Δημόσιο χρέος, μπρα-ντε-φερ ενός αιώνα

Η αποτυχία των πολιτικών τους αποστέρησε από τους οπαδούς της λιτότητας κάθε λογικό οικονομικό επιχείρημα. Από το Βερολίνο μέχρι τις Βρυξέλλες, οι οικονομικοί θεσμοί βασίζουν πλέον το ευαγγέλιό τους στην ηθική: η Ελλάδα πρέπει να πληρώσει, είναι ζήτημα αρχής! Η Ιστορία, ωστόσο, δείχνει ότι η ηθική δεν είναι ο κύριος διαιτητής στις συγκρούσεις μεταξύ δανειστών και οφειλετών.

Υπήρξε μια εποχή που τα κράτη απελευθερώνονταν εύκολα από το βάρος του χρέους. Αρκούσε, για παράδειγμα, ο βασιλιάς της Γαλλίας να εκτελέσει τους δανειστές του για να εξυγιάνει τα οικονομικά της χώρας: μια πρωτόγονη, αλλά συνηθισμένη, μορφή «αναδιάρθρωσης» (1). Το διεθνές δίκαιο στέρησε από τους οφειλέτες αυτή την ευκολία. Μάλιστα, επιβαρύνει τη θέση τους, επιβάλλοντάς τους την αρχή της συνέχειας των δεσμεύσεων.

Κι αν οι νομικοί αναφέρονται σε αυτή την υποχρέωση με μια λατινική έκφραση –«Pacta sunt servanda» («οι συνθήκες πρέπει να γίνονται σεβαστές»)– τις τελευταίες εβδομάδες έχουν κυκλοφορήσει οι πιο διαφορετικές μεταφράσεις. Ηθικοπλαστική εκδοχή: «Η Ελλάδα έχει ηθικό χρέος να αποπληρώσει το χρέος» (Εθνικό Μέτωπο). Εκδοχή νοσταλγίας της εποχής του σχολείου: «Η Ελλάδα πρέπει να πληρώσει, αυτοί είναι οι κανόνες του παιγνιδιού» (Μπενουά Κερέ, μέλος του διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας). Εκδοχή αδιάφορη για τις λαϊκές ευαισθησίες: «Οι εκλογές δεν αλλάζουν τίποτα» σε σχέση με τις δεσμεύσεις των κρατών (Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, Γερμανός υπουργός Οικονομικών) (2).

Το ελληνικό χρέος υπερβαίνει τα 320 δισεκατομμύρια ευρώ· σε σχέση με την παραγωγή πλούτου, αυξήθηκε κατά 50% από το 2009. Σύμφωνα με τη «Financial Times», «για την αποπληρωμή του θα απαιτούνταν να λειτουργεί η Ελλάδα ως μια οικονομία σκλάβος» (27 Ιανουαρίου 2015). Αλλά οι «αρχές» δεν καταλαβαίνουν από αριθμητική. «Ένα χρέος είναι χρέος», διακηρύσσει η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ («Le Monde», 19 Ιανουαρίου 2015). Με άλλα λόγια: δεν έχει σημασία αν η Ελλάδα μπορεί να πληρώσει ή όχι. Πρέπει να πληρώσει…

«Δεν είναι τόσο ηλίθιοι για να πληρώσουν»

Ωστόσο, το δόγμα «Pacta sunt servanda» δεν είναι απαράγραπτο (3). «Η υποχρέωση αποπληρωμής των χρεών ποτέ δε θεωρήθηκε απόλυτη και πολλές φορές είτε οριοθετήθηκε, είτε διευκρινίστηκε», επισημαίνεται σε έγγραφο της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη (Cnuced) (4). Καταγγελίες για «επονείδιστα» χρέη (χρέη που έχουν συναφθεί από δεσποτικά καθεστώτα) (5), για «παράνομα» χρέη (αυτά που έχουν συναφθεί χωρίς σεβασμό προς το δημόσιο συμφέρον) (6) ή για «υφαρπαγή σύμφωνης γνώμης», τα νομικά επιχειρήματα δεν είναι λίγα υπέρ της αναστολής πληρωμής, ακόμα και της διαγραφής μέρους ή του συνόλου των χρεών που βαραίνουν μια χώρα. Αρχής γενομένης από το άρθρο 103 του Καταστατικού Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που διακηρύσσει: «Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των υποχρεώσεων των μελών των Ηνωμένων Εθνών, που απορρέουν από την παρούσα Χάρτα, και των υποχρέωσεών τους βάσει οποιασδήποτε άλλης διεθνούς συμφωνίας, οι πρώτες υπερισχύουν». Μεταξύ αυτών υπάρχει, στο άρθρο 55 του Χάρτη, η δέσμευση των κρατών να δώσουν προτεραιότητα «στην άνοδο του επιπέδου ζωής, στην πλήρη απασχόληση, και σε συνθήκες προόδου και ανάπτυξης στην οικονομική και κοινωνική ζωή».

Ένας στους δύο νέους Έλληνες είναι άνεργος· 30% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας· 40% περνάει το χειμώνα χωρίς θέρμανση. Ένα μέρος του χρέους δημιουργήθηκε στη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974) και την ίδια περίοδο τετραπλασιάστηκε. Ένα άλλο μέρος συνάφθηκε σε βάρος του πληθυσμού (διότι κυρίως αποσκοπούσε στην αναχρηματοδότηση γαλλικών και γερμανικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων). Άλλο μέρος είναι απότοκο της διαφθοράς πολιτικών ηγετών από πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες επιθυμούσαν να πουλήσουν προϊόντα, συχνά κακής ποιότητας, στην Αθήνα (όπως η γερμανική εταιρεία Siemens) (7)· δίχως να μιλήσουμε για την ανηθικότητα κάποιων τραπεζών, όπως η Goldman Sachs, που βοήθησε τη χώρα να αποκρύψει το πόσο ευάλωτη ήταν η οικονομία της… Οι Έλληνες έχουν χίλιες και μια δικαιολογίες για να προσφύγουν στο διεθνές δίκαιο και να διεκδικήσουν την ελάφρυνση του χρέους τους, για το οποίο μια έρευνα θα αποδείκνυε ότι είναι επαχθές, στερούμενο νομιμοποίησης και παράνομο. Αλλά η δυνατότητα να ακουστεί η φωνή τους εξαρτάται κυρίως από το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των εμπλεκομένων μερών.

Το 1898, οι Ηνωμένες Πολιτείες κήρυξαν τον πόλεμο στην Ισπανία, με πρόσχημα μια έκρηξη στο πλοίο του αμερικανικού στόλου USS Maine, που ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Αβάνα. «Απελευθέρωσαν» την Κούβα και τη μετέτρεψαν σε προτεκτοράτο – περιορίζοντας «την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Κούβας σε παραμύθι για μικρά παιδιά» (8), σύμφωνα με τον Κουβανό στρατηγό που πήρε μέρος στον αγώνα της ανεξαρτησίας, Γκουαλμπέρτο Γκόμες. Η Ισπανία αξίωσε την αποπληρωμή των χρεών που το νησί είχε «συνάψει με αυτήν», στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή, το κόστος της εισβολής της. Στήριξε τους ισχυρισμούς της σε αυτό που ο Κερέ θα είχε αποκαλέσει αναμφίβολα «κανόνες του παιγνιδιού». Όπως εξηγεί η ερευνήτρια Αναΐς Ταμέν, «η ισπανική απαίτηση βασιζόταν σε ανάλογα γεγονότα, κυρίως στη συμπεριφορά των παλαιών της αποικιών που είχαν δεχτεί να αναλάβουν το μέρος του ισπανικού δημοσίου χρέους που αντιστοιχούσε στην αποικιοποίηση». Εξάλλου, οι ίδιες οι ΗΠΑ δεν είχαν «καταβάλει δεκαπέντε εκατομμύρια στερλίνες στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά την αναγνώριση της ανεξαρτησίας τους;» (9).

Η Ουάσιγκτον δεν έβλεπε τα πράγματα με το ίδιο μάτι και πρότεινε μια ιδέα που τότε δεν ήταν πολύ διαδεδομένη (η οποία συνέβαλε στην δημιουργία της έννοιας του επονείδιστου χρέους): δεν είναι δυνατόν να απαιτεί κανείς από έναν πληθυσμό να πληρώσει ένα χρέος που έχει συναφθεί για να τον υποδουλώσει. Ο αμερικανικός Τύπος υπερασπίζεται τη θέση αυτή σθεναρά. «Η Ισπανία δεν πρέπει να έχει την παραμικρή ελπίδα πως οι ΗΠΑ θα είναι τόσο ανόητες ώστε να δεχθούν την ευθύνη δανείων που χρησιμοποιήθηκαν για να συντρίψουν τους Κουβανούς», διακήρυσσε η «Chicago Tribune» στις 22 Οκτωβρίου 1898. Η Κούβα δεν πλήρωσε ούτε μια δεκάρα.

Μερικές δεκαετίες νωρίτερα, το Μεξικό είχε επιχειρήσει να αναπτύξει ανάλογα επιχειρήματα. Το 1861, ο πρόεδρος Μπενίτο Χουάρες διέκοψε την αποπληρωμή των χρεών που είχαν συνάψει τα προηγούμενα καθεστώτα, μεταξύ των οποίων αυτό του δικτάτορα Αντόνιο Λόπες ντε Σάντα Άνα. Τότε, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ισπανία κατέλαβαν τη χώρα και ίδρυσαν μια αυτοκρατορία την οποία παρέδωσαν στον Μαξιμιλιανό της Αυστρίας.

Μια μείωση 90% για τη Γερμανία

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης, που το 1918 ανακοίνωσε ότι δεν επρόκειτο να αποπληρώσει τα δάνεια που είχε συνάψει ο Τσάρος Νικόλαος ο 2ος (10), οι ΗΠΑ επανέλαβαν την επίδειξη ισχύος υπέρ του Ιράκ, στην αυγή του 21ου αιώνα. Λίγους μήνες μετά από την εισβολή στη χώρα, ο υπουργός Οικονομικών Τζον Σνόου ανακοίνωσε στο Fox News: «Είναι προφανές ότι ο ιρακινός λαός δεν πρέπει να πνιγεί από τα χρέη που συνάφθηκαν προς όφελος του καθεστώτος ενός δικτάτορα, ο οποίος είναι πλέον φυγάς» (11 Απριλίου 2003). Για την Ουάσιγκτον ήταν επείγον να εξασφαλίσει το αξιόχρεο του καθεστώτος που είχε εγκαταστήσει στη Βαγδάτη.

Γεννάται, λοιπόν, μια ιδέα που προκαλεί δυσάρεστη έκπληξη στους οπαδούς της «συνέχειας των δεσμεύσεων των κρατών»: η αποπληρωμή είναι περισσότερο θέμα μαθηματικών και λιγότερο αρχών. «Το σημαντικότερο είναι το χρέος να είναι βιώσιμο», παίρνει το θάρρος να υποστηρίξει το κύριο άρθρο της «Financial Times» στις 16 Ιουνίου 2003. Η λογική αυτή βολεύει την Ουάσιγκτον: οι αριθμοί μίλησαν και οι ΗΠΑ θέλουν να είναι σίγουρες ότι η ετυμηγορία τους θα επιβληθεί στους κυριότερους δανειστές του Ιράκ, με επικεφαλής τη Γαλλία και τη Γερμανία (με 3 και 2,4 δισεκατομμύρια δολάρια σε ιρακινά χρεόγραφα στην κατοχή τους, αντιστοίχως). Οι τελευταίες –οι οποίες αρνούνταν να προβούν σε μείωση 50% της αξίας των τίτλων που κατείχαν– πιεζόμενες να φανούν «δίκαιες και ήπιες», δέχτηκαν τελικά τη μείωση κατά 80% των δανείων τους.

Τρία χρόνια νωρίτερα, ούτε ο νόμος των αριθμών ούτε αυτός του διεθνούς δικαίου ήταν επαρκείς για να πείσουν τους δανειστές του Μπουένος Άιρες να επιδείξουν «ηπιότητα». Και όμως, έχοντας φτάσει, τη στιγμή της στάσης πληρωμών, το 2001, στα 80 δισεκατομμύρια δολάρια, το χρέος της Αργεντινής αποδείχτηκε μη βιώσιμο. Απέρρεε κυρίως από τα δάνεια που είχε συνάψει η δικτατορία (1976-1983), πράγμα που το χαρακτηρίζει επονείδιστο. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν εισακούστηκε: οι δανειστές αξίωσαν την αποπληρωμή των δανείων, απειλώντας να διακόψουν την πρόσβαση του Μπουένος Άιρες στις αγορές.

Η Αργεντινή αντιστάθηκε. Της υποσχέθηκαν την καταστροφή. Μεταξύ του 2003 και του 2009 η οικονομία της σημείωσε ρυθμό αύξησης μεταξύ 7% και 9%. Ανάμεσα στο 2002 και το 2005 η χώρα πρότεινε στους δανειστές της να αντικαταστήσουν τους τίτλους που κατείχαν με νέους, με 40% χαμηλότερη αξία. Περισσότεροι από τα τρία τέταρτα των δανειστών δέχτηκαν την πρόταση μετά βδελυγμίας. Αργότερα η κυβέρνηση της Αργεντινής ξεκίνησε νέες διαπραγματεύσεις, που το 2010 κατέληξαν σε συμφωνία με το 67% των υπόλοιπων δανειστών. Μόνο 8% των τίτλων που ήταν σε στάση πληρωμών από το 2001 δεν έχουν ακόμα ενταχθεί σε συμφωνία. Αρπακτικά αμοιβαία κεφάλαια επιδιώκουν να υποχρεώσουν τη χώρα να αποπληρώσει, απειλώντας την με νέα χρεοκοπία (11).

Οι πιστωτές αποδέχονται με βαριά καρδιά την απομείωση της αξίας των τίτλων που διακρατούν. Ωστόσο, δέχτηκαν χωρίς διαμαρτυρίες να ελαφρύνουν το χρέος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στη διεθνή διάσκεψη που έγινε στο Λονδίνο μεταξύ του 1951 και του 1952. Οι συζητήσεις που έγιναν τότε θυμίζουν αυτές που περιβάλλουν τη σύγχρονη Ελλάδα, αρχής γενομένης από την αντίφαση μεταξύ «αρχών» και της οικονομικής κοινής λογικής.

«Δισεκατομμύρια δολάρια κρίνονται», έγραφε τότε ο δημοσιογράφος Πωλ Χέφερμαν, που παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα για λογαριασμό της «The New York Times». «Δεν πρόκειται όμως μόνο για χρήματα. Οι συνδιασκέψεις στο παλάτι του Lancaster House πρόκειται να χειριστούν, πριν απ’ όλα, μια από τις βασικές αρχές του διεθνούς καπιταλισμού: την ιερή φύση των διεθνών συμβολαίων» (24 Φεβρουαρίου 1952). Με αυτές τις έγνοιες, οι διαπραγματευτές –κυρίως Αμερικανοί, Βρετανοί, Γάλλοι και Γερμανοί– ακούν επίσης και τις αντίστοιχες της Γερμανίας. Σε μια επιστολή του, στις 6 Μαρτίου 1951, ο Γερμανός καγκελάριος Κόνραντ Αντενάουερ ζητάει από τους συνομιλητές του «να λάβουν υπ’ όψιν τους την οικονομική κατάσταση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, και ιδιαίτερα το ότι, ενόσω το βάρος του χρέους της αυξάνει, η οικονομία είναι σε ύφεση». Όπως συνοψίζει ο οικονομολόγος Τίμοθυ Γ. Γκίναν, σύντομα ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι «η μείωση της γερμανικής κατανάλωσης δε συνιστά εγγύηση για την αποπληρωμή του χρέους της» (12).

Τελικά, υπογράφηκε μια συμφωνία στις 27 Φεβρουαρίου 1953, την οποία συνυπέγραψε και η Ελλάδα (13). Προέβλεπε μείωση, τουλάχιστον κατά 50%, των ποσών που είχε δανειστεί η Γερμανία στο Μεσοπόλεμο. Επίσης περίοδο χάριτος πέντε χρόνων για την αποπληρωμή των χρεών. Επ’ αόριστον αναβολή της πληρωμής των πολεμικών αποζημιώσεων που θα μπορούσαν να ζητηθούν από τη Βόννη, πράγμα που οδήγησε τον Ερίκ Τουσσαίν, της Επιτροπής για τη Διαγραφή του Χρέους του Τρίτου Κόσμου (CADTM), να εκτιμήσει την απομείωση του γερμανικού χρέους στο 90% (14). Προέβλεπε ακόμα τη δυνατότητα της Βόννης να αποπληρώσει στο δικό της νόμισμα, ένα όριο στα ποσά που θα διατίθενται στην εξυπηρέτηση του χρέους (5% της αξίας των εξαγωγών της χώρας) και σε επιτόκια Γερμανίας (επίσης 5%). Και δεν είναι μόνο αυτά. Επιθυμώντας, επισημαίνει ο Χέφερμαν, «η συμφωνία αυτή να είναι το προοίμιο μιας προσπάθειας τόνωσης της γερμανικής ανάπτυξης», οι πιστωτές προσέφεραν στη γερμανική παραγωγή τις διεξόδους που χρειάζονταν και παραιτήθηκαν της πώλησης των προϊόντων τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με τον ιστορικό της γερμανικής οικονομίας Άλμπρεχτ Ριτσλ, «τα μέτρα αυτά επέτρεψαν στη Βόννη να σταθεί στα πόδια της και έθεσαν τις οικονομικές βάσεις για το γερμανικό οικονομικό θαύμα» (15) της δεκαετίας του 1950.

Εδώ και χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ, που είναι πλέον κυβέρνηση μετά από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, ζητάει τη διεξαγωγή μιας ανάλογης διάσκεψης με τις ίδιες κατευθυντήριες γραμμές. Όμως, στις Βρυξέλλες φαίνεται ότι όλοι συμμερίζονται τα αισθήματα του Λεονίντ Μπερζίντσκι: «Η Γερμανία άξιζε τον κόπο να μειωθεί το χρέος της, η Ελλάδα όχι». Σε ένα άρθρο γνώμης, στις 27 Ιανουαρίου 2015, ο δημοσιογράφος του ομίλου Bloomberg εξηγεί: «Ένας από τους λόγους για τους οποίους η Δυτική Γερμανία επωφελήθηκε μιας μείωσης του χρέους της, είναι ότι έπρεπε να μετατραπεί σε πρώτη γραμμή άμυνας κατά του κομμουνισμού (…) Οι δυτικογερμανικές κυβερνήσεις που επωφελήθηκαν από αυτά τα μέτρα ήταν αποφασιστικά αντιμαρξιστικές».

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει τίποτα το «μαρξιστικό». Πρόκειται για ένα μετριοπαθές σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα, συνηθισμένο μέχρι πριν από λίγα χρόνια στην Ευρώπη. Για το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες φαίνεται, όμως, πως ακόμα κι αυτό έχει καταστεί μη ανεκτό.

 

  1. Σχετικά με την ιστορία του χρέους, βλ. François Ruffin και Thomas Morel (υπό τη διεύθυνση) «Vive la banqueroute», Fakir Editions, Αμιέν, 2011.
  2. Αντιστοίχως στο κανάλι LCI, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, στην « International New York Times», στις 31 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου 2015 και στο ΒΒC, στις 30 Δεκεμβρίου
  3. Όσα ακολουθούν βασίζονται στις εργασίες των Eric Toussaint και Renaud Vivien για την Επιτροπή για τη Διαγραφή του Χρέους του Τρίτου Κόσμου (Comité pour l’annulation de la dette du tiers monde CADTM).
  4. Cnused, «The concept of odious debt in public international law», Discussion Papers No 185, Γενεύη, 2007
  5. Βλ. Eric Toussaint, «Une dette odieuse», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος
  6. Όπως στην περίπτωση της Γαλλίας, βλ. Jean Gadrey, «Faut-il vraiment payer toute la dette?», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος
  7. Damien Millet και Eric Toussaint, «La Dette ou la vie», Aden-CADTM, Βρυξέλλες, 2011.
  8. Αναφορά του Richard Gott στο «Cuba: A new History», Yale University Press, Νιου Χέιβεν, 2004.
  9. Anaïs Tamen, «La doctrine de la dette “odieuse” ou l’utilisation du droit international dans les rapports de puissance», εργασία που παρουσιάστηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2003 στην τρίτη συνάντηση για το διεθνές δίκαιο του CADTM, στο Άμστερνταμ.
  10. Τα διαβόητα ρωσικά δάνεια, που είχαν φυλαχτεί από διάφορους Γάλλους καταθέτες, αποπληρώθηκαν τελικά το 1996, έναντι ποσού 400 εκατομμυρίων δολαρίων, μετά από συμφωνία μεταξύ Παρισιού και Μόσχας.
  11. Βλ. Mark Weisbrot, «Αργεντινή εναντίον κερδοσκοπίας», «Le Monde diplomatique»,.
  12. Timothy W. Guinnane, «Financial Vergangenheitsbewältigung: The 1953 London debt agreement», Working Papers, n° 880, Economic Growth Center, Yale University, Νιου Χέιβεν, Ιανουάριος
  13. Η συμφωνία δεν περιλαμβάνει το αναγκαστικό δάνειο που επέβαλε το Βερολίνο στην Αθήνα το 1941.
  14. Συνέντευξη στον Maud Bailly, «Restructuration, audit, suspension et annulation de la dette», 19 Ιανουαρίου 2015.
  15. Albrecht Ritschl, «Germany was biggest debt transgressor of 20th century», 21 Ιουνίου 2011.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Αναπληρωτής αρχισυντάκτης της «Le Monde diplomatique».