Όπου πηγαίνει το κρασί, πηγαίνει ο κόσμος όλος

Το κρασί είναι άραγε ένα γεωργικό ή ένα εμπορικό προϊόν; Στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Αργεντινή, ορισμένοι αμπελουργοί που αντιδρούν στις προσταγές της βιομηχανίας τροφίμων έχουν καταλήξει προ πολλού στην εξής λύση: παράγουν φυσικό κρασί, χωρίς πρόσθετα, χημικά αρώματα ή φυτοφάρμακα. Έχουν κηρύξει τον πόλεμο στην ομογενοποίηση της γεύσης και μάχονται ενάντια στη μετατροπή των ποικιλιών σε μάρκες.

Από τη δεκαετία του 1960, το κρασί αποτελεί έναν κόσμο ψεμάτων. Χωρίς να το ξέρουμε, πίνουμε προϊόντα εντελώς αφύσικα. Πολλά από αυτά τα υγρά θα έπρεπε πιο ρεαλιστικά να αποκαλούνται «οινοπνευματώδη ποτά με βάση τον χυμό σταφυλιού». Διότι όλη η γεύση του κρασιού εξαρτάται από την ικανότητα των ριζών να διεισδύουν στο έδαφος και στο υπέδαφος, όπου απορροφούν τις θρεπτικές ουσίες. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της ζύμωσης, τα μεταλλικά άλατα και οι υπόλοιπες αφομοιώσιμες ουσίες μετατρέπονται σε αρώματα και σε γεύσεις. Σε μια γεωργία που σέβεται την γη και τους ανθρώπους, χωρίς συνθετικά λιπάσματα, οι ρίζες ενός κλήματος μπορούν να εισχωρήσουν σε βάθος αρκετών μέτρων μέσα στο έδαφος, ενώ το συνολικό άθροισμα του μήκους των ριζιδίων του μπορεί να φθάσει τα 5 χιλιόμετρα. Με τη χημική γεωργία να εφαρμόζεται στο 99% του παγκόσμιου αμπελώνα, οι ρίζες δεν μπορούν πλέον να εισχωρήσουν σε βάθος μεγαλύτερο του ενός μέτρου. Το φυτόχωμα εξαφανίζεται, το έδαφος σκληραίνει, γίνεται αδιαπέραστο, ασφυκτιά και πεθαίνει. Πλέον, στο κλήμα δεν μεταδίδεται παρά η σκιά της πολυπλοκότητας της αμπελουργικής περιοχής.

Για να κατανοήσουμε την κατάσταση, θα πρέπει να επιστρέψουμε στο 1945 και στην αλλαγή του παραγωγικού προσανατολισμού ενός τμήματος της πολεμικής βιομηχανίας. Με τη βοήθεια του Σχεδίου Μάρσαλ και με την ελπίδα ότι θα αναγεννηθεί η γερμανική βιομηχανία –όλα αυτά με πρόσχημα τον εκσυγχρονισμό– στην Ευρώπη διαδίδονται ζιζανιοκτόνα, εντομοκτόνα, μυκητοκτόνα και λοιπά φυτοφάρμακα. Μετά από εξήντα χρόνια χημικών ψεκασμών των αμπελιών, ο απολογισμός είναι πικρός. Όπως απέδειξαν περίτρανα οι διακεκριμένοι Γάλλοι γεωπόνοι Κλοντ και Λυντιά Μπουργκινιόν, η χρήση φυτοφαρμάκων οδηγεί στην απώλεια των μικροβίων και των μυκήτων που υπάρχουν στο έδαφος των αμπελιών, δηλαδή των σημαντικότερων θρεπτικών στοιχείων τους, ενώ τα λιπάσματα δεν είναι σε θέση να τα αναπληρώσουν (1). Μελετώντας τη μικροβιολογία, κατόρθωσαν να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο η εντατικοποίηση της γεωργίας εξαντλεί σχεδόν ολοκληρωτικά τα εδάφη και υποβαθμίζει τη διατροφική αξία των τροφίμων. Οι αγρότες εξαρτώνται πλέον από μια χούφτα πολυεθνικών όπως η Bayer, η Novartis, η Syngenta ή η Monsanto, των οποίων όλοι γνωρίζουμε την τεράστια ισχύ (2). Η κατάσταση έχει συμβάλλει στη διάβρωση όχι μόνο του εδάφους, αλλά και του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου.

Έτσι, από την δεκαετία του 1960, όλοι εκείνοι που χρησιμοποιούσαν τη χημεία στην αμπελουργία –τα μεγάλα «château» του Μπορντό, οι σπουδαίες μάρκες σαμπάνιας και πολλοί μικροί οινοποιοί της Βουργουνδίας ή της Προβηγκίας– βρέθηκαν να παράγουν άγευστα κρασιά, δίχως χαρακτήρα, δίχως «ζωή» σε σχέση με τις δυνατότητες των εδαφών όπου παράγονται: κρασιά ζόμπι. Γι’ αυτό αναγκάστηκαν όλοι τους να ξαναδημιουργήσουν τεχνητά μέσα στις κάβες αρώματα, γεύσεις και οινικές δομές. Αρχίζει τότε ένα πανηγύρι αντάξιο του Φρανκεστάιν: ζυμομύκητες δημιουργημένοι στο εργαστήριο με προεπιλεγμένα «αρώματα», από ανανά έως γκρέιπφρουτ. Χιλιάδες τεχνικές και τεχνολογικές παρεμβάσεις προσπαθούν να ξαναδώσουν μια απομίμηση ζωής σε αυτά τα ψεύτικα ποτά, νεκρά από βιολογική και γευστική άποψη. Μέσα σε μερικές δεκαετίες, οι αμπελουργοί έχασαν τη μνήμη του τι ήταν το κρασί επί 8.000 χρόνια. Όμως, από την εποχή των Ελλήνων και των Ρωμαίων, το ποτό αυτό εκφράζει την πρωτοπορία σε κάθε αγροτικό ζήτημα, καθώς η γεωργία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα σε όλους τους πολιτισμούς: «Όπου πηγαίνει το κρασί, πηγαίνει και ο κόσμος».

Μέσα σε αυτή τη νέα σκοτεινή εποχή, πριν από τριάντα περίπου χρόνια εμφανίστηκε μια αχτίδα φωτός, χάρη σε μια ομάδα αγροτών-αμπελουργών που αποφάσισε να μην υπακούσει στα κελεύσματα της βιομηχανίας. Την τελευταία δεκαετία, οι υπέρμαχοι των «φυσικών» κρασιών έχουν πυροδοτήσει ένα πραγματικό μαζικό κίνημα, ένα φαινόμενο ταυτόχρονα αισθητικό, κοινωνικό και πολιτικό. Με τόλμη και ομορφιά, η αντίσταση οργανώνεται από τη Σικελία ώς την Ανδαλουσία, από την Καμπανία ώς τον ποταμό Μοζέλα. Από τον Ζαν-Πιερ Φρικ στην Αλσατία ώς τον Ολιβιέ Κουζέν στον Λίγηρα και τον Στέφανο Μπελότι στο Πεδεμόντιο, συναντάμε ιστορικούς μαχητές που αγωνίζονται για την υγεία της γης και τον σεβασμό της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του εδάφους, του οποίου τα μυστικά επιθυμούν να μεταβιβάσουν και σε άλλους. Πλέον, τους στηρίζουν χιλιάδες αμπελουργοί, συχνά «νεοαγρότες» που εγκαταλείπουν διάφορα άλλα επαγγέλματα σε κρίση (φωτογράφοι, δημοσιογράφοι, καθηγητές λυκείου κ.λπ.). Οι ετερόκλητες ομάδες των «φυσικών» αμπελουργών αποτελούν σήμερα ένα πραγματικό πολιτιστικό και πολιτικό κίνημα αγροτών και κατοίκων των πόλεων που περιφρονούν με αυθάδη χαρά την παρακμιακή νεοφιλελεύθερη λογική.

Η πρότασή τους εντυπωσιάζει: δεν υπάρχει οικολογία του περιβάλλοντος δίχως οικολογία του ανθρώπου. Συνεπώς, δεν αρκεί να εγγυούμαστε ότι το κρασί προέρχεται από μια γη δίχως φυτοφάρμακα και χημικά λιπάσματα. Ούτε και αρκεί πλέον να συμμορφωνόμαστε με τα γελοία κριτήρια για τη «βιολογική» πιστοποίηση που θεσπίζουν οι Βρυξέλες (με την συνενοχή των λόμπι του αγροχημικού τομέα), τα οποία επιτρέπουν τη χρήση μιας τριαντάδας συνθετικών προσθέτων στο οινοποιείο. Το φυσικό κρασί που διατίθεται προς πώληση περιέχει μονάχα μούστο και, το πολύ, μερικές σταγόνες θειωδών.

Οι λιγότερο εύποροι αγοράζουν τα ποτά τους από το σουπερμάρκετ

Η πραγματική επανάσταση γίνεται πολιτιστική και πολιτική. Αρχίζει με την αναζήτηση της πραγματικής ειλικρίνειας σε κάθε τόπο: να εγκαταλείψουμε τη μονοκαλλιέργεια, να ξαναβρούμε τη βιοποικιλότητα ανάμεσα στην πανίδα, στα έντομα και στο πλήθος των φυτικών ειδών. Η μετάδοση (ή η απόκτηση) των γνώσεων που έχουν συσσωρεύσει οι αγρότες δεν περιορίζεται μονάχα στη διαφύλαξη της εμπειρίας και των πατρογονικών πρακτικών: η γνώση και η κατανόηση της φύσης και της προέλευσης των καρπών της γης δεν μας εμποδίζει διόλου να προχωράμε σε νέες επινοήσεις.

Ένα κρασί αποτελεί τον καθρέφτη των μετεωρολογικών και γεωλογικών συνθηκών μιας περιοχής. Ωστόσο, αυτό δεν μας εμποδίζει να ανταποκρινόμαστε στις υπαρκτές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου, όπως τις ερμηνεύει κάθε καλλιεργητής. Σήμερα, η δουλειά του αμπελουργού αρχίζει να μοιάζει με εκείνη του καλλιτέχνη, καθώς έχει επίγνωση ότι η αισθητική καινοτομία μπορεί να προέλθει μονάχα μέσα από έναν βαθύ διάλογο με το παρελθόν. Και, όπως συμβαίνει και στο καλλιτεχνικό πεδίο, οι πλέον ανθεκτικές στον χρόνο πρωτοποριακές πράξεις –και συνεπώς πράξεις πραγματικής πίστης– προέρχονται τόσο από νεοαφιχθέντες όσο και από αυτόχθονες. Έτσι, η επανάσταση πραγματοποιείται από κατοίκους της υπαίθρου, όπως ο γιος αγροτών Τιερί Πυζελά κοντά στο Σεβερνύ, αλλά και από τον καινούργιο γείτονά του στο Σερ, τον πρώην πολεμικό φωτορεπόρτερ Εμίλ Ερεντιά. Συναντάμε επίσης τον Μπρυνό Ντυσέν, πρώην στέλεχος πωλήσεων στην κεντρική Γαλλία, που εδώ και δεκαπέντε χρόνια έχει εγκατασταθεί οικογενειακώς στο Ρουσιγιόν της Νότιας Γαλλίας και παράγει σήμερα στην Κολιούρ (3) κρασιά που συγκαταλέγονται στα πλέον εντυπωσιακά όσον αφορά τη ζωτικότητα, την αυθεντικότητα και τον σύνθετο χαρακτήρα τους.

Πριν από σαράντα χρόνια, σε μια εκπομπή της RAI για τη φασιστική πολεοδομία, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι προέβλεπε ότι η «κοινωνία του ακραίου καταναλωτισμού την οποία αποκαλούμε δημοκρατική» θα αποδεικνυόταν χίλιες φορές αποτελεσματικότερη στην εξάλειψη της ελευθερίας της σκέψης και της δημιουργικότητας από οποιαδήποτε ολοκληρωτική κυβέρνηση. Κατά τη γνώμη του, η διάβρωση της ιταλικής κουλτούρας που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 οφειλόταν κυρίως στην εξαφάνιση των αγροτών και στην κατάρρευση του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου. Τι θα έλεγε σήμερα αν μπορούσε να δει την επανάσταση των νεοαγροτών; Στην Ιταλία και στην Γαλλία, νέοι καλλιεργητές, ριζοσπάστες, ελεύθεροι, συχνά υψηλού μορφωτικού επιπέδου, έχουν αρχίσει να ξανασκέφτονται σφαιρικά το αγροτικό ζήτημα. Ξαναδίνουν ενέργεια στην ζωή της υπαίθρου, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του αμφισβητία τον οποίο εγκατέλειψαν οι καλλιτέχνες, όπως λόγου χάρη εμείς οι κινηματογραφιστές, που ενδώσαμε στις σειρήνες της ματαιοδοξίας και το δόλωμα του κέρδους.

Στην κεντρική Ιταλία, στην περιφέρεια Μάρκε, ο πρώην τραπεζίτης Κοράντο Ντοτόρι κατανοεί απολύτως ότι η οικολογικά αειφόρος εργασία οφείλει να διαχέεται σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας και να μην περιορίζεται μονάχα μέσα στο πλαίσιο μιας εύπορης ελίτ. Όταν εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του στο Κουπραμόντε, τον τόπο όπου είχε γεννηθεί ο παππούς του, διαπίστωσε αμέσως ότι οι λιγότερο εύποροι κάτοικοι της περιοχής αγόραζαν τα ποτά τους στο σουπερμάρκετ. Έτσι, θα ήταν ελάχιστα «οικολογικό» να παράγει ακριβά κρασιά που απευθύνονταν στους ευκατάστατους μποέμ αστούς του Μιλάνου, από όπου μόλις είχε δραπετεύσει. Ο Ντοτόρι προτείνει το Terre Silvate, ένα verdicchio (4) προς 6 ευρώ τη φιάλη, και το Nur, προς 11 ευρώ, τιμές που του εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Ωστόσο, πουλάει και χύμα φυσικό κρασί, ποιοτικότατο, προς 2,5 ευρώ το λίτρο, το οποίο προορίζεται κυρίως για τους λιγότερο εύπορους γείτονές του.

Το εντυπωσιακό ρίζωμα στις πόλεις μιας ηθικής που γεννήθηκε στην ύπαιθρο

Η συνειδητοποίηση, ότι δεν υπάρχει περιβαλλοντική οικολογία δίχως πολιτική και πολιτιστική οικολογία, αποτελεί κυρίαρχο χαρακτηριστικό του κινήματος που γνωρίζει εκρηκτική ανάπτυξη σε ολόκληρο τον κόσμο. Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι «φυσικοί» αμπελουργοί στη Γαλλία δεν ξεπερνούσαν τους 100, σήμερα ο αριθμός τους υπερβαίνει τους 1.000. Πριν από μία δεκαετία, οι χώροι του Παρισιού που ήταν αφιερωμένοι στο φυσικό κρασί ήταν μονάχα δύο: σήμερα, ξεπερνούν τους 230. Την ίδια περίοδο, στην Ιαπωνία, ο αριθμός των εισαγωγέων φυσικού κρασιού αυξήθηκε από έναν σε δώδεκα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι τριπλάσιοι. Όμως, το εντυπωσιακότερο στοιχείο συνίσταται στο ρίζωμα στις πόλεις μιας ηθικής που γεννήθηκε στην ύπαιθρο καθώς, όσον αφορά το φυσικό κρασί, τα περιθώρια κέρδους των χονδρεμπόρων, των εισαγωγέων, των εστιατόρων και των ιδιοκτητών κάβας αντιστοιχούν συνήθως στο ήμισυ εκείνων που προσφέρουν τα συμβατικά κρασιά.

Έτσι, μια αγροτική εξέγερση μετατρέπεται σε πολιτιστική. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του «Deux Amis», στο 11ο δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού (5): η πελατεία του νεαρή, χαρούμενη και στρατευμένη, το αντίθετο από τους δήθεν εναλλακτικούς μποέμ αστούς. Την ίδια ατμόσφαιρα συναντάμε και στο «Plus belle la vigne», στο λαϊκό κέντρο της Μασσαλίας, ή στο –δημοκρατικών τιμών– «Chambers Street Wines» του πρώην τζαζίστα Ντέιβιντ Λίλι στη Νέα Υόρκη. Ίσως την καλύτερη εικόνα για αυτήν την στράτευση μας την δίνει ο Λεονάρντο Βινιόλι, γιος ενός κουρέα των λαϊκών προαστίων της Ρώμης, που άνοιξε την τρατορία «Da Cesare» στη φτωχογειτονιά Μοντεβέρντε Νουόβο, εστιατόριο που έγινε γνωστό τόσο για την γκραμσιανή ηθική του όσο και για τα γευστικά πιάτα του: «Εάν κερδοσκοπούσα σε βάρος ενός αμπελουργού που ξεπατώθηκε για να μας προσφέρει τα πλέον φρέσκα και χαρούμενα νέα της γης σε όσο το δυνατόν πιο δημοκρατικές τιμές, τότε σε τι θα διέφερα από έναν τραπεζίτη;»

  1. Claude και Lydia Bourguignon, Le Sol, la Terre et les Champs. Pour retrouver une agriculture saine, Sang de la Terre, Παρίσι, 2008.

  2. Βλ. Marie-Monique Robin, Le Monde selon Monsanto, Arte-La Découverte, συλλογή «Poche-Essais», Παρίσι, 2009.

  3. (Σ.τ.Μ.) Πολύ όμορφη μικρή παραλιακή πόλη της Νότιας Γαλλίας, η οποία στο παρελθόν είχε προσελκύσει πολλούς καλλιτέχνες.

  4. (Σ.τ.Μ.) Τυπική ποικιλία της Μάρκε που δίνει λευκό φρουτώδες κρασί με πρασινωπές ανταύγειες.

  5. (Σ.τ.Μ.) Μεσοαστική συνοικία του Παρισιού, στην οποία είναι συγκεντρωμένος μεγάλος αριθμός νεολαιίστικων στεκιών.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Σκηνοθέτης μυθοπλασιών όπως το «Sunday» (1997), το «Signs & Wonders» (2000) και το «Rio Sex Comedy» (2010), αλλά και ντοκιμαντέρ όπως το «Resident Alien» (1990), το «Mondovino» (2004) και το «Natural Resistence» (2014). Επίσης, συγγραφέας του «Insurrection culturelle», Stock, 2015.