Γαλλία: Όταν ο βιασμός δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως έγκλημα

Στη Γαλλία, το 60 έως 80% των υποθέσεων βιασμού για τις οποίες ασκείται δίωξη δεν εξετάζονται από κακουργιοδικεία, όπου δικάζονται τα εγκλήματα, αλλά από πλημμελειοδικεία. Σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, αυτή η πρακτική κρίνεται απαραίτητη για την καταπολέμηση της συμφόρησης των κακουργιοδικείων. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις συνέπειές της για τα θύματα και για την αντιμετώπιση της υποτροπής. Το θέμα γίνεται σήμερα πιο επίκαιρο υπό το φως το πρόσφατων γεγονότων στις ΗΠΑ.

Στη Γαλλία, κάθε χρόνο, 84.000 γυναίκες και 14.000 άντρες ισχυρίζονται ότι έχουν πέσει θύματα βιασμού ή απόπειρας βιασμού, σύμφωνα με έρευνες σχετικές με τη θυματοποίηση (1). Ωστόσο, τα ορκωτά κακουργιοδικεία δεν ανακοινώνουν παρά περίπου 1.500 καταδικαστικές αποφάσεις για αυτό το έγκλημα, που από τον ποινικό κώδικα ορίζεται ως «κάθε πράξη σεξουαλικής διείσδυσης, οποιασδήποτε φύσης, που διαπράττεται στο πρόσωπο του άλλου μέσω βίας, εξαναγκασμού, απειλής ή αιφνιδιασμού» και τιμωρείται με δεκαπέντε χρόνια φυλάκισης (είκοσι χρόνια εάν το θύμα είναι κάτω των 15 ετών).

Οι αριθμοί αυτοί αντανακλούν τα εμπόδια που αντιμετωπίζει κατά την πορεία η γυναίκα θύμα βιασμού: πιέσεις από τον βιαστή για να κρατήσει το στόμα της κλειστό, άρνηση της αστυνομίας να καταγράψει τις καταγγελίες, επικαλούμενη συχνά παράνομες προφάσεις, όπως την έλλειψη ιατρικού πιστοποιητικού ή τον ακατάλληλο χώρο λήψης της κατάθεσης, σύμφωνα με τη Φεμινιστική Συλλογικότητα Ενάντια στον Βιασμό (2). Έτσι, οι αστυνομικές αρχές δεν καταγράφουν παρά 12.000 καταγγελίες ετησίως (3), εκ των οποίων τα δύο τρίτα μπαίνουν στο αρχείο από την εισαγγελία (4).

Μεταξύ των καταγγελιών για τις οποίες ασκείται δίωξη, η παραπομπή των ποινικών υποθέσεων βιασμού στα πλημμελειοδικεία –η οποία ονομάζεται «πλημμεληματοποίηση» (correctionnalisation)– αποτελεί ένα φαινόμενο που πολύ λίγοι γνωρίζουν, πέρα από τους νομικούς και τις οργανώσεις αρωγής προς τα θύματα. Η διαδικασία αυτή προσλαμβάνει διάφορες μορφές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εισαγγελία ή ο ανακριτής μπορούν να εκτιμήσουν ότι, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, δεν υποστηρίζεται ο ποινικός χαρακτήρας του βιασμού. Πιο αμφισβητούμενες είναι οι υποθέσεις βιασμού για τις οποίες υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, τελικά όμως αντιμετωπίζονται ως απλά αδικήματα σεξουαλικής επίθεσης. Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου η εισαγγελία παραπέμπει εξαρχής (ab initio) την υπόθεση στο πλημμελειοδικείο, βασιζόμενη σε μια προκαταρκτική έρευνα ή σε αυτόφωρο της δικαστικής αστυνομίας, και τις περιπτώσεις όπου ένας δικαστής στέλνει την υπόθεση στο πλημμελειοδικείο «κατά περίσταση» μετά το τέλος της προανάκρισης, με τη συναίνεση του θύματος.

Σύμφωνα με νομικές πηγές, αυτή η πρακτική αφορά το 60 με 80% των υποθέσεων βιασμού που διώκονται νομικά. Στον νομό του Σεν-Σαιν-Ντενί (κομμάτι του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος του Παρισιού), το νομαρχιακό παρατηρητήριο για τις πράξεις βίας ενάντια στις γυναίκες διαπίστωσε ότι το 43% των υποθέσεων σεξουαλικών επιθέσεων που εκδικάστηκαν από το δικαστήριο του Μπομπινί μεταξύ του 2013 και 2014 ήταν στην πραγματικότητα περιπτώσεις βιασμού που είχαν παραπεμφθεί σε πλημμελειοδικείο (5).

 

Anetta Mona Chisa & Lucia Tkacova, «Down Is the New Up», 2013 (chitka.info)

 

Το ορόσημο του 1978

Μετά την υιοθέτηση του ποινικού κώδικα του 1791, ο βιασμός υπάγεται στις πιο σοβαρές εγκληματικές ενέργειες κατά προσώπων. Εν τούτοις, τα θύματα έχουν προσπαθήσει σκληρά για να πετύχουν την αναγνώρισή του ενώπιον των δικαστηρίων. Για πολύ καιρό, ο νομικός ορισμός περιόριζε τον βιασμό σε φαλλική-κολπική συνουσία «μιας γυναίκας η οποία γνωρίζουμε ότι δεν συναίνεσε καθόλου» (6). Το 1978, η οργάνωση Choisir La Cause Des Femmes και η δικηγόρος Ζιζέλ Χαλιμί κάνουν γνωστή την υπόθεση ομαδικού βιασμού δύο γυναικών που είχαν κατασκηνώσει σε μια παραλία. Η δίκη της Αιξ-αν-Προβάνς έχει ως αποτέλεσμα τον νόμο του 1980, ο οποίος βάζει τέλος στην αναφορά περί συναίνεσης προκειμένου να δώσει έμφαση στις περιστάσεις της απουσίας της («βία, εξαναγκασμός, απειλή ή αιφνιδιασμός») και διευρύνει την έννοια του βιασμού σε κάθε πράξη διείσδυσης (στοματική, πρωκτική, δακτυλική ή με αντικείμενο), ανοίγοντας τον δρόμο για την αναγνώριση του βιασμού ανδρών. H δίκη δίνει τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί ο ποινικός χαρακτήρας του βιασμού, καθώς τα θύματα αγωνίστηκαν εναντίον της παραπομπής της υπόθεσής τους σε πλημμελειοδικείο. «Πριν από το 1978, οι βιασμοί στο σύνολό τους παραπέμπονταν στα πλημμελειοδικεία, έχοντας προηγουμένως απαξιωθεί ως προσβολή κατά της δημοσίας αιδούς, εκτός και αν συνοδεύονταν από φόνο», υπογραμμίζει ο ιστορικός Ζαν-Υβ Λα Ναούρ, ένας από τους συγγραφείς του βιβλίου για τη δίκη της Αιξ-αν-Προβάνς (7). «Σήμερα, η διαδικασία παραπομπής σε πλημμελειοδικείο έχει περιοριστεί, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται με τη δικαιολογία εξοικονόμησης πόρων, μια δικαιολογία που δεν υπήρχε προηγουμένως».

Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του σοσιαλιστή γερουσιαστή Ζαν-Νοέλ Γκερινί σχετικά με τη δικαστική αντιμετώπιση των βιασμών, το υπουργείο Δικαιοσύνης εξηγούσε τον περασμένο Μάιο: «Η παραπομπή στα πλημμελειοδικεία είναι απαραίτητη προκειμένου να αντιμετωπιστεί η συμφόρηση των ορκωτών κακουργιοδικείων, που δεν επιτρέπει στο σύνολο των υποθέσεων να παραπεμφθούν ενώπιόν τους». Για να γίνει αυτό, ο νόμος του 2004 γνωστός ως Perben II τροποποίησε το άρθρο 469 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με σκοπό να περιορίσει τις πιθανότητες ένα πλημμελειοδικείο να ανακηρύξει τον εαυτό του αναρμόδιο και να παραπέμψει μια υπόθεση στο κακουργιοδικείο. «Ακόμη και αν η διαδικασία παραπομπής σε πλημμελειοδικείο είναι από νομικής άποψης παράνομη, είναι αναπόφευκτη, διότι τα μέσα μας είναι περιορισμένα. Τα ορκωτά κακουργιοδικεία δεν μπορούν να απορροφήσουν όλες τις υποθέσεις σεξουαλικών εγκλημάτων», τονίζει ο Μπενζαμέν Μπλανσέ, δικαστής και επιτετραμμένος στη Συνδικαλιστική Ένωση Δικαστών.

Έτσι, ενθαρρυμένοι από τα ανώτερα κλιμάκια, οι δικαστές εφαρμόζουν την παραπομπή στα πλημμελειοδικεία χωρίς γραπτή νομική ρύθμιση. Ενώ ο νόμος δεν επιτρέπει την ταξινόμηση των βιασμών, οι δικαστές προσφεύγουν σε μια εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης. «Δεν πρέπει να κρύβουμε την αλήθεια: δεχόμαστε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ δακτυλικού βιασμού και φαλλικής διείσδυσης, και αυτό είναι φρικτό, διότι ένας δακτυλικός βιασμός μπορεί να είναι καταστροφικός», αναγνωρίζει η Σάρα Μασούντ, ανακρίτρια στην περιοχή Κρετέιγ. «Το εύρος του ψυχικού τραύματος δεν συνδέεται απαραίτητα με τη νομική διάκριση». Πράγματι, από τους 377 φακέλους που εξετάστηκαν εξονυχιστικά από κοινωνιολόγους, οι οποίοι διεξήγαγαν μια έρευνα για το παρατηρητήριο παραβατικότητας της περιφέρειας Προβηγκίας-Άλπεων-Κυανής Ακτής, καμία υπόθεση δεν έφτασε στα ορκωτά κακουργιοδικεία όταν επρόκειτο για απόπειρα βιασμού ή για αποκλειστικά δακτυλική διείσδυση. «Ωστόσο, ο νόμος δεν κάνει διάκριση μεταξύ των τρόπων διείσδυσης», σημειώνει ο Εντουάρ Ντυράν, δικαστής παιδιών στο Μπομπινί. «Ο νόμος δεν προβλέπει περιστάσεις ελαφρυντικές της σοβαρότητας του αδικήματος».

Η Σάρα Μασούντ καταθέτει τη μαρτυρία της από την εμπειρία της ως αντιεισαγγελέας πριν αναλάβει καθήκοντα ως ανακρίτρια. «Στην εισαγγελία ανηλίκων, έφερα αντιστάσεις στην παραπομπή των βιασμών σε πλημμελειοδικείο ab initioδηλαδή εξαρχής και χωρίς προανάκριση. Διότι, πριν από οποιαδήποτε απόφαση, πρέπει πάντοτε να γίνονται έρευνες, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τι οδήγησε στην πράξη». Σήμερα, με την ιδιότητά της ως ανακρίτρια, παραπέμπει στο πλημμελειοδικείο «κατά περίσταση» περιπτώσεις βιασμού. «Δεν υπάρχει σχετική νομική ρύθμιση, οπότε αναλύω το πλαίσιο της υπόθεσης. Μπορεί να “πλημμεληματοποιήσουμε” επειδή έχουμε ένα θύμα για το οποίο νιώθουμε ότι, στο κακουργιοδικείο, η μεγάλης διάρκειας αντιπαράθεση με τον θεωρούμενο ως δράστη δεν θα λειτουργήσει υπέρ του. Από την άλλη, κάποια γεγονότα μας οδηγούν να επιλέξουμε τα ορκωτά κακουργιοδικεία: ένα ευάλωτο θύμα, ένα θύμα που έχει υποστεί πολλούς βιασμούς, ένας υπότροπος δράστης». Η Ιζαμπέλ Τερί-Γκοτιέ, πρόεδρος του πλημμελειοδικείου της Μελέν, πρώην ανακρίτρια, συμπληρώνει: «Το πρώτο κριτήριο είναι ο σεβασμός της θέλησης του θύματος. Το δεύτερο, η σημασία των γεγονότων και των στοιχείων. Το τρίτο, η εκτίμηση της αντίδρασης των ενόρκων, καθώς δεν πρόκειται για επαγγελματίες. Ο βιασμός εντός γάμου από κάποιο διεστραμμένο άτομο αποτελεί ένα πεδίο προβληματισμού που δεν γνωρίζουν καλά. Θα ήταν προτιμότερο να το αναλάβουν οι δικαστές του πλημμελειοδικείου».

Το να ζητηθεί η επίσημη συναίνεση του θύματος για τη «πλημμεληματοποίηση» (ένα στάδιο που δεν μεσολαβεί παρά μόνο στις περιπτώσεις παραπομπής σε πλημμελειοδικείο «κατά περίσταση», στο τέλος της ανάκρισης) ενδέχεται να του προσδώσει μία επιπλέον βαριά ευθύνη, καθώς η εισαγγελία συνήθως αναλαμβάνει τις διώξεις. Έτσι, η δικηγόρος Λίζα Λαονέ σημαδεύτηκε από μια πρόταση παραπομπής σε πλημμελειοδικείο των βιασμών δύο μικρών κοριτσιών από έναν ανήλικο: «Οι πελάτισσές μου βασανίστηκαν από την ιδέα να αναλάβουν αυτή την ευθύνη. Δεν είναι αυτός ο ρόλος ενός πολιτικού ενάγοντα».

Η σαραντάχρονη Νάντια Μπ. (8), θύμα βιασμού στα 19, θυμάται: «Κατά τη διάρκεια μιας ακρόασης, ο δικαστής μού εξήγησε ότι στο κακουργιοδικείο ο συνήγορος υπεράσπισης θα ήταν σκληρός μαζί μου. Απάντησα ότι δεν υπήρχε τίποτα για να κατηγορήσω τον εαυτό μου και ότι δεν φοβόμουν. Μετά μου είπε ότι σε περίπτωση δίκης στο ορκωτό κακουργιοδικείο θα γινόταν εξέταση κατ’ αντιπαράσταση. Η οικογένειά μου είχε ήδη υποστεί εξευτελισμό, οπότε δέχθηκα την παραπομπή σε πλημμελειοδικείο». Η ακρόαση διήρκησε μισή ώρα και η Νάντια δεν έλαβε τον λόγο παρά για να επιβεβαιώσει τα γεγονότα. «Του έριξαν τέσσερα χρόνια. Η ελαστικότητα της ποινής δεν με ενοχλεί, αλλά η χωρίς βάθος έρευνα στο πλημμελειοδικείο, ναι! Ανακάλυψα στον φάκελό μου ότι, στο παρελθόν, μια καταγγελία εναντίον του δράστη για βιασμό ανήλικης κάτω των 16 ετών είχε μπει στο αρχείο χωρίς συνέχεια». Η ποινικολόγος Ιζαμπέλ Στεγιέρ υπογραμμίζει: «Τα ορκωτά κακουργιοδικεία είναι τρομακτικά, σε αυτά όμως τίθενται όλες οι πιθανές ερωτήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, η δικαιοσύνη επιτελεί την επανορθωτική λειτουργία της».

Η Ναταλί Τζ., 36 ετών, θύμα βιασμού στα 11 της από ένα ζευγάρι γειτόνων που ανήκαν σε δίκτυο παιδόφιλων, είδε επίσης την υπόθεσή της να παραπέμπεται σε πλημμελειοδικείο. «Ήμουν μικρή», θυμάται, «αλλά ύστερα από τις εξηγήσεις του δικηγόρου, δήλωσα ότι επιθυμούσα να πάει η υπόθεση στο κακουργιοδικείο ώστε να τιμωρηθούν πραγματικά». Χρόνια μετά, ο πατέρας της διηγήθηκε ότι την παραπομπή σε πλημμελειοδικείο είχαν προτείνει ο δικηγόρος και ο ανακριτής, διαβεβαιώνοντας ότι το ορκωτό κακουργιοδικείο θα ήταν τραυματική εμπειρία. «Δεν επισήμαναν ποτέ στους γονείς μου ότι η ακρόαση θα μπορούσε να προσαρμοστεί έτσι ώστε να μην πάρω μέρος σε όλες τις συζητήσεις και ότι η αντιπαράθεση με τους δράστες θα ήταν ελεγχόμενη. Εντέλει, δεν δόθηκε στους γονείς μου το δικαίωμα επιλογής», αποκαλύπτει η Ναταλί.

Προκειμένου να μετριάσουν τον κίνδυνο συνοπτικής απονομής δικαιοσύνης, κάποια δικαστήρια αντιμετωπίζουν τους βιασμούς που έχουν παραπεμφθεί σε πλημμελειοδικεία διαφορετικά από τα κλασικά αδικήματα. «Στο πλημμελειοδικείο της Μελέν ένας βιασμός δεν εκδικάζεται μεταξύ μιας υπόθεσης απάτης και μιας ληστείας –κάτι τέτοιο θα ήταν τερατώδες. Ορίζουμε μια ολόκληρη μέρα για τις συζητήσεις επί των γεγονότων», σημειώνει η δικαστής Τιερί-Γκοτιέ. Δεν είναι παντού δυνατές τέτοιου είδους διευθετήσεις. Η δικαστής Μασούντ εκφράζει δυσαρέσκεια για την έλλειψη μαρτύρων και εμπειρογνωμόνων για τους βιασμούς που καταλήγουν στο πλημμελειοδικείο: «Εάν δεν βρισκόμασταν σε εποχή μηδενικής ανοχής, όπου απαιτείται μισή ώρα ακρόασης για έναν κάτοχο χασίς, θα αφιερώναμε περισσότερο χρόνο στους βιασμούς». Και επίσης δεν αντισταθμίζεται η απαλοιφή του συστατικού στοιχείου του παραπτώματος –της διείσδυσης– καθώς αυτό αφαιρείται από τον φάκελο προκειμένου να γίνει η παραπομπή σε πλημμελειοδικείο. Η Ναταλί Τζ., η οποία δεν συμμετείχε στη δίκη των βιαστών της, όταν ήταν έφηβη ανακάλυψε το έγγραφο που απαξίωνε σε πλημμέλημα τα γεγονότα του βιασμού. «Το δικαστήριο, ως αντιπρόσωπος της κοινωνίας, ανέφερε ότι δεν επρόκειτο για βιασμό αλλά για προσβολή της δημοσίας αιδούς», δηλώνει. «Μου στέρησαν αυτήν την αναγνώριση. Μου πήρε χρόνια για να ανακατασκευάσω τα γεγονότα. Ναι, ήταν οπωσδήποτε βιασμός. Ναι, αυτό το έγκλημα έπρεπε να είχε εκδικαστεί σε ορκωτό κακουργιοδικείο».

Ο ψυχίατρος Ζεράρ Λοπέζ, πρώην εμπειρογνώμων για τα δικαστήρια του Παρισίου, προτείνει στους ασθενείς του το ορκωτό κακουργιοδικείο: «Η παραπομπή σε πλημμελειοδικείο αποτελεί άρνηση από την πλευρά της δικαιοσύνης, που μπορεί να εμποδίσει την αποκατάσταση, με το θύμα να συνειδητοποιεί ότι ο βιασμός δεν δικάζεται στην πραγματική διάστασή του». Βέβαια, οι δικαστές επιμένουν στο γεγονός ότι ο βιασμός δεν μένει κρυφός κατά τη διάρκεια των ακροάσεων. «Οι δικαστές μπορούν να πουν αυτό που θέλουν στη δίκη, ότι σύμφωνα με τη δικαστική κρίση πρόκειται για σεξουαλική επίθεση και όχι για βιασμό», αντιτείνει η Αζούρ Σμιτ, νομικός. «Όταν ο δικαστής παραπέμπει σε πλημμελειοδικείο μια ένοπλη ληστεία, αφαιρεί το επιβαρυντικό στοιχείο της οπλοφορίας αλλά η λέξη ληστεία παραμένει –αντιθέτως, ο βιασμός εξαφανίζεται», σημειώνει ο Ντιντιέ Ρεμπύ, καθηγητής ποινικού δικαίου στο πανεπιστήμιο Παρίσι-ΙΙ.

 

Δικαστικές αντιστάσεις

Η παραπομπή στα πλημμελειοδικεία δεν επιφέρει βλάβη μόνο στα θύματα. Ο Ντιντιέ Ρεμπύ επισημαίνει ότι «κάνει πιο περίπλοκη την πρόληψη της υποτροπής, δημιουργώντας ένα έλλειμμα αξιοπιστίας στην καταμέτρηση των υποθέσεων σεξουαλικής βίας, καθώς το ποινικό μητρώο δεν καθρεφτίζει την πραγματικότητα των διαπραχθεισών πράξεων, εφόσον αναγράφει “σεξουαλική επίθεση” και όχι “βιασμός”». Και συνεχίζει: «Η παραπομπή στα πλημμελειοδικεία προκαλεί επίσης βλάβη στην ίση αντιμετώπιση των υποδίκων. Διότι, ανάλογα με την περιφέρεια, για την ίδια πράξη κάποιοι κατηγορούμενοι καταλήγουν στο κακουργιοδικείο ενώ άλλοι στο πλημμελειοδικείο». Αλλά και οι ποινές που επιβάλλονται για σεξουαλικές επιθέσεις και για βιασμούς διαφοροποιούνται: το περιφερειακό παρατηρητήριο του Σεν-Σαιν-Ντενί για πράξεις βίας ενάντια στις γυναίκες διαπίστωσε ότι στο πλημμελειοδικείο το 36% των κατηγορουμένων καταδικάστηκαν το 2013-2014 σε ποινή 3 έως 6 ετών, ενώ στο κακουργιοδικείο, την ίδια περίοδο, το 85% των ποινών ήταν πάνω από 5 έτη (9).

Εδώ και κάποια χρόνια, η δικαστική αντιμετώπιση των βιασμών προκαλεί κινητοποιήσεις. Το Ανώτατο Συμβούλιο ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών, ως ανεξάρτητη αρχή, εξέδωσε το 2016 τη γνωμοδότηση «για μια δικαιότερη κοινωνική και δικαστική καταδίκη του βιασμού», συστήνοντας «να ζητηθεί, μέσω ποινικής εγκυκλίου στις εισαγγελίες, η διατήρηση του ποινικού χαρακτήρα του βιασμού και η δίωξή του σε ορκωτό κακουργιοδικείο». Πρόκειται για σύσταση που μελετάται αυτή τη στιγμή στο γαλλικό υπουργείο Δικαιοσύνης, όπου εξετάζεται προσεκτικά τι θα μπορούσε να βελτιωθεί. Το 2013, από έναν δικηγόρο υπεράσπισης θύματος βιασμού τέθηκαν τρία ερωτήματα προτεραιότητας όσον αφορά τη συνταγματικότητα. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο (σ.τ.Μ.: αντίστοιχο του ελληνικού Αρείου Πάγου) αρνήθηκε να παραπέμψει τα ερωτήματα στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Ωστόσο, το 2011, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε τη Γαλλία επειδή «επέφερε βλάβη στο δικαίωμα δικαστικής πρόσβασης» του θύματος αυτού, στο οποίο αρνήθηκαν την έφεσή του εναντίον της εντολής παραπομπής του βιασμού σε πλημμελειοδικείο. «Με βάση αυτές τις καταδίκες, ο νομοθέτης θα αναγκαστεί να καταργήσει το άρθρο 469 και έτσι δεν θα επιτρέπεται πλέον στους δικαστές να παραβιάζουν τον νόμο», ελπίζει ο Μικαέλ Μπενιλούς, λέκτορας ποινικού δικαίου στο πανεπιστήμιο της Πικαρδίας.

Αντιμέτωποι με τις αντιστάσεις των εκτελεστικών και των δικαστικών αρχών, κάποιοι νομικοί επικροτούν την αναζήτηση συμβιβασμού. «Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα ειδικό δικαστήριο με ποινική αρμοδιότητα για πράξεις σεξουαλικής βίας», προτείνει η Αζούρ Σμιτ. Στο Μπομπινί, ο δικαστής Ντυράν, που είναι επίσης μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου για την Ισότητα, θα ευχόταν πάνω απ’ όλα να δινόταν στα ορκωτά κακουργιοδικεία «η δυνατότητα να δικάζουν τα εγκλήματα σε λογικές προθεσμίες, έχοντας στη διάθεσή τους τα κατάλληλα οικονομικά και έμψυχα μέσα». «Θα ήταν προτιμότερη», σημειώνει, «μια σύντομη ακρόαση στο κακουργιοδικείο από την εκδίκαση του εγκλήματος ως πλημμέλημα». Η Εμμανουέλα Πιέ, γιατρός και πρόεδρος της Φεμινιστικής Συλλογικότητας Ενάντια στον Βιασμό, συμφωνεί: «Συμμετείχα σε μια ακρόαση σε πλημμελειοδικείο με έναν ασθενή που είχε βιάσει τον μικρό αδελφό του. Ούτε το θύμα ούτε ο θύτης κατανόησαν την καταδίκη, στην οποία δεν αναφερόταν ο βιασμός. Αν και η δίκη δεν έχει θεραπευτικές ιδιότητες, τουλάχιστον κακουργιοδικείο τα θύματα βλέπουν ότι η κοινωνία τα έχει αφουγκραστεί».

 

(1) Έρευνα «Cadre de vie et sécurité (CVS)», 2010-2015, Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής Και Οικονομικών Μελετών (Insee) – Εθνικό Παρατηρητήριο Εγκληματικότητας Και Ποινικών Απαντήσεων (ONDRP).

(2) https://cfcv.asso.fr/

(3) Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία Του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (SSMSI).

(4) «Les viols dans la chaîne pénale», Παρατηρητήριο για την Παραβατικότητα και τα Κοινωνικά Συγκείμενα της Περιφέρειας Προβηγκίας-Άλπεων-Κυανής Ακτής, ερευνητική έκθεση Νο 10 υπό την επιμέλεια της Véronique Le Goaziou, Δεκέμβριος 2016.

(5) Bertille Bodineau, «Les viols et les aggressions sexuelles jugés en 2013 et 2014 en cour d’assises et au tribunal correctionnel de Bobigny», Παρατηρητήριο για τις Πράξεις Βίας Ενάντια στις Γυναίκες του Νομαρχιακού Συμβουλίου του Σεν-Σαιν-Ντενί-πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Μπομπινί, Μάρτιος 2016.

(6) Georges Vigarello, «Histoire du viol. XVIe-XXe siècle», Seuil, Παρίσι, 1998.

(7) Jean-Yves Le Naour και Catherine Valenti, «Et le viol devint un crime», Vendémiaire, Παρίσι, 2014. Βλ. επίσης, «Viol. Le procès d’Aix-en-Provence» (συλλογικό), Gallimard, Παρίσι, 1978.

(8) Έχουμε διατηρήσει την ανωνυμία των συνεντευξιαζόμενων και έχουμε αλλάξει το επώνυμό τους.

(9) Bertille Bodineau, «Les viols et les aggressions sexuelles…», ό.π.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο