Στη Βαγδάτη, η τέχνη είναι πεισματάρα

Παρά τη βία, την έλλειψη μέσων και υποδομών, τα πολιτιστικά έργα αφθονούν στην ιρακινή πρωτεύουσα. Το θέατρο, ο χορός, ακόμα και ο κινηματογράφος αρνούνται πεισματικά να συμβιβαστούν και θέλουν να υπερασπιστούν ένα προοδευτικό όραμα για την κοινωνία τους. Οι καλλιτέχνες χτίζουν γέφυρες με τη Γαλλία προκειμένου να καταστήσουν ευρύτερα γνωστά τα έργα και παράλληλα να διασφαλίσουν την εκπαίδευση των νέων ηθοποιών.

Καμιά δεκαριά νέοι άντρες σκουπίζουν τα συντρίμμια και τους σοβάδες, σιωπηλοί και συγκεντρωμένοι. Ένας στυφός καπνός μάς πνίγει όταν αποσύρονται και μας αφήνουν αντιμέτωπους με τη βαριά σιωπή ενός μαύρου, δυσοίωνου κρατήρα. Στιγμές αργότερα, αρχίζει να ακούγεται μουσική και ένα νήμα φωτός εμφανίζεται. Στο έδαφος, ένα βασανισμένο σώμα αγωνιά. Το πρόσωπό του ακτινοβολεί με πόνο τις τελευταίες εκλάμψεις της ζωής, μαγνητίζοντας τα βλέμματά μας. Ένας σύντροφός του στη δυστυχία, καταβεβλημένος, με κουρελιασμένα ρούχα, σμίγει μαζί του και επιχειρεί, με μια κίνηση αδελφοσύνης, να πιάσει το χέρι του. Στο άγγιγμά του, το τραυματισμένο σώμα συσπάται και συστέλλεται. Κάθε απόπειρα προσέγγισης και συμπόνοιας μοιάζει καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά ο δεύτερος άντρας επιμένει, απλώνοντας γύρω από αυτόν τον επιθανάτιο ρόγχο τη μεγάλη του αγκαλιά, επιζητώντας απελπισμένα να απαλύνει τον πόνο. Αυτό το αξιοθαύμαστο και επίπονο μπαλέτο διαρκεί γύρω στα είκοσι λεπτά, πυκνά και γεμάτα ανησυχία, ώσπου ένας ψαλμός από το Κοράνι έρχεται να δηλώσει πως πρέπει να παραδοθούμε στο πένθος και στην προσευχή, αναζητώντας τη γαλήνη πέρα από τον επίγειο κόσμο.

Είναι πολλοί οι νέοι που έχουν έρθει στο Μουντάντα Αλ-Μασρέχ, πρώην κατοικία του Αμπντ Αλ-Ραχμάν Αλ-Γκιλλανί, πρωθυπουργού της πρώτης ιρακινής κυβέρνησης (1920), που μετατράπηκε σε θέατρο το 2009. Το κοινό σηκώνεται όρθιο για να χειροκροτήσει πολλή ώρα το «Αμμώνιο», τη χορογραφία του Αλί Νταΐμ, αφιερωμένη στη μνήμη των θυμάτων από τον εκρηκτικό μηχανισμό με βάση την αμμωνία που εξερράγη στο Καράντα. Πέρυσι, στις 3 Ιουλίου του 2016, στο τέλος του Ραμαζανιού, σ’ αυτή την κατά βάση σιιτική συνοικία, που φιλοξενεί και μια ισχυρή χριστιανική μειονότητα και η οποία αποτελεί το επίκεντρο της δραστηριότητας στη Βαγδάτη, ένα παγιδευμένο με εκρηκτικά φορτηγό κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 300 ανθρώπους, ξεκληρίζοντας οικογένειες που γιόρταζαν το τέλος της νηστείας. «Είδαμε αυτή την κατάσταση απόλυτης φρίκης. Χαράχτηκε για πάντα στη μνήμη μας», σχολιάζει ο σκηνοθέτης, που έχασε συγγενείς σε αυτή την εγκληματική επίθεση.

Στις 29 Μαΐου 2017, ένα ακόμη παγιδευμένο όχημα εκρήγνυται στο Καράντα, ενώ λίγες ώρες αργότερα ακολουθεί η έκρηξη ενός αυτοκινήτου-βόμβα κοντά σε μια γέφυρα. Την επομένη, νέα τρομοκρατική επίθεση σημειώνεται στο Χιτ, διακόσια χιλιόμετρα δυτικά της πρωτεύουσας. Απολογισμός: περίπου σαράντα νεκροί και πολλοί τραυματίες. Το Ραμαζάνι ξεκίνησε εδώ και τρεις μέρες και, όπως τον Ιούλιο του 2016, στη μνήμη των κατοίκων της πρωτεύουσας επανέρχεται το Ισλαμικό Κράτος, εγκλωβισμένο στη Μοσούλη, το προπύργιό του στο βόρειο τμήμα του Ιράκ.

 

Η αγορά βιβλίων της οδού Αλ-Μουτανάμπι στη Βαγδάτη, τόπος συνάντησης των διανοούμενων (φωτ.: Salam Pax).

 

Ωστόσο, η κατάσταση έμοιαζε πιο ήρεμη τους τελευταίους μήνες στη Βαγδάτη, μακριά από τις σκηνές Αποκάλυψης του 2015, με τις τριακόσιες ογδόντα επιθέσεις. Η ανησυχία και η ένταση ηλεκτρίζουν εκ νέου τα πρόσωπα και την ατμόσφαιρα, χωρίς αυτό να εμποδίζει τους κατοίκους της Βαγδάτης να επιστρέψουν στους δρόμους, αψηφώντας την τρομοκρατία, όπως κάνουν πάντα. «Όλοι εδώ έχουν χάσει έναν δικό τους άνθρωπο εξαιτίας του πολέμου ή των τρομοκρατικών επιθέσεων. Βρισκόμαστε διαρκώς δίπλα στον θάνατο, αρνούμαστε όμως να κρυφτούμε. Επιστρέφουμε πάντα στους τόπους του δράματος, ξαναχτίζουμε ό,τι μπορεί να ξαναχτιστεί, είναι ο δικός μας τρόπος για να συνεχίσουμε να ζούμε», εξηγεί ο Γαχία, ένας ηθοποιός.

Συνεχίζουν να ζουν αψηφώντας καθημερινά τη βία των παραστρατιωτικών οργανώσεων και της μαφίας, τις διακοπές νερού και ρεύματος, την αστική κόλαση με τα μποτιλιαρίσματα, τους διαρκείς ελέγχους στα εκατοντάδες μπλόκα, τη μάζα από γιγαντιαίους τσιμεντόλιθους που παραμορφώνουν την πόλη, την πανταχού παρουσία των δυνάμεων ασφαλείας.

«Η δολοφονία. Η αίσθηση ασφυξίας. Ο θόρυβος». Αυτό ακριβώς είναι το θέμα του θεατρικού έργου «Noise» του Ρασούλ Αμπάς, μιας επίσης βουβής παράστασης. Αντιασφυξιογόνες μάσκες, σημάδια εκτέλεσης, βροχή από σφαίρες… Και η κίνηση των ελεύθερων και απελευθερωμένων σωμάτων, σε έναν χορό ζωής και οργής, σαν σε εξέγερση. Οι νέοι Ιρακινοί που παρακολουθούμε στη σκηνή δεν έχουν γνωρίσει παρά τον θόρυβο και τη μανία ενός πολέμου που κατέστησε το Ιράκ μία από τις πιο βίαιες χώρες του κόσμου. Και πλήρωσαν επίσης ακριβά το καταστροφικό εμπάργκο της δεκαετίας του 1990 που προκάλεσε βαθιές αλλαγές στην κοινωνία, με τις επιπτώσεις της φτωχοποίησης και της αποσάθρωσης να γίνονται ακόμη αισθητές. Μιλούν για την καθημερινότητα που αντιμετωπίζουν και δημιουργούν ένα θέατρο της αποσύνθεσης. «Κάνουμε πρόβα και πραγματοποιείται τρομοκρατική επίθεση. Πρέπει να μαζέψουμε τα πράγματά μας και να επιστρέψουμε», αφηγείται ο σκηνοθέτης.

Με τη σειρά του, ο Φεκρέτ Σαλέμ ανεβάζει τον «Άμλετ 1983» (1), με ένα κείμενο που μεταφέρει την αποσύνθεση του βασιλείου της Δανιμαρκίας στο σύγχρονο Ιράκ. Εκτός από τη βία και τη διαφθορά, καταγγέλλει τα δεσμά που πνίγουν την κοινωνία και κυρίως, μέσω της οικογενειακής ίντριγκας για την οποία θέλει να πάρει εκδίκηση ο Άμλετ (2), τον εκ νέου γάμο που επιβάλλεται στις χήρες με έναν αδελφό του εκλιπόντος, ένα συνηθισμένο και τραγικό φαινόμενο, για το οποίο όμως λίγες πληροφορίες υπάρχουν. Οι γυναίκες δεν επιλέγουν τον νέο τους σύντροφο, ενώ οι νεαροί βλέπουν όλα τα μελλοντικά σχέδιά τους να καταρρέουν. Τόσο οι μεν όσο και οι δε πέφτουν στην παγίδα μιας συντηρητικής κοινωνίας που θέτει αυστηρούς κανόνες, ενισχυμένους από ένα πολιτικό σύστημα εδραιωμένο στον διαχωρισμό σε εθνοθρησκευτικές ομάδες, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή με την αμερικανική κατοχή μετά το 2003.

 

Θέατρα κλειστά, λεηλατημένα

Ο σκηνοθέτης Ανάς Αμπντεσαμάντ, συνεργαζόμενος με το Εθνικό Θέατρο της Βαγδάτης, με συμμετοχή σε πολλά διεθνή φεστιβάλ, παρουσίασε πρόσφατα σε αυτό την παράσταση «Ταουμπίχ» («Μομφή»). Ένα θέατρο εικόνων, χωρίς λόγο, που συντρίβει κάθε σημείο αναφοράς και κάθε αναπαράσταση. Ένα θέατρο αγωνίας, που έρχεται αντιμέτωπο με τη βία και τη βαναυσότητα ενός κράτους σε αποσύνθεση, το οποίο πλήττεται από τις θρησκευτικές συγκρούσεις, τους τζιχαντιστές και την αμερικανική παρέμβαση, η οποία τροφοδότησε τα αισθήματα μνησικακίας και την επιθυμία για εκδίκηση.

Είτε κάνουν τα πρώτα βήματά τους είτε είναι αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες, οι Ιρακινοί σκηνοθέτες κατατρύχονται από τον πόλεμο που διαλύει τη χώρα τους από τη δεκαετία του 1980: πόλεμος εναντίον του Ιράν (1980-1988), πόλεμος του Κόλπου (1990-1991), διεθνές εμπάργκο (1990-2003), αγγλοαμερικανική εισβολή και κατοχή (2003-2011), εκκόλαψη της Αλ Κάιντα και δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους.

Στις έξι θεατρικές παραστάσεις που θα παρακολουθήσουμε με την ευκαιρία ενός φεστιβάλ οργανωμένου από την Ικμπάλ Ναΐμ, τη γενική διευθύντρια θεάτρου και κινηματογράφου στο υπουργείο Πολιτισμού (διορισμένη τον Απρίλιο του 2017, είναι η πρώτη γυναίκα που καταλαμβάνει σε αυτή τη θέση), πολύ λίγες γυναίκες συμμετέχουν. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές στις φωτογραφίες αρχείου που διακοσμούν τους τοίχους του Εθνικού Θεάτρου και μαρτυρούν τη ζωτικότητα του ιρακινού ρεπερτορίου. Η ίδια η Ικμπάλ Ναΐμ είναι μια εμβληματική ηθοποιός που ποτέ δεν θέλησε να εκπατριστεί. Ίδρυσε μαζί με τον Χαϊτέμ Αμπντεραζάκ, σκηνοθέτη και διευθυντή του θεατρικού τμήματος του Ινστιτούτου Καλών Τεχνών, το εργαστήριο Φάντα Ατάμριν Αλμοσταμίρ (Training Space Workshop). Εκεί φιλοξενούνται και προετοιμάζονται οι καλλιτέχνες: «Μεταξύ 2003 και 2010, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε πια ουσιαστική θεατρική δραστηριότητα στη Βαγδάτη», αφηγείται. «Τα θέατρα υποχρεώθηκαν να κλείσουν το ένα μετά το άλλο. Λεηλατήθηκαν, καταλήφθηκαν. Οι καλλιτέχνες όμως συνέχισαν να εργάζονται εν μέσω εκρήξεων και βομβαρδισμών, επινοώντας φόρμες και χώρους, προκειμένου να μεταφέρουν το μήνυμα στους νεότερους. Τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά το 2013, ξαναείδαμε ιδιαίτερα δυνατές παραστάσεις και, σήμερα, συγκροτούνται εκ νέου πολλοί θίασοι».

Όλοι αυτοί οι νέοι θίασοι αναπτύσσουν τις δουλειές τους στο Μουντάντα Αλ-Μασρέχ. Η Ικμπάλ Ναΐμ θέλει να το μετατρέψει σε έναν συλλογικό χώρο δημιουργίας και παραστάσεων, που θα τίθεται άνευ όρων στη διάθεσή τους: «Το θέατρο είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο για την υλοποίηση συλλογικών επιδιώξεων. Στην Ευρώπη θεωρούν ότι το μόνο που σκέφτονται οι νέοι Ιρακινοί είναι να μεταναστεύσουν ή ότι όσοι μένουν εδώ είναι ή στρατιώτες ή εξτρεμιστές: στην πραγματικότητα όμως θέλουν να οικοδομήσουν εδώ το μέλλον τους», διαβεβαιώνει.

Αυτή είναι πάντως η επιθυμία του Αμπντάλα, ενός 25χρονου ερμηνευτή που ίδρυσε μαζί με μερικούς συμμαθητές του την ομάδα εργασίας του και ένα καλλιτεχνικό εργαστήριο: «Η ζωή μου είναι εδώ. Ούτως ή άλλως, σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε να καταλήξουμε στα πεζοδρόμια του Παρισιού ή της Αθήνας. Πλέον, έχουμε τη δυνατότητα να παίζουμε στον δρόμο. Οι άνθρωποι μένουν άναυδοι. Είχαν πολύ καιρό να δουν κάτι τέτοιο, αλλά είναι περίεργοι και χαίρονται γι’ αυτό που πραγματώνουμε».

 

Μία κινηματογραφική αίθουσα για επτά εκατομμύρια κατοίκους

Ωστόσο, για τα νεαρά κορίτσια θα απαιτηθεί αρκετός χρόνος ακόμα πριν ξαναβρούν τον δρόμο τους για τη σκηνή. Η Μπασμά και η Ρεντάμπ είναι πρωτοπόρες. Η πρώτη φοράει μαντήλα στην καθημερινότητα της, χρειάστηκε όμως να υπακούσει στην προσταγή του σκηνοθέτη, που δεν ήθελε να την φοράει στο πλατό. Έκρυψε τα μαλλιά της κάτω από μια περούκα προκειμένου να συνεχίσει να ζει το πάθος της. Η μεγαλύτερή της Ρεντάμπ, στο τέταρτο έτος σπουδών και ήδη μια λαμπρή διερμηνέας, μας υπενθυμίζει, με τα μαλλιά ελεύθερα κάτω από τον ήλιο, ότι η έκθεση σε δημόσιο χώρο σημαίνει «δέσμευση» και «αγώνα» στο πλαίσιο της ιρακινής κοινωνίας, όπου «οι γυναίκες αποτελούσαν τον πρώτο στόχο των ισλαμο-συντηρητικών και των παραστρατιωτικών οργανώσεων –οι απαγωγές και οι βιασμοί ήταν καθημερινό φαινόμενο».

Παντού συναντάς τη «δέσμευση» και τον «αγώνα» στη Βαγδάτη. Στην εικόνα της πόλης που ξαναστέκεται στα πόδια της μετά από κάθε δολοφονική επίθεση. Στην εικόνα των κατοίκων και της νεολαίας της που λαχταρούν μια καινούργια ζωή και που το 2015 διαδήλωσαν μαζικά στην αυστηρά φυλασσόμενη «πράσινη ζώνη», απαιτώντας το τέλος της διαφθοράς και του νεποτισμού.

Για τον Φεργιάντ Ραουεντουρί, υπουργό Πολιτισμού, Τουρισμού και Αρχαιολογίας από το 2016, η ανοικοδόμηση της χώρας παραμένει προτεραιότητα. «Όμως η καταστροφική οικονομική κατάσταση του Ιράκ δεν το επιτρέπει. Όλα τα προγράμματα έχουν σταματήσει». Τα ετήσια κονδύλια για τον πολιτισμό αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% του κρατικού προϋπολογισμού. Το 76% του συνολικού ποσού προορίζεται για μισθούς και το 16% για γενικές δαπάνες. Απομένουν 4 εκατομμύρια δολάρια (3,6 εκατομμύρια ευρώ) για την καλλιτεχνική ανάπτυξη. Αν και δεν διαθέτει όλες τις εξουσίες ώστε να κινηθεί όπως θα ήθελε, αν και το καθήκον του μοιάζει σισύφειο, ο Φ. Ραουεντουρί θα ήθελε να επανενεργοποιήσει την πολιτιστική δραστηριότητα και να ξαναχτίσει τις γέφυρες μεταξύ της χώρας του και του εξωτερικού: «Η πολιτική του Ιράκ αυτή τη στιγμή είναι μια πολιτική πολιτιστικού ανοίγματος. Το κλειδί για το μέλλον είναι η νεολαία –και έχουμε επίγνωση του διακυβεύματος της εκπαίδευσης».

Έτσι, στους Ιρακινούς σκηνοθέτες, οι οποίοι συνέχισαν να εργάζονται παρά το εμπάργκο και την αδυναμία να ταξιδέψουν εκτός της χώρας, λείπουν τόσο η εκμάθηση των νέων τεχνολογιών όσο και τα υλικά. Το κράτος δεν έχει πλέον τα μέσα για την παραγωγή ταινιών και οι σκηνοθέτες πρέπει να βρουν οι ίδιοι τα απαιτούμενα κεφάλαια. Υπάρχει μόνο μία κινηματογραφική αίθουσα, η «Σεμίραμις» –και ένας καινούργιος χώρος προβολών προορισμένος για παιδιά– για αυτή τη μητρόπολη των επτά εκατομμυρίων κατοίκων που τυλίγεται ανάμεσα στους μαιάνδρους του Τίγρη.

Προσπαθώντας να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο, ο Χικμάτ Αλ-Μπαϊντανί, παραγωγός και διευθυντής του χώρου συναντήσεων και διανομής καλλιτεχνικού έργου Art City, μόλις διοργάνωσε εκεί ένα φεστιβάλ ταινιών μικρού και πολύ μικρού μήκους, με δωρεάν είσοδο, που προσέλκυσε ένα κοινό διψασμένο για κοινωνική συνάθροιση. Βοηθά στην παραγωγή και αναζητά διανομή στο εξωτερικό για ταινίες οι οποίες μαρτυρούν την ανθεκτικότητα και την εφευρετικότητα που επέδειξαν οι δημιουργοί τους προκειμένου να ξεπεράσουν την εμπειρία του χάους (3). Και πάλι χωρίς ούτε μία λέξη, στον «Φωτογράφο της Βαγδάτης» ο Μαζντ Χαμίντ εξερευνά, μέσα από τη σχέση των μελών μιας οικογένειας, την καταστροφή που προκαλεί ο πόλεμος, αλλά και όλες τις πράξεις αντίστασης και αγάπης. Με βλέμματα μπροστά στον φακό και ελαφρά αγγίγματα των δακτύλων, η ταινία, με λεπταίσθητη ποιητικότητα, συγκινεί και μεταδίδει σε διαφορετικές γενιές ένα πείσμα για ζωή. Με το «Cotton» («Βαμβάκι») και το «Lipstick» («Κραγιόν»), ο Λουάι Φαντίλ Αμπάς αφιερώνει με λεπτότητα δύο έργα με μεταφορικό περιεχόμενο σε εκείνη την περίοδο της παιδικής ηλικίας όπου εκδηλώνονται τα πρώτα σεξουαλικά και υπαρξιακά σκιρτήματα. Ενώ η σκηνοθέτιδα Ιναάμ Αμπτελαμίντ (που εξασφάλισε χρηματοδότηση όταν η Βαγδάτη έγινε επισήμως η πολιτιστική πρωτεύουσα του αραβικού κόσμου το 2013) στο «Σουρούκ» («Αφύπνιση») ρίχνει μια ενσυναισθητική και συνένοχη ματιά στην ερωτική φιλία δύο γυναικών, που έρχεται να φωτίσει τη γεμάτη αγριότητα ζωή τους.

Οι ζωγράφοι δεν μένουν πίσω. Άνοιξαν γκαλερί στους κήπους τους ή σε αίθουσες συλλογικών εκθέσεων, όπως η Iraki Plastic Artists Society που εκθέτει έργα καλλιτεχνών ηλικίας από 18 έως 25 ετών. Ζωγραφική, σχέδια, καλλιγραφίες, χαρακτική, γλυπτά, ανάγλυφα, κεραμικά: ποικίλες εκφράσεις και στυλ, με ζωντανά και αντιθετικά χρώματα, μεταξύ αναπαράστασης και αφαίρεσης, έντονα και πλούσια, παρά την επισφάλεια των συνθηκών παραγωγής. Ένας δυναμισμός που συναντάμε και στους καλλιτέχνες του γκραφίτι, οι οποίοι επιτίθενται στους αποπνικτικούς τοίχους της Βαγδάτης, καλύπτοντας το γκρίζο και βουβό τσιμέντο με τα ουρλιαχτά της οργής και του θυμού τους, με τα ξεσπάσματα του γέλιου και της αυθάδειάς τους.

Το 2007, μια τρομοκρατική επίθεση προκάλεσε τον θάνατο 30 ανθρώπων στην αγορά βιβλίων της οδού Αλ-Μουταναμπί, τον τόπο συνάντησης των διανοούμενων και των εραστών του κειμένου. Και πάλι όμως οι άνθρωποι συνωστίζονται εκεί τις Παρασκευές, σταματούν στα πολυάριθμα καφέ όπου ο χρόνος μοιάζει σταματημένος, πίνουν γουλιά-γουλιά τον καφέ τους, απαγγέλουν ποίηση, από τον Ιμπν Αραμπί μέχρι τον Μαχμούντ Νταρβίς, περνώντας από τον Ναζίκ Αλ-Μαλάικα, τον Μπαντρ Σακίρ Αλ-Σαγιάμπ ή τον Μοχάμετ Μαχντί Αλ-Ζαουαχίρι. Οι πάγκοι προβάλλουν έργα της Σιμόν Ντε Μπουβουάρ και του Ρενέ Ζιράρ και μαρτυρούν μια εντυπωσιακή εκδοτική και μεταφραστική δραστηριότητα.

 

Μια εξαιρετική πνευματική ζωτικότητα

«Πρόκειται για το παράδοξο της Βαγδάτης», συνοψίζει ο Χαϊτέμ Αμπντεραζάκ, που νοσταλγεί την πόλη αμέσως μόλις φύγει από αυτήν. «Κρύβει πολύτιμους λίθους κάτω από τα χαλάσματά της. Η ζωή στη Βαγδάτη είναι πιο ισχυρή από τον θάνατο». Σκηνοθετεί μια γαλλο-ιρακινή εκδοχή της «Ορέστειας» του Αισχύλου (4) με τη Σελί Ποτ, η οποία διευθύνει το Εθνικό Κέντρο Δράματος της Μπεζανσόν. Δημιουργημένο στη Βαγδάτη και στη Γαλλία, το «Looking for Orestia» («Αναζητώντας την Ορέστεια») θα παιχτεί στα γαλλικά και στα αραβικά, με Ιρακινούς και Γάλλους ηθοποιούς. «Εκείνο που μας ενώνει είναι το νήμα της τραγωδίας και τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, που είναι κοινά», εξομολογείται.

Το σχέδιο τελεσφόρησε χάρη στο Siwa, το οποίο συστήνεται ως «καλλιτεχνικό εργαστήρι που περιοδεύει στον σύγχρονο αραβικό κόσμο» (5). Αυτή η καλλιτεχνική πλατφόρμα, δημιούργημα της Γιαγκούτα Μπελγκασέμ, λειτουργεί στην Τύνιδα και στη Βαγδάτη από το 2007 και στόχο της έχει να ανοίξει δρόμους μεταξύ του αραβικού κόσμου και της Γαλλίας: «Για την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, το Ιράκ έχει μετατραπεί σε κράτος-φάντασμα, συνδεδεμένο με μια καταστροφή δίχως τέλος. Κι όμως, πέρα από κάθε προσδοκία, οι Ιρακινοί επιδεικνύουν ακόμη μια από κάθε άποψη εξαιρετική πνευματική ζωτικότητα και ωριμότητα. Γυρίζοντας την πλάτη σε κάθε πιθανή θυματοποίηση, παραμένουν, μέσα από την προσήλωσή τους στον πολιτισμό και στη δημιουργικότητά τους, μοναδικοί στην ευρύτερη περιοχή».

Οι επόμενοι σταθμοί της παράστασης είναι η Βαγδάτη, στα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, και στη συνέχεια το Εθνικό Κέντρο Δράματος της Μπεζανσόν το 2018, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος στο Ιράκ (6).

 

  1. Το έργο θα παρουσιαστεί και στη Γαλλία, στο Tandem της εθνικής σκηνής του Αρράς Ντουέ, στις 20, 21 και 22 Δεκεμβρίου 2017.
  2. Ο βασιλιάς και πατέρας του Άμλετ δολοφονήθηκε από τον ίδιο τον αδελφό του, ο οποίος στη συνέχεια παντρεύτηκε τη γυναίκα του θύματος.
  3. Βλ. Akram Belkaïd, «Homeland, de l’attente à l’effroi», «Horizons arabes», 19 Απριλίου 2016, http://blog.mondediplo.net
  4. Στην καινούργια μετάφραση –η τελευταία χρονολογούνταν από το 1936– της Γιουσέφ Σεντίκ, Τυνήσιας φιλοσόφου και ανθρωπολόγου, ειδικευμένης στην αρχαία Ελλάδα.
  5. www.siwa-plateforme.org
  6. Τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου 2018, www.cdn-besancon.fr
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο