Πυρηνικός εκβιασμός στη Βόρεια Κορέα

[Από το αρχείο της Monde diplomatique. Δημοσιευμένο τον Μάρτιο του 2003 στην “Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία”.]

Η κρίση που δημιουργήθηκε από την αποχώρηση της Βόρειας Κορέας από τη Συνθήκη για την μη Εξάπλωση των Πυρηνικών είναι δυνατόν να διευθετηθεί μονάχα με διαπραγματεύσεις. Πράγματι, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να εμπλακούν σε μια στρατιωτική επιχείρηση χωρίς την υποστήριξη των γειτονικών κρατών. Όμως, η πολιτική τους αμφισβητείται τόσο από το Πεκίνο όσο και από τη Σεούλ, όπου ο νέος πρόεδρος Ρο Μου Χιουν επιμένει στη συνέχιση της πολιτικής συμφιλίωσης με την Πιονγιάνγκ. Επιπλέον, το Τόκιο φοβάται τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μια υπερβολικά επιθετική αμερικανική πολιτική απέναντι στη Βόρεια Κορέα.

Το 1991 η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους-πατέρα ανησυχούσε για τις δραστηριότητες του βορειοκορεατικού πυρηνικού συγκροτήματος του Γιονμπιόν, το οποίο στεγάζει έναν αντιδραστήρα γραφίτη. Ωστόσο, η Συνθήκη για την μη Εξάπλωση των Πυρηνικών προβλέπει ότι χώρες που δεν έχουν στην κατοχή τους πυρηνικά όπλα και βρίσκονται αντιμέτωπες με μια απειλή αυτού του τύπου διαθέτουν το δικαίωμα της αυτοάμυνας.

Δεδομένου δε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν παρόμοια όπλα στη Νότια Κορέα [πυρηνικά βλήματα πυροβολικού, χερσαίες νάρκες, βόμβες και πυραύλους «Τίμιος Τζον» (κατασκευής του 1958)], ο Μπους-πατέρας άρχισε τις πρώτες διαπραγματεύσεις με την Πιονγιάνγκ και το αμερικανικό πυρηνικό οπλοστάσιο αποσύρθηκε από τη Νότια Κορέα λίγο πριν ο πρόεδρος εγκαταλείψει το Λευκό Οίκο. Όταν τον Ιανουάριο του 1992 ήρθε στην εξουσία ο πρόεδρος Κλίντον, εγκατέλειψε αυτή τη διπλωματία: το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η οικονομία, και στην αρχή δεν έδωσε καμία σημασία στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας (ΛΔΚ).

Έξι εβδομάδες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η Βόρεια Κορέα δήλωσε ότι οι επιθεωρητές της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας ήταν όργανα των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και ανήγγειλε την αποχώρησή της από τη Συνθήκη για την μη Εξάπλωση των Πυρηνικών. Κινητοποιώντας τον τεράστιο προπαγανδιστικό μηχανισμό της, χαρακτήρισε τις ενδεχόμενες κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ως «πολεμικές πράξεις».

Η κρίση που δημιουργήθηκε με αυτόν τον τρόπο από τον μακαρίτη Κιμ Ιλ Σουνγκ έμελλε να διαρκέσει δεκαοκτώ μήνες, και έφτασε στο αποκορύφωμά της το Μάιο του 1994, όταν η Βόρεια Κορέα απέσυρε από τον αντιδραστήρα του Γιονμπιόν 8.000 ράβδους ακτινοβολημένου πυρηνικού καυσίμου, το οποίο περιείχε αρκετό πλουτώνιο για την κατασκευή πέντε ή έξι ατομικών βομβών. Στα τέλη Ιουνίου του 1994, ο πρόεδρος Κλίντον ήταν έτοιμος να κηρύξει τον πόλεμο στη Βόρεια Κορέα.

Ο πρώην πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ ταξίδεψε εσπευσμένα στην Πιονγιάνγκ, συναντήθηκε με τον Κιμ Ιλ Σουνγκ και πέτυχε τη δέσμευση για πλήρες πάγωμα των δραστηριοτήτων του συγκροτήματος του Γιονμπιόν.

Η συμφωνία-πλαίσιο του Οκτωβρίου του 1994 μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της ΛΔΚ επικύρωσε αυτή τη δέσμευση. Η Διεθνής Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας σφράγισε τον αντιδραστήρα του Γιονμπιόν, αποθήκευσε τις ράβδους του ακτινοβολημένου καυσίμου σε τσιμεντένια δοχεία και επιτηρούσε τις εγκαταστάσεις κατά τη διάρκεια των οκτώ τελευταίων ετών.

Στη συνέχεια, ο Κλίντον προσπάθησε να πετύχει μια συνολική συμφωνία προτείνοντας στην Πιονγιάνγκ την παροχή οικονομικής βοήθειας με αντάλλαγμα το πάγωμα του πυρηνικού προγράμματός της.

Μεταξύ 1998 και 2000, ο Ουίλιαμ Πέρι, περιοδεύων πρεσβευτής του προέδρου Κλίντον, έθεσε τις βάσεις για την αμοιβαία αναγνώριση των δύο κρατών και για την αγορά όλων των βορειοκορεατικών πυραύλων (1). Και όλα αυτά, τη στιγμή που οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν αποδείξεις ότι η Βόρεια Κορέα είχε αρχίσει το 1998 την εισαγωγή τεχνολογίας για ένα νέο πυρηνικό πρόγραμμα εμπλουτισμού του ουρανίου. Εκείνη την εποχή οι Ρεπουμπλικάνοι κατηγορούσαν την κυβέρνηση ότι επιδεικνύει ανοχή απέναντι σε ένα «κράτος-παρία».

Η σημερινή κρίση ξέσπασε επίσημα μετά την επίσκεψη στην Πιονγιάνγκ του Τζέιμς Κέλι, του αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών που είναι αρμόδιος για τα ζητήματα του Ειρηνικού και της Ανατολικής Ασίας, ο οποίος κατείχε αποδείξεις για την επαναδραστηριοποίηση του βορειοκορεατικού πυρηνικού προγράμματος. Αν και αρχικά το αρνήθηκαν, οι Βορειοκορεάτες παραδέχτηκαν τελικά τα γεγονότα. Πιθανολογείται ότι η Πιονγιάνγκ συνομολόγησε το 1998 μια συμφωνία με την Ισλαμαμπάντ, η οποία προέβλεπε τη μεταφορά βορειοκορεατικών πυραύλων στο Πακιστάν με αντάλλαγμα την παροχή πακιστανικής τεχνολογίας για τον εμπλουτισμό του ουρανίου.

Η διαδικασία είναι ιδιαίτερα αργή, ωστόσο, εάν οι Βορειοκορεάτες επιταχύνουν την προσπάθειά τους -με τη βοήθεια των χιλίων φυγοκεντρητών που λέγεται ότι διαθέτουν- θα μπορούσαν να κατασκευάζουν κάθε χρόνο μία ή δύο πολύ μεγάλες και δύσχρηστες ατομικές βόμβες, όπως εκείνες που διαθέτουν οι Πακιστανοί. Λίγο καιρό μετά την επιστροφή του Κέλι στην Ουάσιγκτον, ένας αμερικανός υπεύθυνος δήλωνε στους δημοσιογράφους ότι η συμφωνία-πλαίσιο του 1994 για το πάγωμα του αντιδραστήρα του Γιονμπιόν ήταν άκυρη και μηδέποτε γενόμενη.

Επρόκειτο για μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, δεδομένου ότι οι σύμβουλοι του προέδρου Μπους είχαν δηλώσει, λίγο μετά την άνοδό του στην εξουσία, ότι θεωρούσαν τη συμφωνία νεκρό γράμμα (2). Επιπλέον, ένα χρόνο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον επινόησε τον «άξονα του Κακού» και στράφηκε στον προληπτικό πόλεμο, εγκαταλείποντας την ιστορική πολιτική της ανάσχεσης (containment) που εφάρμοζε μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας, ο αμερικανός πρόεδρος επιδόθηκε σε συνεχείς και ανώφελες επιθέσεις ενάντια στον Βορειοκορεάτη Κιμ Γιουνγκ Ιλ, ενώ ταυτόχρονα έδειχνε απόλυτη περιφρόνηση για την πολιτική συμφιλίωσης που επιχειρούσε να προωθήσει η Σεούλ. Τον Μάρτιο του 2001, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης του προέδρου Μπους και του νοτιοκορεάτη προέδρου Κιμ Ντάε Γιουνγκ, ο οποίος έχει βραβευθεί με το Νόμπελ Ειρήνης, ο αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι ο βορειοκορεάτης ηγέτης δεν ήταν άξιος εμπιστοσύνης (σάμπως η συμφωνία του 1994 να στηριζόταν στην εμπιστοσύνη και όχι στην επιτήρηση). Κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης συνομιλίας του με τον δημοσιογράφο Μπομπ Γούντγουορντ, ο Αμερικανός πρόεδρος αναφώνησε ότι «μισεί τον Κιμ Γιουνγκ Ιλ», προσθέτοντας ότι θα προτιμούσε να «ανατρέψει» το βορειοκορεατικό καθεστώς (3).

Το χρονικό της σημερινής κρίσης

Στις 27 Δεκεμβρίου του 2002, η ΛΔΚ απέλασε και πάλι τους επιθεωρητές της ΔΕΑΕ -καταγγέλλοντας αυτόν τον οργανισμό ως όργανο της Ουάσιγκτον- και άρχισε να τροφοδοτεί με νέες ράβδους καυσίμου τον αντιδραστήρα του Γιονμπιόν.

Στις 10 Ιανουαρίου του 2003 ανήγγειλε ότι αποσύρεται από τη Συνθήκη για τη μη Εξάπλωση των Πυρηνικών και ότι θα θεωρούσε οποιαδήποτε κύρωση θα αποφάσιζε να της επιβάλλει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ως «κήρυξη πολέμου». Ωστόσο, απέφυγε μέχρι σήμερα να ανοίξει τα δοχεία που περιέχουν το ακτινοβολημένο καύσιμο.

Στην αρχή, η Ουάσιγκτον δήλωσε ότι αρνείται να διαπραγματευτεί με τους Βορειοκορεάτες, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα σήμαινε ότι υποκύπτει στον «πυρηνικό εκβιασμό». Ούτε και ετίθετο θέμα αναγνώρισης του καθεστώτος, το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνούνται να αναγνωρίσουν από το 1946, οπότε ο Κιμ Ιλ Σουνγκ ανέβηκε στην εξουσία.

Η δήλωση που έκανε το 1994 ο Ουίλιαμ Πέρι, υπουργός Άμυνας του προέδρου Κλίντον, εθεωρείτο ότι συνόψιζε με τον καλύτερο τρόπο την αμερικανική θέση : «Δεν επιθυμούμε τον πόλεμο και δεν θα προκαλέσουμε πόλεμο στην Κορέα με αφορμή αυτό το πρόβλημα, ούτε και με κανένα άλλο πρόβλημα». Ωστόσο, εάν οι κυρώσεις που θα επιβάλλουν τα Ηνωμένα Έθνη «ωθούσαν τους Βορειοκορεάτες να κηρύξουν τον πόλεμο, τότε θα παίρναμε το ρίσκο» (4). Ο πρόεδρος Κλίντον δεν πήρε αυτό το ρίσκο, καθώς ο στρατηγός Γκάρι Λακ, διοικητής των μονάδων που στάθμευαν στην Κορέα, τον ενημέρωσε ότι ένας νέος πόλεμος θα διαρκούσε έξι μήνες και θα μπορούσε να προκαλέσει 100.000 θύματα από την πλευρά των Αμερικανών.

Στην πραγματικότητα, η απόφαση να ανατεθεί το πρόβλημα των όπλων μαζικής καταστροφής του Ιράκ στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και στη ΔΕΑΕ, έδωσε στην Πιονγιάνγκ, το Σεπτέμβριο του 2002, την ευκαιρία να πυροδοτήσει τη σημερινή κρίση. Ο Μπους είχε προβλέψει ότι θα αναλάμβανε δράση ενάντια στον «άξονα του Κακού» με την εξής σειρά: πρώτα ο Σαντάμ Χουσεΐν, στη συνέχεια η Βόρεια Κορέα και μετά το Ιράν. Με τη βιασύνη του, ο Κιμ Γιουνγκ Ιλ ανέτρεψε τη σειρά των επιχειρήσεων.

Μετά από μια διετία αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής η οποία αναμειγνύει τον σκληρότερο ρεαλισμό και τον μεσσιανικό ιδεαλισμό, ήταν αναπόφευκτο ότι κάποια από τις χώρες του «άξονα» που απειλούνταν με προληπτικό πόλεμο θα έπαιρνε την πρωτοβουλία και θα έφερνε σε δύσκολη θέση τον Αμερικανό πρόεδρο. Ο Κιμ Γιουνγκ Ιλ δεν έκανε τίποτε το διαφορετικό. Οι πρόσφατες προκλήσεις τού επέτρεψαν να ενισχύσει τη θέση του, τη στιγμή που ο πρόεδρος Μπους είχε στρέψει την προσοχή του στο Ιράκ. Η Βόρεια Κορέα υποθέτει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν τα μέσα να επιχειρήσουν ταυτόχρονα δύο σημαντικούς πολέμους. Επιπλέον, πώς θα μπορούσε ο Μπους να δικαιολογήσει ένα νέο καταστροφικό πόλεμο; Άραγε, αυτός δεν είναι εκείνος που σταμάτησε την πρωτοβουλία του Κλίντον για εξαγορά των βορειοκορεατικών πυραύλων μέσου και μεγάλου βεληνεκούς και για τη συνέχιση του παγώματος του πυρηνικού προγράμματος της ΛΔΚ, τη στιγμή που αυτή η πρωτοβουλία βρισκόταν στα πρόθυρα της επιτυχίας;

Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι, όταν τα στελέχη της κυβέρνησης Κλίντον παρέδωσαν την εξουσία στην κυβέρνηση Μπους, την ενημέρωσαν για τις πληροφορίες που υπήρχαν σχετικά με την εισαγωγή πακιστανικής τεχνολογίας στη Βόρεια Κορέα για τον εμπλουτισμό του ουρανίου. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μπους αδράνησε μέχρι τον Ιούλιο του 2002, οπότε και είχε στη διάθεσή της πληροφορίες ότι πιθανόν η Βόρεια Κορέα να είχε αρχίσει την κατασκευή μιας εγκατάστασης για τον εμπλουτισμό του ουρανίου (5). Πολλοί εμπειρογνώμονες εκτιμούν ότι με την εισαγωγή αυτών των τεχνολογιών, η Πιονγιάνγκ παραβίασε καταφανώς τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει. Ωστόσο, ήταν δυνατόν να παγώσει η χρησιμοποίησή τους, μέσα στο πλαίσιο της συνέχισης της συμφωνίας για τους πυραύλους και για την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη ΛΔΚ. Με την αλλαγή της πολιτικής της, η κυβέρνηση Μπους μετέτρεψε ένα πρόβλημα που μπορούσε να λυθεί, σε σοβαρή κρίση, η οποία αφήνει μικρά περιθώρια ελιγμών στις δύο πλευρές.

Ο κίνδυνος προέρχεται από το συνδυασμό περισσότερων παραγόντων: των προβλέψιμων προκλήσεων της Βόρειας Κορέας, της αμερικανικής πρόθεσης να χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα ήδη από την αρχή της σύρραξης και του δόγματος του προληπτικού πολέμου που έχει διακηρύξει ο πρόεδρος Μπους -ότι οι ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα να επιτεθούν σε μια χώρα την οποία υποψιάζονται ότι θα μπορούσε να τους επιτεθεί πρώτη. Σε αυτό τον κίνδυνο προστίθεται μια νέα απειλή ενάντια στη δομή του συστήματος αποτροπής που υπάρχει στην κορεατική χερσόνησο. Σύμφωνα με τον στρατηγό Τζέιμς Γκραντ, επικεφαλής των αμερικανικών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών στην Κορέα μεταξύ 1989 και 1992, η πρόοδος που έχουν σημειώσει οι Αμερικανοί στον τομέα των πυρομαχικών υψηλής ακριβείας καθιστά σήμερα δυνατή την καταστροφή των 10.000 πυροβόλων που είναι εγκατεστημένα στα οχυρά που είναι σκαμμένα στους ορεινούς όγκους που βρίσκονται βορείως της Σεούλ.

Αυτές οι οχυρές θέσεις, οι οποίες μέχρι σήμερα ήταν απόρθητες, αποτελούσαν τον κυριότερο προμαχώνα της ΛΔΚ απέναντι σε μια ενδεχόμενη επίθεση από τη Νότια Κορέα. Σε αυτή την περίπτωση -και ελλείψει αξιόπιστων εγγυήσεων για την ασφάλεια της χώρας- οι στρατηγοί της Πιονγιάνγκ θα στραφούν προς μια μορφή αποτροπής η οποία θα εμπνέει περισσότερη εμπιστοσύνη.

Αυτά τα γεγονότα αποδεικνύονται περισσότερο λυπηρά στο βαθμό που, από τις αρχές του 1998, με την παρότρυνση του Κιμ Ντάε Γιουνγκ, έχει σημειωθεί τεράστια πρόοδος στο ζήτημα της συμφιλίωσης της Βόρειας με τη Νότια Κορέα. Για πρώτη φορά μετά τη διχοτόμηση της χώρας το 1945, οι δύο ηγέτες των κορεατικών κρατών αντάλλαξαν χειραψία τον Ιούνιο του 2000 στην Πιονγιάνγκ. Το Δεκέμβριο του 2002, όταν οι Νοτιοκορεάτες εξέλεξαν απροσδόκητα πρόεδρο τον Ρο Μου Χιουν, έναν θαρραλέο δικηγόρο, ο οποίος, στη δεκαετία του 1980, κατά τη διάρκεια των σκοτεινών χρόνων της στρατιωτικής δικτατορίας, είχε υπερασπιστεί τους ηγέτες των εργατών και τους ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, σήμανε η εγκατάλειψη του ψυχροπολεμικού πολιτικού συστήματος.

Εν τω μεταξύ, η νεολαία έχει αρχίσει να αντιτίθεται στην αμερικανική παρουσία στη Νότια Κορέα. Στις γιγαντιαίες διαδηλώσεις συμμετέχουν οι παλαιοί φοιτητές, οι οποίοι τη δεκαετία του 1980 έζησαν την αναταραχή στα πανεπιστήμια, όταν η αμερικανική διπλωματία υποστήριζε τη δικτατορία και την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης του Κβανγκτζού, το 1980. Καθώς η κυβέρνηση του Ρο Μου Χιούν συνειδητοποιεί απόλυτα το μερίδιο της ευθύνης που έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για τη σημερινή κρίση, ο Μπους είναι υποχρεωμένος να χειριστεί το ζήτημα των πολύ δύσκολων σχέσεων με δύο χώρες, και με τη Βόρεια και με τη Νότια Κορέα.

Εάν πρόκειται για αυτοάμυνα

Η μη εξάπλωση των πυρηνικών στηρίζεται σε μια θεμελιώδη αρχή: οι χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα δεν πρέπει να απειλούνται από χώρες που διαθέτουν παρόμοια όπλα. Για να εξασφαλιστεί η ψήφος των μη πυρηνικών κρατών που απαιτούνταν για την κύρωση της Συνθήκης από τα Ηνωμένα Έθνη το 1968, οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΣΣΔ δεσμεύτηκαν να βοηθήσουν οποιοδήποτε «θύμα δεχόταν επίθεση ή βρισκόταν αντιμέτωπο με απειλή επίθεσης που θα περιλάμβανε την προσφυγή σε πυρηνικά όπλα» (ψήφισμα 255 του Συμβουλίου Ασφαλείας, 7 Μαρτίου του 1968). Το 1996, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αποφάνθηκε ότι η χρήση ή η απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων απαγορεύεται, καθώς αυτά αποτελούν το «έσχατο κακό». Όμως, το δικαστήριο δεν κατέληξε σε απόφαση στο ζήτημα του κατά πόσον είναι δικαιολογημένη η προσφυγή σε αυτά τα όπλα σε περίπτωση αυτοάμυνας : «Το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει οριστική απόφαση στο ζήτημα του κατά πόσον η απειλή ή η χρησιμοποίηση πυρηνικών όπλων είναι νόμιμη ή παράνομη σε ακραίες περιπτώσεις αυτοάμυνας, όταν διακυβεύεται η ίδια η επιβίωση ενός κράτους» (6). Σύμφωνα με αυτό το κριτήριο, η Βόρεια Κορέα είναι πιο δικαιολογημένη όταν αναπτύσσει πυρηνικά όπλα απ’ όσο οι ΗΠΑ όταν απειλούν με εξαφάνιση μια μη πυρηνική Βόρεια Κορέα.

Μετά από μια πρώτη πολεμοχαρή προσέγγιση, η κυβέρνηση Μπους ανήγγειλε στις 13 Ιανουαρίου του 2003 ότι είναι διατεθειμένη να «συνομιλήσει», αλλά μόνο σχετικά με το ζήτημα της διάλυσης του προγράμματος πυρηνικών όπλων.

Αντίθετα, η Πιονγιάνγκ επιθυμεί να είναι ευρύτερη η ημερήσια διάταξη του διαλόγου, και να περιλαμβάνει τη χορήγηση οικονομικής βοήθειας και την υπογραφή ενός συμφώνου μη επίθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ίδια διαφωνία εμφανίζεται όταν, στις 20 Ιανουαρίου, ο Κόλιν Πάουελ αποπειράται να διεθνοποιήσει την κρίση, ζητώντας από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών να επιληφθεί του ζητήματος της αποχώρησης της Βόρειας Κορέας από τη Συνθήκη για τη μη Εξάπλωση των Πυρηνικών, τη στιγμή που η Βόρεια Κορέα δεν δέχεται την παραμικρή συζήτηση σχετικά με αυτό το ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, ένας από τους τρόπους για να εμποδιστεί ο πόλεμος θα μπορούσε να είναι η γρήγορη επιστροφή στο προ του 2000, δηλαδή στην υποχρεωτική -και ακόμα πιθανή- λύση που είχαν βρει για την πρώτη κρίση ο Κλίντον και ο Κιμ Γιουνγκ Ιλ.

(1) Βλέπε «Perils sur la detente asiatique», «Le Monde diplomatique», Μάιος 2001.

(2) Αντίθετα με ό,τι διακηρύσσει η κυβέρνηση Μπους, η συμφωνία δεν είναι αντίθετη με τον εμπλουτισμό του ουρανίου, ωστόσο είναι βέβαιο ότι η Βόρεια Κορέα έχει παραβιάσει το πνεύμα αυτής της συμφωνίας.

(3) Bob Woodward, «Bush of War», Simon & Schuster, Νέα Υόρκη, 2002, σελ. 340.

(4) «Chicago Tribune», 4 Απριλίου 1994. Σε ένα υπόμνημα που απευθυνόταν στα Ηνωμένα Έθνη (10 Απριλίου 1996), η ΛΔΚ δήλωνε ότι « θα είχε ξεσπάσει ένας δεύτερος πόλεμος της Κορέας εάν τα Ηνωμένα Έθνη είχαν επιλέξει να επαναλάβουν την ιστορία τους επιβάλλοντας μονόπλευρα “κυρώσεις” στην ΛΔΚ».

(5) Πληροφορία η οποία δόθηκε ανεπισήμως στον συγγραφέα από τους Joel Wit και Robert Galluci (ο οποίος διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία του 1994 με την Πιονγιάνγκ, ενώ ο Wit υπήρξε ένας από τους βοηθούς του).

(6) «The New York Times», 9 Ιουλίου 1996.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Ιστορικός, με ειδίκευση στη σύγχρονη κορεατική Ιστορία και τις Διεθνείς Σχέσεις, πρώην επικεφαλής του Τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του «North Corea, Another Country», The New Press, Νέα Υόρκη, 2004.