφράζουν, μέσα από τον αυτοσαρκασμό, την περηφάνια για τον τόπο τους. Στο Facebook, η σελίδα Lolland-Falster Lovestorm, με 22.000 μέλη, δημιουργήθηκε ως αντίδραση σε ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στην περιοχή με τίτλο «Στο Νακσκόφ, την κωλοτρυπίδα του κόσμου». Στα επεισόδιά του, οι Δανοί παρακολουθούσαν τη συχνά δραματική μοίρα επτά οικογενειών αυτής της πόλης που επλήγη ιδιαίτερα από το κλείσιμο των ναυπηγείων, οδηγώντας στην κορύφωση της καθημερινής βίας και της καταφυγής στους τεχνητούς παραδείσους –το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από την εικόνα που επιδιώκει να προβάλλει η χώρα. Από την πλευρά τους, οργανώσεις σε εθνικό επίπεδο όπως η «Δανία σε ισορροπία» προτείνουν λύσεις για τη μείωση της τεράστιας σημασίας που έχουν αποκτήσει οι μεγάλες πόλεις: δημιουργία συστήματος τοπικών πιστώσεων από μικρές τράπεζες, αποκέντρωση των πανεπιστημίων και των σχολείων κ.ο.κ.

 

Το νησί της ενεργειακής αυτάρκειας

Επιμένοντας στην εφευρετικότητα, οι περιθωριοποιημένες περιοχές θα μπορούσαν ακόμη και να αποδειχθούν πολλά υποσχόμενες για την εθνική οικονομία. Ο σοσιαλδημοκράτης βουλευτής Κορ Ντύμπβετ, εμπνευστής μιας καμπάνιας συλλογής υπογραφών ενάντια στον συγκεντρωτισμό του κράτους και συγγραφέας ενός βιβλίου για τους «μύθους της περιφέρειας» (2), είναι πεπεισμένος γι’ αυτό: «Οι περιθωριοποιημένες περιφέρειες έχουν υψηλότερο αναπτυξιακό δυναμικό απ’ όσο μπορείτε να φανταστείτε». Αποφυγή της κυκλοφοριακής συμφόρησης των μεγάλων αστικών κέντρων, φθηνά ενοίκια, στενή συνεργασία των δομών, εγγύτητα με τη φύση: όλα αυτά αποτελούν ατού για όσους θέλουν να καινοτομήσουν επενδύοντας μακριά από τις μητροπόλεις, στον τουρισμό, στη γεωργία ή στις νέες τεχνολογίες.

Καθώς ενδιαφέρονται για την ικανοποίηση από την εργασία τους (arbedjdsglaede), το 26% των Δανών στρέφεται συχνά στην τηλε-εργασία: σε αυτόν τον τομέα, η χώρα κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξάλλου, χάρη στις χρηματοδοτήσεις της Ε.Ε., αρκετά κέντρα εργασίας εξ αποστάσεως έχουν δημιουργηθεί ή είναι υπό κατασκευή στη Βόρεια Γιουτλάνδη. Οι μονάδες επιτρέπουν στους τηλε-εργαζόμενους να αναπτύσσουν κοινωνικές σχέσεις με άλλους μισθωτούς που επίσης εργάζονται εξ αποστάσεως. Αν και βρίσκονται ακόμα σε δοκιμαστικό στάδιο, προσφέρουν επίσης αρκετές υπηρεσίες στις επιχειρήσεις.

Χωρίς αμφιβολία, η μετάβαση προς ένα νέο ενεργειακό μοντέλο αποτελεί τον τομέα όπου το κράτος και οι τοπικές πρωτοβουλίες συγκλίνουν ευκολότερα. Οι διευρυμένες αρμοδιότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης και οι νόμοι που ευνοούν τα συνεταιριστικά εγχειρήματα στην παραγωγή ενέργειας επέτρεψαν την εμφάνιση των «commonities» (σύντμηση των commons, «κοινών αγαθών», και των communities, «κοινοτήτων»), όπως τα αποκαλεί ο Σέρεν Χέρμανσεν (3), τιμημένος το 2009 με το βραβείο Γκέτεμποργκ για την αειφόρο ανάπτυξη. Όταν τα σφαγεία χοίρων Danish Crown μετέφεραν τις δραστηριότητές τους από το μικρό νησί Σάμσε στην ηπειρωτική χώρα, ο πρώην αγρότης και νυν καθηγητής επιστημών του περιβάλλοντος πρότεινε στους αγρότες και στους αιρετούς άρχοντες το νησί να αναλάβει την παραγωγή της δικής του ενέργειας. Το 1997, το σχέδιο του Δήμου των 4.000 κατοίκων επιλέχθηκε σε μια πρόσκληση υποβολής προτάσεων που είχε κάνει η κυβέρνηση για την επίτευξη ενεργειακής αυτάρκειας εντός δεκαετίας, χωρίς κρατική οικονομική ενίσχυση. Εγκαταστάθηκαν θερμικές μονάδες, φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες στη θάλασσα και στην ξηρά, χάρη σε επενδύσεις του Δήμου, αλλά και της αγροτικής κοινότητας και πολλών πολιτών. Σήμερα, 450 κάτοικοι, περισσότεροι από το 10% του πληθυσμού, κατέχουν μερίδια στους συνεταιρισμούς, μαζί με τους αγρότες και τον Δήμο. Το πρόγραμμα έχει δημιουργήσει και μιμητές: 5.000 άτομα επισκέπτονται κάθε χρόνο το νησί για να αντλήσουν έμπνευση από το «μοντέλο του Σάμσε» που εκθειάζουν τα ΜΜΕ σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αν και η άμεση επέμβαση του κράτους είναι μικρή, η διατήρηση της εθνικής συνοχής οφείλει πολλά και στο υψηλό επίπεδο μεταβιβάσεων κοινωνικών πόρων: η Δανία παραμένει η χώρα με τους υψηλότερους φόρους και υποχρεωτικές εισφορές στην Ευρώπη. Η παράδοση στην αποκέντρωση, καθώς και ένα νομικό πλαίσιο που διευκολύνει τα συνεταιριστικά και συλλογικά εγχειρήματα, επέτρεψαν την ανάδυση νέων αυτόνομων τοπικών εταιρειών, στην καρδιά των περιφερειών που βρίσκονταν σε τροχιά ερήμωσης, ιδίως σε ορισμένα μικρά νησιά. Με αυτόν τον τρόπο συμβάλλουν στη δημιουργία, μακριά από τις μεγάλες πόλεις, ενός ευρύτατου κινήματος χάρη στο οποίο οι κάτοικοι παίρνουν τη μοίρα στα χέρια τους.

 

  1. Τα δουκάτα κατελήφθηκαν από την Πρωσία και την Αυστρία και το 1866 προσαρτήθηκαν από την Πρωσία. Το τμήμα βόρεια του Φλένσμπουργκ επιστράφηκε στη Δανία το 1920 μετά από δημοψήφισμα.
  2. Kaare Dybvald, « Hvordan cenlraliseringen af Danmark ødelœgger vores økonomi og social sammenhœngskraft» («Οι μύθοι της περιφέρειας. Πώς ο συγκεντρωτισμός της Δανίας καταστρέφει την οικονομία μας και την κοινωνική συνοχή»), People’s Press, Κοπεγχάγη, 2015.
  3. Søren Hermansen και Tor Nørretrandcrs, «Commonities = commons communities», Samsø Energiakademi, 2011.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Εκπαιδευτικός-ερευνητής στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών της Ρεν (πανεπιστημιούπολη της Καν). Συγγραφέας του «Les Danois», Ateliers Henry Dougier, συλλ. «Lignes de vie d’un peuple», Παρίσι, 2017.