Αφρική: Ο φόβος της τζιχάντ των Πελ

Λόγω της κλιματικής αλλαγής και των οικονομικών πολιτικών που ακολουθούνται, η κατάσταση των νομάδων κτηνοτρόφων της Υποσαχάριας Αφρικής, ανέκαθεν δύσκολη, επιδεινώνεται. Σε σημείο ώστε πολλά μέλη της φυλής Πελ να παίρνουν πλέον τα όπλα προκειμένου να προβάλουν τις διεκδικήσεις τους. Μουσουλμάνοι στην πλειοψηφία τους, πυκνώνουν τις τάξεις των τζιχαντιστών που αποσταθεροποιούν την περιοχή.

Αντιμέτωπο με την εξέγερση των βοσκών Πελ (ή Φούλα, όπως είναι γνωστοί στον αγγλόφωνο κόσμο), που συνταράζει το κεντρικό Μάλι από το 2015, απειλώντας ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή, «το κράτος προχωρά διστακτικά», δηλώνει ανήσυχος ο Σουμεϋλού Μπουμπέιγ Μαΐγκα, ο οποίος έχει διευθύνει, διαδοχικά, τις υπηρεσίες πληροφοριών, τη διπλωματία και τον στρατό της χώρας. Κατά τη γνώμη του, η αλληλοδιαπλοκή των κρίσεων στο Σαχέλ αλλά και η «άγνοια των ποιμενικών δυναμικών» περιπλέκουν τις προσπάθειες να τεθεί υπό έλεγχο η πυρκαγιά. Στην Αφρική υπήρχαν ανέκαθεν συγκρούσεις μεταξύ καλλιεργητών και κτηνοτρόφων (τόσο νομάδων όσο και ημινομάδων, που μεταφέρουν τα κοπάδια τους σε διαφορετικούς βοσκότοπους ανάλογα με τις εποχές). Όπως υπενθυμίζει ο ανθρωπολόγος Στεν Χάγκμπεργκ, οι κτηνοτρόφοι Πελ υπήρξαν συχνά πρωταγωνιστές σε «διενέξεις που οφείλονταν σε ζημιές στα λιβάδια, στην πρόσβαση στο νερό ή στο πέρασμα των κοπαδιών τους» (1). Όμως, οι συγκρούσεις περιορίζονταν σε μία περιοχή και διαρκούσαν μονάχα μερικές ημέρες: μετά, κάθε στρατόπεδο μετρούσε τους νεκρούς του.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι συγκρούσεις είναι περισσότερες, φονικότερες και έχουν λάβει εντελώς διαφορετική έκταση. Η φύση τους έχει αλλάξει, καθώς υποδαυλίζονται από την ανάπτυξη των τρομοκρατικών κινημάτων, τη διακίνηση των όπλων που πραγματοποιείται στην περιοχή, αλλά και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Αν και οι Πελ κινητοποιούνται για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, οι διεκδικήσεις τους υποκινούνται επίσης από παραστρατιωτικές οργανώσεις που συγκρούονται στην περιοχή, απειλώντας να καταστήσουν την κατάσταση ανεξέλεγκτη.

Γυναίκες της φυλής Πελ στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία (φωτ.: Brice Blondel for HDPTCAR).

Αν και δεν διαθέτουμε κανένα ακριβές στοιχείο, εκτιμάται ότι ο αριθμός των Πελ ενός λαού κτηνοτρόφων, Μουσουλμάνων στην πλειονότητά τους ανέρχεται σε περίπου 30 εκατομμύρια. Ζουν διασκορπισμένοι σε πολλές χώρες: Νιγηρία, Γουινέα, Σενεγάλη, Καμερούν, Μάλι, Νίγηρα, Μπουρκίνα Φάσο, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Ακτή Ελεφαντοστού, Μαυριτανία, Γκάμπια, Γουινέα Μπισάου. Σπρωγμένοι από τις ξηρασίες των δεκαετιών του 1970 και 1980, άρχισαν μια μεγάλη μετανάστευση προς τον Νότο. Μέσα σε 40 χρόνια, οι κλιματολόγοι κατέγραψαν ιλιγγιώδη μείωση των βροχοπτώσεων στο Σαχέλ (-20% κατά μέσο όρο). Σοβαρότατα επεισόδια ξηρασίας προκάλεσαν τον θάνατο χιλιάδων ατόμων και εκατομμυρίων ζώων. Επιπλέον, οι Πελ βρέθηκαν αντιμέτωποι με την επέκταση των καλλιεργήσιμων ζωνών που περιόρισε σταδιακά τα βοσκοτόπια τους και τις περιοχές εποχικής εγκατάστασής τους. Τέλος, η προτεραιότητα που έχει δοθεί στην εντατική κτηνοτροφία περιθωριοποιεί τους νομάδες. Αγνοημένοι από τις αναπτυξιακές πολιτικές, συχνά κινούμενοι σε χώρες των οποίων δεν έχουν την υπηκοότητα, οι βοσκοί Πελ αισθάνονται ότι ζουν σε εχθρικό περιβάλλον.

Καλάσνικοφ για τους βοσκούς

Έτσι, στην κεντρική Νιγηρία εύφορη περιοχή που χωρίζει τον μουσουλμανικό Βορρά από τον χριστιανικό Νότο της χώρας άρχισαν να συρρέουν κτηνοτρόφοι Πελ ερχόμενοι από τον Βορρά. Εκτός από την κλιματική αλλαγή, τους έδιωχνε από τον τόπο τους η υπερβόσκηση και, πιο πρόσφατα, οι σφαγές της Μπόκο Χαράμ, της ισλαμιστικής σέκτας που έχει αιματοκυλήσει τα τελευταία οκτώ χρόνια το βορειοανατολικό τμήμα της χώρας. Από εκείνη τη στιγμή, οι κτηνοτρόφοι (στην πλειονότητά τους νομάδες και Μουσουλμάνοι) και οι καλλιεργητές (μόνιμα εγκατεστημένοι και στην πλειονότητά τους Χριστιανοί) ανταγωνίζονται για την πρόσβαση στη γη και στο νερό, με φόντο την εκτεταμένη δράση λήσταρχων που διακινούν κλεμμένα ζώα. Τα φονικά και οι καταστροφές έφτασαν σε πρωτοφανή επίπεδα στον Βορρά και στο κέντρο της χώρας, όπου καταγράφονται εκατοντάδες νεκροί, ενώ οι εντάσεις μεταφέρονται πλέον και στις νοτιότερες ομόσπονδες Πολιτείες της Νιγηρίας.

Αγνοημένος από τις πολιτικές αρχές, που έχουν στραμμένη την προσοχή τους στις αντάρτικες ομάδες στο Δέλτα του Νίγηρα (2), ο συγκαλυμμένος αυτός πόλεμος ενδέχεται να λάβει νέες διαστάσεις. Πράγματι, στις κεντρικές περιοχές της χώρας κυριαρχεί ένας έντονος θρησκευτικός ανταγωνισμός, όπως αποδείχθηκε το 2010 από τις σφαγές της Τζος (πόλη της κεντρικής Νιγηρίας), κατά τη διάρκεια των οποίων δολοφονήθηκαν δεκάδες ατόμων. Οι προερχόμενοι από τον Βορρά κτηνοτρόφοι Πελ πέφτουν θύματα της εχθρότητας που επικρατεί ενάντια στους μουσουλμάνους και κατηγορούνται ως συνένοχοι της Μπόκο Χαράμ, παρ’ όλο που και αυτοί προσπαθούν να γλιτώσουν από τις φρικαλεότητές της.

Το 2015, η εκλογή στην προεδρία της Νιγηρίας ενός Πελ, του Μουχαμαντού Μπουχάρι, δεν οδήγησε στην αλλαγή των αντιλήψεων. Ο νέος αρχηγός του κράτους δεν κινητοποιήθηκε υπέρ των βοσκών που ανήκουν στην ίδια εθνότητα με αυτόν. Διότι, τόσο στη Νιγηρία όσο και στις υπόλοιπες χώρες του Σαχέλ, με την πάροδο του χρόνου προέκυψε ένα πραγματικό χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που αποκαλούνται –κάπως σχηματικά «Πέλ των πόλεων» (συχνά πτυχιούχοι και αστικοποιημένοι) και στους «Πελ της υπαίθρου», η πλειονότητα των οποίων συνήθως έχει λάβει ελάχιστη μόρφωση.

Στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, οι Πελ έχουν εμπλακεί σε μια διαφορετικής μορφής σύγκρουση, που έχει ωστόσο παρόμοια χαρακτηριστικά. Όταν ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μετά το πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 2013, οι σχέσεις ήταν ήδη τεταμένες με τους βοσκούς που κατέβαιναν από το Τσαντ, διωγμένοι από την ξηρασία. Σε μια χώρα στην οποία το κράτος έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται, κάθε κοινότητα έχει αφεθεί στη μοίρα της. Καθώς πολλαπλασιάζονται οι ένοπλες ομάδες και οι ενέδρες στους δρόμους, οι βοσκοί τροποποιούν τις διαδρομές των κοπαδιών τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συγκρούσεις με τους καλλιεργητές. Οπλίζονται όχι πια με ματσέτες ή με παλιά ντουφέκια, αλλά με καλάσνικοφ αγορασμένα από τους πάσης φύσεως διακινητές, από τους οποίους βρίθει η περιοχή.

Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε ένας Πελ από το Τσαντ, ο Μπαμπά Λαντέ, ένας πρώην χωροφύλακας που εξεγέρθηκε εναντίον του αυταρχικού καθεστώτος του προέδρου Ιντρίς Ντεμπί και ισχυρίζεται ότι προστατεύει τους κτηνοτρόφους Πελ της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας… την ίδια στιγμή που τους παίρνει χρήματα μέσω εκβιασμών και κλέβει τα κοπάδια τους. Περικυκλωμένος από τον στρατό του Τσαντ και των Κεντροαφρικανών, παραδίδεται και επιστρέφει στη Ν’Τζαμένα του Τσαντ το 2012. Ωστόσο, ένα τμήμα των μαχητών του κινήματός του, του Λαϊκού Μετώπου για την Ανάκαμψη (FPR), αρνείται να τον ακολουθήσει. Και όταν το 2013 ξεσπά εμφύλιος πόλεμος, εντάσσονται στις τάξεις των πρώην εξεγερμένων της Seleka (Μουσουλμάνοι), μαχόμενοι εναντίον των παραστρατιωτικών πολιτοφυλακών antibalaka (Χριστιανοί).

Σήμερα, ο Αλί Νταράσα, πρώην στέλεχος του FPR, έχει πάρει την σκυτάλη από τον Λαντέ. Επικεφαλής της Ένωσης για την Ειρήνη στην Κεντρική Αφρική (UPC), ισχυρίζεται και αυτός ότι υπερασπίζεται τους κτηνοτρόφους Πελ, τους οποίους έχει οπλίσει και poy κατηγορούνται ότι έχουν διαπράξει αναρίθμητες φρικαλεότητες (καμένα και λεηλατημένα χωριά, «τυφλές» εκτελέσεις πολιτών) στο βορειοδυτικό και κεντρικό τμήμα της χώρας. Οι σφαγές έχουν κορυφώσει την εχθρότητα ενάντια στο σύνολο των Πελ, που με τη σειρά τους γίνονται στόχοι. Αν και δεν είναι εύκολο να υπάρξουν αξιόπιστοι αριθμοί, εκτιμάται ότι μεγάλο μέρος των 463.000 Κεντροαφρικανών που έχουν καταφύγει σε γειτονικές χώρες είναι Πελ. Η εισροή προσφύγων πυροδοτεί μερικές φορές εντάσεις, όπως στο Καμερούν το 2014, όταν οι τοπικοί πληθυσμοί είδαν να καταφθάνουν οι βοσκοί με τα ζώα τους.

Όσο για τους κτηνοτρόφους που έμειναν στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, οι πρώην μαχητές του Seleka κλέβουν πολύ συχνά τα κοπάδια τους, συνήθως τη μοναδική περιουσία τους –σύμφωνα με τον ΟΗΕ, «βρίσκουν στις κλοπές ζώων μια σημαντική πηγή εσόδων (3)». Επιπλέον, στην πρωτεύουσα Μπανγκουί, οι Πελ αντιμετωπίζονται μάλλον με εχθρότητα και συχνά ακούγεται η φράση «οι Μουσουλμάνοι πρέπει να επιστρέψουν στον τόπο τους». Ορισμένοι πολιτικοί καταγγέλλουν πλέον τις –απίθανες– σχέσεις μεταξύ του πρώην Seleka και των τζιχαντιστών που λυμαίνονται τη Δυτική Αφρική.

Το φάντασμα της «τζιχάντ των Πελ» αρχίζει να αποκτά σάρκα και οστά στο κεντρικό Μάλι, μια περιοχή όπου οι ημινομάδες βοσκοί μεταφέρουν εποχικά τα κοπάδια τους. Κατά τον 19ο αιώνα, οι Πελ είχαν δημιουργήσει εκεί τη θεοκρατική αυτοκρατορία της Μασίνα. Εδώ και δύο χρόνια, η επιρροή των τζιχαντιστικών κινημάτων, με παρουσία μέχρι τότε μονάχα στον Βορρά της χώρας, εξαπλώθηκε στην περιοχή του Μοπτί, σε σημείο που η κατάσταση να μοιάζει ανεξέλεγκτη. Δεκάδες μαχητές –Πελ στην πλειονότητά τους– σπέρνουν τον τρόμο. Δηλώνουν υπακοή στον Αμαντού Κουφά, ηγέτη της κατίμπα Μασίνα («λόχος Μασίνα»), ένοπλης ομάδας που εμφανίστηκε το 2015 και συνδέεται με τη σαλαφιστική οργάνωση των Τουαρέγκ Ανσάρ Ντιν. Τον Φεβρουάριο του 2016, η κατίμπα Μασίνα συνδέθηκε με την Ομάδα Υποστήριξης του Ισλάμ και των Μουσουλμάνων, ένα κίνημα το οποίο προέκυψε από τη συγχώνευση ομάδων του Σαχέλ που συσπειρώνονται κάτω από το λάβαρο της Αλ Κάιντα.

Οι στοχευμένες δολοφονίες και οι επιθέσεις ενόπλων πολλαπλασιάζονται, όπως και οι επιδρομές σε χωριά. Σύμφωνα με την Human Rights Watch, οι φρικαλεότητες που έχουν διαπράξει κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2017 οι ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες, οι πολιτοφυλακές αυτοάμυνας και, σε μικρότερο βαθμό, ο στρατός του Μάλι, έχουν προκαλέσει τον θάνατο τουλάχιστον 52 ατόμων, ενώ περισσότεροι από 10.000 κάτοικοι του κεντρικού Μάλι έχουν υποχρεωθεί να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. «Σε αυτές τις ζώνες, το κράτος δεν ελέγχει πλέον τίποτα. Τα σχολεία είναι κλειστά, οι δημόσιοι υπάλληλοι κρύβονται και το μόνο που κάνει ο στρατός είναι να περνάει», διαπιστώνει, ζητώντας να διαφυλαχθεί η ανωνυμία του, ένας αιρετός της τοπικής αυτοδιοίκησης που κατέφυγε στην πρωτεύουσα Μπαμακό για λόγους ασφαλείας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γενικευμένης ανασφάλειας αναζωπυρώνονται οι εντάσεις, συχνά με ρίζες στο παρελθόν, ανάμεσα στις κοινότητες των Πελ, των Μπαμπάρα και των Ντογκόν, με κάθε ομάδα να δημιουργεί τη δική της πολιτοφυλακή αυτοάμυνας.

Η επέκταση της ισλαμιστικής βίας οδηγεί συχνά στην υποτίμηση της κοινωνικής διάστασης των συγκρούσεων. Ωστόσο, στο Σαχέλ συχνά λένε ότι «δεν υπάρχουν τρομοκράτες Πελ, μονάχα θυμωμένοι Πελ». Σύμφωνα με τον Αντάμ Τιάμ, δημοσιογράφο και καλό γνώστη της κατίμπα Μασίνα, οι ρίζες της εξέγερσης βρίσκονται στην οικονομική ύφεση που πλήττει την περιοχή του Μοπτί. Οι κυριότερες οικονομικές δραστηριότητες της περιοχής, που αποτελεί τον οικονομικό πνεύμονα της χώρας, πλήττονται εδώ και αρκετά χρόνια: ο τουρισμός λόγω της ανασφάλειας, η γεωργία και η κτηνοτροφία λόγω της ξηρασίας. Συγκρούσεις υπήρχαν και πριν από την κατάληψη, το 2012, του Τιμπουκτού από τους ισλαμιστές. Ωστόσο, εκείνη τη χρονιά, η εμφάνιση ένοπλων αυτονομιστικών και τζιχαντιστικών ομάδων «άλλαξε ριζικά τον τρόπο διευθέτησης» αυτών των διενέξεων. «Η προσφυγή στις παραδοσιακές αρχές αντικαταστάθηκε από την προσφυγή στις ένοπλες ομάδες».

Το 2012, οι τζιχαντιστές δεν κατέλαβαν μονάχα το βόρειο Μάλι, αλλά και ένα τμήμα του κέντρου της χώρας. Οι Πελ, που κατήγγελλαν επί χρόνια τη συρρίκνωση των βοσκοτόπων τους στις περιοχές των Ντογκόν ή πλήττονταν από τις ληστρικές επιδρομές των Τουαρέγκ, αποφάσισαν να τεθούν υπό την προστασία των νέων κυρίαρχων αυτής της ζώνης, του Κινήματος για την Ενότητα και τη Τζιχάντ στη Δυτική Αφρική (MUJAO), παρακλάδι της Αλ Κάιντα του Ισλαμικού Μαγκρέμπ (AQMI), παρά το γεγονός ότι δεν συμμερίζονταν την ιδεολογία τους.

Ακούγοντας το κήρυγμα στο κινητό

Όταν τον Ιανουάριο του 2013 οι τζιχαντιστές, μετά τη γαλλική στρατιωτική επέμβαση, διώχθηκαν από την περιοχή, μερικοί από τους Πελ που τους είχαν στηρίξει έγιναν ζωοκλέφτες, άλλοι εντάχθηκαν στις πολιτοφυλακές αυτοάμυνας, ενώ κάποιοι άλλοι εντάχθηκαν στην κατίμπα Μασίνα για διάφορους λόγους: δίψα για κέρδος, θρησκευτικές πεποιθήσεις, αλλά και αντίδραση ενάντια στις ωμότητες του στρατού του Μάλι ή ενάντια στην αριστοκρατία των Πελ. Σύμφωνα με τον Τιάμ, από τα τέλη του 19ου αιώνα οι βοσκοί Πελ υφίστανται οικονομική και πολιτική περιθωριοποίηση, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας της κοινότητάς τους. Στα πρόσφατα γεγονότα είδαν λοιπόν τη δυνατότητα να χειραφετηθούν από τους νόμους (καθεστώς γαιοκτησίας, άτυπες φορολογήσεις κ.λπ.). Και βρήκαν τον εκπρόσωπό τους στο πρόσωπο του Κουφά.

Αυτός ο φονταμενταλιστής Πελ, του οποίου τα κηρύγματα η νεολαία ακούει μέσω κινητού τηλεφώνου, καταγγέλλει εδώ και τριάντα χρόνια τα «προνόμια» των μεγάλων οικογενειών προυχόντων, τη διαφθορά των τοπικών αρχών και τη συνενοχή των ελίτ των Πελ, κατ’ αυτόν υπεύθυνων για την καταλήστευση των βοσκών. «Πολλοί κάτοικοι των κεντρικών περιοχών, θύματα αδικιών ή εκβιαστικής απόσπασης χρημάτων, βλέπουν σε αυτόν ένα μέσο για να επιτύχουν την επανόρθωση όσων έχουν υποστεί», εξηγεί ο Τιάμ, που θεωρεί ότι «βρισκόμαστε μπροστά στο ιδανικό φυτώριο οπαδών για οποιονδήποτε θα ενσάρκωνε ένα μοντέλο ρήξης με την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων».

Υπάρχουν πιθανότητες να αναπαραχθεί και αλλού αυτός ο φαύλος κύκλος; Αυτό φοβάται ο Σουμεϋλού Μπουμπέιγ Μαΐμπα: «Υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους Πελ ανάλογα με τη χώρα. Όμως, όλοι τους ζουν κάτω από λίγο πολύ όμοιες συνθήκες. Και διατηρούν επαφές αναμεταξύ τους». Από την πλευρά του, ο Ζαν-Ερβέ Ζεζεκέλ, αναπληρωτής διευθυντής του International Crisis Group, τονίζει πόσο επικίνδυνο είναι να αναμειγνύουμε τις διεκδικήσεις των Πελ με τα τζιχαντιστικά κινήματα και θεωρεί «υπερκτιμημένη την ιδέα ενός ενοποιημένου κινήματος των Πελ». Αντίθετα, φοβάται την εκκόλαψη πολλών εστιών εξέγερσης σε αγροτικές περιοχές κρατών του Σαχέλ με κλονισμένη κεντρική εξουσία. Αυτό συμβαίνει ήδη στη Μπουρκίνα Φάσο, στην επαρχία Σουμ (Βορράς), όπου τον Δεκέμβριο του 2016 ιδρύθηκε μια νέα τζιχαντιστική ομάδα, η Ανσαρούλ Ισλάμ, που αποτελείται κυρίως από Πελ και έχει ηγέτη έναν ιεροκήρυκα που πρόσκειται στον Κουφά.

  1. Sten Hagberg, «A l’ombre du conflit violent», «Cahier d’études africaines», Ν° 161, Παρίσι, 2001.

  2. Βλ. Jean-Cristophe Servant, «Au Nigéria, le pétrole de la colère», «Le Monde diplomatique», Απρίλιος 2006.

  3. Έκθεση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ (S/2016/824) για την κατάσταση στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Νέα Υόρκη, Σεπτέμβριος 2016.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο