Να επανιδρύσουμε τη γαλλική εξωτερική πολιτική

[Από το αρχείο της Monde diplomatique, Δεκέμβριος 2000.]

Ο Υμπέρ Βεντρίν, τότε υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, παρουσιάζει σε αυτό το ανέκδοτο στα ελληνικά κείμενο τις θέσεις του απέναντι στις προκλήσεις του παγκοσμιοποιημένου κόσμου, επισημαίνοντας με οξυδέρκεια τα προβλήματα που ανακύπτουν από την αλόγιστη προσπάθεια επιβολής της “ελεύθερης αγοράς” και του δυτικού μοντέλου δημοκρατίας σε όλον τον κόσμο.

Από τότε που είμαι υπουργός Εξωτερικών, χρειάστηκε πολλές φορές να πάρω αποστάσεις από μια νέα δοξασία που σχηματίζεται σε σχέση με τις διεθνείς σχέσεις. Θα ήθελα εδώ να αποσαφηνίσω τις σκέψεις μου για το θέμα και ταυτόχρονα να διαχωρίσω τον εαυτό μου από τις χρήσεις και τις καταχρήσεις εννοιών των οποίων αρνούμαι να γίνω αντικείμενο.

Η πρώτη από τις σύγχρονες πεποιθήσεις που απορρίπτω είναι η εξής: τα κράτη είναι ψυχρά, αδιαφανή, καταπιεστικά τέρατα. Ο ρεαλισμός είναι κυνισμός και οι διεθνείς σχέσεις είναι το προνομιακό πεδίο εφαρμογής του. Η λογική του κράτους είναι πάντα μισητή. Η Ιστορία δεν μετράει πια και ζούμε σ’ έναν κόσμο εντελώς νέο, όπου η «κοινωνία των πολιτών», εθνική και διεθνής, είναι προνομιακή. Όλα όσα κάνουν το κράτος να υποχωρεί –αγορές, κοινή γνώμη, μέσα ενημέρωσης, δικαστές, ΜΚΟ– είναι καλά.

Η δεύτερη θεωρεί ως αξίωμα ότι οι δυτικές αξίες είναι, μαζικά και χωρίς καμία συζήτηση ούτε και πιθανή απόκλιση, οικουμενικές και αμετάβλητες αξίες και κάθε ερώτηση για το θέμα, κάθε πραγματισμός αποτελεί ιεροσυλία.

Η τρίτη είναι ότι κάθε μη δημοκρατική χώρα μπορεί και οφείλει να γίνει δημοκρατική από τη μια μέρα στην άλλη, με πρότυπο τη σημερινή δυτική δημοκρατία.

Τα παραπάνω είναι απλοποιήσεις, αλλά όχι μακριά από την πραγματικότητα.

Τέτοιου είδους πεποιθήσεις συγχωνεύονται στην ιδέα ότι το μόνο σύγχρονο αντικείμενο της εξωτερικής πολιτικής είναι η μετατροπή ολόκληρου του κόσμου, κυρίως υπό την πίεση της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών, σε δυτική δημοκρατία, ενώ οι δυτικές κυβερνήσεις έχουν την υποχρέωση να επιταχύνουν αυτές τις κινήσεις χρησιμοποιώντας κάθε δυνατή πίεση και κύρωση. Όλα από την αρχή.

Όσο απλοϊκές κι αν φαίνονται, δεν θα υποστηρίξω ότι όλα είναι λάθος σε αυτές τις πεποιθήσεις, όπως και δεν αρνούμαι ότι σε γενικές γραμμές προέρχονται από καλά αισθήματα ή φιλοδοξίες για πρόοδο. Έχω όμως τις ενστάσεις μου: η μείωση του ρόλου του κράτους δεν αποτελεί αυτομάτως από μόνη της πρόοδο. Εξαρτάται από τον βαθμό εξέλιξης των κοινωνιών. Η αποδυνάμωση του κράτους μπορεί να ευνοεί το παιχνίδι του οργανωμένου εγκλήματος –ή να αφήνει ελεύθερο το πεδίο στις παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις, κάτι που δεν είναι απαραίτητα ευεργετικό. Η κοινωνία των πολιτών δεν είναι πανάκεια. Δεν είναι καν κάτι αφηρημένο. Μέσα σε αυτήν τη διεθνή κοινωνία των πολιτών, υφίσταται συσχετισμός δυνάμεων, όπως και στις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη. Έτσι υπάρχει η συντριπτική κυριαρχία των δυτικών ΜΚΟ, και πάνω απ’ όλα των αμερικανικών. Το ίδιο και στον κόσμο των μέσων ενημέρωσης. Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, ο ανταγωνισμός και ο συσχετισμός δυνάμεων δεν εξαφανίστηκαν μόνο και μόνο από την οικουμενική επέκταση της φιλοδοξίας για δημοκρατία. Αντίθετα, επιδεινώθηκαν, αφού όλα πια αποτελούν αγορά στη φιλελεύθερη αγγλοσαξωνική εκδοχή της. Υπάρχει μια όλο και μεγαλύτερη ποικιλία δημοκρατικών μορφών, ακόμα και στη Δύση. Και κυρίως, ιστορικά, ο εκδημοκρατισμός υπήρξε πάντα προϊόν μιας παγκόσμιας διαδικασίας –σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό επίπεδο– και όχι μια στιγμιαίας μεταβολής, όπως την εποχή που οι χώρες άλλαζαν θρήσκευμα μαζί με τον πρίγκιπά τους. Δεν είναι στιγμιαίος καφές!

 

Σκίτσο του Baudry.

 

Είναι όμως δύσκολο να γίνει αυτή η συζήτηση, γιατί στη Γαλλία σήμερα υπάρχουν πολύ λίγες αναλύσεις και σκέψεις για την κατάσταση του κόσμου, την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις, ένα παράδοξο εν μέσω παγκοσμιοποίησης. Κυρίως οι διανοούμενοι, που θα μπορούσαν να έχουν έναν χρήσιμο ρόλο, απέχουν από αυτή τη συζήτηση, εκτός από τις περιπτώσεις που αντιδρούν σε κάτι συγκεκριμένο. Κι αυτό διότι ανήκουν σε έναν κόσμο που στρέφεται γύρω από τον εαυτό του. Οι περισσότεροι από αυτούς, όντας κάποια στιγμή οπαδοί διάφορων μαρξιστικών ολοκληρωτισμών, προσπαθούν σήμερα να το κάνουν να ξεχαστεί, υπερασπιζόμενοι με τον ίδιο μανιχαϊστικό τρόπο την κοινωνία της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης και της αγοράς των ιδεών. Γι’ αυτό είναι που σχεδόν κανένας τους δεν τολμά να στοχαστεί σχετικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και κάποιους πεισματάρηδες μαρξιστές κοινωνιολόγους, που σήμερα είναι πια εκτός τόπου και χρόνου. Εξάλλου, υπάρχουν εκείνοι που επιτίθενται στις δεκαετίες 1930 και 1940, αφήνοντας την ίδια στιγμή να χαθεί η ιστορική γνώση της περιόδου πριν από τον πόλεμο του 1914-1918 και μέχρι το 1945. Στην πραγματικότητα, οι διανοούμενοι ξαναγράφουν χωρίς σταματημό την ίδια τους την ιστορία ή ξεκαθαρίζουν τους λογαριασμούς τους μαζί της ή, πιο συχνά ακόμα, έχουν γίνει υπάλληλοι της νεοφιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς.

(…)

Άλλο παράδειγμα, ο εκδημοκρατισμός. Όποιος ζητάει ρεαλισμό και υπομονή για το θέμα, ενοχοποιείται για  πολιτισμικό σχετικισμό. Κι όμως, το να θυμίζεις ότι καμία δημοκρατία δεν έγινε σε μία ημέρα –χρειάστηκαν κάποιοι αιώνες για τη δυτική δημοκρατία– δεν είναι να προσποιείσαι ότι οι Κινέζοι, οι Άραβες ή οι Αφρικανοί δεν είναι «φτιαγμένοι» για τη δημοκρατία, κάτι που θα ήταν ανόητο! Είναι να αρνείσαι, το επαναλαμβάνω, να σκέφτεσαι με όρους μετατροπής και να σκέφτεσαι –κάτι που είναι αυτονόητο– με όρους διαδικασίας. Δεν το λέω για να δικαιολογήσω δεν ξέρω ποιες παρασκηνιακές κινήσεις των αυταρχικών καθεστώτων που προσπαθούν να καθυστερήσουν κινήσεις εκδημοκρατισμού τις οποίες επιθυμεί η κοινωνία, αλλά για να διορθώσω την «ύβρη» μιας Δύσης που ξεχνά τη δική της ιστορία και που απαιτεί τα πάντα και αμέσως, εκεί που θα πρέπει να γνωρίζει πώς να υποβοηθήσει τη διαδικασία εάν επιθυμεί να την επιταχύνει χωρίς να διακινδυνεύει την ανατροπή της. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πήγα στη σύσκεψη για τη δημοκρατία που έγινε, μετά από επιμονή των ΗΠΑ, στη Βαρσοβία τον Ιούνιο του 2000. Και αν δεν υπέγραψα την τελική διακήρυξη, δεν ήταν για να επιδείξω μια κάποια μορφή αντιαμερικανισμού ή για να προκαλέσω (είχα προειδοποιήσει από πριν τους διοργανωτές), αλλά γιατί δεν μπορούσα να αποδεχθώ ότι, με το πρόσχημα της γενικής φιλοδοξίας για τον εκδημοκρατισμό, δημιουργείς μια Ιερά Συμμαχία των δημοκρατικών δυνάμεων που έχουν επιλεγεί αποκλειστικά από το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ με βάση αμφισβητούμενα κριτήρια, όπως υπογράμμισαν πολλές ΜΚΟ, και έχουν λάβει οδηγίες από το εν λόγω υπουργείο για την ψήφο τους στον ΟΗΕ! Πρόσθεσα ότι οι δυτικές δημοκρατίες θα έπρεπε πρώτα να σκουπίσουν τη δική τους αυλή (να ελέγξουν το βάρος του χρήματος και την αποχή από τους διεθνείς οργανισμούς λ.χ.). Έτσι κι αλλιώς, αυτή η πρωτοβουλία δεν πήρε μπρος.

Σε μια άλλη περίπτωση, αμφισβήτησα την κοινότοπη ιδέα, σύμφωνα με την οποία ηθική και διεθνείς σχέσεις βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Γνωρίζουμε τη συγκεκριμένη ανθολογία επιχειρημάτων που επαναλαμβάνουν χωρίς να κουράζονται κάποιοι αρθρογράφοι κάθε φορά που η τρέχουσα διπλωματία μάς οδηγεί σε σχέσεις με μία χώρα η οποία στα μάτια μας δεν είναι ακόμα μια τέλεια δημοκρατία. Κανείς όμως δεν γνωρίζει ακόμα τη μαγική συνταγή που θα μεταμορφώσει σε μια στιγμή την Κίνα ή τη Ρωσία σε τεράστιες και ειρηνικές Δανίες –και δεν έχουμε κανέναν λόγο να δέσουμε τα χέρια μας και να εγκαταλείψουμε σε άλλες δυνάμεις το έργο της διαπραγμάτευσης και του ορισμού του κόσμου του αύριο. Ακόμα περισσότερο υπογραμμίζω ότι οι ηγέτες του σήμερα δεν έχουν ποτέ να επιλέξουν ανάμεσα σε μια ηθική λύση και σε μια άλλη, ανήθικη, αλλά ανάμεσα σε πολλές επιλογές που συνδυάζουν σε διάφορους βαθμούς πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Για παράδειγμα, η ηθική θα ήθελε να μην χρησιμοποιήσει ο Τρούμαν την ατομική βόμβα ή δικαιολογεί τη χρήση της για να επισπεύσει το τέλος του πολέμου; Ανέφερα σε ένα συνέδριο μια δεκάδα διλήμματα τέτοιου τύπου. Πιο απλά, για κάποιους θα ήταν ανήθικο να έχουν εμπορικές σχέσεις με κάποιες χώρες. Αλλά η πολιτική των κυρώσεων είναι, άραγε, ηθική; Ζητώ λοιπόν να στοχαστούμε χωρίς ταμπού για τη νομιμότητα και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών που προϋποθέτουν κυρώσεις και συνεργασία υπό όρους. Περιέργως, όλα αυτά προκαλούν πολύ περισσότερες συζητήσεις στο εξωτερικό απ’ ό,τι στην Γαλλία. Γενικότερα, η ηθική θα έπρεπε να κρίνεται από τα αποτελέσματα τόσο όσο και από τις προθέσεις.

(…)

Συνολικά, εδώ και πολλά χρόνια θεωρώ απαραίτητη την επανίδρυση της εξωτερικής πολιτικής της Γαλλίας, ακόμα περισσότερο αφού η χώρα μας επωφελήθηκε έξυπνα από το 1945 ώς το 1990 (κυρίως μετά το 1959) της διπολικής κατάστασης του κόσμου. Η επανίδρυση αυτή είναι σε εξέλιξη και από το 1990 αγγίζει προοδευτικά όλα τα κεφάλαια της εξωτερικής πολιτικής μας, τόσο στην ουσία –έννοιες και στρατηγικές– όσο και στη μορφή –μέθοδοι και εικόνες. Σε αυτό είχα την ευκαιρία να συνεισφέρω εδώ και χρόνια, εκτός από την περίοδο από το 1995 ως το 1997. Δεν πιστεύω ότι όλα αυτά μας καταδικάζουν να πετάξουμε στα όρνεα όλα τα μαθήματα της ιστορίας, της γεωγραφίας και της πολιτικής και να αγκαλιάσουμε αυτή τη δυτική, ναρκισσιστική, φλύαρη και ηθικολογική «μη-ρεαλπολιτίκ» στην οποία απαιτεί να μας υποβιβάσει το διπλωματικώς ορθό. Εργάζομαι για μια εξωτερική πολιτική νέα και φιλόδοξη, αλλά εντελώς ρεαλιστική, που θα λαμβάνει υπόψη όλες τις σημερινές πραγματικότητες, τα γεγονότα όπως και τις πεποιθήσεις: την παγκόσμια οικονομία της αγοράς και της πληροφορίας, τους νέους διεθνείς παράγοντες, τη θέση των μέσων ενημέρωσης, των ΜΚΟ και της κοινής γνώμης, την πλήρη άρνηση των ολοκληρωτισμών, τη φρίκη του πολέμου και των συγκρούσεων, την απαίτηση για δημοκρατία, όλες τις σύγχρονες αξίες –μια εξωτερική πολιτική που όμως δεν θα μπερδεύει τη στάση με τη δράση, την ηθικολογία με το δίκαιο του αποτελέσματος, τη διακήρυξη με τη λύση του προβλήματος, τον οικουμενισμό με τον βίαιο εκδυτικισμό, τη διαρκή συζήτηση και την αποτελεσματική ρύθμιση και που δημιουργεί για τη Γαλλία και την Ευρώπη νέα, στέρεα και διαρκή σημεία προσανατολισμού.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν 1997-2002.