Μεξικό: Τα σχέδια του Λευκού Οίκου σπέρνουν τον πανικό

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κήρυξαν τον πόλεμο στο Μεξικό: απλώς επιθυμούν να επαναδιαπραγματευθούν την εμπορική συμφωνία που διέπει τις σχέσεις τους με τη γειτονική χώρα. Το σχέδιο προκάλεσε εντούτοις τρόμο στο Μεξικό. Από την αρχή της δεκαετίας του 1980, η χώρα επέλεξε να ευθυγραμμίσει την οικονομία της με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια στροφή 180 μοιρών στα βόρεια του Ρίο Μπράβο ήταν ποτέ δυνατό να μην προκαλέσει αναταραχή στον νότο;

Ο νέος υπουργός Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος είναι πεπεισμένος: οι Ηνωμένες Πολιτείες «υφίστανται εδώ και δεκαετίες έναν εμπορικό πόλεμο, εξαιτίας του οποίου έχουν ένα τόσο υψηλό έλλειμμα» (1). Κατά την ακρόαση που προηγήθηκε του διορισμού του, ο δισεκατομμυριούχος είχε γνωστοποιήσει ότι προτεραιότητά του αποτελεί να τελειώνει αυτή η κατάσταση: να επαναδιαπραγματευθεί τη Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (NAFTA), που υπογράφηκε με το Μεξικό και τον Καναδά το 1992. Για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και την ομάδα του, η συνθήκη μεγάλωσε το εμπορικό έλλειμμα της χώρας του, που το 2016 έφθασε τα 500 δισεκατομμύρια δολάρια, 12% του οποίου είναι έναντι του Μεξικού.

Οι διαδικασίες της επαναδιαπραγμάτευσης παραμένουν ασαφείς – ίσως εξαιτίας των καθυστερήσεων στη διαδικασία που θα δώσει το πηδάλιο για αυτή την απότομη στροφή της εμπορικής πολιτικής των ΗΠΑ στον Ρος, αλλά και στον Πήτερ Ναβάρρο, οικονομολόγο και διευθυντή του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικού Εμπορίου, και στον Ρόμπερτ Λαϊτχάιζερ, επικεφαλής του Αμερικανικού Οργανισμού Εμπορίου (2). Από τη μεριά του, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε την έναρξη περιόδου διαβούλευσης 90 ημερών, αρχής γενομένης από το τέλος Μαρτίου, δείγμα του πόσο βιάζεται να ξεκινήσει το ταχύτερο δυνατό η «γεωγραφική μετάβαση» (3) στην οποία προσβλέπει: δηλαδή την επιστροφή στις ΗΠΑ των αλυσίδων παραγωγής που έχουν εγκατασταθεί στο Μεξικό, εγγύηση για την επαναβιομηχάνιση της οικονομίας.

Κάτω οι «παγκοσμιοφοβικοί»

Στις 3 Μαρτίου του 2017, ο Ρος προκάλεσε τρόμο στη μεξικανική ελίτ. Διά στόματός του, για πρώτη φορά, ο Λευκός Οίκος επέκρινε το σημαντικότερο εργαλείο της στρατηγικής του Μεξικού για την τόνωση των εξαγωγών του: την καθήλωση των μισθών. Εχθρικός προς κάθε αύξηση του ελάχιστου μισθού στη χώρα του, ο επιχειρηματίας αξίωσε την αύξησή του… νοτίως του Ρίο Μπράβο (4). «Η TAFTA αποσκοπούσε στη σύγκλιση του επιπέδου ζωής ανάμεσα στο Μεξικό και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν συνέβη και ο βασικός μισθός στο Μεξικό πρακτικά έχει μείνει καθηλωμένος», δήλωσε. Στην αυτοκινητοβιομηχανία, για παράδειγμα, διάφορες έρευνες έχουν αποδείξει ότι, για το ίδιο επίπεδο παραγωγικότητας, οι μισθοί στο Μεξικό φθάνουν μόλις το ένα δέκατο των αντίστοιχων στις ΗΠΑ. Και ο Ρος υπογράμμισε: «Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρηματίες έχουν πάντα την ευκαιρία να στραφούν στο Μεξικό για να βρουν φθηνό εργατικό δυναμικό. Αυτό σημαίνει επίσης ότι οι Μεξικανοί εργαζόμενοι δεν έχουν τα μέσα για να αγοράσουν προϊόντα που έχουν παραχθεί στις ΗΠΑ» (5). Με άλλα λόγια, αν αυξηθούν οι μισθοί στο Μεξικό, το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα θα απορροφηθεί.

Επίσης ο Ρος υπόσχεται να ενισχύσει τους «κανόνες προέλευσης», που απαγορεύουν στις επιχειρήσεις των οποίων η λειτουργία δεν διέπεται από τις διατάξεις της TAFTA να λειτουργούν με βάση το Μεξικό. Ήδη αρκετές εταιρείες –μεταξύ των οποίων και κάποιες αμερικανικές– εγκατέλειψαν τα σχέδιά τους για ανάπτυξη νοτίως των συνόρων: η Samsung, η Ford, η Chrysler

Ξαφνικά, η ολιγαρχία και η πολιτική ελίτ του Μεξικού ανακάλυψαν ότι μπορεί να υποστούν, κι αυτές με τη σειρά τους, τις συνέπειες της οικονομικής εξάρτησης που επέβαλαν στον πληθυσμό. Πώς εξηγείται αυτή η κατάσταση;

Από την υπογραφή της TAFTA, και του νόμου για τις ξένες επενδύσεις που έδωσε πρόσβαση στους επενδυτές από τον Βορρά στο σύνολο σχεδόν της μεξικανικής οικονομίας (με μόνη εξαίρεση τον πετρελαϊκό τομέα), οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες επέβαλαν σύντομα την κυριαρχία τους στη γειτονική χώρα. Φαινόμενο που η τοπική ελίτ δέχθηκε μετά μεγάλης χαράς. Κι ενώ οργάνωνε την υποταγή του παραγωγικού ιστού της χώρας του στις ανάγκες των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πρόεδρος Ερνέστο Σεντίγιο (1994-2000) καθιέρωνε τον όρο «παγκοσμιοφοβία» προκειμένου να δυσφημίσει όσους αμφέβαλλαν για την ικανότητα του ελεύθερου εμπορίου να εξασφαλίσει την ευημερία των Μεξικανών και να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη. Όπως μεγάλος αριθμός των neocientíficos (6), των φίλων και συνεργατών του εκείνη την εποχή, ο Σεντίγιο ήταν κάτοχος διδακτορικού στην οικονομία από αμερικανικό πανεπιστήμιο.

Η προεδρία του, καθώς και αυτή του προκατόχου του Κάρλος Σαλίνας ντε Γκορτάρι (1988-1994) ήταν καθοριστικές για την οργάνωση της οικονομίας γύρω από μία προτεραιότητα: τις εξαγωγές. Ήταν η δεύτερη φορά που προωθήθηκε ένα τέτοιο σχέδιο στη χώρα. Όμως ενώ την πρώτη φορά, στη διάρκεια της προεδρίας του Πορφύριο Ντίας (1876-1880 και 1884-1911) βασιζόταν στα μεταλλεύματα και στα αγροτικά προϊόντα, το δεύτερο πείραμα μετέτρεψε το Μεξικό σε εξαγωγέα βιομηχανικών προϊόντων. Με τη βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΔΝΤ και της Διαμερικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης, καθώς και με την άνευ όρων υποστήριξη των εργοδοτικών ενώσεων και της διεθνούς ολιγαρχίας, ο Σαλίνας ντε Γκορτάρι και οι υποτακτικοί του άλλαξαν τη μορφή της χώρας.

Το νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει τη δημιουργία των μακιλαδόρας χρονολογείται από τη δεκαετία του 1960. Αυτές οι επιχειρήσεις συναρμολόγησης, οι οποίες απολαύουν ευρύτατων φοροαπαλλαγών, χρησιμοποιούν ανειδίκευτους εργάτες και λειτουργούν κατά μήκος της μεθορίου με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν πολύ λίγες μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από τον Σαλίνας ντε Γκορτάρι. Μεταξύ του 1981 και του 2000, οι εξαγωγές των μακιλαδόρας αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό 16%, ενώ οι υπόλοιπες βιομηχανικές επιχειρήσεις αναπτύσσονται με ετήσιο ρυθμό 13%. Από το 2004 και μετά, το 80% του συνόλου των εξαγωγών εμπορευμάτων και το 90% του συνόλου των πωλήσεων στο εξωτερικό (συμπεριλαμβανομένων του πετρελαίου και του τουρισμού) κατευθύνονται προς τις ΗΠΑ.

Εντούτοις οι στατιστικές αυτές απατούν, καθ’ όσον η ανάπτυξη της βιομηχανίας δεν αύξησε ούτε στο ελάχιστο τον πλούτο της χώρας. Την ίδια εποχή, το 42% της αξίας των βιομηχανικών εξαγωγών συνίστατο από υλικά και εξαρτήματα που είχαν εισαχθεί από… τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πλημμυρισμένο από αμερικανικές επενδύσεις, το Μεξικό παραμένει παθητικό: δεν αναπτύσσει καμιά τεχνολογία και είναι σπάνιες οι επιχειρήσεις και οι εγχώριοι ολιγάρχες οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν σε εργοστάσια ή στην εκπαίδευση στελεχών που θα τους επέτρεπαν να ενταχθούν στην αλυσίδα παραγωγής αξίας ως τοπικοί προμηθευτές. Ο σκοπός της χώρας, όπως τον αντιλαμβάνεται η πολιτική ελίτ; Το ντάμπινγκ. Τόσο στο πεδίο της εργασίας όσο και σε εκείνα του περιβάλλοντος και της φορολογίας.

Σιγά-σιγά αναδύονται δύο οικονομικοί χώροι χωρίς καμία διασύνδεση μεταξύ τους: ένας τομέας συνδεδεμένος με τις φθηνές εξαγωγές και ένας άλλος, στραμμένος προς την εγχώρια αγορά, με κύριο χαρακτηριστικό του την αναποτελεσματικότητα. Άλλωστε, οι διατάξεις της NAFTA επιτρέπουν στους Αμερικανούς αγρότες, τους μπουκωμένους από επιδοτήσεις, να πλημμυρίσουν τη μεξικανική αγορά με φασόλια, ρύζι και καλαμπόκι, τα παραδοσιακά διατροφικά προϊόντα της χώρας. Ένα ολόκληρο δίκτυο μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που δημιουργήθηκαν χάρη στην πολιτική εκβιομηχάνισης της δεκαετίας του 1930, βρέθηκαν αποστερημένες από κάθε χρηματοδότηση. Αποδεικνύονται ανίκανες να αντιμετωπίσουν τον ξένο ανταγωνισμό που εισβάλλει ανεμπόδιστα με την ένταξη του Μεξικού στη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT) το 1986, στη NAFTA και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) –που διαδέχεται τη GATT– το 1995. Ανέτοιμες να αντιμετωπίσουν μια τέτοια έκρηξη, οι τοπικές βιομηχανίες οδεύουν προς την καταστροφή.

Όπως πολλοί είχαν προβλέψει, πολλοί Μεξικανοί προερχόμενοι από την ύπαιθρο εγκαταλείπουν τη χώρα. Μεταξύ του 2000 και του 2005, περισσότεροι από 400.000 άνθρωποι μεταναστεύουν κάθε χρόνο στις ΗΠΑ. Το 2009, οι μετανάστες στη γειτονική χώρα είναι ήδη περισσότεροι από 12 εκατομμύρια. Οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στον τομέα της συναρμολόγησης εξαγώγιμων προϊόντων «αντισταθμίζονται» από τις απώλειες θέσεων εργασίας στη γεωργία και στην υπόλοιπη βιομηχανία, καθώς και στο ευρείας κλίμακας εμπόριο. Μέσα σε λίγα χρόνια, η αμερικανική αλυσίδα σουπερμάρκετ Walmart γίνεται ο κύριος ιδιώτης εργοδότης στο Μεξικό. Σε τέτοιες συνθήκες οικονομικού δυϊσμού, ο μέσος μισθός που καταγράφεται μεταξύ 1988 και 2005 δεν υπερβαίνει το 60% έως 70% του επιπέδου του 1981.

Με την ανακοίνωση της ένταξης της Κίνας στον ΠΟΕ –που έλαβε χώρα το 2001, προσφέροντάς της πρόσβαση στην αμερικανική αγορά– το εξαγωγικό μοντέλο του Μεξικού αρχίζει να δείχνει σημάδια κόπωσης. Η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών υποχωρεί, για να φθάσει, κατά μέσον όρο, στο 4,1% μεταξύ 2000 και 2016. Την ίδια εποχή, η αύξηση του ΑΕΠ είναι κατά μέσον όρο 2%, ενώ του πληθυσμού 1,4%. Υπό αυτές τις συνθήκες, η βελτίωση του επιπέδου ζωής θα ήταν περιορισμένη, ακόμα και αν η αναδιανομή του πρόσθετου πλούτου γινόταν με όρους ισότητας. Και κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Το 2012, μετά από μια διακοπή της πολιτικής κυριαρχίας του για δώδεκα χρόνια, το Επαναστατικό Θεσμικό Κόμμα (PRI) επανέρχεται στην εξουσία (7). «Το Μεξικό έχει ραντεβού με την Ιστορία!», υπόσχονται στον Τύπο. Το PRI προέβη κυρίως σε μια νέα απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και στην ιδιωτικοποίηση της εθνικής πετρελαϊκής εταιρείας Petróleos Mexicanos (PEMEX) (8). Και καθώς τελειώνει η σύντομη περίοδος ανάπτυξης που αρχικά καταγράφηκε, η διαφθορά και τα λάθη στρατηγικής προκαλούν σύντομα ασφυξία στην οικονομία. Η πώληση των πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας συμπίπτει με μια διεθνή περίοδο υπερπαραγωγής. Η ολιγαρχία δεν δίστασε να γιορτάσει τη «στιγμή του Μεξικού»: συνήθως άφωνη κάθε φορά που δυσκολεύουν οι συνθήκες για τον πληθυσμό, δεν μπορεί ωστόσο να αγνοήσει, από το 2016, την αποτυχία του προέδρου Ενρίκε Πένια Νιέτο, ο οποίος έχει το χαμηλότερο ποσοστό δημοτικότητας που έχει καταγραφεί ποτέ.

Σε πλήρη διανοητική χρεοκοπία η ελίτ, βρίσκεται στο έλεος του παραμικρού πολιτικού κυματισμού. Και η εκλογή του Τραμπ προκάλεσε τσουνάμι. Η TAFTA τής εξασφάλιζε μια άνετη ζωή: να όμως που ο νέος πρόεδρος την παρουσιάζει ως τη «χειρότερη συνθήκη που υπογράφτηκε ποτέ». Φρίκη καταλαμβάνει λοιπόν το Προεδρικό Μέγαρο, όπου ο καθένας εργαζόταν για την περαιτέρω ενίσχυση των πολιτικών ενίσχυσης του ντάμπινγκ. Εγχείρημα που συντόνιζε ο υπουργός Οικονομικών και στη συνέχεια υπουργός Εξωτερικών Λουίς Βιντεγκαράυ Κάσο, προσκείμενος στον Πέδρο Άσπε, τον πρώην υπουργό Οικονομικών του Σαλίνας ντε Γκορτάρι. Μία (ακόμα) απόδειξη της επιρροής του τελευταίου στην παρούσα κυβέρνηση.

Το Μεξικό απειλείται από ύφεση. Αν λάβει χώρα, η επαναδιαπραγμάτευση της TAFTA θα εξασθενίσει ακόμα περισσότερο την οικονομία της χώρας. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει υπονοήσει κατ’ επανάληψη ότι ενδέχεται να επιβάλει τελωνειακούς δασμούς ύψους 35% στον τομέα του αυτοκινήτου. Στην Ουάσιγκτον αναφέρουν επίσης το ενδεχόμενο επιβολής φόρου 20% σε κάθε εισαγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες: μια καταστροφή για το Μεξικό, το 28% του ΑΕΠ του οποίου προέρχεται από τις εξαγωγές στη γειτονική χώρα.

Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος πώς οι βιομήχανοι της χώρας θα προσπαθήσουν να αντισταθμίσουν αυτά τα μέτρα μειώνοντας το «κόστος» τους. Όπως αποκαλύπτει η ισπανική εφημερίδα «El País», στα βόρεια της χώρας οι μισθοί είναι ήδη «5% έως 7% χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους της Κίνας» (9). Το Μεξικό θα μπορούσε να επωφεληθεί αυτής της ανατροπής για να χειραφετηθεί από την οικονομική εξάρτηση που το πνίγει, όμως, παρά την υπόσχεση του προέδρου Πένια Νιέτο να αναπτύξει το «made in Mexico», το εγχείρημα θα ήταν δύσκολο: η γενικευμένη φτώχεια, το βάρος της παράλληλης οικονομίας, οι χαμηλοί μισθοί και η ανικανότητα του δυσκίνητου τοπικού πιστωτικού συστήματος να δώσει ώθηση στη ζήτηση, θα καθιστούσε περίπλοκο το καθήκον των πολιτικών ηγετών που θα προέβαλλαν ένα τέτοιο σχέδιο. Και προς το παρόν δεν είναι πολλοί.

Αν οι συζητήσεις στο εσωτερικό του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού δεν υποχρεώσουν τον Τραμπ να επανεξετάσει τις προθέσεις του στην εμπορική πολιτική, η μεξικανική ελίτ ενδέχεται να πληρώσει το κόστος της εξάρτησης που η ίδια δημιούργησε.

  1. Βλ. «Sec. Ross on Nafta, China and border adjustment tax», Bloomberg.com, 8 Μαρτίου 2017.

  2. (Σ.τ.Μ.) Office of the United States Trade Representative (USTR). Είναι ένας κυβερνητικός οργανισμός επιφορτισμένος με την ανάπτυξη του εμπορίου και την υποβολή προτάσεων εμπορικής στρατηγικής στον πρόεδρο. Έχει επίσης την ευθύνη των διμερών και πολυμερών διαπραγματεύσεων σε θέματα εμπορίου, και συντονίζει την εμπορική πολιτική της κυβέρνησης.

  3. «Canada will have to “make concessions” in NAFTA negotiations, US warns», «The Globe and Mail», Τορόντο, 8 Μαρτίου 2017.

  4. (Σ.τ.Μ.) Ρίο Μπράβο ντελ Νόρτε είναι η ονομασία που δίνουν οι Μεξικανοί στον ποταμό που οι ΗΠΑ –πιθανότατα και όλος ο υπόλοιπος κόσμος– αποκαλούν Ρίο Γκράντε και συνιστά το φυσικό σύνορο των δύο χωρών στο μεγαλύτερο μέρος της μεθορίου τους. Στις όχθες του, από τη μεριά των ΗΠΑ, βρίσκεται και η κωμόπολη Ρίο Μπράβο (4.800 κάτοικοι το 2014), που είναι και το σκηνικό του ομώνυμου κλασσικού γουέστερν του 1959.

  5. Chris Isidore, «Ross wants a higher minimum wage – in Mexico», CNN Money, 3 Μαρτίου 2017.

  6. (Σ.τ.Μ.) Neocientíficos (νεο-επιστήμονες): Πήραν το όνομά τους από τους científicos (επιστήμονες), την ομάδα που, θεωρώντας ότι η δημόσια διοίκηση και η οικονομική πολιτική πρέπει να διέπονται από τεχνοκρατικούς κανόνες, διοικούσε την κρατική γραφειοκρατία στη διάρκεια της δικτατορίας του Πορφίριο Ντίας (τέλη 19ου αι.). Μεταξύ 1982 και 1988, μια ομάδα επονομαζόμενων neocientíficos, με επικεφαλής τον Κάρλος Σαλίνας και τον Πέδρο Άσπε, διεξάγουν αγώνα μακράς πνοής για την επιβολή εκσυγχρονιστικών-μεταρρυθμιστικών πολιτικών νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, καταλήγοντας στην αναρρίχηση του Σαλίνας στην προεδρία το 1988.

  7. «Au Mexique, retour de la ‘dictature parfaite’?», «La valise diplomatique», 4 Ιουλίου 2012 (www.monde-diplomatique.fr).

  8. Βλ. John Mill Ackerman, «Le Mexique privatise son pétrole», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 2014.

  9. «La retórica proteccionista de Trump pone en alerta Ciudad Juárez», «El País», Μαδρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2017.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Καθηγητής Οικονομίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Σακατόκας (Μεξικό). Συγγραφέας μαζί με τον Raúl Delgado Wise του «Mexico’s Economic Dilemma: The Developmental Failure of Neoliberalism», Rowan & Littlefield, Λάναμ (ΗΠΑ), 2010.