Πώς να πάρεις συνέντευξη από τον Αδόλφο Χίτλερ

Η ιστορία των ΜΜΕ έχει κι αυτή τους μύθους της. Εξέχουσα θέση ανάμεσά τους κατέχει και εκείνος του σπουδαίου ρεπόρτερ, έτοιμου ανά πάσα στιγμή να υψώσει ανάστημα απέναντι στην εξουσία. Η πραγματικότητα συχνά αποδεικνύεται λιγότερο ρομαντική, ιδίως αν εστιάσουμε στη δεκαετία του 1930. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Αδόλφος Χίτλερ παραχώρησε συνεντεύξεις σε πολλούς Γάλλους ειδικούς απεσταλμένους φανερώνει την έκταση της δουλοπρέπειας μιας μεγάλης μερίδας του Τύπου.

«Μέχρις νεωτέρας, ο κ. Χίτλερ δεν επιθυμεί να παραχωρήσει συνεντεύξεις παρουσία Γάλλων εκπροσώπων του Τύπου, δεδομένης της στάσεως της Γαλλίας έναντι της Γερμανίας». Αυτή η κατάληξη της επιστολής απόρριψης, που τον Μάρτιο του 1932 απεύθυνε η γραμματεία του ηγέτη των Ναζί προς τον νιοστό ενδιαφερόμενο Γάλλο δημοσιογράφο, δεν χωράει αμφισβήτηση. Αν και η συγκεκριμένη απαγόρευση αίρεται με την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία, στις 30 Ιανουαρίου 1933, η εμπάθεια του καγκελαρίου αργεί να υποχωρήσει, ενώ ποτέ δεν εξαλείφεται απόλυτα. Οι ενδιαφερόμενοι δημοσιογράφοι αποδεικνύονται πάντως ιδιαίτερα επίμονοι –ορισμένες φορές έως και πολύ πεισματάρηδες. Η δημοσιογράφος Πολ Ερφόρ, λόγου χάρη, προσπαθεί να εξασφαλίσει συνέντευξη δύο φορές, το 1933 και το 1935, αλλά μάταια. Το 1937 απευθύνει εκ νέου επιστολή προς τη γερμανική πρεσβεία: «Θα επιθυμούσα να σας γνωστοποιήσω ότι η συνέντευξη που αιτούμαι θα υποβληθεί μετά το πέρας της στον καγκελάριο προς έγκριση, και στη συνέχεια θα δημοσιευθεί χωρίς καθυστέρηση. Τα ερωτήματα θα διαμορφωθούν κατά την κρίση του καγκελαρίου, καθώς στόχος μου είναι να προβάλω αποκλειστικά θέσεις που συνάδουν με την πολιτική του. (…) Σας δηλώνω επίσης ότι υποστηρίζω τη νέα Γερμανία, όπως και την ανερχόμενη Ιταλία, και ότι στο πρόσωπό μου θα διακρίνετε μια έξωθεν σύμμαχο που διάκειται από κάθε άποψη ευνοϊκώς απέναντί σας. Εξάλλου, μέχρι σήμερα επαινώ συστηματικά στα κείμενά μου τον ρατσισμό, καθώς εκ γενετής με διακατέχει έντονος αντισημιτισμός». Το βιογραφικό της όμως δεν αρκεί. Η Ερφόρ ικετεύει για μια τελευταία φορά τον ακόλουθο Τύπου της γερμανικής πρεσβείας: «Είναι γεγονός ότι φέρνω καλή τύχη, και για αυτόν ακριβώς τον λόγο οι Ιταλοί στρατιώτες της εκστρατείας στην Αιθιοπία μού απέδωσαν το προσωνύμιο “Η μασκότ των στρατιών του Νότου”!» Ο Χίτλερ όμως παρέμεινε απρόσιτος.

Οι κολακείες δεν αρκούν για να εξασφαλιστεί η πολυπόθητη συνέντευξη. Οι ελάχιστοι Γάλλοι δημοσιογράφοι που το κατορθώνουν, επιλέγονται με μεγάλη προσοχή. Ο πρώτος εξ αυτών, ο Φερνάν ντε Μπρινόν, διαθέτει τις συστάσεις του ναζί φίλου του Γιοακίμ φον Ρίμπεντροπ. Η συνέντευξη, η οποία δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Le Matin» στις 22 Νοεμβρίου 1933 –αφού πρώτα έχει αναγνωστεί από τις γερμανικές υπηρεσίες Τύπου– θεωρήθηκε γεγονός μείζονος σημασίας: ακόμη και ο Γάλλος πρέσβης δεν είχε γίνει δεκτός κατά τη διάρκεια των δύο προηγούμενων μηνών! Στο άρθρο του (ας σημειώσουμε ότι δεν υπήρχε ακόμη η δυνατότητα εγγραφής και ακριβούς απομαγνητοφώνησης των συνεντεύξεων), ο Μπρινόν δεν κρύβει τη συμπάθειά του προς τον συνεντευξιαζόμενο, ο οποίος πολλαπλασιάζει τις κατευναστικές δηλώσεις και επιβεβαιώνει την προσήλωσή του στη γαλλογερμανική προσέγγιση, παρά το γεγονός ότι τον προηγούμενο μόλις μήνα η Γερμανία έχει αποχωρήσει από την Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) και την Παγκόσμια Διάσκεψη Αφοπλισμού. Όσο για το «Mein Kampf» («Ο Αγών μου»), δημοσιευμένο δέκα χρόνια πριν, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, αφού το πνεύμα του συγγραφέα του έργου βρίσκεται «σε διαρκή εγρήγορση», διαβεβαιώνει ο Μπρινόν και χωρίς περιστροφές καταλήγει: «Είμαι απόλυτα πεπεισμένος για την ειλικρίνεια του Αδόλφου Χίτλερ». Συνιδρυτής το 1935 της Επιτροπής Γαλλία-Γερμανία, που ως στόχο είχε την προσέγγιση των δύο χωρών, και στη συνέχεια ενθουσιώδης συνεργάτης των Ναζί κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μπρινόν θα εκτελεστεί το 1947.

 

Παναγής Αντύπας: “Διπλό πορτραίτο του Χίτλερ”, 2010.

 

Ένας πολύ ειδικός απεσταλμένος

Παρ’ ότι η γερμανοφιλία των δημοσιογράφων που δεχόταν ο Χίτλερ δεν ήταν πάντα τόσο πρόδηλη, σχεδόν όλες οι συνεντεύξεις (εκτός από μία) που συγκεντρώσαμε από τον γαλλικό Τύπο της εποχής κυμαίνονταν στο ίδιο μήκος κύματος, αποδίδοντας ειδικό βάρος στις απόψεις του. Η γερμανική πλευρά έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο ώστε να εξασφαλίσει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, στο μέτρο που οι συνεντεύξεις κατά κύριο λόγο εξυπηρετούσαν την προώθηση της εξωτερικής πολιτικής του Ράιχ. Έτσι, τη διετία 1933-1934 ο Χίτλερ παραχώρησε πέντε συνεντεύξεις, οι οποίες περιελάμβαναν τις συνήθεις ερωτήσεις σχετικά με την Κοινωνία των Εθνών, τον αφοπλισμό και την περιοχή του Σάαρ, της οποίας το καθεστώς δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί.

Μία όμως εξ αυτών, που καταλαμβάνει την πρώτη σελίδα της εφημερίδας «L’Intransigeant» της 21ης Σεπτεμβρίου του 1934, μοιάζει ύποπτα με κατασκεύασμα του υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας. Το κείμενο, στο οποίο ο ηγέτης του ναζιστικού κράτους επαναβεβαιώνει τις φιλειρηνικές προθέσεις του, φέρει την υπογραφή κάποιου παντελώς άγνωστου δημοσιογράφου ονόματι Lucien Lemas, που μας διαβεβαιώνει ότι μπόρεσε να συναντηθεί με τον Φύρερ στο φρούριο της Νυρεμβέργης. Η αναληθοφάνεια της αφήγησής του (ο επικεφαλής της υπηρεσίας Τύπου του Ράιχ είχε ανταποκριθεί άμεσα στο αίτημά του και τον σύστησε αυθόρμητα στον Χίτλερ) κάνει εντύπωση ακόμα και στην ίδια την εφημερίδα. Παρά τη δημοσίευση ενός χειρόγραφου σημειώματος με την υπογραφή Ρίμπεντροπ, το οποίο βεβαιώνει ότι «αυτή η συνέντευξη είναι αυθεντική», το κείμενο συνετά αποδίδεται σε «έναν ειδικό απεσταλμένο» και όχι, όπως το ήθελε η συνήθης διατύπωση, στον «ειδικό απεσταλμένο μας». Επιπλέον, την προσοχή τραβάει μια ορθογραφική λεπτομέρεια: η συνοδευτική φωτογραφία της συνέντευξης είχε αφιερωθεί από τον Χίτλερ στον «Lucien Leumas». H σοσιαλιστική εφημερίδα «Le Populaire» αμέσως δημοσιεύει τη θεωρία ότι ο συγγραφέας της συνέντευξης στην πραγματικότητα ονομάζεται Lucien Samuel και ότι το επώνυμό του έχει αναγραμματιστεί προκειμένου να συγκαλυφθεί η εβραϊκή συνδήλωσή του, πριν το επιπλέον γράμμα «u» εξαφανιστεί από την τελική υπογραφή. Στους δημοσιογραφικούς και διπλωματικούς κύκλους, η αποκλειστικότητα του «L’Intransigeant» γίνεται αντικείμενο χλευασμού…

Ωστόσο, η προπαγάνδα που διαχέεται μέσα από τις συνεντεύξεις του Γερμανού δικτάτορα δεν είναι πάντα τόσο χονδροειδής. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο Χίτλερ αρκείται στην επιλογή ενός καλοπροαίρετου συνομιλητή, συστημένου από κάποιον διαμεσολαβητή με υψηλή θέση. Το 1934, ο Ζαν Γκοΰ, βουλευτής της περιφέρειας Σηκουάνα και μέλος της Εθνικής Ένωσης Παλαιμάχων (μίας από τις μεγαλύτερες οργανώσεις παλαιών πολεμιστών), και ο Ρομπέρ Μονιέ, δημοτικός σύμβουλος των Ανεξάρτητων Ρεπουμπλικανών στο Παρίσι και ψυχή των εκδηλώσεων «Η εβδομάδα του πολεμιστή», προσκαλούνται αμφότεροι στο Βερολίνο από τον Όττο Άμπετς, συνιδρυτή, μαζί με τον Μπρινόν, της Επιτροπής Γαλλίας-Γερμανίας και μέλλοντα πρέσβη της Γερμανίας στο Παρίσι κατά την Κατοχή. «Γίναμε δεκτοί από τον καγκελάριο Χίτλερ στο τεράστιο γραφείο του της Βιλχελμστράσε!», γράφει ενθουσιασμένος ο Γκοΰ στο άρθρο που η «Le Matin» δημοσίευσε στις 18 Νοεμβρίου 1934, το οποίο υπογράφει ο ίδιος. «Με το που φτάσαμε», συνεχίζει, «έσπευσε να μας προϋπαντήσει και μας εκδήλωσε την απεριόριστη ικανοποίησή του για τη συνάντηση με Γάλλους βετεράνους».

Και ενώ η πρώτη απόπειρα για Άνσλους (προσάρτηση της Αυστρίας) έχει αποτύχει μετά τη δολοφονία του καγκελαρίου της Αυστρίας τον Ιούλιο του 1934, πράγματι φανταζόμαστε την «ικανοποίηση» του Χίτλερ για τη δυνατότητα που του δόθηκε να διατυμπανίσει εκ νέου τα φιλειρηνικά αισθήματά του στη γαλλική κοινή γνώμη. Πόσο μάλλον που ο Γκοΰ εμφανίζεται καθησυχαστικός και εκτιμά ότι δεν θα πρέπει να «σπέρνουμε κανενός είδους πανικό που θα μπορούσε να ρίξει το ηθικό». Το άρθρο πυροδοτεί έντονες αντιπαραθέσεις. Στη Βουλή, ο Ανρί Φρανκλέν-Μπουγιόν, ανεξάρτητος ριζοσπάστης βουλευτής, προκαλεί τον ομόλογό του Γκοΰ να διαβάσει δημοσίως τον «Αγώνα Μου». Ο πρωθυπουργός Πιερ-Ετιέν Φλαντέν έφτασε να καλέσει τον Γερμανό πρέσβη προκειμένου να μην συνεχιστεί η αναπαραγωγή τέτοιου τύπου δηλώσεων από τον γαλλικό Τύπο. Ωστόσο, ο Γκοΰ μένει πιστός στις θέσεις του, κάτι που στη συνέχεια τον οδηγεί στην Επιτροπή Γαλλίας-Γερμανίας, στο πλάι του Μπρινόν και του Άμπετς.

Κατά τα φαινόμενα, τα ίδια γαλλογερμανικά δίκτυα επιτρέπουν στην Ελιζαμπέτ Σοβύ, γνωστή με το προσωνύμιο Titaÿna, διάσημη ρεπόρτερ της «Paris-Soir», να συναντήσει τον Χίτλερ το 1936. Τότε πλέον, τα διακυβεύματα είναι πολύ διαφορετικά. Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, η περιοχή του Σάαρ έχει προσαρτηθεί στη Γερμανία, μετά το δημοψήφισμα του Ιανουαρίου 1935, έχει γίνει επαναφορά της στρατιωτικής θητείας και έχει επισημοποιηθεί ο στρατιωτικός επανεξοπλισμός του Ράιχ. Από τη μεριά της, η Γαλλία έχει υπογράψει, τον Μάιο του 1935, σύμφωνο αμοιβαίας συνδρομής με τη Σοβιετική Ένωση, το οποίο δεν έχει ακόμα επικυρωθεί όταν η Τιταΰνα φτάνει στο Βερολίνο.

Η συγκεκριμένη ρεπόρτερ είναι φίλη του Ζαν Λυσαίρ, δημοσιογράφου ιδιαιτέρως εμπλεκόμενου στην υπόθεση της προσέγγισης με τη Γερμανία, στο πλάι του Άμπετς. Η επιθυμία της να γίνει δεκτή στην καγκελαρία του Ράιχ δεν είναι άσχετη με τη γοητεία που της ασκούν τα αυταρχικά καθεστώτα. Το αποτέλεσμα της συνάντησης, παρουσιασμένο εντυπωσιακά στο πρωτοσέλιδο της κυριακάτικης «Paris-Soir» στις 26 Ιανουαρίου 1936, δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη χιτλεροφιλία της συντάκτριας: «Το μέγαρο της Βιλχελμστράσε όπου εργάζεται και αναπαύεται ο Φύρερ χαρακτηρίζεται από λιτή συμμετρία αρχιτεκτονικών γραμμών και αντίστοιχη επίπλωση, σε απόλυτη συμφωνία με τη δημοκρατική καθαρότητα της νέας Γερμανίας. (…) Ο Χίτλερ πλησιάζει προς το μέρος μου, τείνοντας το χέρι του, και με διαπερνάει το γαλάζιο χρώμα των ματιών του, τα οποία στις φωτογραφίες φαίνονται καστανά. Ταυτόχρονα, σκέφτομαι ότι διαφέρει πολύ από την εικόνα του και ότι τον προτιμώ έτσι, με το πρόσωπό του, που εκπέμπει ευφυΐα και ενεργητικότητα, να φωτίζεται όταν μιλάει. Εκείνη τη στιγμή κατανόησα τη γοητεία αυτού του καθοδηγητή ανθρώπων και τη γοητεία του πάνω στα πλήθη».

 

«Το απαλό γαλάζιο των ματιών του»

Τον επόμενο μήνα, ο στοχαστής Μπερτράν ντε Ζουβενέλ επωφελείται και εκείνος από τη μεσολάβηση του Άμπετς προκειμένου να επιτρέψει στον Χίτλερ να παρουσιάσει την ιδέα της προσέγγισης με τη Γαλλία, τη στιγμή όπου επίκειται η επικύρωση του γαλλο-σοβιετικού συμφώνου. Η «Paris-Soir» καταχωνιάζει τη συνέντευξη στη μεσημεριανή έκδοσή της, πολύ μικρότερης κυκλοφορίας, στις 28 Φεβρουαρίου 1936, δηλαδή την επαύριο της επικύρωσης του συμφώνου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Και παρ’ όλο που η γερμανική πλευρά καταγγέλλει ότι η γαλλική κυβέρνηση παρενέβη στην εφημερίδα προκειμένου να εμποδιστεί η δημοσίευση των απόψεων του Χίτλερ πριν από την ψηφοφορία της Βουλής, η συνέντευξη δεν παύει να διάκειται πολύ ευνοϊκά απέναντι στον Χίτλερ. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε ο Ζουβενέλ στα απομνημονεύματά του την χαρακτήρισε «στραβοπάτημα».

Οι τρεις τελευταίες συνεντεύξεις του Χίτλερ, πολύ λιγότερο συνδεδεμένες με τα διεθνή ζητήματα, τραβούν λιγότερο την προσοχή, ενδεχομένως εξαιτίας της ετερόκλητης θεματικής τους και της απουσίας κάποιας δήλωσης που θα είχε άμεσο διπλωματικό αντίκτυπο. Ωστόσο, συνεχίζουν να είναι ιδιαιτέρως καλοπροαίρετες.

Στη «Le Journal» της 22ης Μαΐου 1937, ο συγγραφέας Αμπέλ Μπονάρ –μελλοντικός υπουργός Εθνικής Παιδείας στη Γαλλία του Βισύ– ενθουσιάζεται με τη «στιβαρή προσπάθεια που κάνει το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς στο πεδίο της κοινωνικής ευταξίας». Αφήνει τον συνομιλητή του να μακρηγορήσει για διάφορα θέματα, από την κατάσταση στον προπολεμικό κόσμο έως τον εκδημοκρατισμό που φέρνουν τα σύγχρονα μέσα μεταφοράς, αλλά και την επιθυμία του να ξαναδώσει τη «χαρά της ζωής» στους εργάτες…

Ο Μπονάρ σαγήνευσε τους οικοδεσπότες του. Κάποιος ανάμεσά τους γράφει στη γερμανική πρεσβεία στο Παρίσι: «Έχω την εντύπωση πως μελέτησε την κατάσταση στη Γερμανία με μεγάλη σοβαρότητα και την προσδιόρισε πολύ σωστά. Επίσης, είναι αδιαμφισβήτητα αρκετά ευφυής και ταλαντούχος ώστε να μεταδώσει τα συμπεράσματά του με τον κατάλληλο τρόπο στο γαλλικό κοινό, έτσι ώστε να γίνουν κατανοητά. Αλλιώς δεν θα ήταν ακαδημαϊκός! (…) Και θα πρέπει να αναγνωρίσω ότι η συντροφιά του ήταν πραγματικά απολαυστική». Όσο για τον Αλφόνς ντε Σατωμπριάν, συγγραφέα γοητευμένο από τον εθνικοσοσιαλισμό που και αυτός γράφει στη «Le Journal», δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει πλήρως με κάθε κουβέντα του Χίτλερ, όταν ο τελευταίος τον υποδέχεται τον Αύγουστο του 1938 στο Μπέργκχοφ, την κατοικία του στις Βαυαρικές Άλπεις. Ακόμα και ο Ρομπέρ Σενεβιέ, απεσταλμένος του περιοδικού «L’Illustration» προκειμένου να ρωτήσει τον Φύρερ σχετικά με τα σχέδιά του όσον αφορά την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία, δεν μπόρεσε να μην παινέψει, στο τεύχος του Δεκεμβρίου 1938, «την ευρύτερη ατμόσφαιρα καλλιέργειας» που δημιουργεί ο Χίτλερ. Εκείνο όμως που τον συγκινεί περισσότερο είναι «το απαλό γαλάζιο των ματιών του, ένα γαλάζιο ανοιχτό σαν εκείνο στις βουνοκορφές και σαν τον ουρανό μετά από δυνατή βροχή, ένα γαλάζιο αθώο που μόνο στο βλέμμα ενός μικρού παιδιού το βρίσκεις»…

Οι παραπάνω πρακτικές ανήκουν σε ένα ιδιαίτερο είδος δημοσιογραφίας, μεγάλο μέρος της οποίας προσχώρησε στη συνεργασία με τον Γερμανό κατακτητή μετά την ήττα της Γαλλίας το 1940. Το 1944, το Εθνικό Συμβούλιο Αντίστασης δηλώνει την πρόθεσή του να βάλει τέλος σε αυτήν: εγγυάται «την ελευθερία του Τύπου, την τιμή του και την ανεξαρτησία του απέναντι στο κράτος, τις δυνάμεις του χρήματος και τις ξένες επιρροές». Όμως, παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες δημοσιογραφικές πρακτικές φαντάζουν σήμερα ξεπερασμένες, θα ήταν επικίνδυνο να τις αντιμετωπίσουμε απλώς και μόνο ως ένα ντροπιαστικό κεφάλαιο στην ιστορία της δημοσιογραφίας, που έχει κλείσει διά παντός.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Iστορικός. Συμμετείχε στο συλλογικό έργο «Confrontations au national-socialisme dans l’Europe francophone et germanophone (1919-1949)», τομ. Α΄, επιμέλεια Olivier Dard, Michel Grunewald και Uwe Puscher, εκδόσεις Peter Lang, 2017, όπου ανέπτυξε τα θέματα που παρουσιάζει σε αυτό το άρθρο.