Εθνική κυριαρχία ή οικολογικές πεποιθήσεις;

Ένα ενεργειακό μοντέλο που βασίζεται όλο και περισσότερο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η Σουηδία συνειδητοποίησε πολύ νωρίς ότι ήταν απολύτως απαραίτητο να εξασφαλίσει την ενεργειακή αυτονομία της. Καθώς η χώρα ήταν υποχρεωμένη να προμηθεύεται κάρβουνο από τη ναζιστική Γερμανία, βίωσε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως «μια τραυματική ενεργειακή εμπειρία», σύμφωνα με την Τεβά Μεγιέρ, γεωγράφο και διδάσκουσα στο πανεπιστήμιο της Άνω Αλσατίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Σουηδία αποφάσισε να διαφοροποιήσει τις πηγές του ενεργειακού ανεφοδιασμού της, εκμεταλλευόμενη τα ποτάμια της, στα οποία πολύ σύντομα κατασκεύασε υδροηλεκτρικά φράγματα. Μετά την ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων ουρανίου το 1947, η Σουηδία στράφηκε επίσης στην πυρηνική ενέργεια. Ο πρώτος σταθμός παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και τηλεθέρμανσης τέθηκε σε λειτουργία το 1964 στην Ογκέστα, κοντά στη Στοκχόλμη. Παρά το γεγονός ότι το 1968 αποποιήθηκε τα πυρηνικά όπλα, αυτή η ουδέτερη χώρα ανέπτυξε ένα πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας που οδήγησε στην κατασκευή δώδεκα πυρηνικών αντιδραστήρων. Η τρέχουσα προσπάθεια «απεξάρτησης από τον άνθρακα» στηρίζεται στους τρεις κλασικούς πυλώνες της σουηδικής πολιτικής: εξοικονόμηση ενέργειας, ανανεώσιμες μορφές ενέργειας και… πυρηνική ενέργεια.

Με την άνοδο της δύναμης των οικολόγων τη δεκαετία του 1960, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις πολλών φραγμάτων προκάλεσαν αντιδράσεις. Ακολούθησε η πρώτη Διάσκεψη Κορυφής για τη Γη που οργάνωσε ο ΟΗΕ στη Στοκχόλμη το 1972, η οποία σημάδεψε για πολύ καιρό τη σουηδική κοινωνία. «Έκτοτε, η Σουηδία προσπαθούσε διαρκώς να εμφανίζεται ως πρωτοπόρος στην αειφόρο ανάπτυξη. Ό,τι δεν διέθετε σε υδρογονάνθρακες, έμελλε να το κερδίσει σε ισχυροποίηση της καλής εικόνας της». Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 επιτάχυνε αυτή την εξέλιξη. Όπως θυμάται ο Τόμας Στέρνερ, καθηγητής οικονομίας του περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ, «ήμασταν προετοιμασμένοι. Υπήρχαν ήδη για δέκα χρόνια εκστρατείες για την προστασία του περιβάλλοντος. Είχαν προ πολλού εγκατασταθεί τριπλά τζάμια στα σπίτια, οι τοίχοι είχαν μονωθεί, δινόταν μεγάλη προσοχή στις νέες κατασκευές. Με λίγα λόγια, ήμασταν σε επιφυλακή και για την παραμικρή εξοικονόμηση ενέργειας, το ακριβώς αντίθετο από την Αγγλία, όπου πέρασα όλη την παιδική ηλικία μου».

Τα υδροηλεκτρικά φράγματα στους πάμπολλους ποταμούς της Σουηδίας βοήθησαν τη χώρα να αποτινάξει την εξάρτηση από τη “βρώμικη” ενέργεια;. Εδώ το φράγμα Στόρνορφορς, κοντά στην πόλη Ούμεο της βόρειας Σουηδίας (φωτ.: Tage Olsin).

Η πυρηνική παραγωγή αντικατέστησε σταδιακά όλα τα εισαγόμενα πετρελαιοειδή, με εξαίρεση τον κλάδο των μεταφορών. Ωστόσο, μετά το ατύχημα στον αντιδραστήρα του Three Mile Island των ΗΠΑ, το 1980 ο λαός της Σουηδίας επέλεξε τον περιορισμό του προγράμματος κατασκευής αντιδραστήρων και τη σταδιακή εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος, στον βαθμό που οι αντιδραστήρες θα τίθενται εκτός λειτουργίας λόγω παλαιότητας. Μετά το ατύχημα του Τσερνομπίλ, οι Σοσιαλδημοκράτες αποφάσισαν το κλείσιμο δύο πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας που βρίσκονταν στα σύνορα με τη Δανία, κάτι που ολοκληρώθηκε το 2005. Το 2003, καθιερώθηκε το σύστημα των «πράσινων πιστοποιητικών». Σύμφωνα με τον Μισέλ Κρουσιανί, αναπληρωτή ερευνητή στο Γαλλικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (IFRI), «αυτός ο πρωτότυπος μηχανισμός επιβάλλει σε κάθε παραγωγό ενέργειας να παράγει το 20% αυτής από ανανεώσιμες πηγές. Στη Σουηδία πέτυχε, τη στιγμή που οπουδήποτε αλλού απέτυχε. Από αυτό το σύστημα επωφελήθηκε σε μεγάλο βαθμό η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας».

Τα «αστικά κόμματα», στην εξουσία κατά την περίοδο 2006-2014, ανέτρεψαν την προοπτική της σύντομης εγκατάλειψης της πυρηνικής ενέργειας, παρά το γεγονός ότι ψήφισαν τον νόμο «Ενέργεια και κλίμα» που προβλέπει τη χρήση 100% ανανεώσιμων μορφών ενέργειας το 2050. Ήδη, υπό την ηγεσία του Καρλ Μπιλντ (πρωθυπουργός την περίοδο 1991-1994), είχαν αυξήσει τη φορολογία στην κατανάλωση ενέργειας και, κυρίως, είχαν καθιερώσει τον φόρο άνθρακα. Είναι γεγονός ότι η οικολογική μετάβαση δεν αμφισβητείται ιδιαίτερα κατά τις εναλλαγές κομμάτων στην εξουσία. Σύμφωνα με τον Κρουσιανί, «αυτό οφείλεται αφενός στην ικανότητα εξέλιξης των κομμάτων και, αφετέρου, στην κοινωνία που κατανοεί τις περίπλοκες συζητήσεις και εμπιστεύεται τους ηγέτες της».

Στις 10 Ιουνίου 2016, υπήρξε συνεννόηση των Σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων που συγκυβερνούν από το 2014 με τα συντηρητικά και μετριοπαθή κόμματα για την υιοθέτηση μιας κοινής ενεργειακής πολιτικής. Αποσκοπεί στην εξασφάλιση του ενεργειακού ανεφοδιασμού της χώρας, με στόχους την επίτευξη της «ουδετερότητας άνθρακα» το 2045 και την παραγωγή του 100% της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες μορφές ενέργειας ήδη από το 2040. Ο δε πυρηνικός τομέας θα πρέπει να καλύπτει όλα τα κόστη του, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της διαχείρισης των αποβλήτων και της αποσυναρμολόγησης των παλαιών μονάδων. Μέχρι το 2020 θα κλείσουν τέσσερις σταθμοί πυρηνικής ενέργειας και αυξήθηκαν οι διαθέσιμοι πόροι του ειδικού ταμείου αποζημιώσεων που έχουν συγκροτήσει οι επιχειρηματίες του κλάδου. Ωστόσο, η παράταση της λειτουργίας των υπόλοιπων σταθμών θα διευκολυνθεί με την κατάργηση ενός φόρου επί της θερμικής ισχύος των μονάδων τους. Δεν αποκλείεται η κατασκευή νέων μονάδων (στις ήδη υπάρχουσες εγκαταστάσεις), όμως αυτή θα πρέπει πλέον να πραγματοποιείται χωρίς κρατικές ενισχύσεις, καθώς οι τελευταίες προορίζονται πλέον αποκλειστικά για τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. Σύμφωνα με την Τεβά Μεγιέρ, «για κάθε νομοσχέδιο, γίνεται προσφυγή στο “remiss”, μια ιδιαιτερότητα της Σουηδίας. Πρόκειται για μια διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερόμενους: πολιτικούς σχηματισμούς, οργανώσεις και ενώσεις πολιτών, συνδικάτα… Όλη η κοινωνία των πολιτών έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί. Φυσικά, οι συζητήσεις απαιτούν χρόνο, ωστόσο το αποτέλεσμα της διαβούλευσης διαθέτει εξαιρετικά στέρεες βάσεις. Αυτός είναι ο σουηδικός πραγματισμός».

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο