Νότιο Σουδάν: Από τη διχοτόμηση στον λιμό

Έξι χρόνια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του, το Νότιο Σουδάν σπαράσσεται από τον εμφύλιο πόλεμο. Οι μεσολαβητές συνωστίζονται σε αυτήν τη μικρή χώρα της Κεντρικής Αφρικής που διαθέτει κοιτάσματα πετρελαίου. Ωστόσο, καμία ειρηνευτική προσπάθεια δεν θα αποδειχθεί βιώσιμη εάν δεν παραμεριστούν οι απλουστεύσεις των μέσων ενημέρωσης: η σύγκρουση δεν είναι «εθνοτική» αλλά πολιτική. Κι οι ρίζες της ανάγονται στη βρετανική αποικιοκρατία.

Στις 30 Μαΐου 2017, το Βατικανό αναγγέλλει την επ’ αόριστον αναβολή του ταξιδιού του πάπα Φραγκίσκου στο Νότιο Σουδάν που είχε προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο. Δεν πρόκειται απλά για υπεκφυγή: η πραγματοποίηση του ταξιδιού αποδεικνύεται πραγματικά αδύνατη, λόγω του κύματος βίας που σαρώνει την νεαρή αφρικανική χώρα, ανεξάρτητη μόλις από το 2011. Ο απολογισμός της σύγκρουσης, που ξέσπασε στις 15 Δεκεμβρίου 2013, δεν παύει να χειροτερεύει: 1.792.000 πρόσφυγες εκτός συνόρων, 2.000.000 άτομα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να εγκατασταθούν σε άλλη περιοχή της χώρας, ενώ περισσότερα από 5 εκατομμύρια άτομα αντιμετωπίζουν τις συνέπειες μιας επείγουσας και οξύτατης διατροφικής κρίσης. Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), η υγειονομική κατάσταση απαιτεί προσπάθειες υποδοχής που υπερβαίνουν τις δυνατότητες των χωρών της περιοχής: πρόσφυγες στην Ουγκάντα (928.000 άτομα), στην Αιθιοπία (320.000), στη Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό (72.360), στο Σουδάν (400.000), στην Κένυα (70.000), ακόμα και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, που και η ίδια πλήττεται από τρομερή ανασφάλεια (1.600). Αυτοί οι αριθμοί, που χρονολογούνται από την περασμένη άνοιξη, πιθανότατα έχουν πλέον ξεπεραστεί κατά πολύ, καθώς, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της UNHCR, περισσότερα από 60.000 άτομα εγκαταλείπουν κάθε μήνα τη χώρα.

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει άγνωστος. Ανεπίσημες πηγές του ΟΗΕ υπολογίζουν τους θανάτους σε 300.000: οι περισσότεροι από αυτούς οφείλονται σε ασθένειες, στην έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των τραυματιών, στον λιμό και στις ατελείωτες πορείες των αμάχων κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Οι μάχες εκτιμάται ότι έχουν προκαλέσει 50.000 νεκρούς. Αυτή η μακάβρια λογιστική θα πρέπει να συσχετιστεί με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας, που υπολογίζεται περίπου σε 12 εκατομμύρια (δεν έχει πραγματοποιηθεί ποτέ απογραφή). Η σύγκρουση έχει ήδη τόσες –ή και περισσότερες– καταστροφές και βιαιοπραγίες όσες και ο μακροχρόνιος πόλεμος των Νοτιοσουδανών ενάντια στο Χαρτούμ (1983-2002) (1). Οι Εκκλησίες και ορισμένες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις προσπαθούν να συνδράμουν τους πληθυσμούς. Ωστόσο, η ανταπόκριση στην έκκληση που απηύθυνε το 2015 ο ΟΗΕ για συγκέντρωση 1,6 δισ. δολαρίων υπήρξε εξαιρετικά περιορισμένη: κατά κύριο λόγο, δόθηκαν υποσχέσεις για την κάλυψη του 46% αυτού του ποσού. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, δεν έχει υπάρξει η παραμικρή καταβολή χρημάτων. Έτσι, ο ΟΗΕ υποχρεώθηκε να μειώσει τις μερίδες τροφίμων που διανέμει στην Ουγκάντα, τη χώρα που αντιμετωπίζει το οξύτερο πρόβλημα. Ο Ντέιβιντ Μπίσλεϊ, εκτελεστικός διευθυντής του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος, χαρακτηρίζει την κατάσταση «απαράδεκτη».

Η σύγκρουση, που ξεκίνησε ως οργανωμένος πόλεμος μεταξύ αντιτιθέμενων ομάδων, σήμερα θυμίζει βάλτο όπου τα πάντα αποσυντίθενται. Πλέον, είναι αδύνατη η αποτελεσματική διαπραγμάτευση, είτε με την κυβέρνηση είτε με τους «αντάρτες», καθώς κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ένα ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας, ούτε καν ενός επισκέπτη όπως ο πάπας Φραγκίσκος.

 

Οι εορτασμοί του 2011 για την ανακήρυξη του νεότερου κράτους στον κόσμο δεν κράτησαν πολύ: έξι χρόνια μετά, ο εμφύλιος πόλεμος έχει ισοπεδώσει την εύθραυστη χώρα (φωτ.: Steve Evans / flickr).

 

Διεθνής ομοφωνία

Πού οφείλεται αυτή η καταστροφή; Η «εξήγηση» που προτάθηκε αρχικά από τα ΜΜΕ ήταν βαθιά διαποτισμένη από τη διεθνή περιφρόνηση απέναντι στην Αφρική: μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, δύο πολέμαρχοι από διαφορετικές εθνότητες –ο ένας Ντίνκα (Σάλβα Κιίρ), ο άλλος Νυέρ (Ρίεκ Μασάρ)– έγιναν αντίστοιχα πρόεδρος και αντιπρόεδρος. Υποτίθεται ότι ο δεύτερος προσπάθησε να υποκαταστήσει τον πρώτο οργανώνοντας πραξικόπημα που υποστηρίχθηκε από την εθνότητά του και ότι η αποτυχημένη απόπειρα πυροδότησε λυσσαλέα καταστολή. Η εξήγηση στερείται της παραμικρής αλήθειας. Θα πρέπει δε να αναγνωριστεί στη Λίντα Τόμας-Γκρίνφιλντ, υφυπουργό Εξωτερικών αρμόδια για τις αφρικανικές υποθέσεις του προέδρου Ομπάμα, ότι υπήρξε το μοναδικό μέλος δυτικής κυβέρνησης που διέψευσε την ύπαρξη απόπειρας πραξικοπήματος στο Νότιο Σουδάν.

Τι ακριβώς συνέβη; Οι βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης ανάγονται στη βρετανική αποικιακή πολιτική στο Σουδάν. Οι αραβικοί πληθυσμοί του βόρειου τμήματος της χώρας αντιμετωπίζονταν θετικά από το Λονδίνο (2), το οποίο κατεύθυνε στην περιοχή τους το κύριο μέρος των οικονομικών επενδύσεων και των δαπανών για υποδομές και εκπαίδευση (3). Αντίθετα, το νότιο τμήμα της χώρας παρέμεινε υποανάπτυκτο και, κυρίως, χωρίς εκπαίδευση. Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Σουδάν το 1956, ο εσωτερικός αποικισμός του χριστιανικού και ανιμιστικού Νότου από τον μουσουλμανικό Βορρά αντικατέστησε τον αποικισμό των Βρετανών και προκάλεσε δύο πολέμους (1956-1972 και 1983-2002).

Κατά τη διάρκεια του πρώτου πολέμου, οι μάχες διεξήχθησαν σχεδόν αποκλειστικά στο ισημερινό τμήμα του Σουδάν, στο απώτατο νότιο άκρο της χώρας. Οδήγησαν απλά στη διοικητική αναδιάρθρωση της επικράτειας: ο Νότος έγινε «αυτόνομος», απέκτησε δηλαδή μια περιφερειακή κυβέρνηση. Ωστόσο, η ειρηνευτική συμφωνία που υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1972 καταργήθηκε από τον Σουδανό πρόεδρο Γκααφάρ Αλ-Νιμέιρι το 1982. Η ανακάλυψη πετρελαίου άνοιξε την όρεξη του Χαρτούμ για πλήρη έλεγχο του Νότιου Σουδάν. Ο πόλεμος δεν άργησε να ξαναρχίσει το 1983. Τον διεξήγαν οι βοσκοί Ντίνκα και Νύερ των ιστορικών περιοχών του Ζονγκλέι, του Άνω Νείλου και του Μπαχρ ελ-Γκαζάλ. Οι κάτοικοι των ισημερινών περιοχών, εξαντλημένοι από τον πρώτο πόλεμο, δεν είχαν την παραμικρή επιθυμία να εμπλακούν σε νέες περιπέτειες. Ο αρχηγός της εξέγερσης, ο συνταγματάρχης Τζον Γκάρανγκ, ήταν Ντίνκα. Δυστυχώς, εκτός από αξιοθαύμαστος στρατιωτικός ηγέτες και οραματιστής πολιτικός διανοητής, ήταν επίσης –δυστυχώς– αυταρχικός και προσκολλημένος στην οργάνωση κατά φυλές. Οι πολυάριθμες προδοσίες και απόπειρες ανατροπής του που ξέσπασαν στους κόλπους του κινήματός του, του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού του Σουδάν (SPLA / ΛΑΣΣ), συνετρίβησαν ανελέητα. Όταν τον Ιούλιο του 2005 ο Γκάρανγκ σκοτώθηκε σε ένα ατύχημα, λίγο μετά την ειρηνευτική συμφωνία του Ιανουαρίου, στον ΛΑΣΣ κυριαρχούσαν οι φυλετικές αντιπαλότητες και η ηγεμονία των Ντίνκα.

Ο Κιίρ τον αντικατέστησε στην ηγεσία του ΛΑΣΣ και στην προεδρία της αυτόνομης περιοχής του Νότιου Σουδάν, θέση που του εξασφάλιζε την αντιπροεδρία του Σουδάν, στο πλευρό του Ομάρ αλ-Μπασίρ. Τον Απρίλιο του 2010, εξελέγη με μεγάλη πλειοψηφία πρόεδρος της αυτόνομης περιοχής, την οποία επιθυμούσε να οδηγήσει στην ανεξαρτησία.

Το 2011, ο ενθουσιασμός για την ανεξαρτησία του Νότιου Σουδάν είναι τόσο μεγάλος ώστε αγγίζει ακόμα και τους Αμερικανούς «νονούς», τόσο τους Δημοκρατικούς του Κλίντον όσο και τους Ρεπουμπλικανούς του Μπους (3). Η διεθνής κοινότητα ομόφωνα υποδέχεται, με μια εμπιστοσύνη που τίποτε δεν την δικαιολογούσε, μια καινούργια φτωχή χώρα, δίχως εκπαίδευση (το ποσοστό των εγγράμματων ήταν 20% για τους άνδρες και 2% για τις γυναίκες), χωρίς πολιτική εμπειρία, υπερεξοπλισμένη, χωρίς διοικητική οργάνωση, η οποία αντλούσε το 98% των οικονομικών πόρων της από την εκμετάλλευση του πετρελαίου, στην οποία είχαν πρόσβαση μονάχα τα στελέχη του ΛΑΣΣ.

Μετά το δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση που οργανώθηκε τον Ιανουάριο του 2011, ο Νότος αποσχίστηκε και ο Κιίρ έγινε πρόεδρος του νέου ανεξάρτητου κράτους χωρίς να μεσολαβήσουν εκλογές. Ο αντιπρόεδρός του Μασάρ είχε υψηλότερο βαθμό από αυτόν στο κίνημα και ήταν περισσότερο γνωστός στα στελέχη της εθνότητας Νύερ. Όταν το 2012 οι διεθνείς πιέσεις ανάγκασαν τον πρόεδρο να προκηρύξει εκλογές μέχρι το 2015, οι ηγετικοί κύκλοι των Ντίνκα καταλήφθηκαν από πανικό. Εκτός από τον Μασάρ, ο πρόεδρος όφειλε να αντιμετωπίσει δύο ακόμη ισχυρούς αντιπάλους: τη Ρεμπέκα Νυαντέγκ, χήρα του συνταγματάρχη Γκάρανγκ, επίσης Ντίνκα, αλλά γυναίκα με ανεξάρτητο χαρακτήρα, και τον Παγκάν Αμούν, τον γενικό γραμματέα του ΛΑΣΣ, από την εθνότητα των Σιλούκ.

Όταν το περιβάλλον του Κιίρ συγκρότησε το Συμβούλιο Τζιένγκ των Πρεσβυτέρων («Jieng» σημαίνει «Ντίνκα» στη γλώσσα τους), προκάλεσε την αντίδραση όλων, ακόμα και των δημοκρατών Ντίνκα. Σε αυτή τη θολή συγκυρία, όπου είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ο ρόλος των μεν και των δε, αυτό το Συμβούλιο φαντάζει ως η πραγματική –αλλά στερούμενη οποιασδήποτε νομιμοποίησης– «κυβέρνηση» της χώρας.

Μετά την υπογραφή των ειρηνευτικών συμφωνιών του 2005 που προέβλεπαν την αυτοδιοίκηση της περιοχής, ο έλεγχος της χώρας παρέμεινε στα χέρια των στρατιωτικών του ΛΑΣΣ και δεν γνώρισε οικονομική απογείωση. Η διαφθορά είναι τόσο εκτεταμένη ώστε ο πρόεδρος απαίτησε, σε ανοιχτή επιστολή που απηύθυνε στα μέλη της κυβέρνησής του: «Επιστρέψτε τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια που υπεξαιρέσατε μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας» –ανακτήθηκαν μόλις 22 εκατομμύρια. Δεν έχει γίνει το παραμικρό για τη βελτίωση της παιδείας, της υγείας ή των υποδομών. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στις εθνότητες, στην πλειονότητά τους πυροδοτημένες από τη ζωοκλοπή, πολλαπλασιάζονται, χωρίς η κυβέρνηση να κατορθώνει να τις ελέγξει. Ακόμα χειρότερα, οι μονάδες του «εθνικού» στρατού φέρονται στην πραγματικότητα σαν (φιλοκυβερνητικές) πολιτοφυλακές των Ντίνκα ή, όταν προτιμούν την εξέγερση, ως πολιτοφυλακές των Νύερ.

Το 2013, η προετοιμασία των εκλογών και η αναγγελία της υποψηφιότητας του Μασάρ οδήγησαν τον Κιίρ να εκκαθαρίσει την κυβέρνησή του από οποιοδήποτε στοιχείο τον αμφισβητούσε και να χορηγεί στον Πολ Μαλόνγκ, αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, ολοένα μεγαλύτερες εξουσίες. Στις 15 Δεκεμβρίου 2013, όταν με εντολή του Μαλόνγκ οι Ντίνκα επιχείρησαν να αφοπλίσουν τους στρατιώτες Νύερ, αυτοί εξεγέρθηκαν και κατέληξαν στη συντριβή. Οι «νομιμόφρονες» στρατιωτικές μονάδες (που αποτελούνταν μεν από περισσότερες εθνότητες, στις οποίες όμως κυριαρχούσαν οι Ντίνκα) ανέλαβαν τη συστηματική σφαγή όλων των Νύερ που κατόρθωσαν να εντοπίσουν στην πρωτεύουσα Τζούμπα. Αν και ο ακριβής αριθμός των νεκρών παραμένει άγνωστος, εκτιμάται ότι μέσα σε τρεις ημέρες σκοτώθηκαν από 6 έως 10 χιλιάδες άτομα.

Οι στρατιώτες Νύερ των μονάδων της επαρχίας εξεγέρθηκαν. Ο Μασάρ, που είχε κατορθώσει να ξεφύγει από τη σφαγή, τέθηκε επικεφαλής τους. Το 2014, πρώτη χρονιά του πολέμου, οι ξένοι παρατηρητές –κυρίως οι διπλωμάτες– «εξηγούν» ότι ο πόλεμος οφείλεται σε ένα συνδυασμό προσωπικής αντιζηλίας (Μασάρ εναντίον Κιίρ) και εθνοτικής διαμάχης (Νύερ εναντίον Ντίνκα). Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, όλες σχεδόν οι υπόλοιπες εθνότητες (κυρίως στις τρεις ισημερινές επαρχίες και στο Μπαχρ ελ-Γκαζάλ) ξεσηκώνονται ενάντια στην κυβέρνηση της Τζούμπα και στους Ντίνκα που μονοπωλούν την εξουσία. Ο πόλεμος γενικεύεται και οι ασθενείς δομές που κληρονομήθηκαν από τον ΛΑΣΣ είναι αδύνατον να αντέξουν. Οι εξεγερμένοι δεν κατορθώνουν να αποκτήσουν οργάνωση, ενώ διαλύονται και οι ελάχιστες κυβερνητικές δομές.

Και τι κάνει η «διεθνής κοινότητα»; Λίγα πράγματα. Ο ΟΗΕ και οι ΗΠΑ συνεχίζουν να υποστηρίζουν τη «νομιμότητα» του καθεστώτος που προέκυψε από τον ΛΑΣΣ. Τον Μάιο του 2014, το Συμβούλιο Ασφαλείας ενισχύει την Αποστολή του ΟΗΕ στο Νότιο Σουδάν (UNMISS), που είχε αναπτυχθεί στην περιοχή μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας το 2011: 5.000 κυανόκρανοι προστίθενται στους 13.000 υπάρχοντες. Η αποστολή της UNMISS αλλάζει και προσανατολίζεται στην επιτήρηση και προστασία των στρατοπέδων όπου στεγάζονται όσοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Καθώς αυτές οι υποδομές φιλοξενίας έχουν κορεστεί, είναι αδύνατον πλέον να δεχτούν τους νεοφερμένους.

Σύμφωνα με τη νέα διπλωματική φιλοσοφία που προωθεί «αφρικανικές λύσεις για τα αφρικανικά προβλήματα», η διαχείριση της κρίσης ανατέθηκε ως υπεργολαβία στη Διακυβερνητική Αρχή για την Ανάπτυξη (IGAD), μια περιφερειακή οργάνωση της Ανατολικής Αφρικής που στην πράξη διαθέτει περιορισμένες –έως μηδενικές– δυνατότητες διαχείρισης παρόμοιων προβλημάτων. Είτε τα μέλη της είναι υπερβολικά αδύναμα να αναλάβουν στρατιωτική δράση (Νότιο Σουδάν, Σομαλία, Τζιμπουτί) είτε οι περιφερειακές πολιτικές τους αλληλοσυγκρούονται (Σουδάν, Αιθιοπία, Ερυθραία, Κένυα, Ουγκάντα). Μετά από ατελείωτες συζητήσεις, υπογράφηκε τελικά στις 17 Αυγούστου 2015 μια ειρηνευτική συμφωνία στην Αντίς-Αμπέμπα της Αιθιοπίας.

 

Ο μύθος του αποτυχημένου πραξικοπήματος

Καθώς ο Μασάρ φοβόταν για την ασφάλειά του, ζήτησε εγγυήσεις. Επέστρεψε τελικά στην Τζούμπα, όπου έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας στις 8 Ιουλίου 2016. Χρωστάει τη σωτηρία του στο ότι διέφυγε με τα πόδια στη Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό. Αφού περιπλανήθηκε αρκετές εβδομάδες, συνελήφθη στην Αντίς-Αμπέμπα όπου είχε καταφύγει ελπίζοντας στην παρέμβαση της Αφρικανικής Ένωσης (η έδρα της βρίσκεται στην αιθιοπική πρωτεύουσα). Ο Μασάρ βρίσκεται σήμερα σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Νότια Αφρική, χωρίς να έχει ποτέ δικαστεί. Ένας από τους υπαρχηγούς του, ο Ταμπάν Ντενγκ Γκάι, που ωστόσο έχει αποδοκιμαστεί από το αντάρτικο κίνημα, δωροδοκήθηκε από την κυβέρνηση της Τζούμπα προκειμένου να νομιμοποιήσει την ειρηνευτική συμφωνία του Αυγούστου 2015, την οποία η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι επιθυμεί να συνεχίσει να εφαρμόζει, τη στιγμή που δεν έχει κάνει το παραμικρό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Για τη «διεθνή κοινότητα», που εμμένει στον μύθο της αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος, για τον πόλεμο ευθύνεται ο Μασάρ. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρυ, του οποίου η χώρα διαθέτει ισχυρή επιρροή σε αυτήν την αγγλόφωνη περιοχή της ηπείρου, συνέβαλε σημαντικά στην εδραίωση αυτής της αντίληψης. Θεωρητικά, ο παραμερισμός του Μασάρ θα οδηγούσε στην επίλυση της κρίσης. Ωστόσο, συνέβη το αντίθετο. Χωρίς αρχηγό, η εξέγερση αποσυντέθηκε σε ένα πλήθος αυτόνομων ένοπλων ομάδων. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση της Τζούμπα προσπαθεί να προωθήσει έναν ψευδο-«εθνικό διάλογο» στον οποίο συμμετέχουν άτομα που συνδέονται με το Συμβούλιο Τζιένγκ των Πρεσβυτέρων, τα οποία όμως αποδοκιμάζονται ομόφωνα από τις Εκκλησίες, την κοινωνία των πολιτών και τα ΜΜΕ. Στις βιαιοπραγίες και στις μάχες έχει προστεθεί πλέον και η κατάσταση λιμού, που κηρύχθηκε επίσημα από την κυβέρνηση στις 21 Φεβρουαρίου 2017 και αφορά τουλάχιστον 100.000 άτομα στα βόρεια της χώρας.

Σήμερα, ακόμα και πολλοί Ντίνκα επιθυμούν την αποχώρηση του Κιίρ, όμως η αποδιοργάνωση είναι τόσο βαθιά ώστε κάτι τέτοιο δεν θα αποδεικνυόταν αρκετό για την επιστροφή της ειρήνης. Καθώς η σύγκρουση έχει λάβει καταστροφικές διαστάσεις για τους αμάχους, γίνεται πλέον λόγος αυτό το κράτος, το πιο αποτυχημένο του κόσμου, να τεθεί υπό κηδεμονία, μέσω μιας εντολής του ΟΗΕ. Αν και μια παρόμοια απόφαση αναμφίβολα θα αποδεικνυόταν αποτελεσματική –τουλάχιστον ως μεταβατικό μέτρο– θα είχε υψηλό κόστος: όσοι αντιταχθούν σε αυτήν την πολυδάπανη και γενναιόδωρη ενέργεια θα μπορούν να εμφανίζονται ως εχθροί της αναβίωσης της αποικιοκρατίας.

 

  1. Βλ. «Au Soudan du Sud, l’écroulement des espoirs démocratiques», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος 2014.
  2. (Σ.τ.Μ.) Καθώς, ως Άραβες, ήταν κοντύτερα στη λευκή φυλή, ενώ το Νότιο Σουδάν κατοικούνταν από φυλές μαύρων.
  3. Βλ. M.W. Daly, «Empire on the Nile: The Anglo-Egyptian Sudan, 1898-1934» και «Imperial Sudan: The Anglo-Egyptian Condominium, 1934-1956», Cambridge University Press, αντίστοιχα 1986 και 1991.
  4. Βλ. Marc Lavergne, «Chronique d’une indépendence annoncée», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος 2011.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Ανεξάρτητος σύμβουλος, μέλος του Atlantic Council.