Όταν η ετικέτα «βιολογικό» παραποιεί τα προϊόντα

Η βιολογική γεωργία, ένα εγχείρημα που συμβάλλει θετικά στην αύξηση της απασχόλησης, στην προστασία της δημόσιας υγείας και στην ορθή χρήση των φυσικών πόρων, γνωρίζει ταχύτατη ανάπτυξη στη Γαλλία. Η αγροδιατροφική βιομηχανία και οι μεγάλοι όμιλοι λιανικού εμπορίου μυρίστηκαν μεγάλα κέρδη και σκοπεύουν να μονοπωλήσουν την αγορά. Με κίνδυνο να καταστρέψουν τα θεμέλιά της, ασκούν πιέσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να κατεβάσει τον πήχη των απαιτήσεών της όσον αφορά την ποιότητα.

«Τίποτα πια δεν μοιάζει πιο πολύ με ένα μήλο απ’ ό,τι ένα άλλο μήλο», λέει ο Κλοντ Γκρυφά, πρόεδρος και γενικός διευθυντής της Biocoop. «Εκείνο που κάνει τη διαφορά είναι οι αξίες». Σήμερα, η βιολογική γεωργία αντιπροσωπεύει το 5,7% των καλλιεργούμενων εκτάσεων στη Γαλλία: συγκριτικά με το 2002, οι εκτάσεις έχουν τριπλασιαστεί. Η αγορά που γνωρίζει τεράστια ανάπτυξη προσελκύει σημαντικούς μεταποιητικούς και εμπορικούς ομίλους, ενώ οι μεγάλες αλυσίδες του λιανικού εμπορίου πωλούν ήδη σχεδόν το ήμισυ των προϊόντων που έχουν πιστοποιηθεί ως βιολογικά (το 45% στη Γαλλία για το 2015). Όπως διαπιστώνει ο Μπενουά Λερού, επίκουρος καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Πουατιέ, «η βιολογική πιστοποίηση δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια γεωπονική αξία: αποτελεί ολοένα συχνότερα έναν απλό τομέα της αγοράς».

Η βιολογική γεωργία γεννήθηκε μέσα από την αμφισβήτηση της εντατικοποιημένης παραγωγής και του οικονομικού μοντέλου της αγροδιατροφικής βιομηχανίας. Οι εναλλακτικές προσεγγίσεις εμφανίστηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1920, ενώ οι πρώτες ομάδες συγκροτήθηκαν μεταξύ 1950 και 1960 (1). Το 1964 ιδρύθηκε η οργάνωση Nature et Progrès (Φύση και Πρόοδος), η οποία επέτρεψε την αναγνώριση του κινήματος που αγωνίζεται για να ξαναδώσει στους αγρότες μεγαλύτερη αυτονομία απέναντι στους μεσάζοντες. Για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού, αναγκαία για την αναγνώριση της αξίας των προϊόντων και την ανάπτυξη του κλάδου, οι ακτιβιστές πέρασαν στη φάση της συμμετοχής στο παιχνίδι των θεσμών.

Το 1978, η Nature et Progrès δημιούργησε το πρώτο σύνολο τεχνικών προδιαγραφών, ενώ ιδρύθηκε και η Εθνική Ομοσπονδία Βιολογικής Γεωργίας (FNAB). Η Διεθνής Ομοσπονδία Κινημάτων Βιολογικής Γεωργίας (IFOAM) καθόρισε λίγο αργότερα τις τέσσερις βασικές αρχές: α) την υγεία του εδάφους, των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων, που θεωρείται ενιαία και αδιαίρετη, β) την οικολογία, η οποία οφείλει να εναρμονίζεται με τα οικοσυστήματα και τους κύκλους τους, να τα μιμείται και να βοηθάει στη διατήρησή τους, γ) τη δικαιοσύνη και την ισοτιμία, τόσο στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων όσο και με τα υπόλοιπα ζωντανά πλάσματα, δ) την πρόληψη, με την υιοθέτηση συνετών και υπεύθυνων συμπεριφορών.

Πιέσεις στους παραγωγούς

«Το γαλλικό κράτος δεν αναγνώρισε παρά μόλις το 1980 τη γεωργία που δεν χρησιμοποιεί συνθετικά προϊόντα», εξηγεί ο Μπενουά Λερού. «Χρειάστηκε μάλιστα να περιμένουμε το 1988 για να υιοθετηθεί η ονομασία “βιολογική γεωργία”». Η αναγνώριση λαμβάνει υπόψη μονάχα την απουσία φυτοφαρμάκων, αδιαφορώντας εξ αρχής για το κοινωνικό όραμα των αγροτών. Η συγκεκριμένη λογική διαιωνίστηκε το 1991 κατά τη σύνταξη των ευρωπαϊκών κανονισμών. Έκτοτε, η εναρμόνιση που επιβάλλει η Ε.Ε. δεν έχει διόλου βελτιώσει την κατάσταση. Το 2009, η πρώτη αναθεώρησή τους κατάργησε τη δυνατότητα κάθε ξεχωριστού κράτους να επιβάλλει αυστηρότερες προδιαγραφές, όπως συνέβαινε στην Γαλλία.

Η τρέχουσα αναθεώρηση των ευρωπαϊκών κανονισμών, δρομολογημένη από το 2013, δημιουργεί φόβους ότι θα παραγκωνιστούν εντελώς οι ιδρυτικές αρχές του κινήματος. Οι μάχες ανάμεσα στο Συμβούλιο των Υπουργών, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Επιτροπή, που υποτίθεται ότι θα καταλήξουν σύντομα σε έναν νέο ευρωπαϊκό κανονισμό, μαρτυρούν την επιθυμία ορισμένων κυβερνήσεων να ευνοήσουν τα συμφέροντα της βιομηχανίας τροφίμων. Μετά από 14 «τριμερείς συσκέψεις» (2) και τέσσερις αλλαγές προεδρίας στο Συμβούλιο των Υπουργών, δεν έχει επιτευχθεί καμία συμφωνία σε αρκετά επίμαχα σημεία: πρόκειται για την πλέον μακρόχρονη διαπραγμάτευση για αγροτικά ζητήματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το Συμβούλιο Υπουργών επιθυμεί να επιτραπεί (υπό προϋποθέσεις όσον αφορά το υψόμετρο και το γεωγραφικό πλάτος) η καλλιέργεια εκτός εδάφους. Και μόνο η σκέψη των υδροπονικών καλλιεργειών μέσα σε κάδους, η οποία θα ευνοούσε τη βιομηχανοποίηση του κλάδου, αρκεί για να εξαγριώσει οργανώσεις όπως η FNAB. Οι υπουργοί επικαλούνται την αποδοχή της μεθόδου στις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να την επιβάλουν στην Ευρώπη, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της αμοιβαίας αναγνώρισης των προδιαγραφών. Όπως εξηγεί ο Γάλλος ευρωβουλευτής Ζοζέ Μποβέ (3), «η πρόταση υποστηρίζεται από την Ολλανδία, τον μεγαλύτερο παραγωγό τομάτας στην Ευρώπη, καθώς και από την Ιταλία και το Λουξεμβούργο». Ενώ τα μέλη της ομάδας Πράσινοι/Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία (The Greens/EFA) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διακήρυσσαν ότι δεν θα υποχωρήσουν, άρχισαν να ακούγονται και φωνές που ζητούσαν τη διακοπή των διαπραγματεύσεων.

Άλλο σημείο όπου παρατηρήθηκε εμπλοκή: το πέρασμα από μια δέσμευση σχετικά με τα μέσα (αποφυγή των χημικών προϊόντων) σε μια δέσμευση σχετικά με τα αποτελέσματα (αφαίρεση της πιστοποίησης αν ανιχνευθούν παρόμοιες ουσίες), παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι μπορεί να υπάρξει επιμόλυνση από γειτονικές καλλιέργειες. Ωστόσο, το Συμβούλιο Υπουργών δεν θέλει καν να ακούσει να γίνεται λόγος για τη σύσταση ενός ταμείου που θα αποζημιώνει τους θιγόμενους βιοκαλλιεργητές, ούτε και για την απόδοση ευθυνών στους πραγματικούς υπευθύνους.

Για την Εβ Φουγιέ, διευθύντρια έρευνας στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS), το πρόβλημα έχει βαθύτερες ρίζες. Σήμερα, οι αγρότες ελέγχονται από ιδιωτικούς φορείς πιστοποίησης που είναι ανεξάρτητοι και πληρώνονται από τον παραγωγό. Στη Γαλλία, αυτοί οι φορείς πιστοποιούνται με τη σειρά τους από μια υπηρεσία της Γαλλικής Επιτροπής Πιστοποίησης (COFRAC), έναν δημόσιο οργανισμό. Το συγκεκριμένο σύστημα έχει επιβληθεί από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς (4). Υπάρχει όμως και το σύστημα συμμετοχικής εγγύησης, αναγνωρισμένο κυρίως από τη Βραζιλία, τη Χιλή και την Ινδία. Αυτό χρησιμοποιεί και η Nature et Progrès, αλλά η πιστοποίησή της δεν αναγνωρίζεται από την Ε.Ε. Σύμφωνα με αυτό, οι αγρότες και οι καταναλωτές συγκροτούν ομάδες σε τοπικό επίπεδο προκειμένου να ελέγξουν τις πρακτικές κάθε καλλιεργητή. «Οι σημερινές προδιαγραφές εγκλωβίζουν σε μια λογική εμπορευματοποίησης και προωθούν την αποπολιτικοποίηση. Αντίθετα, το συμμετοχικό σύστημα επιτρέπει την ανταλλαγή πρακτικών και την εμπλοκή των καταναλωτών και των πολιτών στην διαδικασία (5)», εκτιμά η Εβ Φουγιέ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εμφανίστηκε μεγάλη ποικιλομορφία βιοκαλλιεργητών και μεταποιητών. Πίσω από έναν στρογγυλεμένο περιβαλλοντικό λόγο, τα οικονομικά επιχειρήματα οδηγούν στην υπονόμευση των διεθνών προδιαγραφών της βιολογικής γεωργίας, στο όνομα της κερδοφορίας. Μεγάλες αλυσίδες όπως οι Carrefour, Monoprix και Système U δημιουργούν νέα δίκτυα, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και εξειδικευμένα καταστήματα, επενδύοντας σε συνεργασίες με ομάδες παραγωγών. «Για την ώρα, η ζήτηση είναι τόσο υψηλή, ώστε οι τιμές παραμένουν αξιοπρεπείς. Η τιμή του γάλακτος είναι 30-40% υψηλότερη από εκείνη του συμβατικού. Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, δεν θα πρέπει να μειωθούν. Ωστόσο, αυτή είναι πάντοτε η πολιτική των μεγάλων και των μεσαίων αλυσίδων του λιανικού εμπορίου», αναλύει ο Μαρκ Μπενουά, οικονομολόγος και συνδιευθυντής της Εσωτερικής Επιτροπής Βιολογικής Γεωργίας του Εθνικού Ινστιτούτου Γεωπονικής Έρευνας (INRA). Μόλις οι μεγάλοι παίκτες του κλάδου κυριαρχήσουν στην αγορά, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσουν πιέσεις για μείωση του κόστους.

Ο κλάδος των αυγών μάλλον αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των εξελίξεων που έχουν δρομολογηθεί. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές, δεν πρέπει να υπάρχουν περισσότερες από 3.000 κότες σε κάθε κτίριο. Ωστόσο, δεν υπάρχουν περιορισμοί ως προς τον αριθμό των κτιρίων, ενώ προβλέπονται μικρότεροι χώροι σε σχέση με την πιστοποίηση «Κόκκινο Σήμα» (6) (τέσσερα τ.μ. ανά κότα αντί για πέντε). Στην Ιταλία, η επιχείρηση Eurovo υπερηφανεύεται ότι διαθέτει, πλησίον της Φλωρεντίας, βιολογικά πτηνοτροφεία με 90.000 και 250.000 κότες. Τα κελεύσματα της κερδοφορίας έχουν σε μεγάλο βαθμό υπερισχύσει των αρχών της βιολογικής γεωργίας. Στη Γαλλία, το 78% των βιολογικών αυγών πωλείται από τις μεγάλες αλυσίδες και τα εκπτωτικά σουπερμάρκετ. Οι παραγωγοί εξακολουθούν να είναι εξαρτημένοι από τους προμηθευτές ζωοτροφών, παρά το γεγονός ότι το 20% της τροφής των ζώων πρέπει να προέρχεται από την αγροτική εκμετάλλευση ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, από την περιοχή της. «Πολύ λίγοι παράγουν τις δικές τους βιολογικές ζωοτροφές. Ακόμα κι αν παράγουν την πρώτη ύλη, τα δημητριακά, τα μεταπωλούν σε επιχειρήσεις ζωοτροφών γιατί η συνταγή τους είναι πολύπλοκη, και ακόμη περισσότερο όταν μιλάμε για βιολογικές ζωοτροφές», επισημαίνει η Πασκάλ Μαγκντελαίν, διευθύντρια του τμήματος οικονομίας του Τεχνικού Ινστιτούτου Πτηνοτροφίας.

Η εξάρτηση είναι εξίσου μεγάλη και από τις επιχειρήσεις συσκευασίας, που αγοράζουν τα αυγά από τους παραγωγούς για να τα μεταπωλήσουν στα σουπερμάρκετ ή στην αγροδιατροφική βιομηχανία. Εξάλλου, ορισμένες επιχειρήσεις όπως η Cocorette και η Martines προτείνουν συμβόλαια καθετοποίησης: αγοράζουν τα πάντα (τα κτίρια, τις κότες…) και παρέχουν μέχρι και τις ζωοτροφές βιολογικές εννοείται. Ο παραγωγός μετατρέπεται σε απλό πάροχο υπηρεσιών που δεν διαθέτει πλέον εξουσία ούτε πάνω στην τιμή ούτε πάνω στο τι παράγει ούτε πάνω στον τρόπο με τον οποίο το παράγει. Με τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, οι αγρότες χάνουν κάθε αυτονομία: «Οι μάρκες μπορούν πολύ εύκολα να αλλάξουν κέντρο συσκευασίας και να επιλέξουν ένα φθηνότερο», παρατηρεί ο Μπερνάρ Ντεβουκού, πρόεδρος της Επιτροπής Βιολογικών Προϊόντων του Εθνικού Συνδικάτου Πτηνοτροφικών Σημάτων της Γαλλίας (SNLAF).

Η κατάσταση δεν είναι διόλου καλύτερη στον κλάδο του γάλακτος. Ο παραγωγός Βενσάν Περιέ περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι αγρότες: «Επέλεξα τη βιολογική κτηνοτροφία γιατί ήθελα να δουλεύω διαφορετικά. Αναζητούσα επίσης ένα οικονομικό μοντέλο το οποίο να είναι αρμονικό για όλους. Αρχικά, συνέχισα τη συνεργασία μου με την Danone: τα βιολογικά προϊόντα πήγαιναν στη θυγατρική της 2 Vaches. Το μόνο που μου έλεγαν: “Υπάρχει μια τιμή: εάν δεν σας ικανοποιεί, τότε εσείς έχετε πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και θα απευθυνθούμε αλλού”». Προτίμησε να τα βροντήξει και να έρθει σε επαφή με τη Biolait, που επιτρέπει στους κτηνοτρόφους να ενωθούν για να αποκτήσουν μεγαλύτερη ισχύ: «Αποφασίζουμε μαζί την τιμή μας, την ίδια για όλους».

Ένωση για την απόκτηση μεγαλύτερης ισχύος: αυτός είναι ο στόχος των αγροτικών συνεταιρισμών, των οποίων ωστόσο η λειτουργία δεν έχει σήμερα τίποτε το δημοκρατικό. Συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο παρέκκλισης, η Biolait και πολλές άλλες δομές –όπως η Biocoop από τον χώρο της διανομής προσπαθούν να μην υποπέσουν στα ίδια λάθη, διατηρώντας ένα κοινό όραμα: το όραμα της κοινωνικής αλλαγής. «Η συλλογική ικανότητα των παραγωγών να επηρεάζουν τη δρομολογηθείσα αλλαγή κλίμακας στον κλάδο αποτελεί μία από τις δικλείδες ασφαλείας στον επιχειρούμενο μετασχηματισμό. Αυτό προσπαθούν να επιτύχουν οι οικονομικές οργανώσεις των βιολογικών παραγωγών όπως η Biolait, η Bio Loire Océan, η BioBreizh και άλλες», εξηγεί ο Ρονάν Λε Βελύ, επίκουρος καθηγητής κοινωνιολογίας (7).

Η συστηματική υποστήριξη των αγροτών, που προωθεί με ζήλο η FNAB, διαδραματίζει κομβικό ρόλο. Σε ένα βιολογικό σύστημα, η παγκόσμια αναδιάρθρωση της γεωργικής εκμετάλλευσης –και όχι μονάχα η υποκατάσταση των χημικών εισροών από άλλες, εγκεκριμένες για βιοκαλλιέργειες– είναι απαραίτητη για την μακροπρόθεσμη επιτυχία. «Οι πλέον επιτυχημένοι βιοκαλλιεργητές είναι εκείνοι που εφαρμόζουν ένα πολύπλοκο σύστημα. Δεν υπάρχει ενιαία συνταγή. Οι αγρότες χρειάζονται γεωπονικές γνώσεις και πολλοί από αυτούς έχουν χάσει αυτές ακριβώς τις βάσεις», επισημαίνει ο Μαρκ Μπενουά.

Μια αποκλειστικά τεχνική προσέγγιση

«Σήμερα, οι περισσότεροι βιοκαλλιεργητές είναι είτε νέοι αγρότες είτε παραδοσιακοί αγρότες που στράφηκαν στη βιολογική γεωργία», παρατηρεί ο Μπενουά Λερού. «Βεβαίως, υπάρχουν πλέον ενώσεις στον βιολογικό χώρο. Υπάρχει όμως μια μορφή επαγγελματικού αταβισμού. Η βιολογική γεωργία αμφισβητεί το αναγνωρισμένο μοντέλο της προόδου. Στον ευρύτερο χώρο της γεωργίας, η βιολογική γεωργία κατηγορείται συνεχώς ότι δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τροφή για ολόκληρο τον πλανήτη». Ωστόσο, η Εθνική Ομοσπονδία Συνδικάτων Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων (FNSEA), η απόλυτη ενσάρκωση του παραγωγισμού στην γεωργία, διαθέτει πλέον τη δική της επιτροπή βιολογικής γεωργίας. Σύμφωνα με το μέλος της Ομοσπονδίας Ρεμί Φαμπρ, «εάν δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνουμε ότι απαιτείται ολοκληρωτική αναδιάρθρωση της γεωργικής εκμετάλλευσης, ενοχοποιώντας τον κόσμο, τότε οι αγρότες δεν θα στραφούν στη βιολογική γεωργία».

Από την πλευρά τους, τα αγροτικά επιμελητήρια (8) εξηγούν ότι οι δυνατότητες παροχής υποστήριξης και συμβουλών είναι περιορισμένες, εξαιτίας των επιταγών για οικονομική αποδοτικότητα. «Διαθέτουμε περιορισμένα μέσα. Ένας γεωργικός σύμβουλος δεν έχει την πολυτέλεια να αφοσιωθεί στην υποστήριξη δέκα αγροτών: οφείλει να παρακολουθεί 80-100 γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Δεν υπάρχουν παρά ενώσεις βιοκαλλιεργητών και συνδικάτα, που μπορούν να κάνουν αυτή τη δουλειά προκειμένου να υπερασπιστούν τον τρόπο σκέψης τους», εκτιμά ο Ζακ Πιόρ, εθνικός υπεύθυνος για την ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας στη Διαρκή Αντιπροσωπεία Αγροτικών Επιμελητηρίων. «Ως δημόσιος οργανισμός, οφείλουμε να ασχολούμαστε με όλους τους αγρότες, δεν μπορούμε να κάνουμε διακρίσεις ανάμεσά τους».

Στα τέλη του 2016, ο Λωράν Βοκιέζ (προερχόμενος από τους Ρεπουμπλικανούς) (9), επικεφαλής της περιφέρειας Ωβέρνη-Ροδανός-Αλπεις, αποφάσισε να μεταφέρει στα αγροτικά επιμελητήρια την τεχνική υποστήριξη των βιοκαλλιεργητών, που μέχρι τότε εξασφαλιζόταν από οργανώσεις συνασπισμένες στους κόλπους της Corabio. Το μέτρο συνοδεύτηκε από την κατάργηση της χρηματοδότησης των οργανώσεων που στήριζαν τη γεωργία των μικρών καλλιεργητών (10), όπως η Terre des liens. Βέβαια, όσο κι αν τα αγροτικά επιμελητήρια διαθέτουν σημαντικές δυνατότητες, η γενίκευση μιας αποκλειστικά τεχνικής προσέγγισης αποκλείει κάθε φιλοσοφικό ή ηθικό όραμα.

Καθώς ενσωματώνεται στα κλασικά κυκλώματα και στις κυρίαρχες οικονομικές λογικές, η βιολογική γεωργία, η οποία υποτίθεται ότι αποτελεί εναλλακτική λύση στο παγκόσμιο σύστημα, δεν κινδυνεύει άραγε να χάσει την ψυχή της; Ήδη, έχει αρχίσει να διαγράφεται η προοπτική για βιολογικά προϊόντα δύο ταχυτήτων. Η πρώτη, καθοδηγούμενη από τους νέους παίκτες της αγοράς, περιορίζεται στον σεβασμό των ελάχιστων προδιαγραφών, με κίνδυνο να επαναλάβει τους παραλογισμούς και τις ανισότητες του συστήματος της συμβατικής γεωργίας. Η δεύτερη επιχειρεί να διαφυλάξει την ιδιαιτερότητά της, ενισχύοντας τις δεσμεύσεις της μέσα από τη σύνταξη καταστατικών χαρτών, τη δημιουργία ειδικών σημάτων και τη συσπείρωση σε ομάδες παραγωγών. Το ζητούμενο είναι αν οι καταναλωτές θα έχουν τα μέσα για να κάνουν τη διαφορά.

  1. Benoît Leroux, «L’émergence de l’agriculture biologique en France: 1950-1990», «Pour», n° 227, Παρίσι, Φεβρουάριος 2016.

  2. Άτυπες τριμερείς συνεδριάσεις στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου Υπουργών.

  3. (Σ.τ.Μ.) Γάλλος αγροτοσυνδικαλιστής και ακτιβιστής, εμβληματική μορφή των κινημάτων για την εναλλακτική παγκοσμιοποίηση, την προστασία των μικροκαλλιεργητών και εναντίον των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών.

  4. Ika Darnhofer, Thomas Lindenthal, Ruth Bartel-Kratochvil και Werner Zollitsch, «Conventionalisation of organic farming practices: From structural criteria towards an assessment based on organic principles», «Agronomy for Sustainable Development», τ. 30, n°1, Les Ulis, Μάρτιος 2010.

  5. Eve Fouilleux και Allison Loconto, «Voluntary standards, certification and accreditation in the global organic agriculture field: A tripartite model of technopolitics», «Agriculture and Human Values», τ. 34, n°1, Βερολίνο, 2016.

  6. (Σ.τ.Μ.) Label Rouge: γαλλική πιστοποίηση που βεβαιώνει την εξαιρετική ποιότητα τροφίμων, παραγόμενων με προδιαγραφές που βρίσκονται μεταξύ εκείνων των βιολογικών προϊόντων και των συμβατικών προϊόντων.

  7. Ronan Le Velly, «Sociologie des systèmes alimentaires alternatifs. Une promesse de différence», Presses des Mines, Παρίσι, 2017.

  8. (Σ.τ.Μ.) Στη Γαλλία, εκτός από τα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια, υπάρχουν και αγροτικά επιμελητήρια που διαθέτουν εξειδικευμένα στελέχη-συμβούλους και σημαντικά τεχνικά μέσα.

  9. (Σ.τ.Μ.) Σημαντική προσωπικότητα της «σκληρής», «λαϊκής» Δεξιάς. Είναι ανοιχτός στον διάλογο με το Εθνικό Μέτωπο της Λε Πεν και θαυμάζει την ελευθεροστομία του Τραμπ.

  10. (Σ.τ.Μ.) Παρά το γεγονός ότι στη Γαλλία οι μικρομεσαίοι αγρότες έχουν κλήρο 200-500 στρέμματα, το μοντέλο υπερεντατικής, βιομηχανικού τύπου γεωργίας που έχει επιλεγεί στη χώρα ευνοεί τους μεγαλοαγρότες-επιχειρηματίες (με κλήρο πολύ συχνά άνω των 2.000 στρεμμάτων), εξωθώντας στο περιθώριο τους μικρότερους.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο