Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο: Οι απαρχές ενός κόμματος-κράτους

Μετά από πολύμηνες μυστικές διαπραγματεύσεις και οκτώ προτάσεις μομφής του Κοινοβουλίου, ο Νοτιοαφρικανός πρόεδρος Τζέικομπ Ζούμα, εμπλεγμένος σε αρκετά σκάνδαλα διαφθοράς, παραιτήθηκε τελικά στις 14 Φεβρουαρίου υπέρ του Σύριλ Ραμαφόζα. Το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές εντάσεις που αποδυναμώνουν μια ηγεμονία που αποκτήθηκε μετά το τέλος του απαρτχάιντ, το 1991.

Γνωστός ως ο πρώτος έγχρωμος δισεκατομμυριούχος της Νότιας Αφρικής, ο Σύριλ Ραμαφόζα εξελέγη, στις 18 Δεκεμβρίου 2017, πρόεδρος του Eθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου (ANC). Θα είναι κατά πάσα πιθανότητα ο επόμενος πρόεδρος της Δημοκρατίας το 2019, ενώ αυτή τη στιγμή ασκεί καθήκοντα μεταβατικού προέδρου της Δημοκρατίας μετά τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Τζέικομπ Ζούμα για λόγους διαφθοράς, στις 14 του περασμένου Φεβρουαρίου. Η ταραχώδης πορεία του βετεράνου μαχητή κατά του απαρτχάιντ εξηγείται ευρύτερα από τους μηχανισμούς και την ιδιαίτερη πολιτική κουλτούρα του παλαιότερου πολιτικού κόμματος της Αφρικής. Σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού, μέλος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, το ANC είναι, όπως και το Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης της Αλγερίας (FLN) ή η Εθνική Πατριωτική Ένωση-Πατριωτικό Μέτωπο της Ζιμπάμπουε (ZANU-FP), ένα από τα παλαιά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που πέρασαν από το στάδιο του ένοπλου αγώνα πριν αναλάβουν την εξουσία. Παρά τις εσωτερικές εντάσεις, τα σκάνδαλα των τελευταίων ετών και τη μείωση των εκλογικών ποσοστών του από το 2014, αυτός ο πολυσύνθετος μηχανισμός, πιστός στους δημοκρατικούς κανόνες λειτουργίας του, εξακολουθεί να ελέγχει τα πάντα στη Νότια Αφρική (1).

Το ANC ιδρύθηκε το 1912, την εποχή της βρετανικής αποικιοκρατίας, για να αντισταθεί στην ιδιοποίηση των εδαφών που κατείχε η μαύρη πλειοψηφία του πληθυσμού, και διέσχισε τον 20ό αιώνα συνεχώς ανανεωνόμενο. Χάρισε στον μη δυτικό κόσμο το πρώτο του Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, πολύ πριν από τον Ντέσμοντ Τούτου (1984) και τον Νέλσον Μαντέλα (1993): το 1960 ο πρόεδρός του Άλμπερτ Λουτούλι, ειρηνιστής ιερέας Ζουλού, βραβεύτηκε μετά την πολύκροτη σφαγή στο Σάρπβιλ. Εξήντα εννέα άτομα, τα οποία διαδήλωναν κατά του «διαβατηρίου» («pass») που είχαν υποχρεωθεί να διαθέτουν οι μαύροι για να κυκλοφορούν στην πόλη, πυροβολήθηκαν εξ επαφής από την αστυνομία.

 

Αρνήθηκε να παίξει το φυλετικό χαρτί

Απαγορευμένο στον απόηχο του γεγονότος αυτού, ταυτόχρονα με το Παναφρικανικό Κογκρέσο (PAC) και με το Νοτιοαφρικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (SACP), το ANC, οπαδός της νομιμότητας και της μη βίας αρχικά, δεν πέρασε στον ένοπλο αγώνα παρά μόνο το 1961. Για πολλούς, αυτό σήμαινε παράνομη δράση και εξορία. Κάτω από τις εντολές του Όλιβερ Τάμπο, οι εξόριστοι οργανώνονται στη Λουσάκα της Ζάμπιας, όπου το κόμμα εγκαθιστά την έδρα του. Άλλοι αγωνίζονται στο εσωτερικό, όπως ο Σύριλ Ραμαφόζα και ολόκληρη η «χαμένη γενιά». Η τελευταία ρίχνεται στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ υπό τη σημαία του ANC και του ένοπλου βραχίονά του, μετά τις σχολικές εξεγέρσεις στο Σοβέτο, στις 16 Ιουνίου 1976, που καταπνίγηκαν στο αίμα. Οι αγωνιστές αυτοί συσπειρώνονται το 1983 υπό το λάβαρο του Ενιαίου Δημοκρατικού Μετώπου (UDF), του νόμιμου πολιτικού βραχίονα του ANC στο εσωτερικό της χώρας: σε αυτόν τον φορέα συμμετέχουν οι οργανώσεις, οι Εκκλησίες και τα συνδικάτα που δεν έχουν απαγορευθεί. Οι σχέσεις μεταξύ του UDF και τους εξόριστους του ANC είναι διαρκείς και οργανικές, σημαδεμένες όμως από καχυποψία: οι δεύτεροι θέλουν να διατηρήσουν τον έλεγχο και φτάνουν στο σημείο να διερωτηθούν μήπως ακόμα και ο ίδιος ο Μαντέλα πρόδωσε τον αγώνα όταν άρχισε να διαπραγματεύεται, μόνος στη φυλακή, με τους εθνικιστές Αφρικάνερ.Με το τέλος του απαρτχάιντ το 1991, το AΝC, στεφανωμένο με τη δόξα του πολύχρονου αγώνα και επωφελούμενο από το κύρος του Μαντέλα, του πρώτου εκλεγμένου μαύρου προέδρου στη νέα Νότια Αφρική, γίνεται ηγεμονικό. Κερδίζει τη μία εκλογή μετά την άλλη. Ο «σύντροφος» Μαντέλα το είχε εκμυστηρευθεί στα κοντινά του πρόσωπα, χωρίς ποτέ να το πει ανοικτά: θα προτιμούσε, αντί του Τάμπο Μπέκι, να τον διαδεχθεί ο Σύριλ Ραμαφόζα μετά τη λήξη της μοναδικής προεδρικής θητείας του το 1999. Την περίοδο 1982-1992, αυτός ο νομικός, γιος αστυνομικού, μεγαλωμένος στο Σοβέτο, είχε μετατρέψει το Εθνικό Συνδικάτο Μεταλλωρύχων (NUM) σε μια οργάνωση με περισσότερα από 30.000 μέλη. Απαράμιλλος διαπραγματευτής, είχε αποδείξει την αξία του στις πολύ δύσκολες συνομιλίες με το Εθνικό Κόμμα του Φρεντερίκ Ντε Κλερκ για τη μετάβαση στη μετά το απαρτχάιντ εποχή. Για τον Μαντέλα, παρουσίαζε επίσης το πλεονέκτημα να ανήκει σε μια εθνική μειονότητα του βορρά της Νότιας Αφρικής, στους Βέντα. Έτσι, η επιλογή αυτή θα έλυνε, παρακάμπτοντάς το, το ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ Ζουλού και Κόσα, των δύο κυρίαρχων πληθυσμιακών ομάδων (περίπου 20% του πληθυσμού κάθε μία). Επρόκειτο για ένα λεπτό πολιτικό θέμα, δεδομένης της άρνησης του ANC να παίξει το φυλετικό χαρτί που είχε εκμεταλλευτεί στο έπακρο το καθεστώς του απαρτχάιντ: για να διχάσουν τη μαύρη πλειοψηφία, οι κυβερνώντες έδιναν μεγάλη προβολή στα βίαια επεισόδια ανάμεσα στους εθνικιστές Ζουλού του Κόμματος Ινκάθα για την Ελευθερία (IFP) και στα μέλη του ANC, επεισόδια που σημάδεψαν όλη τη διαδικασία μετάβασης (1990-1994).

Ο Ραμαφόζα απειλούσε εκείνο που περιγραφόταν με συγκαλυμμένο τρόπο, στους διαδρόμους του ANC, ως «Κόσα Νόστρα» –δηλαδή την επιρροή των Κόσα, της εθνότητας του Μαντέλα, του Τάμπο και του Γουόλτερ Σισούλου στον μηχανισμό του κόμματος. Ιστορικά, αυτή η κυριαρχία συνδέεται με την ύπαρξη του πανεπιστημίου Φορτ Χερ στην περιοχή των Κόσα (το πρώην Τράνσκεϊ, στη σημερινή επαρχία του Ανατολικού Ακρωτηρίου). Το βρετανικό ίδρυμα, θέλοντας να εκπαιδεύσει μαύρα διοικητικά στελέχη δημιούργησε, άθελά του, ήρωες της ελευθερίας στο νότιο τμήμα της αφρικανικής ηπείρου, όπως ο Μαντέλα, αλλά και ο Κένεθ Καούντα (Ζάμπια) ή ο Ρόμπερτ Μουγκάμπε (Ζιμπάμπουε). Ως ινζίλε, αγωνιστής στο εσωτερικό που παρέμεινε στη Νότια Αφρική για να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο το ρατσιστικό καθεστώς, ο Ραμαφόζα αψηφούσε επίσης το λιγότερο πολυπληθές στρατόπεδο των «εξόριστων».

Αποφεύγοντας κάθε αυταρχισμό, ο Μαντέλα είχε αρκεστεί να παρακολουθεί τα κονταροκτυπήματα μεταξύ των υποψήφιων διαδόχων του. Γνώστης των μυστικών του κόμματος και με εξαιρετικές ικανότητες τακτικισμού και ελιγμών, ο Μπέκι ανέλαβε το 1994 την αντιπροεδρία του ANC –και της χώρας. Ο Ραμαφόζα είχε τότε αποστασιοποιηθεί από την πολιτική και είχε στρέψει το ταλέντο του στις επιχειρήσεις, παραμένοντας ταυτόχρονα ένα από τα λιγότερο ομιλητικά αλλά πιο δημοφιλή μέλη της εθνικής εκτελεστικής επιτροπής, του ανώτατου οργάνου λήψης αποφάσεων του ANC, που απαριθμεί 86 μέλη, εκ των οποίων το ήμισυ σύμφωνα με το καταστατικό οφείλει να αποτελείται από γυναίκες.

Ένας άγραφος κανόνας απαιτεί ένας υποψήφιος πρόεδρος να έχει ανέλθει διαδοχικά τις εξής βαθμίδες εξουσίας: εκλογή από τη βάση στην αντιπροεδρία του ANC, η οποία ακολουθείται αυτόματα από διορισμό στην αντιπροεδρία της Δημοκρατίας, κατόπιν επιβεβαίωση της πολιτικής ανέλιξης μέσω της εκλογής στην προεδρία του κόμματος από το συνέδριό του που συγκαλείται ανά πενταετία και το οποίο, από το 1997, συγκαλείται δύο χρόνια πριν από τις βουλευτικές εκλογές. Εν συνεχεία, ο πρόεδρος του κόμματος εκλέγεται πρόεδρος της Δημοκρατίας από το Κοινοβούλιο, όπου το ANC διαθέτει τη συντριπτική πλειοψηφία από το 1994. Αυτό το σύστημα, θεσπισμένο από τον Μαντέλα, προσφέρει ταυτόχρονα προβολή και εμπειρία στον ορισθέντα υποψήφιο (2).

Όμως, στον αγώνα του για την εξουσία, ο Μπέκι έκανε μια επιλογή που είχε σοβαρές συνέπειες. Το 1997, έχρισε τον Ζούμα, πρώην επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του ένοπλου βραχίονα του ANC, προεπιλεγμένο αντιπρόεδρό του ώστε να μπορέσει να αποκλείσει αποτελεσματικότερα ορισμένους περισσότερο αξιόπιστους υποψηφίους για την προεδρία. Κατόπιν, μετά την επανεκλογή του το 2004, για μια δεύτερη προεδρική θητεία, και τρία χρόνια πριν από το συνέδριο του κόμματος, προγραμματισμένο για το τέλος του 2007, άνοιξε τους «φακέλους». Το 2005 κατατέθηκε μήνυση για διαφθορά κατά του Ζούμα, για δωροδοκία κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης επικερδών εξοπλιστικών συμβολαίων το 1998. Το 2006, μια δίκη για βιασμό, μετά από καταγγελία που κατέθεσε μια νεαρή γυναίκα, «φίλη της οικογένειας» του Ζούμα, παρουσιάστηκε από τον κατηγορούμενο σαν ακόμη μία πολιτική μηχανορραφία.

Στο συνέδριο του ANC στο Πολοκουάνε το 2007, που διεξήχθη σε πολύ τεταμένο κλίμα, τα στρατόπεδα του Ζούμα και του Μπέκι βρέθηκαν να αντιμάχονται για ζητήματα ταυτόχρονα προσωπικά και πολιτικά. Επιστρατεύοντας τα τραγούδια του αγώνα κατά του απαρτχάιντ, ο Ζούμα επιδόθηκε σε άκρατο λαϊκισμό προκειμένου να διαφοροποιηθεί από τον Μπέκι, που θεωρούνταν πολύ εξευγενισμένος και απόμακρος απέναντι στον λαό. Πόνταρε επίσης πολύ στην απογοήτευση της αριστερής πτέρυγας του κόμματος απέναντι στην εκκόλαψη μιας μαύρης αστικής τάξης, συνδεδεμένης με την εξουσία και τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση της χώρας –σε μια συγκυρία οικονομικής ανάπτυξης, συνοδευόμενης ωστόσο από επίμονη ανεργία (27% του ενεργού πληθυσμού) και φτώχεια (42% του πληθυσμού). H αναμέτρηση έληξε με τη νίκη του Ζούμα, υποστηριγμένου από ένα ευρύ κίνημα που αποκλήθηκε «Οι Φίλοι του JZ». Το κίνημα αυτό είχε συσπειρώσει τους απογοητευμένους της «ταμποκρατίας», την αριστερή πτέρυγα του ANC, προσηλωμένη σε ένα σοσιαλιστικό ιδεώδες ανακατανομής του πλούτου, και τους ψηφοφόρους που είχαν γοητευτεί από τις ακλόνητες υποσχέσεις του περί δημιουργίας μισού εκατομμυρίου θέσεων εργασίας. Δεσμεύσεις που δεν τηρήθηκαν, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, στα τέλη του 2008, αλλά και της προχειρότητας στη διαχείριση των υποθέσεων της χώρας από τον Ζούμα, όπως και της διαφθοράς, που είχε καταστεί ενδημική. Η μόνη αναδυόμενη αγορά στην αφρικανική ήπειρο από το 2015 υποβαθμίστηκε από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης λόγω των «αρνητικών» προοπτικών της. Στη διαρκή υποτίμηση του ραντ, του εθνικού νομίσματος, το 2017 προστέθηκε η ύφεση.

Τον Δεκέμβριο του 2017, το μέλλον της Νότιας Αφρικής διακυβεύθηκε ακόμα μία φορά στο συνέδριο του ANC –και πουθενά αλλού. Μια διαφορά 179 ψήφων επί 4.078 έδωσε το προβάδισμα στον Ραμαφόζα έναντι της Νκοσαζάνα Ντλαμίνι-Ζούμα, πρώην συζύγου η οποία συνεχίζει να διατηρεί στενές σχέσεις με τον Ζούμα, πρώην υπουργού και πρώην προέδρου της Επιτροπής της Αφρικανικής Ένωσης. Ο Ραμαφόζα, του οποίου το πρόγραμμα μπορεί να συνοψιστεί σε λίγες λέξεις, «επιστροφή στις πρωταρχικές αξίες των ιδρυτών του ANC», μακριά από τη διαφθορά, τις κλίκες και τον λαϊκισμό του καθεστώτος Ζούμα, έβαλε τέλος στις ανησυχίες των Νοτιοαφρικανών αναφορικά με την προβλεπόμενη ατιμωρησία του απερχόμενου προέδρου σε περίπτωση νίκης της πρώην συζύγου του στις εκλογές. Οι αξίες αυτές διαπνέουν τη Χάρτα της Ελευθερίας που υιοθετήθηκε το 1955 από όλους όσους αντιτάσσονταν εκείνη την εποχή στο καθεστώς: τρεις χιλιάδες εκπροσώπους, εκ των οποίων τριακόσιοι Ινδοί, διακόσιοι μιγάδες και μία εκατοστή Λευκοί. Τότε το ANC δεν ήταν παρά ένας από τους υπογράφοντες, στη συνέχεια όμως την μετέτρεψε σε πολιτικό πρόγραμμά του. Αυτό το ιδρυτικό κείμενο εμπεριέχει ένα συγκεκριμένο ιδανικό: την καθολική ψηφοφορία, την ισότητα ευκαιριών και την πολυφυλετική δημοκρατία, για τις οποίες αρκετές γενιές Νοτιοαφρικανών έκαναν τεράστιες θυσίες ώστε να είναι αδύνατον να τις ξεχάσουν τόσο γρήγορα.

Με το τέλος του απαρτχάιντ, το ANC μετατράπηκε σε μαζικό κόμμα που αριθμεί σήμερα 700.000 μέλη και παραμένει το χωνευτήρι των σημαντικότερων πολιτικών δυναμικών στη Νότια Αφρική. Με την ιστορική νομιμότητα που διαθέτει, αποτελεί ένα εχέγγυο σταθερότητας για μια από τις νεότερες αφρικανικές δημοκρατίες και, ταυτόχρονα, την κύρια αδυναμία της εξαιτίας της ηγεμονίας του. Οι ηγέτες του, που είναι συγχρόνως υπουργοί και κυβερνήτες επαρχιών, έχουν το πάνω χέρι στους διορισμούς σε όλες τις υψηλές θέσεις –μέχρι και στον ιδιωτικό τομέα– και στις δημόσιες συμβάσεις. Οι παρεκτροπές του ενδέχεται λοιπόν να παρασύρουν ολόκληρη τη χώρα.

Παρά τα σκάνδαλα και πολλές επεισοδιακές συνεδριάσεις της εθνικής εκτελεστικής επιτροπής, ο αρχηγός του κράτους απολάμβανε για μεγάλο χρονικό διάστημα την υποστήριξη του μηχανισμού του κόμματος, το οποίο ήλεγχε εκ των έσω, προπαντός στο «φέουδό» του τού Κουαζούλου-Νατάλ. Στην πολιτική κουλτούρα του ANC, ο «οργανισμός», όπως το αποκαλούν οι οπαδοί του, είναι σημαντικότερος από τα άτομα. Εκείνο που την εποχή του απαρτχάιντ αποτελούσε ζωτική ανάγκη, να αντισταθεί το κίνημα στην καταστολή, του επέτρεψε να επιζήσει ανεξάρτητα από τους ηγέτες του, παράγοντας συνεχώς νέους αρχηγούς μέσα από τους «βραχίονές» του (το αντίστοιχο των κομματικών οργανώσεων βάσης). Τα χαρτιά ξαναμοιράζονται σε κάθε συνέδριο. Η οριακή εκλογή του Ραμαφόζα στην προεδρία του ANC από τους εκπροσώπους των «βραχιόνων» του μπορεί να ερμηνευθεί, σύμφωνα με τον Νοτιοαφρικανό πολιτικό επιστήμονα Γουίλιαμ Γκουμέντε, σαν «μια κινητοποίηση της βάσης ώστε να σωθεί ό,τι ακόμα μπορεί να σωθεί».

 

Ανταγωνισμοί και διασπάσεις

Πράγματι, το κόμμα εξέρχεται λαβωμένο από τις εποχές Μπέκι και Ζούμα, η παραίτηση του οποίου δεν επετεύχθη παρά μόνο μετά από οκτώ προτάσεις μομφής του Κοινοβουλίου από το 2015. Τα ποσοστά του άρχισαν να μειώνονται, περνώντας από το 65,9% του 2009 στο 62,15% του 2014, κατόπιν σε λιγότερο από 54% στις δημοτικές εκλογές του Αυγούστου του 2016. Η απώλεια τριών μεγάλων πόλεων (Γιοχάνεσμπουργκ, Πρετόρια και Πορτ Ελίζαμπεθ) ήχησε ως αυστηρή προειδοποίηση για το AΝC.

Ο ανταγωνισμός της αντιπολίτευσης γίνεται ολοένα εντονότερος. Στην Κεντροδεξιά, η Δημοκρατική Συμμαχία (22,23% των ψήφων το 2014 και 26,89% το 2016) είναι ένας σχηματισμός αποτελούμενος κυρίως από λευκούς και μιγάδες, ο οποίος βρίσκεται σε διαδικασία αποφυλετικοποίησης. Από το 2015 ηγείται ένας νεαρός μαύρος, ο Μμούσι Μαϊμάνε. Συγκεντρώνει οπαδούς υποσχόμενη να κάνει εκείνο που δεν κατάφερε το ANC: να παλέψει ενάντια στις ανισότητες και να αναδιανείμει τον πλούτο, καθώς τα μαύρα νοικοκυριά κερδίζουν περίπου έξι φορές λιγότερο (6.600 ευρώ κατά μέσο όρο ετησίως σύμφωνα με το Νοτιοαφρικανικό Ινστιτούτο Στατιστικής) από τα λευκά (36.500 ευρώ). Στην Αριστερά, οι Αγωνιστές για την Οικονομική Ελευθερία (EFF), ένα κόμμα που ιδρύθηκε το 2013 από τον διαφωνούντα και αποχωρήσαντα από το ANC Τζούλιους Μαλέμα (6,35% των ψήφων το 2014 και 8,19% το 2016), απαιτούν την κρατικοποίηση των ορυχείων –7% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ)– και την απαλλοτρίωση περίπου πενήντα χιλιάδων αγροκτημάτων ιδιοκτησίας λευκών (η γεωργία αντιπροσωπεύει το 2,5% του ΑΕΠ), κατά το πρότυπο της Ζιμπάμπουε του Μουγκάμπε.

Επίσης, το ANC κλυδωνίζεται από ισχυρές εσωτερικές εντάσεις. Το μεγάλο συνδικάτο των μεταλλουργών (NUMSA), που αποκλείστηκε το 2014 από το Κογκρέσο των Νοτιοαφρικανικών Συνδικάτων (COSATU, ιστορικός σύμμαχος του ANC), λόγω της σφοδρής κριτικής του απέναντι στην εξουσία, απειλεί να ιδρύσει ένα ανεξάρτητο κόμμα εργατών.

Προωθημένος στη θέση του μεταβατικού προέδρου μετά τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Ζούμα, αποκηρυγμένου πλέον από το κόμμα του, ο Ραμαφόζα, πρώην συνδικαλιστής ηγέτης και κύριος μέτοχος των ΜακΝτόναλντς της Νότιας Αφρικής, καλείται να συσπειρώσει με επίκεντρο το σύνθημα «Μια καλύτερη ζωή για όλους», το οποίο ακούγεται κάπως κούφιο. Υπόσχεται, μεταξύ άλλων, δωρεάν σχολεία για τα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα μικρότερο από 22.800 ευρώ, την αποτελεσματική αναδιανομή της γης, τη δημιουργία μιας εξεταστικής επιτροπής για τη διαφθορά και μια φιλελεύθερη οικονομική πολιτική, σχεδιασμένη για να προσελκύσει επενδύσεις και να επανεκκινήσει την ανάπτυξη. Εν τούτοις, μακροπρόθεσμα, το μέλλον παραμένει αβέβαιο, καθώς το ANC δεν σηματοδότησε την ξεκάθαρη ρήξη με τη δεκαετία Ζούμα. Εξέλεξε μάλιστα αντιπρόεδρο τον ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο πενηνταεπτάχρονο Ντέιβιντ Μαμπούζα, που διορίστηκε κυβερνήτης της επαρχίας Μπουμαλάνγκα σαν ανταπόδοση για τη στήριξη που προσέφερε στον Ζούμα το 2009. Αξίζει να παρακολουθήσουμε την πορεία του, καθώς και αυτός επίσης κατηγορείται για διαφθορά, ενώ επιπλέον υπάρχουν και υποψίες για ανάμειξή του σε πολιτικές δολοφονίες.

 

(1) Βλ. «L’Afrique du Sud lassée de ses libérateurs», Le Monde doplomatique, Ιούνιος 2017

(2) Πρβ. Raphaël Porteilla, Judith Hayem, Marianne Séverin και Pierre-Paul Dika (επιμ.), «Afrique du Sud. Vingt ans de démocratie contrastée», L’Harmattan, συλλ. «Études africaines», Παρίσι, 2016.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο