Η διεθνής δικαιοσύνη δεν φτάνει μέχρι την Συρία

Ενώ ο όγδοος γύρος για το μέλλον της Συρίας ξεκίνησε τελικά στη Γενεύη στις 28 Νοεμβρίου, οι πιστές στον Μπασάρ Αλ-Άσαντ δυνάμεις επωφελούνται από την κατάπαυση του πυρός που συνήψαν με τη μη τζιχαντιστική αντιπολίτευση ώστε να ανακαταλάβουν περιοχές ελεγχόμενες από το Ισλαμικό Κράτος. Όμως, η προοπτική για μια ανθεκτική ειρήνευση φαίνεται σχεδόν εξίσου απομακρυσμένη με εκείνη για δικαστικές ετυμηγορίες επί των εγκλημάτων που έχουν διαπραχθεί εδώ και έξι χρόνια.

«Έχω απογοητευτεί, τα παρατάω! (…) Δεν μπορώ πλέον να συμμετέχω σε αυτή την επιτροπή που δεν κάνει απολύτως τίποτα» (1). Τον περασμένο Αύγουστο, η Κάρλα ντελ Πόντε ανακοίνωσε την αποχώρησή της από την εξεταστική επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τη Συρία. Η πρώην εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ΙCTY), του οποίου ο απολογισμός είχε αμφισβητηθεί έντονα, κλείνει με θόρυβο την πόρτα στην επιτροπή που δημιουργήθηκε στις 23 Αυγούστου του 2011, θεωρώντας ότι έχει μετατραπεί σε «άλλοθι». Κατηγορεί την κυβέρνηση της Συρίας για «τρομερά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» και ταυτόχρονα θεωρεί ότι η αντιπολίτευση της Συρίας «δεν αποτελείται πλέον παρά από εξτρεμιστές και τρομοκράτες». Τρεις εβδομάδες αργότερα, θα ζητήσει τη δημιουργία ενός διεθνούς δικαστηρίου για τη Συρία.

Αν και ισοδυναμεί με ομολογία αδυναμίας, η παραίτηση, η οποία έλαβε δημοσιότητα στα μέσα ενημέρωσης, υπενθύμισε τη δικαστική ατιμωρησία που απολαμβάνει η κυβέρνηση της Συρίας. Παρ’ όλο που εγκλήματα και φρικαλεότητες διεπράχθησαν από όλα τα αντιμαχόμενα μέρη, και κυρίως τις ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες, το καθεστώς κατηγορείται ότι ευθύνεται για τον θάνατο ενός πολύ μεγάλου αριθμού αμάχων. Σύμφωνα με το Συριακό Δίκτυο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, μια μη κυβερνητική οργάνωση που ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 2011 από τον Σύριο ακτιβιστή Φαντέλ Αμπντούλ Γκανί (2), μέλος της Διεθνούς Συμμαχίας για την «Ευθύνη του Προστατεύειν», στο καθεστώς θα μπορούσαν να αποδοθούν πάνω από το 90% των θανάτων μεταξύ του Μαρτίου 2011 και 2017. Αυτή η αμφιλεγόμενη αρχή της ευθύνης της προστασίας (3), στην οποία έγινε πρώτη φορά αναφορά κατά την Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής του ΟΗΕ το 2005, ορίζει ότι το κράτος είναι πρωταρχικά υπεύθυνο για την προστασία του άμαχου πληθυσμού ενάντια στις γενοκτονίες και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, και ότι η «διεθνής κοινότητα» οφείλει να χρησιμοποιεί όλα τα κατάλληλα μέσα για την προστασία αυτών των αμάχων, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής σε ένοπλη δράση, στο πλαίσιο ενός ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Το καθεστώς του Μπασάρ Αλ-Άσαντ υπόκειται ούτως ή άλλως σε κυρώσεις από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Περισσότερα από 250 επιφανή πρόσωπα από τη Συρία παραμένουν υπό καθεστώς απαγόρευσης εισόδου σε ευρωπαϊκά και αμερικανικά εδάφη, ενώ έχει επιβληθεί και πάγωμα στα περιουσιακά στοιχεία τους, απαγόρευση που θα ισχύει τουλάχιστον έως τον Ιούνιο του 2018. Οι κυρώσεις αφορούν επίσης εξήντα επτά κρατικούς ή κυβερνητικούς οργανισμούς, ανάμεσά τους και η Κεντρική Τράπεζα της Συρίας. Επιπλέον, έχει επιβληθεί εμπάργκο στο πετρέλαιο και περιορισμοί σε ορισμένες κατηγορίες επενδύσεων και εξαγωγών. Ωστόσο, καμία διεθνής δικαστική πρωτοβουλία δεν έχει αναληφθεί ώς τώρα κατά των πολιτικών υπευθύνων.

Παρ’ όλα αυτά, τα αποδεικτικά στοιχεία δεν απουσιάζουν. Από την έναρξη της λαϊκής εξέγερσης του Μαρτίου 2011, το Κέντρο Τεκμηρίωσης Παραβιάσεων (VDC) και το Συριακό Κέντρο για τα ΜΜΕ και την Ελευθερία της Έκφρασης (SCM), που ιδρύθηκαν αντίστοιχα από τους δικηγόρους και ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα Ραζάν Ζαϊτουνέχ και Μαζέν Νταρβίς, έχουν ενημερώσει τη διεθνή κοινή γνώμη για τα βασανιστήρια και τις εξαφανίσεις αντιφρονούντων στα μυστικά κέντρα κράτησης του συριακού καθεστώτος. Κάτοχος του βραβείου Ζαχάρωφ 2011 για την ελευθερία της σκέψης, η Ραζάν Ζαϊτουνέχ απήχθη τον Δεκέμβριο του 2013 στο ανατολικό Γκούτα μαζί με άλλα τρία μέλη του Κέντρου Τεκμηρίωσης. Τα δίκτυα της αντιπολίτευσης κατηγορούν τον Στρατό του Ισλάμ, που ήλεγχε την περιοχή τη συγκεκριμένη περίοδο, ως υπεύθυνο για την εξαφάνισή τους. Από την πλευρά του, ο Μαζέν Νταρβίς και δεκατρείς από τους συναδέλφους του συνελήφθησαν και βασανίστηκαν από τις υπηρεσίες πληροφοριών της Συρίας. Η απελευθέρωσή του έγινε στις 10 Αυγούστου 2015, έτος κατά το οποίο του απονεμήθηκε το διεθνές βραβείο Ελευθερίας του Τύπου της Ουνέσκο. «Οι εξαφανίσεις αντιφρονούντων οργανώθηκαν από την κυβέρνηση προκειμένου να κάνουν την αντιπολίτευση να σιωπήσει και να διασπείρουν τον φόβο μεταξύ των οικείων των διαδηλωτών», κατήγγειλε από την πλευρά του το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (4).

Την ίδια χρονιά, ο Σέζαρ, ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε ένας πρώην φωτογράφος της συριακής στρατιωτικής αστυνομίας, δραπετεύει από τη χώρα με 53.275 φωτογραφικές λήψεις, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν τεκμήρια για την ύπαρξη βασανιστηρίων και μαζικών εκτελέσεων στις φυλακές της Συρίας. Η σχολαστική μελέτη των φωτογραφιών επέτρεψε στην οργάνωση Human Rights Watch (HRW) να ταυτοποιήσει 6.786 άτομα που πέθαναν ενόσω βρίσκονταν υπό κράτηση (5). «Πρόκειται για αυθεντικές και συντριπτικές αποδείξεις εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας», σύμφωνα με τον Ναντίμ Χουρί, επικεφαλής του γραφείου Μέσης Ανατολής της μη κυβερνητικής οργάνωσης. Τον Φεβρουάριο του 2017, η Διεθνής Αμνηστία εκτιμά ότι ένας αριθμός μεταξύ 5.000 και 13.000 κρατουμένων απαγχονίστηκαν στην κεντρική φυλακή της Σαϊντνάγια (6).

Η καθηγήτρια Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, Μπεθ Βαν Σάακ, αποσαφηνίζει το παράδοξο της μη δίωξης: «Ακόμη και όταν μιλάμε για προφανή εγκλήματα πολέμου, δεν είναι πάντα εύκολο να βρεθεί το δικαστήριο όπου θα μπορούσε να ασκηθεί η δίωξη». Τον Μάιο του 2014, η Ρωσία και η Κίνα έθεσαν βέτο στο σχέδιο ψηφίσματος των Ηνωμένων Εθνών που υπέβαλαν η Γαλλία και η Λιθουανία για παραπομπή στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC) για τα σοβαρά εγκλήματα που έχουν διαπράξει όλα τα μέρη της σύγκρουσης στη Συρία. Καθώς η Συρία δεν ανήκει στην ομάδα των 124 κρατών που έχουν επικυρώσει τη Συνθήκη της Ρώμης για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (7), μόνο ένα ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ μπορεί να επιτρέψει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη δικαιοδοσία του στο έδαφος της Συρίας (8).

Απέναντι σε αυτό το μπλοκάρισμα και εν τη απουσία ενός ειδικού, κατά περίπτωση δικαστηρίου, η τελευταία εναλλακτική απέναντι στην ατιμωρησία είναι η αρχή της «οικουμενικής δικαιοδοσίας», η οποία επιτρέπει σε ένα εθνικό δικαστήριο τη δίωξη των υπευθύνων για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου διαπραχθείσες σε άλλη χώρα. «Η περίπτωση της Συρίας θα μπορούσε να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι η αρχή αυτή δεν αποτελεί εφεδρική λύση, αλλά μια άλλη, συμπληρωματική πτυχή του διεθνούς ποινικού συστήματος», εξηγεί ο Ζοέλ Ούμπρεχτ, υπεύθυνος του προγράμματος διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης στο γαλλικό Ινστιτούτο Ανωτέρων Μελετών για τη Δικαιοσύνη.

Αυτός είναι και ο στόχος της Επιτροπής για τη Διεθνή Δικαιοσύνη και Λογοδοσία (CIJA), που ιδρύθηκε το 2012 από τον Γουΐλιαμ Γουάιλι, πρώην μέλος της Εισαγγελίας τόσο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία όσο και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, και τον Στίβεν Ραπ, πρώην Ειδικού Πρεσβευτή των ΗΠΑ για Ζητήματα Εγκλημάτων Πολέμου –μια θέση ευθύνης αρκετά παράδοξη, από τη στιγμή που η Ουάσινγκτον απαγορεύει να διώκονται οι υπήκοοι της στο εξωτερικό με αυτές τις κατηγορίες. O Γουίλιαμ Γουάιλι μας εξηγεί ότι, χάρη σε πενήντα ερευνητές τοποθετημένους στη Συρία και σε γειτονικές χώρες, «η CIJA κατάφερε να φέρει στην επιφάνεια 700.000 επίσημα συριακά έγγραφα, που αποδεικνύουν την ύπαρξη μιας αλυσίδας λήψης αποφάσεων που φτάνει ώς τους επικεφαλής του συριακού κράτους και αφορά τη χρήση συστηματικών βασανιστηρίων στις φυλακές». Εκτός από τους δικούς της ερευνητές, η CIJA έχει εκπαιδεύσει εκατοντάδες άτομα στις τεχνικές έρευνας για εγκλήματα πολέμου. Με αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν συλλεχθεί επί τόπου, η Επιτροπή, που λαμβάνει χρηματοδότηση από τη Δύση (9) και η έδρα της οποίας παραμένει μυστική για λόγους ασφαλείας, συνδράμει ήδη τα εθνικά δικαστήρια στις έρευνές τους. «Συνεργαζόμαστε με δώδεκα κράτη στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, τα οποία, σύμφωνα με την αρχή της οικουμενικής δικαιοδοσίας, μπορούν να φέρουν ενώπιον της δικαιοσύνης για εγκλήματα πολέμου ή για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας κάθε ύποπτο που βρίσκεται στην επικράτειά τους. Το 2016, λάβαμε από αυτά τα κράτη έναν κατάλογο 409 υπόπτων, και εμείς καταρτίσαμε φακέλους με στοιχεία ώστε να ασκηθεί δίωξη», αποσαφηνίζει ο Γ. Γουάιλι.

Τα πρώτα αποτελέσματα προέρχονται από τη Γαλλία. Τον Οκτώβριο του 2016, με τη βοήθεια της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (FIDH), ο Γαλλο-σύριος Ομπέιντα Νταμπάχ παρουσιάστηκε στα γραφεία της αρμόδιας εισαγγελίας του Παρισιού για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και για εγκλήματα πολέμου. Ο αδελφός και ο ανιψιός του 64χρονου αυτού μηχανικού συνελήφθησαν τον Νοέμβριο του 2013 και μεταφέρθηκαν στο κέντρο κράτησης του Μεζέχ, γνωστό ως ένα από τα πιο θανατηφόρα του καθεστώτος της Συρίας. Μην έχοντας λάβει νέα τους από τη στιγμή που εξαφανίστηκαν, ο κ. Νταμπάχ αναγνώρισε τελικά το άψυχο πρόσωπο του αδελφού του στις φωτογραφίες του Σέζαρ. H δικηγόρος του FIDH Κλεμάνς Μπεκτάρτ τονίζει τη σημασία αυτής της υπόθεσης: «Μέχρι στιγμής, η οικουμενική δικαιοδοσία είχε χρησιμοποιηθεί προκειμένου να διωχθούν για τρομοκρατία πρώην μέλη ανταρτικών ομάδων και τζιχαντιστών. Δεν είχε κινηθεί καμία διαδικασία με στόχο το συριακό καθεστώς, παρά τα συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία για τα εγκλήματα που αυτό έχει διαπράξει».

 

Δικαστική καταγγελία σε ισπανικό έδαφος

Τον Μάρτιο του 2017, η πρώτη καταγγελία με στόχο αξιωματούχους του συριακού καθεστώτος κατατέθηκε στην Ισπανία. Στα γραφεία Μαδρίτης της διεθνούς δικηγορικής οργάνωσης «Γκουέρνικα 37», η δικηγόρος Μάιτε Παρέχο ανατρέχει στα βασικά σημεία της υπόθεσης. «Η CIJA είχε εντοπίσει ένα θύμα ισπανικής υπηκοότητας. Ακολούθησαν οκτώ μήνες καλά εδραιωμένης έρευνας έως την υποβολή της καταγγελίας», εξηγεί. Η ενάγουσα, μια Σύρια που έχει αποκτήσει την ισπανική υπηκοότητα, είναι η αδελφή του Αμπντελμουμέν Αλ-Χατζ Χάμντο, επαγγελματία οδηγού, τον οποίο εντόπισε στις σκληρές φωτογραφίες του Σέζαρ. Το σκελετωμένο πτώμα του κειτόταν εκεί, στο πάτωμα του κέντρου κράτησης 248. Την ίδια στιγμή στη Γερμανία, ο δικηγόρος και πρώην κρατούμενος Μαζέν Νταρβίς και έξι ακόμη Σύριοι, θύματα βασανιστηρίων, υπέβαλαν μήνυση κατά έξι αξιωματούχων του συριακού καθεστώτος.

Όσον αφορά την ένοπλη αντιπολίτευση, η πρώτη δίκη για εγκλήματα πολέμου πραγματοποιήθηκε στη Σουηδία τον Φεβρουάριο του 2015 και κατέληξε στην καταδίκη ενός πρόσφυγα, του Μοχάναντ Ντρούμπι, πρώην μέλους του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, σε οκτώ χρόνια φυλάκισης. Τον Φεβρουάριο του 2017, ο Χαϊσάμ Ομάρ Σακχάν, πρώην αντάρτης μαχητής και αιτών άσυλο στη Σουηδία, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία επτά Σύριων στρατιωτών στο Ιντλίμπ.

Τέλος, μετά τις ωμότητες που διεπράχθησαν εναντίον της μειονότητας των Γεζίντι από το Ισλαμικό Κράτος στο Σιντζάρ, την ιρακινή επαρχία στα σύνορα με τη Συρία, οι ερευνητές της CIJA έχουν επίσης καταφέρει να αναγνωρίσουν σαράντα εννέα κατόχους σκλάβων Γεζίντι και τριάντα τέσσερεις αξιωματούχους του Ισλαμικού Κράτους (10). Η Εξεταστική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τη Συρία θεωρεί ότι το Ισλαμικό Κράτος διέπραξε γενοκτονία ενάντια στους Γεζίντι. Τον Φεβρουάριο του 2016, η οργάνωση Συντονισμός των Εκτεθειμένων σε Κίνδυνο Χριστιανών της Ανατολής (Chredo) υπέβαλε καταγγελία κατά αγνώστων ενώπιον του εισαγγελέα του Παρισίου, κατηγορώντας το Ισλαμικό Κράτος για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας απέναντι στις χριστιανικές μειονότητες του Ιράκ και της Συρίας.

Προκειμένου να υποστηρίξει αυτές τις πρωτοβουλίες, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών σύστησε τον Δεκέμβριο του 2016 έναν «διεθνή, αμερόληπτο και ανεξάρτητο μηχανισμό, επιφορτισμένο με τη διευκόλυνση των ερευνών για τις πιο σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που διαπράχθηκαν στην Αραβική Δημοκρατία της Συρίας μετά τον Μάρτιο του 2011 και την παροχή συνδρομής προκειμένου να λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη οι υπεύθυνοι» (11). Η Γαλλίδα δικαστής Κατρίν Μαρσί-Ουχέλ, πρώην επικεφαλής νομική σύμβουλος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία και του Τμήματος Εφέσεων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα, διορίστηκε επικεφαλής του μηχανισμού αυτού στις αρχές Ιουλίου. Σχεδόν ταυτόχρονα, η Ύπατη Εκπρόσωπος Εξωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Φεντερίκα Μογκερίνι, δήλωσε ότι η Ευρώπη θα χρηματοδοτήσει τον μηχανισμό με ποσό ύψους 1,5 εκατομμυρίων ευρώ: «Η δικαιοσύνη απέναντι στα θύματα αποτελεί το κλειδί για μια αποτελεσματική διαδικασία συμφιλίωσης στη Συρία, που θα περιλαμβάνει όλες τις πλευρές. Για αυτόν τον λόγο, οι υπεύθυνοι των εγκλημάτων πολέμου πρέπει να διωχθούν δικαστικά το συντομότερο δυνατόν», υπογράμμισε.

Τις παραμονές των νέων ειρηνευτικών συνομιλιών που είχαν προγραμματιστεί να ξεκινήσουν τον Οκτώβριο στη Γενεύη, ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για τη Συρία, Στέφαν ντε Μίστουρα, κάλεσε την αντιπολίτευση «να είναι αρκετά ρεαλίστρια ώστε να συνειδητοποιήσει ότι δεν κέρδισε τον πόλεμο». Από την πλευρά του, ο Ρόμπερτ Φορντ, πρώην πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στη Συρία, εκτιμά ότι «ο Αλ-Άσαντ νίκησε και θα παραμείνει στην εξουσία. Και ίσως να μην λογοδοτήσει ποτέ στη δικαιοσύνη» (12). «Έχουμε μακρύ δρόμο μπροστά μας μέχρι να φτάσει η ώρα των δικαστηρίων», υπενθυμίζει η Κλεμάνς Μπεκτάρτ, ενώ ο Ομπέιντα Νταμπάχ εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, παρά τη δική του μαρτυρία πέρυσι ενώπιον του παρισινού δικαστηρίου, «δεν έχει συμβεί τίποτα, είμαστε ακόμη στο σημείο μηδέν» (13). Στην Ισπανία, ο δικαστής Ελόι Βελάσκο δήλωσε τελικά τον περασμένο Ιούλιο αναρμόδιος να επιληφθεί της καταγγελίας της Γκουέρνικα 37 και οι δικηγόροι της οργάνωσης προετοιμάζονται ήδη για την άσκηση έφεσης.

 

  1. «Blick», Ζυρίχη, 6 Αυγούστου 2017.
  2. www.whoiskillingciviliansinsyria.org
  3. Βλ. Anne-Cécile Robert, «Origines et vicissitudes du “droit” d’ingérence», «Le Monde diplomatique», Μάιος 2011.
  4. Εξεταστική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τη Συρία, «Without a trace: Enforced disappearances in Syria», 19 Δεκεμβρίου 2013.
  5. Human Rights Watch, «If the dead could speak: Mass deaths and torture in Syria’s detention facilities», 16 Δεκεμβρίου 2015.
  6. Διεθνής Αμνηστία, «Abattoir humain. Pendaisons de masse et extermination à la prison de Saidnaya en Syrie», 7 Φεβρουαρίου 2017.
  7. H Συρία είναι μία από τις 32 χώρες που έχουν υπογράψει τη συνθήκη αλλά δεν την έχoυν επικυρώσει, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και το Ισραήλ. Άλλες χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία, η Κίνα, η Τουρκία και η Ινδονησία δεν την έχουν καν υπογράψει.
  8. Το Δικαστήριο μπορεί επίσης να έχει δικαιοδοσία εάν ο εγκληματίας και το θύμα είναι πολίτες χώρας που έχει υπογράψει τη συνθήκη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
  9. Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία, Καναδάς, Ευρωπαϊκή Ένωση, Γερμανία και Νορβηγία.
  10. Συνέντευξη με τον Γουΐλιαμ Γουάιλι, BBC, 3 Αυγούστου 2016.
  11. «Η Γενική Συνέλευση δημιουργεί έναν διεθνή μηχανισμό, επιφορτισμένο με τη διευκόλυνση των ερευνών για τις πιο σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου στον πόλεμο της Συρίας», ανακοίνωση της 21 Δεκεμβρίου 2016, www.un.org
  12. «The National», Αμπού Ντάμπι, 28 Αυγούστου 2017.
  13. Luc Mathieu, «Franco-Syriens disparus en 2013: une famille en quête de réponses», «Libération», Παρίσι, 7 Αυγούστου 2017.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο