Η συμμαχία Κρεμλίνου και Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν μόλις επανεξελέγη –και φαίνεται πως και η καινούργια θητεία του, όπως και η προηγούμενη, θα σημαδευτεί από όξυνση των σχέσεων της Ρωσίας με τις δυτικές χώρες, αλλά και από μια συντηρητική στροφή. Εδώ και έξι χρόνια, ο αρχηγός του κράτους ποζάρει συχνά μαζί με αξιωματούχους της Ορθόδοξης Εκκλησίας και εκμεταλλεύεται την επιρροή τους για να τονώσει το αίσθημα του πατριωτισμού και την ακτινοβολία της χώρας του στο εξωτερικό.

Στις 25 Μαΐου 2017, ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών Κύριλλος εγκαινίασε την εκκλησία του μοναστηριού Στρετένσκι στο κέντρο της Μόσχας. Δίπλα του, με επίσημο ύφος και ατάραχος, ο Βλαντιμίρ Πούτιν ακολουθεί το σύνολο του θρησκευτικού τελετουργικού. Στη συνέχεια, προσφέρει στον Πατριάρχη μια εικόνα του Ιωάννη Βαπτιστή, τετρακοσίων ετών, η οποία κοσμούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή το γραφείο του στο Κρεμλίνο. Στο εξής, θα είναι τοποθετημένη στην Αγία Τράπεζα του νέου ναού.

Ένας Ορθόδοξος Πατριάρχης στο πλευρό ενός Ρώσου ηγέτη: η σκηνή θα φάνταζε περίεργη πριν από μερικές δεκαετίες. Σε μικρή απόσταση από τη Λουμπιάνκα, το συγκρότημα του σοβιετικού υπουργείου Εσωτερικών που έγινε σύμβολο της άγριας καταστολής της δεκαετίας του 1930, η εκκλησία είναι αφιερωμένη στη μνήμη των «μαρτύρων του αντιθρησκευτικού διωγμού». Ο Πούτιν έλαβε τον λόγο μετά τη λήξη της τελετής για να τονίσει ότι η απόφαση να εορταστεί το 2017 η εκατοστή επέτειος των επαναστάσεων του Φεβρουαρίου και του Οκτωβρίου του 1917 αποτελεί «σημαντικό συμβολισμό. Γνωρίζουμε πόσο εύθραυστη είναι η κοινωνική ειρήνη. Δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε πόσο δύσκολο είναι να κλείσουν οι πληγές που άνοιξε η διχόνοια. Αυτή είναι η κοινή μας ευθύνη: να κάνουμε το παν για να διαφυλάξουμε την ενότητα του ρωσικού έθνους».

Αν και η Ορθοδοξία δεν είχε εξαφανιστεί κατά την περίοδο του κομμουνισμού, βγήκε σημαντικά λαβωμένη από εκείνη την εποχή. Μετά τη βίαιη αντιθρησκευτική καμπάνια των μπολσεβίκων ενάντια σε έναν κλήρο που διατηρούσε στενές σχέσεις με το αυταρχικό καθεστώς ενάντια στο οποίο μάχονταν, τις παραμονές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου είχαν απομείνει μονάχα 250 ενεργές ενορίες, έναντι 54.000 το 1914 (1). Μπροστά στην επέλαση των γερμανικών στρατευμάτων, ο Στάλιν αποκατέστησε την Εκκλησία για να ενισχύσει την πανστρατιά, ακολουθώντας τη μακρά παράδοση των «ιερών» πολέμων ενάντια στους βαρβάρους που εισέβαλαν στη Ρωσία. «Αδελφοί και αδελφές, ένας θανάσιμος κίνδυνος απειλεί την πατρίδα μας», τόνισε κατά τη διάρκεια του διάσημου λόγου του στις 3 Ιουλίου του 1941.

Ωστόσο, ο κλήρος, μετά την αναγνώρισή του το 1943, τέθηκε υπό τον στενό έλεγχο της πολιτικής αστυνομίας και του Συμβουλίου για τις Υποθέσεις της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αν και υπήρχε ανεκτικότητα απέναντι στην Εκκλησία, εφόσον προέβαινε διακριτικά στις λατρευτικές δραστηριότητές της, της απαγορευόταν κάθε παρέμβαση στη δημόσια ζωή. Αργότερα, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ οδήγησε ένα αυξημένο αριθμό πολιτών να στραφεί προς τον Θεό: μονάχα το ένα τρίτο των Ρώσων δήλωναν Ορθόδοξοι το 1991. Το 2012 ήταν 74%, πολλοί περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους, που αντιπροσώπευαν το 7% των ερωτηθέντων (2).

 

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν στον καθεδρικό ναό του Κρεμλίνου κατά την ορκωμοσία του ως πρόεδρος τον Μάιο του 2012 (φωτ.: www.kremlin.ru).

 

Πιστοί που δεν εκκλησιάζονται

Έτσι, το κράτος και η Εκκλησία επιχείρησαν μια αμοιβαία επωφελή προσέγγιση. Όπως εξηγεί ο Αντρέι Μπεγκλόφ, ένας από τους πλέον φημισμένους Ρώσους ειδικούς στα ζητήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, «μετά από δεκαετίες παραμερισμού, η Εκκλησία προσπαθεί να αυξήσει την παρουσία της και την επιρροή της στους τομείς που την ενδιαφέρουν ιδιαίτερα: οικογένεια, πολιτισμό, εκπαίδευση, αναπαραγωγή, ήθη». Μάλιστα, έχει σημειώσει και αρκετές επιτυχίες.

Μετά από μια εκστρατεία άσκησης πιέσεων που οργανώθηκε από ορθόδοξους ακτιβιστές, η μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος κατέστησε υποχρεωτικό το μάθημα των «θεμελιωδών αξιών των θρησκευτικών πολιτισμών και της μη θρησκευτικής ηθικής». Από το 2012, οι γονείς μπορούν θεωρητικά να επιλέξουν την ενότητα που συμβαδίζει με την πίστη τους, αν και αυτή η επιλογή δεν είναι πάντα εφικτή λόγω έλλειψης μέσων. Το Πατριαρχείο μπορεί επίσης να στηρίζεται στις εξαιρετικές σχέσεις με την υπουργό Παιδείας Όλγα Βασίλιεβνα. Αυτή η διάσημη ιστορικός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που διατηρεί στενές σχέσεις με τον αρχιμανδρίτη Τύχωνα Τσεφκούνοφ, έχει ταχθεί υπέρ της αύξησης των αφιερωμένων στη μελέτη της θρησκείας διδακτικών ωρών.

Η Εκκλησία διαθέτει επίσης προσβάσεις στο υπουργείο Υγείας. Συχνά προσκεκλημένοι σε επιτροπές για την υγεία των πολιτών, οι επίσκοποι γνωμοδοτούν σχετικά με τις προς εφαρμογή υγειονομικές πολιτικές. Τον Οκτώβριο του 2015, σε μία από αυτές τις συνεδριάσεις, ο επίσκοπος Παντελεήμων Σατόφ εξηγούσε στην υπουργό Βερόνικα Σκβόρτσοβα ότι ο ιός του AIDS έχει «αφορμή κοινωνική και ηθική, ή μάλλον ανήθικη». Κατά τη γνώμη του, ο μοναδικός τρόπος καταπολέμησης της ασθένειας είναι «η προαγωγή ηθικά υγιών ηθικών αξιών».

Οι δημόσιες αρχές επιδοτούν εστίες για εγκύους και για νεαρές μητέρες που διευθύνονται από ορθόδοξες οργανώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Οίκος Μητέρων στο κέντρο της Μόσχας. Η διευθύντριά του Μαρία Στουντενικίνα εκφράζει τον ενθουσιασμό της για το γεγονός ότι «οι δέκα γυναίκες που φιλοξενούμε αρνήθηκαν να κάνουν έκτρωση, παρά τις πιέσεις του συντρόφου τους ή τη δύσκολη οικονομική κατάστασή τους». Το πρόσωπό της παίρνει μια σκληρή έκφραση κάθε φορά που αναφέρεται στους «μαζικούς φόνους». Γι’ αυτή την εικοσιεννιάχρονη γυναίκα, «το να είσαι Ορθόδοξος σημαίνει ότι είσαι πατριώτης και αγαπάς τη Ρωσία. Σημαίνει ότι αρνείσαι να σκοτώσεις τα μελλοντικά παιδιά της, που θα γίνουν στρατιώτες και θα την υπερασπιστούν». Και προσθέτει: «Ο Πούτιν ακούει πολύ τον Πατριάρχη μας».

Το 2014, η Εκκλησία κατόρθωσε να μπλοκάρει το σχέδιο για τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης ανηλίκων, που προέβλεπε την δημιουργία ειδικών δικαστηρίων για ανηλίκους και μια λιγότερο τιμωρητική προσέγγιση, κυρίως με ποινές εναλλακτικές της φυλάκισης. Στο όνομα της υπεράσπισης της ενότητας της οικογένειας, κατόρθωσε επίσης να ακυρώσει την υιοθέτηση της νομοθεσίας για την «κοινωνική κηδεμονία», έναν μηχανισμό παροχής βοήθειας στους γονείς που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ανατροφή των παιδιών τους, ο οποίος θεωρούνταν ότι μπορούσε να αποτρέψει το ενδεχόμενο της τοποθέτησης των παιδιών σε ειδικά ιδρύματα.

Ωστόσο, θα ήταν αναμφίβολα λάθος να υποστηριχθεί ότι είναι ικανή να επιβάλει την πολιτική γραμμή της στη ρωσική εξουσία. Αφενός, το Πατριαρχείο έχει ξεπεραστεί από τη δράση ορισμένων ακραίων ορθόδοξων ομάδων. Το περασμένο φθινόπωρο, παρενόχλησαν την προβολή της «Ματίλντα», μιας ταινίας του Αλεξέι Ουτσιτέλ που είχε ως θέμα την ερωτική ιστορία του τσάρου Νικολάου Β’ (αγιοποιήθηκε το 2000) και μιας χορεύτριας του Θεάτρου Μαρίνσκι: ανάγκασαν δύο από τα σημαντικότερα δίκτυα διανομής της χώρας να αποσύρουν την ταινία. Μετά την καταδίκη των τριών μελών του φεμινιστικού συγκροτήματος Pussy Riot επειδή το 2012 τραγούδησαν μια πανκ προσευχή μέσα στον καθεδρικό ναό του Χριστού Σωτήρος στη Μόσχα, το Πατριαρχείο είχε εκφράσει την ικανοποίησή του για την υιοθέτηση ενός νόμου που εγκαθιδρύει το αδίκημα της «προσβολής του θρησκευτικού αισθήματος των πιστών». Ωστόσο, ενοχλημένος από τις θεαματικές ενέργειες των πιστών που φαίνονταν να ενθαρρύνονται από την αναγνώριση του αδικήματος της βλασφημίας, ο μητροπολίτης Ιλαρίων, πρόεδρος του τμήματος εξωτερικών εκκλησιαστικών σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, δήλωσε «απερίφραστα και κατηγορηματικά εναντίον κάθε έκκλησης στη βία». «Ταυτόχρονα», πρόσθεσε, «δεν μπορώ ούτε θέλω με κανένα τρόπο να συμμεριστώ την άποψη όσων υπερασπίζονται αυτήν την ταινία» (3).

Εξάλλου, δεν υπερισχύουν σώνει και καλά οι θέσεις των θρησκευτικών θεσμών. Η εθελούσια διακοπή της κύησης, νόμιμη στη Ρωσία από το 1920 (με εξαίρεση την περίοδο 1936-1955) δέχεται διαρκώς τις επιθέσεις της Εκκλησίας. Τον Σεπτέμβριο του 2016, ο Πατριάρχης Κύριλλος υπέγραψε ένα κείμενο που καλούσε «στον τερματισμό του νόμιμου φόνου των παιδιών πριν από την γέννησή τους» και απαιτούσε «τροποποιήσεις του νόμου» για να απαγορευθεί το χάπι της επόμενης ημέρας.

Ωστόσο, οι προσπάθειές της παρέμειναν αναποτελεσματικές. Στη Ρωσία, όπως και στη Γαλλία, μια γυναίκα μπορεί να προβεί σε άμβλωση μέχρι και τη δωδεκάτη εβδομάδα της εγκυμοσύνης της. Οι υποχωρήσεις σε επίπεδο νομοθετικού πλαισίου αφορούν τις εξαιρέσεις που μπορούν να ισχύσουν μετά την παρέλευση αυτού του νόμιμου ορίου. Μετά την δέκατη τρίτη εβδομάδα, η άμβλωση επιτρέπεται μονάχα στην περίπτωση βιασμού ή μετά από ιατρική προτροπή, ενώ μέχρι το 2012 μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και κοινωνικά κριτήρια όπως η φτώχεια ή η φυλάκιση του πατέρα του παιδιού. Ο πατήρ Ντμίτρι Σμιρνόφ, νέος εκπρόσωπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αρέσκεται να δηλώνει ότι «χωρίς εμάς, αυτοί οι φόνοι θα περνούσαν απαρατήρητοι. Όμως, χάρη στο διάλογο που διεξάγουμε για την απαγόρευσή τους, οι αμβλώσεις έχουν μειωθεί κατά το ήμισυ στη Ρωσία [εδώ και τέσσερα χρόνια]». Παραβλέπει βέβαια το γεγονός ότι αυτή η θεαματική μείωση εξηγείται επίσης και με την καλύτερη πρόσβαση στις μεθόδους αντισύλληψης, καθώς και με την αυξημένη φροντίδα των γυναικών για την υγεία τους.

Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση που πραγματοποίησε το Κέντρο Λέβαντα τον Ιανουάριο του 2018, το 35% των ερωτηθέντων θεωρούν την άμβλωση «σοκαριστική», ακόμα και στην περίπτωση όπου η οικογένεια δεν είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού. Το 1998, μόνο το 18% των ερωτηθέντων είχαν αυτήν την άποψη. Όμως, η ανάκαμψη της επιρροής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην πολιτική ζωή δεν συνοδεύεται από αύξηση της θρησκοληψίας. Περίπου το 30% των ατόμων που δηλώνουν Ορθόδοξοι αναφέρουν ότι δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού (4). Μόνο το 3% από αυτούς εκκλησιάζεται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα: πρόκειται για ποσοστό συγκρίσιμο με εκείνο των Γάλλων Καθολικών (4,5%) και πολύ χαμηλότερο από εκείνο των Προτεσταντών στις Ηνωμένες Πολιτείες (48%) (5).

Η έλλειψη εκκλησιών οι οποίες βρίσκονται σε λογική απόσταση από τον τόπο κατοικίας αποτελεί μονάχα έναν από τους λόγους με τους οποίους εξηγείται αυτό το χαμηλό ποσοστό εκκλησιασμού: στη Μόσχα, παρά το γεγονός ότι οι εκκλησίες είναι πραγματικά πολυάριθμες, είναι συχνά άδειες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της εκκλησίας του Μεγάλου Ποιμένα στο βόρειο τμήμα της πρωτεύουσας. Πολύ συχνά, την Κυριακή, οι ιερείς λειτουργούν μπροστά σε μια εικοσάδα γιαγιάδες. «Ξέρετε, και πάλι καλύτερα είναι από τη σοβιετική εποχή», μας λέει χαρούμενη η Μαρία Λιζέφσκαγια, με τη μαντήλα με τα παραδοσιακά μοτίβα να καλύπτει τα λευκά μαλλιά της. Η εξηνταεπτάχρονη συνταξιούχος δεν χάνει ούτε μία λειτουργία. Έχει παρατηρήσει ότι οι νέοι απουσιάζουν, αλλά ελπίζει ότι βιώνουν την πίστη τους με διαφορετικό τρόπο.

Πράγματι, ο Ιλία Στονιάκιν, γραφίστας ελεύθερος επαγγελματίας, πηγαίνει στην εκκλησία μονάχα μία φορά τον χρόνο, το Πάσχα. Ωστόσο, θεωρεί τον εαυτό του θρησκευόμενο: φοράει σταυρό, νηστεύει και, πριν από έξι μήνες, έκανε… ένα τεράστιο τατουάζ της Παναγίας στην πλάτη του. «Το έκανα λιγάκι από πρόκληση, γιατί προέρχομαι από άθεη οικογένεια που θεωρεί ότι η θρησκεία εξακολουθεί να είναι το όπιο του λαού όπως έλεγε ο Μαρξ». Αντίθετα, αυτός θεωρεί θετικό γεγονός την εγγύτητα μεταξύ προέδρου και Πατριάρχη. Κατά τη γνώμη του, η Εκκλησία είναι ο «ηθικός εγγυητής» της ρωσικής πολιτικής ζωής.

Αν και η πλειονότητα των Ρώσων αυτοπροσδιορίζονται ως Ορθόδοξοι, αυτός ο χαρακτηρισμός υποδηλώνει λιγότερο τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και περισσότερο την ένταξη στο ρωσικό έθνος. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι, από το 1991, δεδομένου ότι η κυβέρνηση επιθυμεί να θέσει τις ιδεολογικές βάσεις ενός έθνους-κράτους, επιδιώκει να προσεγγίσει το Πατριαρχείο.

Σε τελική ανάλυση, από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, ο οποίος το 1721 καθαίρεσε τον Πατριάρχη αντικαθιστώντας τον από ένα συλλογικό όργανο –την Ιερά Σύνοδο– που διόρισε ο ίδιος, η ρωσική κοσμική εξουσία υπερισχύει της θρησκευτικής εξουσίας. Η Ορθοδοξία καθορίζεται ως μια συνιστώσα της εθνικής ταυτότητας, όπως το θεωρητικοποίησε ο κόμης Σεργκέι Ουβάροφ, υπουργός Παιδείας του τσάρου Νικολάου Α’ (1825-1855). «Ορθοδοξία, απολυταρχία και εθνική εξουσία»: σε αυτό το τρίπτυχο ο Ουβάροφ έβλεπε την καρδιά της «ρωσικότητας», σε μια εποχή όπου επιδίωκε να προφυλάξει τη χώρα του από τη «μόλυνση» των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης και του τριπτύχου «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη».

Ήδη από το 1997, επί προεδρίας Μπορίς Γιέλτσιν, σημειώθηκε η πρώτη παραβίαση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους που είχε διακηρυχθεί από το Σύνταγμα του 1993: ένας νόμος αναγνώρισε «τον ειδικό ρόλο της Ορθοδοξίας στην ιστορία της Ρωσίας, καθώς και στην εξέλιξη και στην ανάπτυξη της πνευματικότητάς της και του πολιτισμού της». Αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία της Ορθοδοξίας και εγκαθιδρύει, μεταξύ άλλων, έναν «ιεραρχημένο θρησκευτικό πλουραλισμό», σύμφωνα με τον ορισμό του Αλεξάντερ Αγκατζανιάν, θρησκειολόγου στη Μόσχα (6).

Κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων θητειών του (2000-2008), ο πρόεδρος Πούτιν παρουσιαζόταν ως ένας ικανός διαχειριστής δίχως ιδεολογία. Εκείνη την εποχή, περιόρισε τις φιλοδοξίες της Εκκλησίας: της αρνήθηκε τη θέσπιση ενός φόρου για τη χρηματοδότηση της θρησκευτικής λατρείας, όπως επίσης και τη δημιουργία τηλεοπτικού καναλιού σε ομοσπονδιακό επίπεδο (7). Ο «ειδικός» ρόλος της Ορθοδοξίας συγκεκριμενοποιήθηκε επί προεδρίας Ντιμίτρι Μεντβέντεφ. Η αρχή της θητείας του σημαδεύτηκε από τον θάνατο του Πατριάρχη Αλεξίου Β’, στα τέλη του 2008. Ο διάδοχός του Κύριλλος προσπαθεί να επαναφέρει σε ισχύ το μοντέλο της «συμφωνίας των εξουσιών» που είχε θεσπίσει ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός τον 6ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η κοσμική και η πνευματική εξουσία οφείλουν να συνεργάζονται και να αλληλοϋποστηρίζονται. Στο μήνυμα με το οποίο χαιρέτιζε την εκλογή του νέου Πατριάρχη, ο Μεντβέντεφ τού απάντησε καλώντας την Εκκλησία σε διάλογο για «την ανάπτυξη της χώρας και την εδραίωση των πνευματικών αξιών», που κατά τη γνώμη του είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένες.

 

«Υποκλίσεις στον κλήρο»

Πολύ σύντομα, με πρωτοβουλία του Μεντβέντεφ και του Πούτιν που διορίστηκε πρωθυπουργός του, η Εκκλησία άρχισε να απολαμβάνει σημαντικές φοροαπαλλαγές στα κολοσσιαία εισοδήματά της: 5,6 δισ. ρούβλια (76 εκατομμύρια ευρώ) το 2014 (8), που προέρχονται από δωρεές των πιστών και των πλούσιων μαικήνων, αλλά και από τις πωλήσεις κεριών, εικόνων, διακοσμητικών αντικειμένων και γλυκισμάτων που πραγματοποιούν οι ενορίες. Ενώ η Ρωσία πλήττεται από τη διεθνή οικονομική κρίση, ο Μεντβέντεφ δεν διστάζει να δαπανήσει 6 δισ. ρούβλια την περίοδο 2008-2010 για την ανέγερση εκκλησιών σε ολόκληρη τη χώρα. Επιπλέον, το κράτος δεσμεύεται να επιστρέψει 6.400 ιδιοκτησίες της Εκκλησίας που είχαν κατασχεθεί από τις σοβιετικές αρχές (9). Σε αντάλλαγμα, ο πατριάρχης Κύριλλος δέχεται να υποστηρίξει το πρόγραμμα «εκσυγχρονισμού» που δρομολογήθηκε επί προεδρίας Μεντβέντεφ, το οποίο συνδυάζει εντατικοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων των μεγάλων επιχειρήσεων που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κράτους και άνοιγμα του εκλογικού παιχνιδιού σε περισσότερες πολιτικές δυνάμεις. Όπως παρατηρεί ο Αλεξάντρ Βερχόφσκι, επικεφαλής του μοσχοβίτικου κέντρου Σόβα που πραγματοποιεί έρευνες για τη θρησκευτική ανεκτικότητα και την ξενοφοβία, «η Εκκλησία βοηθάει το κράτος επειδή αποκομίζει οφέλη. Ωστόσο, οφείλουμε να πούμε ότι στ’ αλήθεια δεν έχει άλλη επιλογή. Δεν πρόκειται για μια ισότιμη σχέση. Το κράτος είναι εκείνο που κατέχει τους μοχλούς της εξουσίας».

Αυτή η –ασύμμετρη– σχέση αλληλοβοήθειας άρχισε να προσδιορίζεται καλύτερα με την επιστροφή του Πούτιν στην εξουσία. Ο πρόεδρος –επανεκλεγμένος το 2012 μετά από μια προεκλογική εκστρατεία κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν διαδηλώσεις πρωτοφανείς από την εποχή της πρώτης εκλογής του (2000)– αποφάσισε να κινητοποιήσει τον πληθυσμό, όχι πλέον με επίκεντρο το πρόσωπό του, αλλά γύρω από μια ευρύτερα αποδεκτή προτεραιότητα: την υπεράσπιση των παραδοσιακών ρωσικών αξιών απέναντι σε μια Δύση η οποία, σύμφωνα με τη Μόσχα, επιδιώκει να περικυκλώσει τη Ρωσία και να ανατρέψει τα καθεστώτα που είτε δεν ανταποκρίνονται στο μοντέλο ανεκτικότητας που προωθεί είτε στα γεωπολιτικά συμφέροντά της. «Χωρίς τις ηθικές αξίες που σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια χιλιετιών, ο κόσμος θα έχανε αναπόφευκτα την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του», δήλωνε στον κύκλο συζητήσεων Βαλντάι το 2013, πριν διευκρινίσει καλύτερα τι εννοούσε, έναν χρόνο αργότερα ενώπιον της ίδιας συνάθροισης: «Για να υπάρχει η κοινωνία, θα πρέπει να υποστηρίξουμε (…) τον σεβασμό των παραδόσεών μας και των μεγάλων θρησκειών». O πατήρ Σμιρνόφ εκφράζει την ικανοποίησή του γι’ αυτήν την επιθετική στάση του προέδρου: «Πώς είναι δυνατόν να αποδεχτεί ένας Ρώσος, ένας Ορθόδοξος, τον γάμο των ομοφυλόφιλων; Όχι, η Ρωσία και η εκκλησία της δεν μπορούν να τον δεχτούν», δηλώνει εμφατικά κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας. «Ούτε και ο πρόεδρός μας».

Εκτός από συστατικό του πατριωτισμού, η Ορθοδοξία αποτελεί και ένα εξαιρετικό μέσο προβολής της Ρωσίας πέραν των συνόρων της. Το Πατριαρχείο της Μόσχας υπερηφανεύεται για τα 150 εκατομμύρια πιστούς του ανά τον κόσμο, κυρίως στις περιοχές της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Την επομένη της προσάρτησης της Κριμαίας και του εξαιρετικά σημαντικού από στρατηγική άποψη ναυστάθμου της Σεβαστούπολης, ο Πούτιν υπενθύμισε ότι στη χερσόνησο είχε βαπτιστεί ο Άγιος Βλαδίμηρος, «μια ορθόδοξη βάπτιση που έθεσε τις βάσεις της παιδείας, των αξιών και του πολιτισμού των λαών της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας». Ωστόσο, οι απόψεις του αρχηγού του κράτους και του Πατριάρχη δεν ταυτίζονται πάντοτε, χωρίς πάντως αυτό να ενοχλεί ιδιαίτερα το Κρεμλίνο. Η προσπάθεια του Κυρίλλου να διατηρήσει σχέσεις με τη σημαντική ορθόδοξη κοινότητα της Ουκρανίας τον καθιστά δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στο Κίεβο και τους υποστηριζόμενους από τη Μόσχα εξεγερμένους αυτονομιστές του Ντονμπάς. Στις 27 Δεκεμβρίου 2027, η διαμεσολάβηση του Πατριαρχείου της Μόσχας οδήγησε στην ανταλλαγή περισσότερων από τριακοσίων αιχμαλώτων μεταξύ των αντίπαλων στρατοπέδων.

Στα τέλη του 2016, τα εγκαίνια του Ορθόδοξου Ρωσικού Πνευματικού και Πολιτιστικού Κέντρου στο Παρίσι αποτέλεσαν την αφορμή να λάμψουν οι ορθόδοξοι βολβοειδείς τρούλοι στην καρδιά μιας δυτικής πρωτεύουσας, κοντά στο εμβληματικότερο μνημείο της, τον Πύργο του Άιφελ. Σύμφωνα με την ερευνήτρια Μαρλέν Λαρυέλ, η ανέγερση αυτού του συγκροτήματος, που περιλαμβάνει έναν καθεδρικό ναό, ένα σχολείο και ένα πολιτιστικό κέντρο, κόστισε 150 εκατομμύρια ευρώ στη Μόσχα και επιβεβαιώνει «τη μετατροπή της Ορθοδοξίας σε ένα από τα εργαλεία της ρωσικής soft power» (10).

Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Μπόρις Βισνέφσκι, βουλευτή στη Δούμα της Αγίας Πετρούπολης, όσο κι αν το κράτος κρατάει στα χέρια του όλα τα χαρτιά, «η κατάσταση μπορεί γρήγορα να ξεφύγει από κάθε έλεγχο». Ο Βισνέφσκι ηγείται του κινήματος που αντιτίθεται στην παραχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία του δικαιώματος χρήσης του καθεδρικού ναού του Αγίου Ισαάκ, που είχε μετατραπεί σε Μουσείο του Αθεϊσμού από τον Στάλιν και, στη συνέχεια, το 1937, σε Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης. Αποτελεί ένα από τα κυριότερα αξιοθέατα της πόλης και αποφέρει σημαντικά έσοδα (12,5 εκατομμύρια ευρώ το 2016), τα οποία στο εξής θα καρπώνεται η Εκκλησία, παρά το γεγονός ότι η συντήρηση του κτιρίου θα βαρύνει το κράτος. «Δεν κατανοώ τους λόγους για τους οποίους το κράτος δείχνει τέτοια εύνοια προς την Ορθόδοξη Εκκλησία», δηλώνει ο Βισνέφσκι. Κατά τη γνώμη του, «πρόκειται για εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι»: ευνοώντας την Ορθοδοξία σε σχέση με τις υπόλοιπες θρησκείες, το ρωσικό κράτος ενδέχεται να αποξενωθεί από αυτές και να τις οδηγήσει εκτός του ρωσικού κοινωνικού συμβολαίου. «Το σημαντικότερο δεν είναι η επιρροή της Εκκλησίας πάνω στις καθημερινές πρακτικές», υπογραμμίζει η ερευνήτρια Κατύ Ρουσελέ, ειδική στα ζητήματα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά το «συμβολικό κεφάλαιό της». Όσο το κράτος την χρειάζεται σαν υπερασπιστή των παραδοσιακών αξιών, «η εξουσία θα υποκλίνεται στον κλήρο», προβλέπει από την πλευρά του ο Βισνέφσκι. «Όμως, αυτή η τεχνητή γονιμοποίηση ενδέχεται να οδηγήσει στη γέννηση ενός τέρατος».

 

  1. Alexey D. Krindatch, «Changing relationships between religion, the state and society in Russia», «GeoJournal», τ. 67, Ν°4, Νέα Υόρκη, 2006.
  2. Δημοσκόπηση του κέντρου Λέβαντα, Μόσχα, Δεκέμβριος 2012.
  3. Jacques Berset, «Le film Matilda réprouvé par l’Eglise, réveille les extrémistes orthodoxes», Ελβετικό καθολικό πόρταλ, 25 Σεπτεμβρίου 2017, cath.ch
  4. Boris Doubine, «Formes de la foi orthodoxe en Russie contemporaine», διάλεξη στο Κέντρο Κάρνεγκι, Μόσχα, Ιούνιος 2012, http://carnegie.ru
  5. Ινστιτούτο Sreda, Αύγουστος 2012, δημοσκόπηση της IFOP για την εφημερίδα «La Croix», Παρίσι 2009 και Pew Research Center, Ουάσιγκτον, 2014.
  6. Alexander Agadjanian, «Pluralisme religieux et identité nationale en Russie», International Journal on Multicultural Societies, τ. 2, Ν°2, Unesco, Παρίσι, 2000.
  7. Régis Genté, «Russie: l’Eglise orthodoxe, l’Etat et la société. Entretien avec Nikolaï Mitrokhine», Religioscope, 10 Ιανουαρίου 2014, religion.info
  8. Έρευνα της ρωσικής εφημερίδας RBK, Μόσχα, Φεβρουάριος 2016.
  9. Agence France-Presse, 30 Νοεμβρίου 2010.
  10. Marlène Laruelle, «Le soft power russe en France: la paradiplomatie culturelle et d’affaires», Carnegie Council for Ethics in international Affairs, Νέα Υόρκη, 8 Ιανουαρίου 2018.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο