Αμφισβητούμενες εκλογές και ένταση στην Ονδούρα

Σοβαρές ενδείξεις εκλογικής νοθείας αμαύρωσαν τις προεδρικές εκλογές της 29ης Νοεμβρίου 2017 στην Ονδούρα. Ο απερχόμενος πρόεδρος Χουάν Ορλάντο Ερνάντες επανεξελέγη έναντι του κεντρώου Σαλβαδόρ Νασράγια, στρατευμένου στη μάχη κατά της διαφθοράς. Όλα αυτά συνέβησαν με τις ευλογίες των Ηνωμένων Πολιτειών, που είναι πανταχού παρούσες στην πολιτική και στρατιωτική ζωή της χώρας, από την αρχή της δεκαετίας του 1980.

Στρατιώτες με το δάχτυλο στη σκανδάλη στους δρόμους, διαδηλωτές που τρέχουν να καλυφθούν μέσα σε νέφη δακρυγόνων… Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2017, οι δρόμοι της Τεγουσιγάλπα, πρωτεύουσας της Ονδούρας, παρουσίαζαν όλα τα σημάδια ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος, θυμίζοντας το κλίμα του Ιουνίου τού 2009, όταν ο αριστερός πρόεδρος Μανουέλ Σελάγια απάχθηκε από τον στρατό και εξαναγκάστηκε να επιβιβαστεί σε ένα αεροσκάφος με προορισμό την Κόστα Ρίκα.

Αυτή τη φορά, το έναυσμα ήταν σοβαρές ενδείξεις εκλογικής νοθείας. Οι προεδρικές εκλογές της 29ης του περασμένου Νοεμβρίου διεξήχθησαν σε κλίμα ακραίας έντασης, με κύριο χαρακτηριστικό την ανησυχία πως το Ανώτατο Εκλογοδικείο (TSE), το οποίο πρόσκειται στο κυβερνών Εθνικό Κόμμα της Ονδούρας (PNH), είναι έτοιμο να κάνει τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει μια δεύτερη θητεία στον απερχόμενο πρόεδρο Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, ο οποίος δέχεται επικρίσεις για τις αυταρχικές εκτροπές του και την εμπλοκή του σε υποθέσεις διαφθοράς. Σε αυτήν την ανησυχία έρχεται να προστεθεί και μια διαπίστωση: η Ουάσινγκτον δεν φαίνεται να αδιαφορεί για το εκλογικό αποτέλεσμα του ευνοούμενού της, εγγυητή της διατήρησης της ακραία νεοφιλελεύθερης πολιτικής και της στρατιωτικοποίησης της χώρας.

Είναι δύσκολο να προσδιορισθεί πότε ακριβώς στην ιστορία της Ονδούρας έκανε την εμφάνισή του ο όρος «ανθύπατος» ως χαρακτηρισμός του πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών. Η έκφραση αυτή ήταν ήδη πολύ δημοφιλής στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η αμερικανική πρεσβεία στην Τεγουσιγάλπα βοήθησε –για να μην πούμε ενορχήστρωσε– την εύθραυστη μετάβαση της Ονδούρας από τη στρατιωτική δικτατορία προς ένα καθεστώς στρατιωτικοποιημένης, υπό όρους δημοκρατίας. Η αποστολή που ανατέθηκε στον τότε ανθύπατο Τζον Nεγκροπόντε ήταν σαφέστατη: να διασφαλίσει ότι η Ονδούρα θα χρησιμεύσει σαν πλατφόρμα συντονισμού του κρυφού πολέμου που διεξήγε η κυβέρνηση Ρήγκαν ενάντια στην κυβέρνηση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα και ενάντια στα αριστερά κινήματα του Σαλβαδόρ και της Γουατεμάλας. Πράγμα το οποίο συνεπαγόταν όχι μόνο μια ισχυρή αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ονδούρα, αλλά και το ότι θα ετίθετο υπό έλεγχο η εσωτερική πολιτική ζωή της χώρας.

 

Η PMOP (Στρατιωτική Αστυνομία Δημόσιας Τάξης) είναι η δύναμη καταστολής που ο πρόεδρος Ερνάντεζ φρόντισε να κατοχυρώσει νομοθετικά προκειμένου να λειτουργεί ως πραιτωριανή φρουρά του καθεστώτος του (φωτ.: EJGT227).

 

Ζωή σε ρυθμούς στρατώνα

Τα αμερικανικά στρατεύματα, υπό τις εντολές τού Nεγκροπόντε, ενίσχυσαν την παρουσία τους στην αεροπορική βάση του Σότο Κάνο, την οποία συχνά οι Ονδουριανοί θεωρούν αμερικανικό έδαφος. Το ποσό της στρατιωτικής βοήθειας των Αμερικανών προς την Ονδούρα αυξήθηκε από 4 εκατομμύρια δολάρια το 1981 σε 77,4 εκατομμύρια το 1984. Αν και ήταν εν γνώσει της υπηρεσίας ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Ονδούρας διέπρατταν «εκατοντάδες παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων (…), τις περισσότερες για πολιτικούς λόγους», η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA) παρείχε στήριξη στα τάγματα θανάτου τα οποία, όπως και στην περίπτωση του διαβόητου Τάγματος 3-16, βασάνισαν, σκότωσαν ή εξαφάνισαν δεκάδες συνδικαλιστές, πανεπιστημιακούς, αγρότες και φοιτητές. Η αμερικανική πρεσβεία διατηρούσε στενούς δεσμούς με τους διοικητές των φαλάγγων αυτών. Όπως αποκαλύπτουν αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, ο Νεγκροπόντε ενεπλάκη προσωπικά, με σκοπό να εμποδίσει κάθε δημοσιοποίηση αυτών των κρατικών θηριωδιών, προκειμένου να αποφευχθεί, όπως έλεγε, «η δημιουργία προβλημάτων με τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ονδούρα» (1).

Το σύστημα αυτό, κατασκευασμένο από τον Νεγκροπόντε –o οποίος θα προαχθεί σε πρέσβη στα Ηνωμένα Έθνη και κατόπιν σε αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών από τον πρόεδρο Τζωρτζ Μπους τον νεότερο– άρχισε διαλύεται μονάχα μετά το 2006. Ο Μανουέλ Σελάγια, εύπορος γαιοκτήμονας που είχε θέσει υποψηφιότητα ως φιλελεύθερος, και είχε εκλεγεί πρόεδρος εκείνη τη χρονιά, αρχίζει να ασκεί αριστερή πολιτική, απροειδοποίητα και εκπλήσσοντας τους πάντες. Εγκαταλείποντας με εντυπωσιακό τρόπο τη γραμμή των προκατόχων του, ο Σελάγια προσεγγίζει τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Ούγο Τσάβες, το φόβητρο της Ουάσινγκτον, και ανακοινώνει την προσχώρηση της Ονδούρας στην Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους Λαούς της Δικής μας Αμερικής (ALBA), την οποία δημιούργησε ο τελευταίος για να αντιμετωπισθεί η επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχει δε το υπέρτατο θράσος να έρθει σε επαφή με κοινωνικά κινήματα που αντιτίθενται στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία και κάνει έκκληση για τη δημιουργία μιας συντακτικής συνέλευσης, στην οποία ανατίθεται η αντικατάσταση του Συντάγματος τού 1982, που είχε θεσπιστεί κάτω από την εποπτεία της Ουάσινγκτον, με ένα νέο Σύνταγμα προοδευτικής έμπνευσης.

Όταν ο πρόεδρος γνωστοποιεί την πρόθεσή του να συμβουλευτεί τον λαό της Ονδούρας για το εάν η σύγκληση συντακτικής συνέλευσης οφείλει να αποτελέσει αντικείμενο δημοψηφίσματος, οι στρατηγοί και οι παράγοντες της χώρας αποφασίζουν να απονείμουν δικαιοσύνη άμεσα. Με την πρόφαση, η οποία υποστηρίχθηκε χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, πως ο Σελάγια ζητούσε να τροποποιήσει το Σύνταγμα με σκοπό να αγκιστρωθεί επ’ αόριστον στην εξουσία, οι επικεφαλής των δύο μεγαλύτερων κομμάτων υποδέχονται με ανεπιφύλακτη χαρά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 28ης Ιουνίου 2009.

Αν και η κυβέρνηση Ομπάμα, μετά από κάποιες αμφιταλαντεύσεις, καταδίκασε τελικά το πραξικόπημα, προσπάθησε εντούτοις με κάθε τρόπο να εμποδίσει τον Σελάγια να επιστρέψει στη χώρα του. Εξάλλου, με εντολή της Χίλαρυ Κλίντον, το Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών έκανε εμφανή τη στήριξή του στην προερχόμενη από το πραξικόπημα κυβέρνηση, αποφεύγοντας να θέσει ως προϋπόθεση την επαναφορά του Σελάγια στα καθήκοντά του.

Για πολλούς Ονδουριανούς, η τάξη που αποκαταστάθηκε μετά το πραξικόπημα του 2009 θυμίζει από πολλές απόψεις τα ζοφερά χρόνια τού 1980. Η χώρα ζει πάλι σε ρυθμούς στρατώνα. Τα στρατεύματα που αναπτύχθηκαν σε όλη την επικράτεια μετά την απέλαση του Σελάγια έχουν απόλυτη ελευθερία να προβαίνουν στην καταστολή των σχεδόν καθημερινών διαδηλώσεων όσων αντιτίθενται στο πραξικόπημα. Ελεγχόμενες από το PNH, οι κυβερνήσεις που προέκυψαν μετά τις αμφισβητούμενες εκλογές του 2009 και του 2013 θεσμοποιούν την ανάθεση αστυνομικών καθηκόντων στον στρατό, κατά παράβαση του Συντάγματος της Ονδούρας. Ως πρόεδρος του Κογκρέσου, ο Ερνάντες είχε εργαστεί για τη νομοθετική έγκριση της νέας πραιτοριανής φρουράς του καθεστώτος, της Στρατιωτικής Αστυνομίας Δημόσιας Τάξης (PMOP). Λίγο πριν εκλεγεί πρόεδρος το 2014, δημιουργεί τους «Τίγρεις», στρατιωτικοποιημένες αστυνομικές μονάδες εκπαιδευμένες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και διοικούμενες από αξιωματικούς γνωστούς για την εμπλοκή τους σε σκάνδαλα διαφθοράς.

Η επαναστρατιωτικοποίηση της Ονδούρας συμπίπτει χρονικά με την αποκατάσταση ενός ιδανικού κλίματος για τις εύπορες οικογένειες και τους διεθνείς επενδυτές, για τους οποίους προορίζεται η εκστρατεία «Honduras is open for business» («Η Ονδούρα είναι ανοιχτή στις επιχειρήσεις») που δρομολόγησε η κυβέρνηση. Προκειμένου να προληφθούν οι κίνδυνοι κοινωνικών συγκρούσεων, το καθεστώς φρόντισε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις ασφαλείας στις περιοχές όπου έμελλαν αν δημιουργηθούν ορυχεία, υδροηλεκτρικά φράγματα, αγροτοδιατροφικές και τουριστικές μονάδες, όλα δηλαδή τα συμφέροντα που ενδέχεται να αποβούν εξαιρετικά βλαβερά για τους γειτονικούς πληθυσμούς. Πολλά βιομηχανικά έργα υλοποιήθηκαν παράνομα, χωρίς να προηγηθεί η απαιτούμενη από τον νόμο διαβούλευση με τους αυτόχθονες πληθυσμούς που υφίστανται τις συνέπειες. Σύμφωνα με τις οργανώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, δεν είναι σπάνια η συνεργασία στρατιωτικών με εταιρείες ιδιωτικής ασφάλειας για το τσάκισμα της αντίστασης των ντόπιων μέσω της τρομοκράτησής τους, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα και με στοχευμένες εκστρατείες δολοφονιών, όπως στην περίπτωση της ιθαγενούς οικολόγου Μπέρτα Κάσερες (2).

Εντούτοις, το πολιτικό σύστημα που στήθηκε στην Ονδούρα με τη συμβολή των ΗΠΑ, μείγμα μιλιταριστικού αυταρχισμού και υπεξαιρέσεων κρατικού χρήματος, παρουσιάζει σημάδια φθοράς. Το κίνημα αντίστασης στο πραξικόπημα του 2009 γέννησε ένα νέο πολιτικό σχήμα, το Κόμμα Ελευθερίας και Επανίδρυσης (LIBRE), που αμφισβητεί το καθεστώς τού δικομματισμού. Στις εκλογές τού 2013 –παρά την τεράστια νοθεία που αλλοίωσε το αποτέλεσμα και μια αιματηρή εκστρατεία εκφοβισμού που σημαδεύτηκε από τη δολοφονία τουλάχιστον 18 υποψηφίων και μελών του κόμματος– το LIBRE κατάφερε να καταλάβει τη δεύτερη θέση στο Κογκρέσο, με τριανταεπτά έδρες.

Επιπλέον, το καθεστώς έχει εξασθενήσει λόγω της συστηματικής παράβασης καθήκοντος, που φτάνει μέχρι και τα υψηλότερα κλιμάκια, και της εμπλοκής αρκετών αξιωματούχων σε κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών, μεταξύ των οποίων ο αδελφός τού προέδρου Ερνάντες και ο πρώην πρόεδρος Πορφίριο Λόμπο. Το 2015, ένα κύμα εξεγέρσεων σάρωσε τη χώρα όταν αποκαλύφθηκε ότι τα κεφάλαια που είχαν συγκεντρωθεί μέσω ενός κυκλώματος διαφθοράς χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας τού Ερνάντες το 2013. Χάρη στην εσπευσμένη παρέμβαση της Ουάσινγκτον και του Οργανισμού των Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ / OAS), κατέστη δυνατό να βρεθεί μια πολιτική λύση η οποία, ενώ απέκλειε τις κύριες ομάδες της αντιπολίτευσης, επέτρεψε στον Ονδουριανό πρόεδρο να αποφύγει τη μοίρα του ομόλογού του από τη Γουατεμάλα Ότο Πέρες Μολίνα, ο οποίος φυλακίστηκε το 2015 εν αναμονή της δίκης του για υποθέσεις υπεξαίρεσης.

Ως περαιτέρω πλήγμα στη νομιμότητα της κυβέρνησης, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ονδούρας – ελεγχόμενο και αυτό από το PNH– έκρινε το 2016 πως το άρθρο τού Συντάγματος που απαγόρευε στον τότε πρόεδρο να διεκδικήσει δεύτερη θητεία μπορούσε να αγνοηθεί στο όνομα… των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η ειρωνεία αυτής της απόφασης, που ελήφθη επτά χρόνια από την καθαίρεση του Σελάγια με την πρόφαση πως θέλησε να θέσει ξανά υποψηφιότητα, δεν πέρασε απαρατήρητη από τους Ονδουριανούς, που διαδήλωσαν μαζικά ενάντια σε αυτή τη νέα πραξικοπηματική ενέργεια.

Εν όψει των εκλογών τού Νοεμβρίου 2017, το LIBRE σχημάτισε, συνασπιζόμενο με άλλα δύο μικρά κόμματα, τη Συμμαχία της Αντιπολίτευσης ενάντια στη Δικτατορία. Προσβλέποντας να κερδίσει το μετριοπαθές εκλογικό σώμα, η Συμμαχία υποστήριξε τον προεκλογικό αγώνα του κεντρώου Σαλβαδόρ Νασράγια, επιχειρηματία και παράλληλα πασίγνωστου δημοσιογράφου και τηλεπαρουσιαστή, ο οποίος έχει στρατευτεί στον αγώνα κατά της διαφθοράς. Στο πλευρό του, η Σιομάρα Κάστρο δε Σελάγια, σύζυγος του ανατραπέντα προέδρου, διεκδικούσε το αξίωμα του αντιπροέδρου.

Την ημέρα των εκλογών, το TSE ανακοινώνει ότι είναι σε θέση να μεταδώσει τα προσωρινά αποτελέσματα στην αρχή της βραδιάς. Ωστόσο, τα μεσάνυχτα, ενώ οι Ερνάντες και Νασράγια διεκδικούν ο καθένας τη νίκη, το TSE αργεί να μεταδώσει νεώτερα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που κατέθεσε αργότερα στον Τύπο ένα διαφωνών μέλος του οργανισμού, ο Μάρκο Ραμίρο Λόμπο, η τεχνική ομάδα τού TSE είχε μάλλον ανακοινώσει εσωτερικά, λίγο μετά το κλείσιμο των εκλογικών κέντρων, ότι κατά την καταμέτρηση του 57% των ψήφων διαφάνηκε μια ξεκάθαρη και μη αναστρέψιμη τάση υπέρ του Νασράγια. Όμως, επί αρκετές ώρες, ο πρόεδρος του TSE Νταβίντ Ματαμόρος –πρώην βουλευτής του PNH– αρνείται να ανακοινώσει αυτά τα μερικά αποτελέσματα, μέχρις ότου, υπό την πίεση των διεθνών παρατηρητών και του ίδιου του Λόμπο, κρατά τελικά την υπόσχεσή του, αποφεύγοντας ωστόσο να αναφέρει τη λέξη «μη αναστρέψιμη» όσον αφορά τη διαφαινόμενη τάση.

Τότε η καταμέτρηση των ψήφων –σε απευθείας μετάδοση στην ιστοσελίδα του TSE– διακόπτεται ξαφνικά. Η μυστηριώδης βλάβη διαρκεί περίπου τριάντα ώρες. Σύμφωνα με τον Λόμπο, ο Ματαμόρος φέρεται πως είναι εκείνος που, χωρίς καμία εξήγηση, έδωσε την εντολή να διακοπεί η διαδικασία καταμέτρησης. Όταν αυτή ξαναρχίζει, με υπερβολικά αργό ρυθμό, η αρχική διαφορά των πέντε μονάδων υπέρ του Νασράγια αρχίζει να μειώνεται. Στις 30 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος Ερνάντες ανακηρύσσεται τελικά νικητής, με διαφορά μιάμισης μονάδας από τον αντίπαλό του.

 

Εκατόν πενήντα καταγγελίες για νοθεία

Κάτω από την πίεση των διαδηλώσεων στους δρόμους και των διεθνών παρατηρητών, ο Ματαμόρος καταλήγει τελικά την μερική επανακαταμέτρηση των ψήφων. Μερικές ημέρες αργότερα, με την επιτετραμμένη των ΗΠΑ Χάιντε Φούλτον στο πλευρό του, δηλώνει: «Αυτό που βρήκαμε στις κάλπες επιβεβαιώνει εκείνο που καταμετρήσαμε την ημέρα των εκλογών», προτού ανακοινώσει, στις 17 Δεκεμβρίου, ότι «ο επανεκλεγείς πρόεδρος για την περίοδο 2018-2022 είναι ο πολίτης Χουάν Ορλάντο Ερνάντες Αλβαράδο». Οι εκλογές χαρακτηρίστηκαν «από μια πρωτοφανή για την Ονδούρα διαφάνεια», καταλήγει.

Δεκάδες χιλιάδες δυσαρεστημένων Ονδουριανών κατεβαίνουν τότε στον δρόμο. Ως απάντηση, η κυβέρνηση κηρύσσει βραδινή απαγόρευση κυκλοφορίας και αναπτύσσει δυνάμεις στρατού και αστυνομίας σε όλη τη χώρα. Το κύμα καταστολής είναι θανατηφόρο. Η Διαμερικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο ΟΗΕ, «ανήσυχοι», καταγράφουν δώδεκα νεκρούς διαδηλωτές, δεκάδες τραυματίες και εκατοντάδες άλλους συλληφθέντες κατά το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου. Το απόγευμα της 9ης Δεκεμβρίου, και ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας εξακολουθούν να σπέρνουν τον τρόμο κάτω από τα παράθυρά του, το TSE συνεδριάζει σε ήρεμο κλίμα στην έδρα του, στο κέντρο της πόλης. Ο πρόεδρός του είναι έτοιμος να προβεί σε δήλωση όταν η Αμερικανίδα επιτετραμμένη παίρνει το μικρόφωνο για να χαιρετίσει τη δουλειά της εκλογικής αρχής και να καλέσει τον ονδουριανό λαό να σεβαστεί το επίσημο εκλογικό αποτέλεσμα. Λίγη σημασία είχαν οι εκατόν πενήντα καταγγελίες για νοθεία που είχαν υποβάλει τα κόμματα της αντιπολίτευσης: η υποστήριξη της Ουάσινγκτον φαινόταν να εγγυάται το ότι ο πρόεδρος Ερνάντες θα διατηρούνταν στην εξουσία, ελεύθερος να εφαρμόσει, τουλάχιστον έως το 2021, την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική του και να προχωρήσει στη στρατιωτικοποίηση της χώρας.

Προκαλώντας τη γενική έκπληξη, η αποστολή των παρατηρητών του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ) –ο οποίος είχε λάμψει διά της αδράνειάς του απέναντι στην εκλογική νοθεία τού 2013– αρνείται αυτή τη φορά να ανεχθεί την κατάσταση. Υποβάλλει μια έκθεση καταπέλτη για τις παρατυπίες της εκλογικής διαδικασίας και καταλήγει ότι εξακολουθούν να υφίστανται αμφιβολίες όσον αφορά το αποτέλεσμά της. Όλα τα βλέμματα στρέφονται προς την Ουάσινγκτον. Εάν ο ΟΑΚ, βασικό όργανο της αμερικανικής ηγεμονίας στην περιοχή, δηλώνει έτοιμος να αμφισβητήσει τη νίκη του Ερνάντες, τότε όλα φαίνονται πιθανά, συμπεριλαμβανομένης μιας μεταστροφής στην πολιτική απέναντι στην Ονδούρα. Εικοσιτέσσερις ώρες περνούν χωρίς την παραμικρή αντίδραση από την πλευρά της αμερικανικής κυβέρνησης. Τελικά, το βράδυ της 18ης Δεκεμβρίου, το Υπουργείο Εξωτερικών ανακοινώνει πως έχει λάβει γνώση της νίκης του Ερνάντες. Καμία αναφορά στην έκθεση του ΟΑΚ.

Στις ώρες που ακολουθούν, οι φίλα προσκείμενες προς την Ουάσινγκτον δεξιές κυβερνήσεις συγχαίρουν, η μία μετά την άλλη, τον Ερνάντες: Γουατεμάλα, Κολομβία, Μεξικό… Ταυτόχρονα, ένα νέο κύμα διαδηλώσεων παραλύει τις κύριες οδικές αρτηρίες των μεγάλων πόλεων τής Ονδούρας.

 

  1. David Corn, «Negroponte: Unfit to Lead», «The Nation», Νέα Υόρκη, 24 Φεβρουαρίου
  2. Για το χρονικό της υπόθεσης αυτής, βλ. Cécile Raimbeau, “Ποιος σκότωσε την Μπέρτα Κάσερες;”, “Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση”, http://monde-diplomatique.gr/?p=1856
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Πολιτικός αναλυτής τού Κέντρου Οικονομικών και Πολιτικών Ερευνών (CEPR), Ουάσινγκτον.