Πυγμαχία: Η «ευγενής τέχνη» ή η πόρνη, ο σκλάβος και ο επιβήτορας

Ο Loïc Wacquant παράτησε το πανεπιστήμιο για μια επιτόπια εθνογραφική εργασία από τον Αύγουστο του 1998 έως τον Νοέμβριο του 2001, κατά τη διάρκεια της οποίας μυήθηκε στο επάγγελμα του πυγμάχου και ακολούθησε στην καθημερινή ζωή τους τα νεαρά μέλη της αίθουσας πυγμαχίας στο μαύρο γκέτο του Σαουθσάιντ, στο Σικάγο.

Μία από τις έννοιες που επικαλούνται συχνότερα οι επικριτές της «ευγενούς τέχνης» για να εξηγήσουν τη διαιώνιση του μποξ είναι ότι οι πυγμάχοι είναι αφελείς, εύπιστοι και ξεγελιούνται από αυτό το «show business with blood» (βιομηχανία του θεάματος με αίμα), στο οποίο θυσιάζουν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους και της ύπαρξής τους. Στην πραγματικότητα, οι πυγμάχοι έχουν υπεραναπτυγμένη τη συνείδηση ότι μπαίνουν σε έναν κόσμο απεριόριστης εκμετάλλευσης, στον οποίο η απάτη, η υποκρισία και η κακή μεταχείριση αποτελούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων και όπου οι σωματικές βλάβες και ο προσωπικός εξευτελισμός είναι η συνέπεια της άσκησης του επαγγέλματος. Ένα μέλος της αίθουσας πυγμαχίας του γκέτο του Σικάγου, όπου πραγματοποίησα τη μαθητεία μου στην επιστήμη του γρονθοκοπήματος για τρία χρόνια, περιέγραφε τις σχέσεις ανάμεσα στους διάφορους πρωταγωνιστές του κυκλώματος με αυτούς τους όρους: «Όλος ο κόσμος προσπαθεί να λιώσει όλο τον κόσμο, όλος ο κόσμος θέλει να κάνει κακό σε όλο τον κόσμο και κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν».

Οι πυγμάχοι εκφράζουν τη συνειδητοποίηση της εκμετάλλευσης που υφίστανται μέσα από τρεις συγγενείς ιδιωματικές γλώσσες, τη γλώσσα της πορνείας, της σκλαβιάς και της κτηνοτροφίας. Η πρώτη εξομοιώνει το ζευγάρι πυγμάχος-μάνατζερ με το ζευγάρι που αποτελεί η πόρνη με τον προαγωγό της. Η δεύτερη περιγράφει την παλαίστρα σαν φυτεία, μέσα στην οποία οι μάνατζερ και οι οργανωτές των αγώνων έχουν τους ρόλους του ιδιοκτήτη και του επιστάτη. Η τρίτη υπονοεί ότι μεταχειρίζονται τους πυγμάχους σαν σκυλιά, γουρούνια, άλογα και άλλα ζώα που προορίζονται για εμπορική εκμετάλλευση. Αυτές οι τρεις γλώσσες καταγγέλλουν, και μόνο με τη διατύπωσή τους, την παρά φύση εμπορευματοποίηση του προλεταριακού σώματος.

Σύμφωνα με την πρώτη ιδιωματική γλώσσα, ο νταβατζής και ο μάνατζερ έχουν κοινό το στοιχείο ότι, ενώ ισχυρίζονται πως φροντίζουν για τα συμφέροντα και την προστασία της σωματικής ακεραιότητας των αντίστοιχων «εταίρων» τους, τους χρησιμοποιούν και τους εκμεταλλεύονται για να ικανοποιήσουν τη δίψα τους για κέρδος. Όπως μια πόρνη ανταλλάσσει στο πεζοδρόμιο τη σεξουαλική ικανότητα του γυναικείου σώματός της με χρήματα, έτσι και ο πυγμάχος πουλάει την ικανότητα του αντρικού σώματός του να καταφέρνει και να δέχεται βίαια χτυπήματα σε μια παλαίστρα, ενώ, στο παρασκήνιο, οι μάνατζερ και οι οργανωτές καρπώνονται το μεγαλύτερο μέρος των εισπράξεων που αποφέρει αυτό το εμπόριο αντρικής σάρκας.

Η δεύτερη ιδιωματική γλώσσα της εκμετάλλευσης παραπέμπει στην ιστορική εμπειρία της δουλείας. Προφανώς, ο παραλληλισμός με αυτό τον θεσμό δημιουργεί μεγάλη συγκινησιακή ένταση στους αφροαμερικανούς πυγμάχους. Ο Ασάντε, συναθλητής μου και συνηθισμένος sparring-partner (αντίπαλος στην προπόνηση), θυμάται ότι παραβρέθηκε σε έναν ιδιαίτερο βίαιο αγώνα, ο οποίος τον έκανε να συνειδητοποιήσει την οικονομική αδικία που είναι συνυφασμένη με την πυγμαχία: «Είδα τον Χαϊτάουερ να αγωνίζεται με αυτόν τον τύπο. Μισώ την πυγμαχία από εκείνη την ημέρα (…). Ο Χαϊτάουερ και ο τύπος σχεδόν αλληλοσκοτώθηκαν. Οι άνθρωποι στο πλήθος είχαν τρελαθεί. Είπα στον εαυτό μου: “Κοίτα αυτή την σκατοκατάσταση:: αυτοί οι μάγκες αλληλοσκοτώνονται για εκατό δολάρια, γαμώτο, ξαναγυρίσαμε στη σκλαβιά (…). Κι οι δυο τους κατέληξαν στο νοσοκομείο, και γιατί; Για διακόσια δολάρια, από εκατό ο καθένας”».

Ο τρίτος τρόπος με τον οποίο οι πυγμάχοι εκφράζουν το βαθύ αίσθημα εκμετάλλευσης που νιώθουν χρησιμοποιεί μεταφορές από το ζωικό βασίλειο που τους υποβιβάζουν στο επίπεδο του ζώου, το οποίο υποτάσσεται, τρέφεται, εκπαιδεύεται, και επιδεικνύεται -ή ακόμα καταβροχθίζει με κανιβαλική ωμότητα- ανάλογα με τις επιθυμίες αυτών που κινούν τους οικονομικούς μοχλούς του επαγγέλματος. Ενα βράδυ που ήταν θυμωμένος με τον προπονητή του γιατί, μαζί με τον τοπικό οργανωτή αγώνων, τον είχαν «ρίξει», ο Λουκ μου εξήγησε: «Είναι σαν… σαν να ήμουν ένα άλογο μέσα σε ένα στάβλο. Σηκώνομαι το πρωί, ο προπονητής μου με βγάζει έξω και με βάζει να τρέξω, με κανακεύουν, μου δίνουν το σανό μου και με γυρίζουν πίσω στο στάβλο. Κι ύστερα σκάει μύτη ο Ραλφ (ο οργανωτής των αγώνων) και λέει (με μια φωνή υπερβολικά εύθυμη): “Ε! Πώς πάει;” (με ένα τόνο γλυκερό, μιμούμενος την προφορά των λευκών): “Τι κάνει ο ωραίος μαύρος επιβήτοράς μας;”».

Ο Φόνζο είναι ένας από τους σπανιότατους πυγμάχους του Σικάγου που κατέκτησε παγκόσμιο τίτλο κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών. Όμως, όταν αναφέρουμε τα οικονομικά οφέλη της σταδιοδρομίας του, τα πάντα επάνω του -η έκφρασή του, ο τρόπος που στέκεται, ο τόνος της φωνής του, το βλέμμα του- προδίδουν βαθύτατη πίκρα. Μετά από πολλά χρόνια «θυσιών», τα οποία πέρασε υπακούοντας στον ασκητικό τρόπο ζωής των επαγγελματιών πυγμάχων, τρέχοντας και προπονούμενος καθημερινά, ακολουθώντας εξοντωτικές δίαιτες και χαλιναγωγώντας την κοινωνική και ερωτική ζωή του, κατάφερε επιτέλους να κατακτήσει μια ζώνη πρωταθλητή.

 

Έντονα συναισθήματα εκμετάλλευσης

Όμως, αυτό που θα έπρεπε να είναι μια επαγγελματική αποθέωση και ένας λόγος προσωπικής αγαλλίασης αποκαλύφθηκε ότι ήταν μια στιγμή κενή, χωρίς καμία χαρά: «Εδώ, στις ΗΠΑ, το χρήμα είναι η εξουσία, άρα μπορεί να σου φέρει πολλούς εχθρούς κι επίσης ένα σωρό απατεώνες φίλους (φανερά θλιμμένος). Πίστευα ότι είχα φίλους… Όμως, μόλις άρχισα να κερδίζω λίγα χρήματα (η φωνή του και το βλέμμα του σκληραίνουν), έγιναν γύπες. Και όταν ένας φίλος μεταμορφώνεται σε γύπα, σε ξεκοκκαλίζει: σε κατασπαράζει σαν να ήσουνα γουρουνάκι γάλακτος. Σε καταβροχθίζουν ζωντανό. Έτσι, όταν επιτέλους αναδείχθηκα, δεν είχα πια γύρω μου τους ίδιους ανθρώπους που είχα στις αρχές, και ήμουνα πολύ δυστυχισμένος».

Οι πυγμάχοι χρησιμοποιούν συχνά, ταυτόχρονα, και τις τρεις παραπάνω γλώσσες για να περιγράψουν την εκμετάλλευση. Το καλοκαίρι του 1992, κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του στην Εξεταστική Επιτροπή της αμερικανικής Γερουσίας για τη διαφθορά στην επαγγελματική πυγμαχία, ο Ντέιβ «ΤΝΤ» Τίμπερι -ένας λευκός πυγμάχος μεσαίων βαρών με μέτρια φήμη- τράβηξε τη μεταφορά της ανθρωποφαγίας στα άκρα, εξηγώντας ότι «ανάλογα με το επίπεδο των πυγμάχων, οι οργανωτές θεωρούν την πλειονότητα των πυγμάχων σαν χοιρινές μπριτζόλες πρώτης ποιότητας, άλλους σαν παϊδάκια και, τους λιγότερο ταλαντούχους, δεύτερης διαλογής κομμάτια, αλλά σπάνια σαν ανθρώπινα όντα».

Ύστερα, αλλάζοντας ύφος, επέστρεψε στη δική του εμπειρία: «Ήταν σαν να σε αγόραζαν στο σκλαβοπάζαρο (…). Δυσκολεύομαι να θεωρήσω την πυγμαχία άθλημα. Για πολλούς οργανωτές αγώνων έχει γίνει η νόμιμη προσωπική βιομηχανία τους με σκλάβους». Η κατάθεση του Τζέιμς Πρίτσαρντ, κατόχου του διηπειρωτικού τίτλου μεσαίων βαρών του IBF, πρόσθεσε σε αυτή την άποψη μια αίσθηση βαμπιρισμού: «Σαν τα κουνούπια (οι μάνατζερ) σε τσιμπάνε και σου ρουφάνε το αίμα. Όταν σε έχουν στο χέρι, σου πίνουν μέχρι και την τελευταία σταγόνα» (1).

Αν και εκφράζουν, συχνά με έμπνευση και οδύνη, ένα έντονο αίσθημα εκμετάλλευσης, οι πυγμάχοι σπάνια εξεγείρονται ενάντια στην οικονομική μοίρα τους. Στην καθημερινή πρακτική τους συμβιβάζονται με την ιδέα ότι είναι ένα εμπόρευμα από σάρκα και επικαλούνται τρία είδη έκφρασης που διαφυλάττουν το αίσθημα της προσωπικής και επαγγελματικής ακεραιότητάς τους.

Η πρώτη εκλογίκευση παρουσιάζει την εκμετάλλευση ως κάτι προφανές στη ζωή, ένα σκληρό δεδομένο της συνηθισμένης ύπαρξης των συνηθισμένων ανθρώπων, απέναντι στο οποίο το μόνο που μπορεί κανείς να κάνει είναι να προσπαθήσει να πετύχει ό,τι καλύτερο μπορεί. Ιδωμένη από αυτή την οπτική γωνία, η πυγμαχία δεν διαφέρει καθόλου από τα υπόλοιπα κοινωνικά παιχνίδια, στα οποία μπορούν να έχουν πρόσβαση οι νεαροί προλετάριοι των υποβαθμισμένων συνοικιών, με δεδομένο ότι οι ευκαιρίες που έχουν στη ζωή τους ακρωτηριάζονται από τη χρεοκοπία του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος και από την περιθωριοποίηση στην οποία τους καταδικάζει η αγορά της ανειδίκευτης εργασίας, κορεσμένη από φτηνό εργατικό δυναμικό. Όπως λέει ο Μπουτς, ο συναθλητής μου στην αίθουσα πυγμαχίας: «Εάν έχεις μια φτωχή τάξη ανθρώπων που δεν έχουν τίποτε, είναι χωρίς εκπαίδευση, πώς θα πεις “όχι” όταν ένα τύπος έρχεται να σου προτείνει: “Λοιπόν, ακούστε μάγκες, αν χτυπηθείτε εσείς οι δυο, σας σκάω 150 πράσινα “; Αν οι τύποι είχαν λεφτά στην τσέπη τους και μια δουλειά, δεν θα πήγαιναν να χτυπηθούν». Αντί να είναι οργισμένοι με τους μάνατζερ και τους οργανωτές, ορισμένοι πυγμάχοι φτάνουν στο σημείο να τους ευγνωμονούν επειδή τους δίνουν την ευκαιρία να παίξουν σε αυτό το είδος λοταρίας που είναι η επαγγελματική πυγμαχία.

Σε κάθε περίπτωση, ο χώρος της πυγμαχίας έχει τόσο κακή φήμη που κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι τον εξαπάτησαν: κάθε άτομο που συμμετέχει στο άθλημα γνωρίζει ότι ο πυγμαχία είναι ένας λάκκος με καρχαρίες, στον οποίο όποιος δεν καταβροχθίζει τους άλλους, θα τους χρησιμεύσει για τροφή. Εάν περάσει κανείς στην οικονομία της πυγμαχίας, αυτό σημαίνει ότι δέχεται προκαταβολικά, ρητά ή σιωπηρά, να κατέχει μια κατώτερη θέση σε αυτήν και να υφίσταται υπερεκμετάλλευση.

Το επιχειρηματικό πνεύμα που επικρατεί στο επάγγελμα εξηγεί επίσης το γεγονός ότι οι πυγμάχοι φτάνουν στο σημείο να αποδέχονται σιωπηρά τη μοίρα τους. Από τη στιγμή που οι καλλιτέχνες της γροθιάς διαβαίνουν το κατώφλι της αίθουσας προπόνησης, τους φουσκώνουν το μυαλό με έννοιες και αφηγήσεις που δοξάζουν το άτομο το οποίο παίρνει τη στάση πρόκλησης στην παλαίστρα, και περιγράφουν τον πυγμάχο ως μονομάχο της σύγχρονης εποχής, ο οποίος έχει πάρει την επίμονη απόφαση να πλάσει την ίδια του τη μοίρα με τις γαντοφορεμένες γροθιές του.

Αυτά τα επιχειρήματα ριζώνουν μέσα στην επαγγελματική εμπειρία της σωματικής αυτοπαραγωγής: στην προπόνηση, ο πυγμάχος χρησιμοποιεί το σώμα του ως πρώτη ύλη, αλλά επίσης και ως εργαλείο, για να ξαναπλάσει το σώμα του σύμφωνα με τις απαιτήσεις του επαγγέλματος. Επιδίδεται σε μια εξειδικευμένη σωματική εργασία, η οποία αποσκοπεί να παραγάγει έναν ιδιαίτερο τύπο σωματικού κεφαλαίου που προορίζεται να πουληθεί και να αξιολογηθεί στην αγορά της πυγμαχίας.

Με τίμημα το πρωινό τρέξιμο 5 έως 10 χιλιομέτρων, την εικονική πυγμαχία, το χτύπημα διαφόρων σάκων προπόνησης, το σκοινάκι, τις ασκήσεις ευλυγισίας, τις επαναλήψεις των κινήσεων ανάμεσα στα σκοινιά της παλαίστρας και τις επιθέσεις προπόνησης, ο πυγμάχος «αναπτύσσει τις δυνάμεις που κοιμούνται μέσα του και τις υποχρεώνει να δρουν σύμφωνα με τη θέλησή του» (2). Μετατρέπει τον οργανισμό του, ιδιοποιείται τις ικανότητές του και βγάζει κυριολεκτικά ένα νέο ον από σάρκα, μέσα από το παλιό. Και διαθέτει μια σκηνή στην οποία μπορεί να διακηρύξει την ηθική αξία του και να κατασκευάσει ένα υπερβατικό και ηρωικό εγώ, το οποίο θα του επιτρέψει να ξεφύγει από την κατηγορία των «μη ατόμων» στην οποία παραδοσιακά περιορίζονται οι (υπο)προλετάριοι του είδους του.

Τελευταίο και σημαντικότερο: οι ιδιαίτερες ικανότητες που αποκτούν οι πυγμάχοι κατά τη διάρκεια των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους είναι κρυμμένες μέσα στον οργανισμό τους και ως τέτοιες αποτελούν την προσωπική και αναπαλλοτρίωτη ιδιοκτησία τους. Οι πυγμάχοι είναι τεχνίτες του (αντρικού και βίαιου) σώματος, οι οποίοι, όπως και οι αντίστοιχοί τους της βιομηχανικής επανάστασης, περηφανεύονταν ότι «έχουν ένα επάγγελμα» και όχι ότι «εργάζονται σε ένα επάγγελμα» (3).

Οι πυγμάχοι εκτιμούν σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι είναι self made men (αυτοδημιούργητοι) με την κυριολεκτική έννοια του όρου, καθώς κατασκευάζουν τον εαυτό τους μέσα από μια καθημερινή σωματική εργασία. Εξάλλου, πολλοί από αυτούς μπήκαν στο επάγγελμα και ταυτόχρονα και από αγάπη για το γρονθοκόπημα και από επιθυμία να ξεφύγουν από τις «δουλειές σκλάβων» της «νέας οικονομίας» των υπηρεσιών στις οποίες «πρέπει να γυαλίζεις τα παπούτσια κάποιου» και να υπομένεις την προσωπική υποταγή, την πολιτισμική ταπείνωση και την απώλεια της αντρικής τιμής για να κρατήσεις τη δουλειά σου -κι όλα αυτά για ένα άθλιο μισθό που δεν προσφέρει ούτε οικονομική ασφάλεια ούτε προοπτικές προαγωγής. Έτσι θεωρούν ότι η πυγμαχία είναι το μέσο για να ξεφύγουν από τη μοίρα των «είκοσι τιποτένιων δουλειών του ποδαριού» που δεν οδηγούν πουθενά.

Τέλος, με την ιδιοτελή συνενοχή των ομοίων του, προπονητών, φίλων, οικείων και οπαδών, κάθε πυγμάχος γαντζώνεται από την ιδέα ότι αυτός θα είναι η ατομική εξαίρεση που επιβεβαιώνει το συλλογικό κανόνα, αυτός που, πέρα από κάθε προσδοκία, θα παραβιάσει τον οικουμενικό νόμο της εκμετάλλευσης των πυγμάχων.

 

Μια συνηθισμένη «καπιταλιστική μπίζνα»

Σε τελευταία ανάλυση, η ευθύνη της εκμετάλλευσης βαρύνει τον πυγμάχο: εάν επιθυμεί να έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει την πατρότητα των κατορθωμάτων του, οφείλει να είναι έτοιμος να υποστεί το μαρτύριο της επαγγελματικής αποτυχίας και την καταστροφή του. Όπως και να το δει κανείς, η πυγμαχία δεν είναι παρά μια «καπιταλιστική μπίζνα» όπως οι άλλες. Όπως κάθε καλός επιχειρηματίας, ο οργανωτής των αγώνων δεν κάνει παρά τη δουλειά του όταν πλουτίζει σε βάρος των πυγμάχων, των οποίων νοικιάζει τις υπηρεσίες. Το γεγονός ότι στο βάθος του μυαλού του πυγμάχου φωλιάζει η πίστη ότι η εκμετάλλευση είναι «κανονική», ότι οι επιχειρηματίες που εκμεταλλεύονται το ανθρώπινο σώμα έχουν δημιουργική ικανότητα και ότι είναι δυνατόν να ξεφύγει ένα εξαιρετικό άτομο από τους νόμους που διέπουν αυτό το ξεχωριστό σύμπαν, συμβάλλει στην (ανα)παραγωγή της συλλογικής άγνοιας που ωθεί τους πυγμάχους να γίνουν συνένοχοι στην ίδια την εμπορευματοποίησή τους.

Όσον αφορά την ασυνήθιστη ένταση αυτής της εκμετάλλευσης, οφείλεται στην κοινωνική και εθνοτική απόσταση ανάμεσα στον εκμεταλλευτή και αυτόν που υφίσταται την εκμετάλλευση, και στο γεγονός ότι το μοναδικό που διαθέτουν οι πυγμάχοι είναι το γυμνασμένο σώμα τους, και την απαραίτητη ηθική γενναιότητα για να το αξιοποιήσουν σε ένα σκληρό και επικίνδυνο επάγγελμα, ενώ οι μάνατζερ και οι οργανωτές μονοπωλούν λίγο πολύ τους οικονομικούς πόρους και τις ικανότητες που είναι αναγκαίες για τη διεξαγωγή της επιχείρησης του γρονθοκοπήματος. Η σχεδόν πλήρης απουσία ρύθμισης από κρατικές γραφειοκρατίες, η οποία φανερώνει την περιθωριακή και βρόμικη θέση που κατέχει η πυγμαχία μέσα στο χώρο του επαγγελματικού αθλητισμού, προκύπτει επίσης από την κατώτερη θέση στην οποία βρίσκονται οι οπαδοί της και το κοινό της στην κοινωνική και εθνοτική ιεραρχία. Όπως εξηγεί και ο σύντροφός μου στο γυμναστήριο, ο Σμίθι: «Βλέπεις, αν σε αυτό το επάγγελμα είχες απόφοιτους πανεπιστημίου, διπλωμάτες, ανθρώπους από ορισμένες κουλτούρες οι οποίοι να έμπαιναν στο επάγγελμα, ε, λοιπόν, τότε ναι, θα ζητούσαν μεγαλύτερη (ρύθμιση). Όμως, να, το είδος των ανθρώπων που έχεις στο επάγγελμα απαιτεί αυτό το είδος σχέσεων, αυτό το είδος των μπίζνες. Έτσι, το ένα καθρεφτίζεται μέσα στο άλλο».

 

  1. S. Senate, Hearings on Corruption in Professional Boxing before the Permanent Committee on Governmental Affairs, 102nd Congress, 11-12 Αυγούστου 1992, Government Printing Office, Ουάσιγκτον, 193, σελ. 10, 11 και 30.
  2. Karl Marx, «Selected Writings in Sociology and Social Philosophy», McGraw-Hill, Νέα Υόρκη, σελ. 148.
  3. Eric J. Hobsbawm (1938), «Artisans and Labour Aristocrats?», στο Workers: Worlds of Labour, Pantheon, Νέα Υόρκη, 1984, σελ. 262.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας.