Πορτογαλία: Η Αριστερά προσπαθεί

Λαβωμένη από τη διαφθορά και παραμορφωμένη από την «κάθαρση» που επέβαλε η Ε.Ε., η Πορτογαλία επανακάμπτει με αργούς ρυθμούς, κυρίως μέσω της αύξησης της αγοραστικής δύναμης μισθωτών και συνταξιούχων.

Στις όχθες του Τάγου, δυο βήματα από την τουριστική πλατεία Εμπορίου της Λισαβόνας, από μια κακοστημένη μικροφωνική ακούγεται το τραγούδι οι Βρικόλακες, του συνθέτη-ερμηνευτή Ζέκα Αφόνσο. Παρ’ όλο που ο στρατευμένος τραγουδιστής πέθανε το 1987, παραμένει εθνικό σύμβολο για τη χώρα: ένα από τα τραγούδια του, που ακούστηκε από έναν καθολικό ραδιοφωνικό σταθμό στις 25 Απριλίου του 1974, έδωσε το σύνθημα για την «επανάσταση των γαρυφάλλων». Οι Βρικόλακες, γραμμένοι το 1962, συνόδευαν όλες τις μεγάλες διαδηλώσεις κατά της λιτότητας από το 2011 έως το 2014. Όμως, αυτό το βράδυ του Ιουλίου του 2017 δεν βρίσκονται παρά μερικές δεκάδες φωνές κάτω από τα πανώ για να τραγουδήσουν το περίφημο ρεφρέν: «Θα τα φάνε όλα/ θα τα φάνε όλα/ θα τα φάνε όλα/ και δεν θα αφήσουν τίποτα». Ο κόσμος που έχει μαζευτεί μπροστά από το Υπουργείο Οικονομικών, αρκετοί καθισμένοι σε πλαστικές καρέκλες, απαιτεί να μπει ένα τέλος στην επισφαλή εργασία. Εκεί βρίσκονται επαγγελματίες της υγείας, εργαζόμενοι στην εκπαίδευση, επιστήμονες, μέλη του κινήματος των Precários Inflexíveis ή της μεγάλης κεντρικής Γενικής Συνομοσπονδίας Πορτογάλων Εργατών – Εθνικής Διασωματειακής (CGTP-IN). Η ίδια η κυβέρνηση υπολογίζει σε εκατό χιλιάδες τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται από το κράτος σε πλαίσιο επισφάλειας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εποχική απασχόληση, μερική ασφάλιση κ.ο.κ.). Μαζεμένοι απόψε δεν είναι παρά μια χούφτα άνθρωποι: είναι εμφανές ότι στην Πορτογαλία δεν υπάρχει διάθεση για κοινωνικές κινητοποιήσεις.

«Σήμερα όλη η χώρα αναπνέει καλύτερα. Ανακτήσαμε την αισιοδοξία μας, ξεφύγαμε από την κατάθλιψη», χαμογελά πίσω από το κοντοκουρεμένο μούσι του ο Ζοζέ Μαρία Κόστα, σοσιαλιστής δήμαρχος του Βιάνα ντο Καστέλο, μιας κοινότητας 80.000 κατοίκων στα βόρεια της χώρας, γνωστής για τα ναυπηγεία της και τις παραλίες που προσφέρονται για σερφ. «Ανασαίνουμε, αισθανόμαστε την ανάκαμψη μετά από τα αλλεπάλληλα πλήγματα επί τέσσερα χρόνια», επιβεβαιώνει ο Φερνάντο Γκόμεζ, 54 χρόνων, οδηγός λεωφορείου στη Λισαβόνα και συνδικαλιστής. Πριν από εξήμισι χρόνια, τον Μάρτιο του 2011, η χώρα ήταν ο κακός μαθητής της Ευρωζώνης, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα. Δέσμια ενός δημόσιου ελλείμματος που έφτανε το 7,4% του ΑΕΠ, με επιτόκια που ξεπερνούσαν το 7% και τους οίκους αξιολόγησης να υποβαθμίζουν την πιστοληπτική της ικανότητα, η Πορτογαλία αναγκάστηκε να ζητήσει, λίγους μήνες μετά την Ιρλανδία, εξωτερική βοήθεια 78 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η χώρα υποχρεώθηκε σε σκληρούς και ταπεινωτικούς όρους από τους τεχνοκράτες της Τρόικας. Τα απαιτούμενα μέτρα επρόκειτο να χειροτερέψουν από την κυβέρνηση της Δεξιάς, έναν συνασπισμό ανάμεσα στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (PSD) και το Δημοκρατικό και Κοινωνικό Κέντρο – Λαϊκό Κόμμα (CDS-PP), που προέκυψε από τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2011.

 

Από τις έντονες διαδηλώσεις του 2011 εναντίον της λιτότητας στη Λισαβόνα, φτάσαμε στη σημερινή ήσυχη, αλλά επίπονη ανάκαμψη (φωτ.: E10ddie).

 

Δημόσιο έλλειμμα μικρότερο από το γαλλικό

Έξι χρόνια αργότερα και δύο χρόνια μετά την πολιτική στροφή που συντελέστηκε με την επιστροφή των σοσιαλιστών στην εξουσία, οι οικονομικοί δείκτες της Πορτογαλίας προκαλούν την, ελαφρώς ζηλιάρικη, έκπληξη των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών. Μετά από πολλά χρόνια ύφεσης, η ανάπτυξη αγγίζει πλέον το 2,8% ετησίως. Το ποσοστό της ανεργίας, που είχε σκαρφαλώσει στο 16,2% το 2013 (860.000 άτομα) έπεσε τον περασμένο Ιούλιο στο 9,1% (441.000), κάτω δηλαδή από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (9,3% την ίδια εποχή), αλλά και κάτω από εκείνο της Γαλλίας (9,6%). Όσον αφορά το δημόσιο έλλειμμα, και εδώ η Λισαβόνα τα κατάφερε καλύτερα από το Παρίσι: για το 2016 παρουσιάζει ένα αξιοζήλευτο 2% του ΑΕΠ, έναντι του 4,4% το 2015. Σε κάθε περίπτωση, είναι αρκετά κάτω από το 3% που επιβάλλει το ευρωπαϊκό σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης και πολύ πιο χαμηλό από το 3,4% της Γαλλίας. Ακόμα καλύτερα, η πορτογαλική κυβέρνηση υπολογίζει ότι το 2020 θα φέρει προς ψήφιση έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό.

Προκειμένου να τον επιτύχει, βασίζεται σε τρεις τομείς που πρωτοστατούν στην οικονομική μεγέθυνση: τις εξαγωγές βιομηχανικού εξοπλισμού και εξαρτημάτων για την αυτοκινητοβιομηχανία, τις παραδοσιακές δραστηριότητες (όπως η υφαντουργία) και τον τουρισμό. Ο τουρισμός σπάει τα ρεκόρ το ένα πίσω από το άλλο: η Πορτογαλία το 2016 δέχθηκε περίπου 11,4 εκατομμύρια επισκέπτες και το ένα τέταρτο των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν την ίδια χρονιά ήταν στον τομέα του τουρισμού. Στη Λισαβόνα, στις καφετέριες και στα εστιατόρια, αλλά και στις αποβάθρες του μετρό, τα Σαββατοκύριακα ακούς περισσότερες συνομιλίες στα γαλλικά, στα αγγλικά και στα γερμανικά παρά στα πορτογαλικά, ενώ σχεδόν σε κάθε δρόμο της πρωτεύουσας γίνονται εργασίες για την αποκατάσταση των παλαιών κτιρίων. Οι κάτοικοι της Λισαβόνας δυσφορούν για τις μισθώσεις ολόκληρων πολυκατοικιών καθ’ όλη την τουριστική σαιζόν και για τα τουκ τουκ (τα τρίκυκλα ταξί με το κουβούκλιο) που κατακλύζουν τους δρόμους και τις πλατείες της παλιάς πόλης. Πρόκειται όμως για μια επικύρωση των καλών αποτελεσμάτων της «δημοσιονομικής ορθοδοξίας»: τον περασμένο Μάιο, οι Βρυξέλλες ανακοίνωσαν την έξοδο της χώρας από τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος που ξεκίνησε το 2009. «Πρόκειται για εξαιρετικά νέα για την Πορτογαλία» σχολίασε ο Πιέρ Μοσκοβισί, ο Ευρωπαίος Επίτροπος οικονομικών υποθέσεων, πριν προσθέσει, τον Ιούλιο, ότι η μείωση του ελλείμματος ήταν «βιώσιμη».

Οι νεράιδες από την Ευρώπη που έσκυβαν πάνω από την κούνια της Πορτογαλίας δεν ήταν πάντα τόσο καλόκαρδες. Το φθινόπωρο του 2015, η Λισαβόνα προκάλεσε ανατριχίλα σε Βρυξέλλες και Βερολίνο με τον σχηματισμό μιας πρωτάκουστης συμμαχίας, που περιλάβανε το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Αριστερό Μπλοκ, το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και τους Πράσινους. Ο οδικός χάρτης για τον σοσιαλιστή Αντόνιο Κόστα, φρεσκοεκλεγμένο πρωθυπουργό και πρώην δήμαρχο της Λισαβόνας, ήταν τουλάχιστον πρωτότυπος για την τότε Ευρώπη: σεβασμός στις δεσμεύσεις απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κυρίως αναφορικά με την απομείωση του δημόσιου χρέους… ξαναδίνοντας ταυτόχρονα αγοραστική δύναμη στους Πορτογάλους, ισοπεδωμένους μετά από τέσσερα χρόνια λιτότητας. Κοντολογίς, το αντίθετο της πολιτικής που προωθούν οι Βρυξέλλες.

 

Όταν η ελαστική εργασία αποδυναμώνει και τις επιχειρήσεις

«Κάποιοι Ευρωπαίοι εταίροι είχαν αμφιβολίες», αφηγείται σεμνά ο ο Πέδρο Νούνο Σάντος, γενικός γραμματέας της κυβέρνησης επί κοινοβουλευτικών ζητημάτων. «Η διαπραγμάτευση για τον πρώτο προϋπολογισμό ήταν πραγματικά πολύ δύσκολη, ιδίως από τη στιγμή που έπρεπε να τον κλείσουμε σχεδόν αμέσως μετά την άνοδο του Αντόνιο Κόστα στην εξουσία», θυμάται ο οικονομολόγος Ζοζέ Γκουσμάο, μέλος της πολιτικής γραμματείας του Αριστερού Μπλοκ και βοηθός της ευρωβουλευτού Μαρίσα Ματίας. «Η θέση των ευρωπαϊκών θεσμών απέναντι στη νέα κυβέρνηση ήταν ιδιαίτερα αρνητική. Πιο σκληρή απ’ ό,τι σε άλλες χώρες όπως η Γαλλία ή η Ισπανία, που παρουσίαζαν ελλείμματα αρκετά μεγαλύτερα του 3%.» Οι συστάσεις, οι πιέσεις, οι κινδυνολογίες, οι ταπεινωτικές προειδοποιήσεις συνεχίστηκαν και μετά τον πρώτο προϋπολογισμό που παρουσίασε η πορτογαλική κυβέρνηση. Έτσι, τον Ιούνιο του 2016, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο Γερμανός υπουργός οικονομικών, προβλέπει για την Πορτογαλία ένα νέο σχέδιο διάσωσης «αν δεν σεβαστεί τις δεσμεύσεις της». Ένα μήνα αργότερα, ο Βάλντις Ντομπρόφσκις, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπεύθυνος για το ευρώ, απειλεί την Πορτογαλία –και την Ισπανία– ότι θα παγώσει τις ροές από τα διαρθρωτικά ταμεία εξαιτίας του υπερβολικού ελλείμματος… του 2015, δηλαδή της χρονιάς που προηγήθηκε της ανόδου των Σοσιαλιστών στην εξουσία. Η απειλή ωστόσο δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ εξαιτίας διαφωνιών στους κόλπους της Επιτροπής.

Ο Αντόνιο Κόστα συχνά χαρακτηρίζεται «επιδέξιος», καθώς έχει μέχρι στιγμής καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στον σεβασμό των όρων που επέβαλαν οι Βρυξέλλες και τη βούληση των πολιτικών συμμάχων του να γυρίσει η σελίδα της λιτότητας. «Αυτό που αποφασίστηκε είναι ότι η κυβέρνηση θα προσπαθούσε να αυξήσει τα εισοδήματα των Πορτογάλων, κυρίως των πιο φτωχών, λαμβάνοντας υπόψη κατά το δυνατό τους ευρωπαϊκούς κανόνες», εξηγεί ο Γκουσμάο.

Στη διάρκεια της κυβέρνησης της Δεξιάς (Λαϊκό Κόμμα και Σοσιαλδημοκράτες) υπό την κηδεμονία της Τρόικας, ο πληθυσμός υπέστη συνεχείς μειώσεις εισοδήματος. Ο βασικός μισθός γνώρισε, για πρώτη φορά από την καθιέρωσή του, πτώση της πραγματικής αξίας του: παγωμένος στα 485 ευρώ μεικτά το μήνα (με δεκατέσσερις μισθούς) από το 2011 έως το 2014, «ακρωτηριάστηκε» μετά το 2013 λόγω της αύξησης των κοινωνικών εισφορών. Το σύνολο των συντάξεων και οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων μειώθηκαν, πρώτα των πιο υψηλόμισθων και στη συνέχεια όλων, με την κατάργηση του δέκατου τρίτου και του δέκατου τέταρτου μισθού. Το καθαρό ποσό των αμοιβών επίσης μειώθηκε, εξαιτίας της αύξησης των εισφορών για την κοινωνική ασφάλιση. Να αναφέρουμε επίσης την πτώση στο ήμισυ της αμοιβής των υπερωριών, την κατάργηση των «μπόνους», τη μείωση του ποσού και της διάρκειας των επιδομάτων ανεργίας. Το πέρασμα από οκτώ σε τρεις κατηγορίες φορολόγησης εισοδήματος αυτόματα αύξησε το ποσό που πλήρωναν τα χαμηλά εισοδήματα. Μειώσεις μισθών και συντάξεων, περιορισμός κονδυλίων στις δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων της υγείας και της παιδείας, ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων, κατάργηση αργιών: το χτύπημα ήταν βάναυσο.

Στην έδρα της Ένωσης Σωματείων Προσωπικού Κυκλοφορίας της Carris (ASPTC), του συνδικάτου των εργαζομένων στα τραμ και τα λεωφορεία της Λισαβόνας, τα πρώτα πέντε χρόνια της δεκαετίας άφησαν μια πολύ κακή ανάμνηση. Ο Φερνάντο Γκόμεζ, 54 ετών, ο Βίκτορ Σάντος, 45, και ο Ζοάο Πίσκο, 41 (με είκοσι εννέα, έντεκα και δεκαοκτώ χρόνια εργασίας αντίστοιχα) ακόμα δεν μπορούν να ξεπεράσουν αυτό που συνέβη. «Ήδη επί κυβερνήσεως Σόκρατες (1), το επιπλέον του ωρομισθίου ποσοστό της υπερωριακής αμοιβής είχε πέσει στο 25% αντί του 50%. Με την Τρόικα, περάσαμε από έναν μέσο μηνιαίο μισθό 1.100 ευρώ στα 900 ευρώ», εξηγεί ο Πίσκο. «Το κράτος δεν έδινε καθόλου χρήματα στην Carris, με αποτέλεσμα να παίρνει ολοένα και περισσότερα δάνεια από τις τράπεζες. Όταν ήρθε η Τρόικα, η διοίκηση άρχισε να μειώνει, να μειώνει, να μειώνει: τους μισθούς, τον αριθμό των λεωφορείων, τις λειτουργικές δαπάνες. Πάγωσε την εξέλιξη των μισθολογικών κλιμακίων και αύξησε τις τιμές των κομίστρων. Κάποιοι οδηγοί μετανάστευσαν επειδή δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους. Οι υπηρεσίες υποβαθμίστηκαν, με λιγότερα λεωφορεία για κάθε διαδρομή. Δεν υπήρχε καν η δυνατότητα να επιδιορθωθούν οι βλάβες εκτός και αν “κλέβαμε” ανταλλακτικά από αλλά λεωφορεία!» O Βίκτορ Σάντος υπερθεματίζει: «Οι επιβάτες έγιναν επιθετικοί, αφού ο χρόνος αναμονής στις στάσεις ήταν μεγάλος και βρίσκονταν υπό πίεση και οι ίδιοι. Όλα αυτά δημιούργησαν στους οδηγούς οικονομικά προβλήματα, οικογενειακές εντάσεις και ψυχική δυσφορία. Το μόνο θετικό σημείο αυτής της περιόδου είναι ότι μπορούσαμε να κινηθούμε πολύ πιο άνετα, αφού ο αριθμός των οχημάτων που κυκλοφορούσαν πλέον στο δρόμο είχε μειωθεί κατά πολύ».

Όλοι επικρότησαν την άνοδο του Κόστα στην εξουσία. Η Carris, την οποία ήθελε να ιδιωτικοποιήσει η κυβέρνηση της Δεξιάς, έγινε δημοτική επιχείρηση. Επανακτήθηκε ο δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος μισθός και το ποσοστό υπερωριακής αμοιβής επανήλθε στο 50%. Τον ερχόμενο Ιανουάριο θα αρθεί πλήρως και το πάγωμα των μισθολογικών κλιμακίων. «Η κατάστασή μας, όπως και η ποιότητα των υπηρεσιών που λαμβάνουν οι επιβάτες, βελτιώνεται σταδιακά. Η επιχείρηση άρχισε να προσλαμβάνει: εβδομήντα άτομα πέρσι, 100 φέτος», διαβεβαιώνει ο Σάντος. «Ο αριθμός των επιβατών έχει αυξηθεί, αφού η ανεργία έχει μειωθεί και οι εργαζόμενοι πρέπει να μετακινηθούν. Επανήλθαν οι εκπτώσεις για τους νέους και τους ηλικιωμένους. Μας λείπουν όμως ακόμα λεωφορεία. Και παίρνω 200 ευρώ λιγότερα τον μήνα από όσα έπαιρνα το 2011».

Δεν καταργήθηκαν βεβαίως όλα τα μέτρα λιτότητας, ενώ αργοί είναι και οι ρυθμοί της ανάκτησης της αγοραστικής δύναμης. Η κυβέρνηση του Κόστα εφαρμόζει την πολιτική της με μικρά βήματα, ωστόσο πιο γρήγορα από ό,τι προβλεπόταν, καθώς πιέζεται από τους κυβερνητικούς εταίρους της, το Αριστερό Μπλοκ και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Έτσι, οι Σοσιαλιστές δεσμεύθηκαν να επαναφέρουν τον κατώτατο μηνιαίο μισθό στα 600 ευρώ μεικτά. Σήμερα, στο μέσον της θητείας τους, το ύψος του βασικού μισθού στην Πορτογαλία φτάνει μηνιαίως τα 557 ευρώ μεικτά (με δεκατέσσερις μισθούς). Οι συνταξιούχοι και οι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα σταδιακά ανακτούν το προ λιτότητας επίπεδο αποδοχών. Η κυβέρνηση κατάργησε επίσης κάποιες αυξήσεις φόρων, όπως του ΦΠΑ σε συγκεκριμένα αγαθά και υπηρεσίες, ο οποίος είχε αυξηθεί από 6% σε 23% στο ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο, σε διάφορα διατροφικά προϊόντα, καθώς και στην εστίαση. Ο ΦΠΑ για την ενέργεια επανήλθε στα προγενέστερα επίπεδα και η αύξηση στα εστιατόρια έγινε κάπως ελαφρύτερη, με το ποσοστό να κατεβαίνει στο 13%. «Με αυτές τις μικρές αυξήσεις στους κατώτερους μισθούς και στις συντάξεις, βλέπουμε μια επανεκκίνηση της κατανάλωσης», επιχαίρει ο Ζοάο Βιέιρα Λόπες, πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Εργοδοτών Εμπορίου και Υπηρεσιών (CCP). «Όσοι παίρνουν 20 ή 30 ευρώ παραπάνω τον μήνα, τα ξοδεύουν στη διατροφή τους, στην εστίαση, σε ρουχισμό». Η CCP ήταν ο μόνος εργοδοτικός φορέας που δεν άσκησε εξαρχής κριτική στην κυβέρνηση Κόστα. Και υπήρχε λόγος γι’ αυτό: στην Πορτογαλία το 97% των επιχειρήσεων του τομέα είναι πολύ μικρές και δέχτηκαν σοβαρότατο πλήγμα. Στην πιο οξεία φάση της περιστολής δαπανών, εκατό επιχειρήσεις την ημέρα έβαζαν λουκέτο. «Οι τεχνοκράτες της Τρόικας ήταν ιδιαίτερα δογματικοί», συνεχίζει ο Λόπες. «Δεν είχαν καταλάβει ότι τα μέτρα τους οδηγούσαν τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Οι συναντήσεις μας μαζί τους δεν πήγαιναν καθόλου καλά, ήταν σαν να μιλούσαμε σε τοίχο».

 

Η μετανάστευση ως δικλείδα ασφαλείας

Η πολιτική της Τρόικας, σε συνδυασμό με αυτή της κυβέρνησης PSD-CDS, προκάλεσε ένα κύμα μαζικής μετανάστευσης παρόμοιο με εκείνο της δεκαετίας του 1960, αποτελούμενο κυρίως από τους καλύτερα καταρτισμένους νέους. «Πεντακόσιες χιλιάδες άτομα εγκατέλειψαν τη χώρα, δηλαδή πάνω από το 10% του ενεργού πληθυσμού, ανάμεσά τους και πολλοί νέοι πτυχιούχοι», υπογραμμίζει η Ρακέλ Βαρέλα, καθηγήτρια στο Νέο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, με ειδίκευση στην Ιστορία της Εργασίας. Η κυβέρνηση τους ενθάρρυνε: «Η μετανάστευση ήταν πραγματικά μια δικλείδα ασφαλείας μέσα σε ένα τεταμένο κοινωνικό πλαίσιο», εξηγεί η καθηγήτρια. Σήμερα, πολλοί ανησυχούν γι’ αυτό: «Αποτελεί κίνδυνο για τη χώρα, ιδίως από τη στιγμή που τα δημογραφικά στοιχεία δεν είναι ευνοϊκά», επισημαίνει ο Ζοάο Ντούκε, καθηγητής Οικονομίας. «Δυσκολευόμαστε πολύ να βρούμε ειδικευμένους εργαζόμενους», παραπονιέται ο Αρτούρ Σουτίνιο, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της More Textile, μιας ακμάζουσας επιχείρησης λευκών ειδών στο Γκιμαράες, της οποίας πελάτες είναι αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες. Ωστόσο, αυτοί οι δύο ένθερμοι οπαδοί της λιτότητας δεν διακρίνουν καμία αντίφαση ανάμεσα στις σημερινές ανησυχίες τους και στην εκ μέρους τους υποστήριξη των μέτρων για τις μειώσεις μισθών και του νόμου του 2012 για την ελαστικοποίηση της εργασίας. Ο Σουτίνιο φοβάται ότι η κυβέρνηση θα επανεξετάσει την «τράπεζα ωρών», ένα σύστημα διακοσίων επιπλέον ωρών το χρόνο για κάθε εργαζόμενο, οι οποίες αμείβονται κανονικά και όχι υπερωριακά και χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν από τους εργοδότες. Η ανησυχία του δεν φαίνεται να έχει βάση: προς το παρόν, ούτε το Αριστερό Μπλοκ ούτε το Κομμουνιστικό Κόμμα ούτε η Γενική Συνομοσπονδία Εργαζομένων, που απαιτούν την κατάργηση της «τράπεζας ωρών», φαίνεται να εισακούγονται.

Οι σύμμαχοι του Σοσιαλιστικού Κόμματος, συμπεριλαμβανομένης και της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών, αρχίζουν να θεωρούν ότι ο χρόνος βαραίνει. «Το ποσοστό ανεργίας στην περιοχή μας είναι μικρότερο από τον εθνικό μέσο όρο, πρόκειται όμως για συμβάσεις ορισμένου χρόνου που γίνονται μέσω γραφείων ευρέσεων εργασίας», σημειώνει ο Ντομίνγκος Κόστα, εκπρόσωπος του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Βίλα Νόβα ντε Φαμαλικάο. «Η κρίση δικαιολογεί τα πάντα: απολύσεις, μειώσεις μισθών. Όταν όμως ανακάμπτει η οικονομική δραστηριότητα, δεν επιστρέφουμε στο προηγούμενο καθεστώς». Καμία πρόοδος δεν υπάρχει ούτε στο φλέγον θέμα των συλλογικών συμβάσεων, των οποίων η διάρκεια μειώθηκε –και επιπλέον, αν οι διαπραγματεύσεις ανανέωσης αποτύχουν, η σύμβαση ακυρώνεται. Καμία πρόοδος δεν σημειώνεται και στο μέτωπο της επισφαλούς εργασίας. «Σε αυτό το πεδίο έχουμε πετύχει πολύ λίγα, πλην της αύξησης του κατώτατου μισθού και της προγραμματισμένης ενσωμάτωσης των επισφαλώς εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Στην πραγματικότητα, τούτη η κυβέρνηση θεωρεί ότι η ελαστικοποίηση της εργασίας ήταν μια πολύ καλή πολιτική και δεν υπάρχει η βούληση να αμφισβητηθεί. Πρόκειται για ένα σημείο πολύ έντονης τριβής», σημειώνει με απογοήτευση ο Γκουσμάο, ο οικονομολόγος του Αριστερού Μπλοκ.

Ο πρωθυπουργός βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με διεκδικήσεις για ευρύτερη και ταχύτερη αναδιανομή. Προς το παρόν, οι φωνές αυτές δεν είναι τόσο βροντερές, θα μπορούσαν όμως να δυναμώσουν. «Θέλουμε μια πολιτική δημοσίων επενδύσεων επικεντρωμένη στους τομείς όπου έχουμε εξωτερικά ελλείμματα: στην ενέργεια, τη στέγαση, τα διατροφικά προϊόντα», εξηγεί ο Γκουσμάο. «Διότι, με την επανεκκίνηση της κατανάλωσης, οι εισαγωγές παρουσιάζουν αυξητική τάση, επιδεινώνοντας ακόμη περισσότερο το εμπορικό έλλειμμα». Και εδώ βρίσκεται η αιτία του κακού: τα μέτρα για την επανάκτηση της αγοραστικής δύναμης κατά κύριο λόγο χρηματοδοτήθηκαν από τη μείωση των δημοσίων επενδύσεων, οι οποίες το 2016 σημείωσαν πτώση 30%, πέφτοντας στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων 70 χρόνων.

 

  1. Ο Ζοζέ Σόκρατες, πρώην Γενικός Γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας, διατέλεσε πρωθυπουργός από τις 12 Μαρτίου του 2005 έως τις 21 Ιουνίου του 2011.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο