Βόρεια Κορέα: Ώρα για διαπραγματεύσεις χωρίς προαπαιτούμενα

Από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών, ο Αμερικανός πρόεδρος υποσχέθηκε να «καταστρέψει ολοσχερώς τη Βόρεια Κορέα» σε περίπτωση επίθεσης του καθεστώτος. Από την πλευρά τους, οι ηγέτες της Γαλλίας και της Ρωσίας υποστηρίζουν τον διάλογο, θέτουν όμως τη διακοπή του πυρηνικού προγράμματος της Βόρειας Κορέας ως προαπαιτούμενο και όχι ως αντικείμενο της διαπραγμάτευσης: μια προσέγγιση που έχει ήδη δοκιμαστεί και αποτύχει.

Το πυρηνικό τζίνι έχει βγει από το μπουκάλι. Θα μπορέσει να ξαναμπεί; Και δεν είναι πρώτη φορά που ανακατεύεται με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Βόρειας Κορέας (ΛΔΒΚ) –η πρώτη δοκιμή βαλλιστικού πυραύλου πραγματοποιήθηκε το 1993. Από πέρσι όμως, ο Κιμ Γιονγκ Ουν έχει δώσει φρενήρη ρυθμό στις εξελίξεις: δέκα εκτοξεύσεις βαλλιστικών πυραύλων μεσαίου ή διηπειρωτικού βεληνεκούς μέσα σε είκοσι μήνες και τρεις πυρηνικές δοκιμές, σύμφωνα με την ίδια την Πιονγκ Γιανγκ.

Ο παροξυσμός αυτός συνοδεύτηκε από μια εντυπωσιακή στρατιωτική παρέλαση και τη δημοσιοποίηση εικόνων γεμάτων με πυραύλους και τεθωρακισμένα (15 Απριλίου 2017), από πολεμοχαρή κομπορρημοσύνη και από απειλές εναντίον των αμερικανικών πόλεων, τις οποίες ο ισχυρός άνδρας της Βόρειας Κορέας απειλεί ότι θα «κάνει στάχτη», όπως άλλωστε και το Γκουάμ, το αμερικανικό νησί-αεροπλανοφόρο στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο πύραυλος που εκτοξεύτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου διένυσε 3.700 χιλιόμετρα πριν βυθιστεί στον ωκεανό, δείχνοντας έτσι ότι το Γκουάμ, που βρίσκεται σε απόσταση 3.400 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα της Βόρειας Κορέας, δεν είναι πια εκτός της εμβέλειάς της. Για την ώρα, ο Κιμ Γιονγκ Ουν απέφυγε επιμελώς να βάλλει προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Μόνο οι Ιάπωνες άκουσαν τον διαπεραστικό ήχο των σειρήνων που ειδοποιούσαν για τη διέλευση του πυραύλου από το έδαφός τους και βρέθηκαν για λίγο στο έλεος του παραμικρού απροόπτου.

Στις προκλήσεις του απαντούν οι θορυβώδεις δηλώσεις και οι «τουιτεριάδες» του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος υπόσχεται στην Πιονγκ Γιανγκ «φωτιά και δυστυχία, τέτοιες που ο κόσμος δεν έχει γνωρίσει ποτέ μέχρι σήμερα» (8 Αυγούστου). Απειλεί το Πεκίνο, που κατά την κρίση του είναι αδύναμο, ότι θα διακόψει τις διμερείς εμπορικές συναλλαγές, καθώς «όσοι κάνουν δουλειές με τους Βορειοκορεάτες, δεν θα μπορούν πλέον να κάνουν μαζί μας» (3 Σεπτεμβρίου). Και προς τη Σεούλ, ο Τραμπ διαμηνύει ότι η στρατηγική «κατευνασμού» του νεοεκλεγέντος προέδρου Μουν Τζάε-Ιν «δεν οδηγεί πουθενά» (3 Σεπτεμβρίου).

 

(κλικ για μεγέθυνση)

 

Η εποχή που ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου διαβεβαίωνε ότι είναι «έτοιμος να συναντήσει τον Κιμ, εάν οι περιστάσεις είναι οι κατάλληλες» (1) έχει παρέλθει. Αντί να χρησιμοποιήσει τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στις 19 Σεπτεμβρίου, για να απευθύνει κάλεσμα για ειρήνη, ο Αμερικανός πρόεδρος έριξε λάδι στη φωτιά, απειλώντας να «καταστρέψει ολοσχερώς τη Βόρεια Κορέα» εάν αμερικανικά ή συμμαχικά εδάφη δεχθούν επίθεση, πριν τελικά ανακοινώσει πρόσθετες κυρώσεις. Το Πεντάγωνο και οι ειδικοί του μελετούν τα σενάρια ενός πολέμου, ολοκληρωτικού ή ελεγχόμενου, προληπτικού ή αμυντικού, ακόμη και το σενάριο δολοφονίας του Βορειοκορεάτη ηγέτη, παρότι αναγνωρίζουν ότι «όλες οι επιλογές είναι κακές» (2).

Και η Γαλλία όμως διαθέτει τους δικούς της πολεμοχαρείς καυχησιάρηδες (οχυρωμένους πίσω από το γραφείο τους). «Απέναντι στη Βόρεια Κορέα, η στρατιωτική επιλογή είναι η λιγότερο παρακινδυνευμένη», διαβεβαιώνει η Βαλερί Νικέ, υπεύθυνη θεμάτων Ασίας του Ιδρύματος Στρατηγικών Ερευνών (Fondation pour la recherche stratégique) σε τοποθέτησή της (3). Τα 25 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν στην ευρύτερη περιοχή της Σεούλ, σε απόσταση λιγότερων από 60 χιλιομέτρων από τα σύνορα με τη Βόρεια Κορέα, σίγουρα θα εκτιμήσουν μια τέτοια πρόταση. Ακόμη και ο Στίβεν Μπάνον, πρώην στρατηγικός σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου, που δεν τον κατατάσσεις εύκολα στο στρατόπεδο των αγαθιάρηδων ειρηνιστών, εκτιμά ότι «δεν υπάρχει στρατιωτική λύση» (4). Τι σημασία έχει; Με αέρα αρχηγού γενικού επιτελείου, η Γαλλίδα σινολόγος ονειρεύεται την αναμόρφωση της περιοχής, με μια Βόρεια Κορέα αποπυρηνικοποιημένη και γονατισμένη, μια Κίνα με ψαλιδισμένες τις περιφερειακές φιλοδοξίες της, μια Νότια Κορέα που θα μετρά απώλειες, αλλά θα είναι ικανοποιημένη που «οι εκκλήσεις της για αυστηρότατα αντίποινα» θα έχουν εισακουστεί, και με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον γνώριμο ρόλο των αγγέλων της ειρήνης… Όπως ακριβώς στο Ιράκ, δηλαδή.

Με εξαίρεση κάποιους σκληροπυρηνικούς συντηρητικούς, η μεγάλη πλειοψηφία των Νοτιοκορεατών έχει υπερπλήρη συνείδηση των συνεπειών ώστε να θέλει να ποντάρει στη στρατιωτική επιλογή. Ο Μουν Τζάε-Ιν αποδέχθηκε βεβαίως την ανάπτυξη του αντιπυραυλικού συστήματος Thaad (Terminal High Altitude Area Defense), την οποία είχε παγώσει με την ανάληψη των καθηκόντων του ως πρόεδρος της Νότιας Κορέας στις 10 Μαΐου –συσσωρεύοντας έτσι και άλλα όπλα στην περιοχή. Ο Μουν όμως αξίωσε από τον Αμερικανό πρόεδρο να μην αποφασίσει τίποτε «χωρίς διαβούλευση» με τη Σεούλ (το ελάχιστο δηλαδή). Και, σύμφωνα με αξιωματούχο του υπουργείου Ενοποίησης, εξετάζει το ενδεχόμενο να αποστείλει στον Βορρά «ανθρωπιστική βοήθεια 8 εκατομμυρίων δολαρίων μέσω διεθνών οργανισμών, όπως η UNICEF και το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Επισιτισμού» (5). Ο Νοτιοκορεάτης πρόεδρος δηλώνει ότι πρέπει να ακολουθηθεί αυτό που ονομάζει «διπλό μονοπάτι» –δηλαδή και πιέσεις και διάλογος. Υιοθετώντας όμως την αμερικανική θεώρηση, χάνει κάθε αξιοπιστία.

 

Χαμένες ευκαιρίες

«Ο πρόεδρος Μουν κάθισε στη θέση του οδηγού, αλλά δεν βρίσκεται στο σωστό αυτοκίνητο», μας εξηγεί με τον δικό του τρόπο ο καθηγητής Παρκ Σουν-Σονγκ, από το Ινστιτούτο Βορειοκορεατικών Σπουδών του πανεπιστημίου Ντονγκούκ, στη Σεούλ. «Την Ουάσινγκτον έπρεπε να πιέζει» ο Μουν, για να εγκαταλείψει την πολιτική τού «όλα ή τίποτα». Διότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να πετύχει την άνευ όρων παράδοση του Βορειοκορεάτη ηγέτη. Οι εντάσεις δεν μπορούν να εκτονωθούν ειρηνικά εάν δεν γίνουν κατανοητές οι ρίζες τους.

Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, η Πιονγκ Γιανγκ φοβάται: όχι τη Σεούλ, αλλά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η βορειοκορεατική ηγεσία τις θεωρεί ικανές να εισβάλουν στη χώρα τους για να δώσουν τέλος σε ένα καθεστώς που έχουν δημόσια χαρακτηρίσει «κακοποιό». Τα πυρηνικά μοιάζουν στα μάτια του καθεστώτος ως η μόνη πιθανή ασφάλεια ζωής –η δύναμη πειθούς του αδύναμου απέναντι στον παγκόσμιο στρατιωτικό γίγαντα. Ελλείψει του φοβερού αυτού όπλου, εξηγούν σε όσους θέλουν να ακούσουν, το Ιράκ καταστράφηκε από τους Αμερικανούς, οι οποίοι εξάλλου παρέκαμψαν και τον ΟΗΕ. Αντίθετα, υποχρεώθηκαν να διαπραγματευθούν με το Ιράν όταν ήταν έτοιμο να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Όσο για τη Λιβύη, το 2003 εγκατέλειψε το πυρηνικό πρόγραμμά της, με αντάλλαγμα την υπόσχεση να εισέλθει στην ομάδα των αξιοσέβαστων κρατών. «Είδαμε τι απέγινε η Λιβύη. Γνωρίζουμε τι αξίζουν τέτοιες υποσχέσεις», εκμυστηρεύεται ένας Βορειοκορεάτης συνομιλητής μας που προτιμά να παραμείνει ανώνυμος. «Δεν κάναμε όλες αυτές τις θυσίες για να καταλήξουμε εκεί». Ούτε συζήτηση να υιοθετηθεί η οδός που είχε επιλέξει η Τρίπολη.

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα των πυρηνικών δεν εμφανίστηκε με τον τελευταίο βλαστό της δυναστείας Κιμ. Όπως υπενθυμίζει ο Αμερικανός ιστορικός Μπρους Kάμινγκς (6), «ξεχνάμε συχνά ότι οι ΗΠΑ ήταν που εγκατέστησαν πρώτες πυρηνικά όπλα στην κορεατική χερσόνησο, το 1958» –δηλαδή πέντε χρόνια μετά τον αδυσώπητο πόλεμο μεταξύ Βορρά και Νότου και λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια μετά τον βομβαρδισμό του Ναγκασάκι και της Χιροσίμα. Έτσι ξεκινά η κούρσα των εξοπλισμών εκεί. Διακριτικά και με την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης, η ΛΔΒΚ αποκτά την απαραίτητη τεχνολογία, μολονότι υπογράφει τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (Non-Proliferation Treaty, ΝΡΤ), το 1985. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, του στενότερου συμμάχου του καθεστώτος, θα πείσει τη Βόρεια Κορέα να αναλάβει τον έλεγχο της κατάστασης. Ο Κιμ Ιλ-Σουνγκ, παππούς του σημερινού ηγέτη, προτείνει μάλιστα στον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο την έναρξη διαπραγματεύσεων ώστε η εκεχειρία που τερμάτισε τον πόλεμο της Κορέας (1950-1953) να αντικατασταθεί με μια κανονική συνθήκη ειρήνης. Όμως, προσκρούει σε τοίχο και έτσι εκτοξεύει τον πρώτο του πύραυλο το 1993 (7).

Ο Μπιλ Κλίντον, αρχικά έτοιμος να συγκρουστεί με την Πιονγκ Γιανγκ, τελικά συνήψε, το 1994, συμφωνία-πλαίσιο, της οποίας τα οφέλη δεν ήταν αμελητέα: τερματισμός της λειτουργίας του αντιδραστήρα στο Γιονγκμπιόν, ο οποίος σφραγίστηκε, επίβλεψη των εγκαταστάσεων, δημιουργία κοινοπραξίας από τα δύο κράτη της χερσονήσου, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Ευρωπαϊκή Ένωση με αποστολή την κατασκευή δύο πυρηνικών σταθμών με ελαφρύ ύδωρ, οι οποίοι θα μπορούσαν να παράσχουν την ηλεκτρική ενέργεια που η χώρα είχε ανάγκη, διατροφική και πετρελαϊκή βοήθεια, συνέχιση των διαπραγματεύσεων για περαιτέρω εξομάλυνση των διακρατικών σχέσεων. Όμως, η διαδικασία δεν υπερέβη ποτέ το στάδιο των συνομιλιών. Έτσι, όταν τον Απρίλιο του 1997, η Πιονγκ Γιανγκ ζητά την ένταξή της στην Ασιατική Αναπτυξιακή Τράπεζα προκειμένου να χρηματοδοτήσει την οικονομική ανάπτυξή της, η Ουάσινγκτον και το Τόκιο ασκούν βέτο. «Μόλις η ΛΔΒΚ άρχισε κάπως να ανοίγεται, βρέθηκε απομονωμένη και με τις διεθνείς κυρώσεις να την στραγγαλίζουν», σημειώνει ο δημοσιογράφος Φιλίπ Πονς (8). Όσο για τους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δεν θα κατασκευαστούν ποτέ. Ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία το 2001, κλείνει όλες τις πόρτες, μετά από σειρά προσπαθειών χειραγώγησης (διαρροές πληροφοριών που θα αποδειχθούν εσφαλμένες, διάτρητες κατηγορίες περί χρηματοδότησης της τρομοκρατίας κ.ο.κ.) (9).

Εκείνη την εποχή, οι Αμερικανοί συντηρητικοί είναι πεπεισμένοι ότι το καθεστώς, χωρίς τη σοβιετική βοήθεια και αντιμέτωπο με έναν θανατηφόρο λιμό, μπορεί να καταρρεύσει κάτω από το βάρος των κυρώσεων. Κακός υπολογισμός. Γαλουχημένος με τον πιο ακραίο εθνικισμό, ο πληθυσμός συσπειρώνεται γύρω από την ηγεσία, η οποία ανακοινώνει με τυμπανοκρουσίες την επιστροφή της στην πυρηνική σκηνή. Η ΛΔΒΚ αποσύρεται από την ΝΤΡ το 2003 και αρνείται τη διενέργεια οποιουδήποτε ελέγχου από τους επιθεωρητές της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ). Τρία χρόνια αργότερα, το καθεστώς προχωρά στην πρώτη υπόγεια πυρηνική δοκιμή του. Ένα αποφασιστικό βήμα έχει γίνει για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Το γεγονός σηματοδοτεί την αποτυχία του πρώτου κύκλου των «διαπραγματεύσεων των 6» (Βόρεια Κορέα, Νότια Κορέα, ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ρωσία, Κίνα), τις οποίες προωθούσε το Πεκίνο, που για πρώτη φορά αναμειγνύεται ενεργά. Η κινεζική ηγεσία ανοίγει έναν δεύτερο κύκλο διαπραγματεύσεων, ο οποίος καταλήγει, τον Φεβρουάριο του 2007, στη διακοπή λειτουργίας του σταθμού της Γιονγκμπιόν και στην επιστροφή των επιθεωρητών της ΙΑΕΑ, με αντάλλαγμα την τροφοδοσία της Βόρειας Κορέας με πετρέλαιο και τη (μερική) άρση των κυρώσεων. Για μία ακόμη φορά, η προεδρία Μπους αποδεικνύεται άκαμπτη: αρνείται να θεωρήσει τη Βόρεια Κορέα φυσιολογικό κράτος και να χαλαρώσει το εμπάργκο των Ηνωμένων Πολιτειών σε βάρος της. Έτσι, η ΛΔΒΚ παίζει ξανά το πυρηνικό της χαρτί και προχωρά σε δεύτερη υπόγεια πυρηνική δοκιμή (Μάιος 2009), εγκαινιάζοντας νέα περίοδο έντασης, η οποία θα καταλήξει, το 2012, σε μια συμφωνία (διατροφική βοήθεια έναντι παγώματος των δοκιμών) εξίσου εύθραυστη με τις προηγούμενες. Η συνέχεια είναι γνωστή. Σε κάθε γύρο, η βορειοκορεατική ηγεσία ανεβάζει το ποντάρισμα.

Από το 1993, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έχει λάβει δώδεκα αποφάσεις. Αντίθετα με την εσφαλμένη αντίληψη που επικρατεί, η Κίνα τις έχει ψηφίσει όλες, εκτός από την απόφαση του 1993 (όταν και απείχε). Αυτό δεν σημαίνει ότι εφάρμοσε τις κυρώσεις με ζήλο: το αποδεικνύει η συνεχής διόγκωση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες πέρασαν από τα 3,46 δισεκατομμύρια δολάρια το 2010 στα 6,53 δισεκατομμύρια δολάρια το 2013, για να σημειώσουν πολύ μικρή υποχώρηση το 2016 (6,05 δισεκατομμύρια). Από τα μέσα Φεβρουαρίου, σταμάτησαν οι συναλλαγές στον κλάδο του λιγνίτη και, στη συνέχεια, στην κλωστοϋφαντουργία και την αλιεία. Η κινεζική ηγεσία ωστόσο αρνήθηκε να κλείσει τελείως τη στρόφιγγα του πετρελαίου, κάτι που απαιτούσε ο Τραμπ.

Η σχέση ανάμεσα στην Πιονγκ Γιανγκ και το Πεκίνο, το οποίο, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας, υπερασπίστηκε την ύπαρξη της γειτονικής χώρας με το αστρονομικό τίμημα τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου νεκρών, είναι πολύ ιδιαίτερη. Μια σχέση εγκάρδιας συνεννόησης, αλλά και ελάχιστα καλυμμένης απέχθειας. Η Πιονγκ Γιανγκ έπαιξε πότε με τη Σοβιετική Ένωση και πότε με την Κίνα προκειμένου να μην παραχωρήσει τίποτε από την ανεξαρτησία της. Σήμερα, ο Κιμ Γιονγκ-Ουν δεν υπολογίζει παρά στον εαυτό του. Από την άνοδό του στην εξουσία, το 2011, και την ανάδειξη του Σι Ζινπίνγκ στην προεδρία της Κίνας, το 2013, οι δύο ηγέτες δεν έχουν συναντηθεί –κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία των δύο χωρών. Μάλιστα, ο Βορειοκορεάτης ηγέτης εξολόθρευσε όσους, από το άμεσο περιβάλλον του, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ύποπτοι για συμπάθεια προς την Κίνα. Μεταξύ τους, ο θείος του Ζανγκ Σονγκ-Τεκ, το νούμερο δύο του καθεστώτος, ο οποίος συνελήφθη θεαματικά και εκτελέστηκε το 2013. Περιττό να σημειωθεί ότι οι μοχλοί πίεσης του Πεκίνου είναι πολύ λιγότερο υπαρκτοί απ’ όσο πιστεύουν ορισμένοι. Το ζήτημα των σχέσεων με τη δύστροπη γειτονική χώρα, που ήταν μέχρι πρόσφατα ταμπού στην κινεζική δημόσια σφαίρα, τίθεται πλέον ανοιχτά. Ο Ζανγκ Λιανγκουί, καθηγητής στην Κεντρική Σχολή του Κομμουνιστικού Κόμματος, δεν μασάει τα λόγια του: «Οι κυρώσεις που εφαρμόζει η Κίνα δεν έχουν δύναμη και συνοχή. Για την ώρα, είναι αναποτελεσματικές και εξαιρετικά αδύναμες» (10). Είναι σπάνιες τέτοιες επικρίσεις από έναν διανοούμενο με τόσο υψηλό βαθμό. Άλλοι, όπως ο καθηγητής Σι Γινχόνγκ, από το Πανεπιστήμιο του Λαού (Ρενμίν) στο Πεκίνο, εκτιμούν ότι, «κάτω από την αμερικανική πίεση, η Κίνα πολλαπλασίασε τόσο πολύ τις παραχωρήσεις της… σε σημείο που έχει χάσει κάθε περιθώριο πολιτικών ελιγμών». Στο Πεκίνο λέγεται ότι οι στρατιωτικοί κύκλοι θα έβλεπαν με πολύ κακό μάτι την εγκατάλειψη της Πιονγκ Γιανγκ, κάτι που θα είχε ως συνέπεια την εγκατάσταση αμερικανικών στρατευμάτων κατά μήκος του ποταμού Γιαλού, φυσικού συνόρου μεταξύ Κίνας και Κορέας.

Στην πορεία προς το 19ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) ο Σι Ζινπίνγκ κράτησε το τιμόνι με μεγάλη σύνεση. Εξάλλου, η επίσημη εφημερίδα «Global Times» θέλησε να υπενθυμίσει ότι «παρόλο που η Κίνα και οι ΗΠΑ συμφωνούν στην αποπυρηνικοποίηση της χερσονήσου, αποκλίνουν στον τρόπο επίτευξης του συγκεκριμένου στόχου. Η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι η κρίση μπορεί να επιλυθεί επιβάλλοντας όλο και περισσότερες οικονομικές κυρώσεις (…). Το Πεκίνο θεωρεί ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί παρά μέσω συνομιλιών» (11). Υπενθυμίζεται επίσης η κινεζική ιδέα της «αναστολής έναντι αναστολής» –το πάγωμα των πυρηνικών και βαλλιστικών δραστηριοτήτων έναντι του παγώματος των κοινών γυμνασίων ΗΠΑ-Νότιας Κορέας. Η πρόταση έπεσε στο κενό.

Όπως το συνοψίζει ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, «οι Βορειοκορεάτες θα προτιμούσαν να τρώνε χορτάρι» παρά να εγκαταλείψουν το πυρηνικό πρόγραμμά τους. Και η γειτονική Ρωσία, με πιο διακριτική παρουσία στη ΛΔΒΚ από την Κίνα, ανησυχεί για την πυρηνικοποίηση της χερσονήσου, αλλά απορρίπτει τον «στραγγαλισμό» της Πιονγκ Γιανγκ, ο οποίος θα την οδηγούσε στην κατάρρευση (12). Η Μόσχα ζητά την έναρξη «απευθείας συνομιλιών» με την ηγεσία της Βόρειας Κορέας. Αυτή είναι η θέση και του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν (13). Πάντως, η Γαλλία, η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα (μαζί με την Εσθονία) που δεν έχει αναγνωρίσει την ΛΔΒΚ, δεν είναι σε θέση να ασκήσει σχεδόν καμία επιρροή στις εξελίξεις. Άρα, ποια η οδός απεμπλοκής από το αδιέξοδο;

 

Ειρήνη σε περιφερειακό επίπεδο

Είτε αρέσει είτε όχι, η ΛΔΒΚ έχει εισέλθει στον στενό κύκλο των πυρηνικών δυνάμεων. Όπως, στην εποχή τους, η Ινδία και το Πακιστάν. Μολονότι δεν έχει υπογράψει την ΝΤΡ, το Νέο Δελχί υποστηρίχθηκε από την Ουάσινγκτον και τις άλλες πυρηνικές δυνάμεις, οι οποίες ήραν τις κυρώσεις σε βάρος της Ινδίας. Το γειτονικό Πακιστάν δεν έτυχε τέτοιας ευνοϊκής μεταχείρισης. Αυτές οι αποφάσεις με δύο μέτρα και δύο σταθμά δεν πείθουν καθόλου για την ειλικρίνεια των κηρύκων του αφοπλισμού. Άλλωστε, το αδύναμο σημείο της ΝΤΡ είναι ακριβώς ότι δίνει σε πέντε χώρες το προνόμιο να επιβάλλουν στα υπόλοιπα κράτη εκείνο που αρνούνται να κάνουν οι ίδιες. Από εκεί πηγάζει και η σπουδαιότητα της Συνθήκης για την Απαγόρευση των Πυρηνικών Όπλων, την οποία υιοθέτησαν τα Ηνωμένα Έθνη στις 7 Ιουλίου 2017 και επιδιώκει να επιβάλλει σε όλα τα κράτη την ελεγχόμενη διάλυση του πυρηνικού οπλοστασίου τους.

Περιμένοντας, η Πιονγκ Γιανγκ διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο αποτροπής. Αντί να τίθεται η καταστροφή του ως προαπαιτούμενο των συνομιλιών, θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσει ένας στρατηγικός διάλογος που θα περιλαμβάνει ταυτόχρονα την αναγνώριση του καθεστώτος, ώστε να απαλλαγεί από το στίγμα του παρία, μια στέρεη συνθήκη ειρήνης, δεσμεύσεις μη επίθεσης και αμοιβαίο αφοπλισμό. Δεν ωφελεί να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: η δύναμη πυρός της Βόρειας Κορέας διαταράσσει την τάξη πραγμάτων στην Ασία. Το Τόκιο, σήμερα κάτω από την αμερικανική ομπρέλα, θα μπορούσε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, όπως επίσης και η Σεούλ. Επομένως, η αποφυγή μιας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών στην περιοχή επιβάλλει διαφορετικό τρόπο σκέψης και δράσης.

Στην πραγματικότητα, εκτιμά ο Λι Χεατζόνγκ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο πανεπιστήμιο Τσουνγκ-Ανγκ της Σεούλ, «εάν περιοριστούμε μόνο στο ζήτημα της Βόρειας Κορέας, δεν υπάρχει λύση. Το ζήτημα είναι η ειρήνη σε μια περιοχή που γνώρισε την ιαπωνική κατοχή, [τον εμφύλιο πόλεμο] στο εσωτερικό της χερσονήσου, την εγκατάσταση αμερικανικών στρατευμάτων» και που έχει παραμείνει αγκυλωμένη στο καθεστώς του Ψυχρού Πολέμου. Πρέπει να βρεθούν τρόποι «ισορροπημένης συνύπαρξης ανάμεσα στα δύο ανεξάρτητα κράτη της κορεατικής χερσονήσου, την Ιαπωνία, την Κίνα και, επίσης, να προσδιοριστεί η έκταση και ο ρόλος της αμερικανικής παρουσίας». Θέματα που δεν πρόκειται να διευθετηθούν με τη ρίψη πυραύλων.

 

(1) Margaret Talev και Jennifer Jacobs, «Trump says he’d meet with Kim Jong-un under right circumstances», Bloomberg News, 1η Μαΐου 2017.

(2) Marc Bowden, «Here’s how to deal with North Korea. It’s not going to be pretty», «The Atlantic», Ουάσινγκτον, Ιούλιος-Αύγουστος 2017.

(3) «Le Monde», 6 Σεπτεμβρίου 2017.

(4) Robert Kuttner, «Steve Bannon, unrepentant», «The American Prospect», Νέα Υόρκη, 16 Αύγουστου 2017.

(5) NK News, Σεούλ, 15 Σεπτεμβρίου 2017.

(6) Bruce Cumings, «A murderous history of Korea», «London Review of Books», Τόμος 39, Νο 10, 18 Μαΐου 2017.

(7) Βλ. τις δηλώσεις του Νοτιοκορεάτη πρώην υπουργού Ενοποίησης στο «La réunification de la Corée aura-t-elle lieu?», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2016.

(8) Philippe Pons, «Corée du Nord. Un État-guérilla en mutation», Gallimard, Παρίσι, 2016.

(9) Οπ. προηγ.

(10) «Financial Times», Λονδίνο, 6 Σεπτεμβρίου 2017.

(11) «Νorth Korea, trade to top Trump’s visit to China», «Global Times», Πεκίνο, 14 Σεπτεμβρίου 2017.

(12) Andrei Lankov, «Why Russia may use its veto power on new North Korea sanctions », NK News, 10 Σεπτεμβρίου 2017.

(13) Agence France-Presse, Παρίσι, 15 Σεπτεμβρίου 2017.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Συντάκτης της «Le Monde diplomatique».