RT: ο αντίποδας του CNN στη Συρία

Στις 14 Δεκεμβρίου 2016, ο συριακός στρατός ανέκτησε τον απόλυτο έλεγχο των ανατολικών συνοικιών του Χαλεπίου, προπύργιο των αντιπάλων του Άσαντ. Πώς όμως κατέγραψαν και αντιμετώπισαν το γεγονός τα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα;

Πολλές μέρες πριν, το RT βρισκόταν ήδη στο θέατρο των συγκρούσεων. Στις 7 Δεκεμβρίου, άρχισε να μεταδίδει τις πρώτες εικόνες της εισόδου του συριακού στρατού στο ανατολικό Χαλέπι. Η ανταποκρίτρια του καναλιού Λίζι Φέλαν, ερχόμενη στο πλευρό των καθεστωτικών δυνάμεων, περιφέρεται στα ερείπια, σχολιάζοντας την παρουσία εγκαταλελειμμένων εκτοξευτήρων ρουκετών και βαρελιών με χημικά. Στην ιστοσελίδα υπάρχει και βίντεο 360 μοιρών, στο οποίο ο χρήστης μπορεί να κινηθεί με το ποντίκι του. Στη συνοικία Αλ-Λαϊραμούν τα κτίρια έχουν απομείνει χωρίς τζάμια. «Όλοι οι άνθρωποι που ζούσαν κι εργάζονταν εδώ έχουν φύγει. Δεν έχουν απομείνει παρά στρατιώτες», επιβεβαιώνει ο σχολιαστής (13 Δεκεμβρίου), σαν να θέλει να διαψεύσει τις κατηγορίες του εκπροσώπου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που την ίδια ημέρα δήλωνε ότι οι καθεστωτικές δυνάμεις εκτέλεσαν τουλάχιστον 82 πολίτες, μεταξύ τους γυναίκες και παιδιά. Την επομένη, εν μέσω ενός πλήθους που ζητωκραυγάζει, η Φέλαν ανακοινώνει την ανακατάληψη του Χαλεπίου.

Τις προηγούμενες ημέρες, ο δυτικός Τύπος ανησυχούσε για τους κινδύνους αντίποινων κατά των πολιτών. Η αποχώρησή τους ήταν η βασική έγνοια του CNN. Το αμερικανικό κανάλι μεταδίδει εικόνες καταβεβλημένων κατοίκων που απομακρύνονται εν όψει της προώθησης των καθεστωτικών δυνάμεων, κάποιοι με παιδιά στην αγκαλιά ή μεταφέροντας κάποιον ηλικιωμένο σε καρότσι («Σε εξέλιξη μαζική έξοδος στο Χαλέπι», 12 Δεκεμβρίου). Ωστόσο, πριν τις 19 Δεκεμβρίου δεν υπήρξε ούτε μία εικόνα με τα λεωφορεία που διέθεσε η κυβέρνηση για την απομάκρυνση των πολιτών, κάτι που παρουσιαζόταν σε όλα τα άλλα κανάλια. Αν και χρηματοδοτούμενο από χώρα ανοιχτά εχθρική στον πρόεδρο Άσαντ, το κανάλι του Κατάρ Al Jazeera δείχνει τις σειρές λεωφορείων που μεταφέρουν τους πρόσφυγες προς την περιοχή του Ιντλίμπ, ζώνη ελεγχόμενη από τους αντάρτες (15 Δεκεμβρίου). Όσον αφορά το BBC, μεταδίδει βίντεο ανταρτών που αφηγούνται τις ταπεινώσεις που υπέστησαν πριν ανεβούν στα οχήματα, αλλά και έναν άνδρα στους δρόμους του Ιντλίμπ, ο οποίος δηλώνει ότι αισθάνεται ανακούφιση που είναι ζωντανός (21 Δεκεμβρίου).

 

Ειδησεογραφικό συνεργείο στη Συρία (φωτ.: Ρωσικό υπουργείο Άμυνας, mil.ru).

 

Στις 14 Δεκεμβρίου, ένα ρεπορτάζ του France 24 δείχνει ταυτόχρονα τις σκηνές των πανηγυρισμών στους δρόμους του Χαλεπίου και τις αυτοκινητοπομπές που εγκαταλείπουν τις συνοικίες των ανταρτών. Το γαλλικό κανάλι επισημαίνει ότι, την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι των σιιτικών χωριών Φούα και Καφράγια, που είχαν καταληφθεί από αντάρτες, έλαβαν άδεια να βγουν από τη μέχρι πρότινος κλειστή περιοχή. «Αυτήν τη φορά, οι διαφυγόντες οδηγήθηκαν στο Χαλέπι», υπογραμμίζει ο σχολιαστής. Ο μόνος στρατιωτικός ερωτηθείς ήταν ένας εκπρόσωπος του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, μιας κοσμικής αντάρτικης ομάδας, πολύ λίγο αντιπροσωπευτικής των ένοπλων ομάδων ισλαμιστών και τζιχαντιστών που δρουν στο πεδίο. Παραπονιέται για τις κακές καιρικές συνθήκες, αλλά δεν λέει λέξη για βιαιοπραγίες του συριακού στρατού.

Αν και σε αντίθετα στρατόπεδα, το CNN και το RT μοιράζονται μια συναισθηματική μετάδοση της είδησης για τη συνθηκολόγηση των ανταρτών και την απελευθέρωση του Χαλεπίου. Το αμερικανικό κανάλι μεταδίδει την έκκληση της Γιασμίν Κανούζ, ενός ορφανού παιδιού 10 ετών που λέει: «Καλημέρα, είναι ίσως η τελευταία φορά που ακούτε τη φωνή μου», πριν ζητήσει τρόφιμα. Το RT καταγγέλλει «τα δυτικά κανάλια που επικεντρώνονται στην ανθρώπινη οδύνη, έως και την διαστρεβλώνουν, προκειμένου να προωθήσουν μια πολιτική ατζέντα για τα συμφέροντα εξουσίας που υπηρετούν» (21 Αυγούστου 2016). Κάτι που δεν το εμπόδισε να μεταδίδει πολλές φορές καθημερινά, καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας της 13ης Φεβρουαρίου, ένα ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στα παιδιά της Συρίας που έγιναν θύματα του πολέμου.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Συντάκτης της «Le Monde diplomatique».