Μπορούμε να καταπολεμήσουμε την ολιγαρχική εκτροπή

Έχει περάσει περισσότερο από ένας αιώνας από την έκδοση του κλασικού δοκιμίου του Ρόμπερτ Μίκελς «Τα πολιτικά κόμματα». Ωστόσο, το ερώτημα που έθετε στο έργο του εξακολουθεί να είναι επίκαιρο: είναι, άραγε, οι δημοκρατικές κοινωνίες μας καταδικασμένες να υφίστανται την κυριαρχία των εκλεγμένων ηγετών τους πάνω σε αυτούς που τους έχουν εκλέξει;

Ήδη από την αρχή του δοκιμίου του «Τα πολιτικά κόμματα» (1), ο Ρόμπερτ Μίκελς αποκλείει ταυτόχρονα, τόσο την υπόθεση μιας άμεσης κυβέρνησης του λαού, όσο και κάθε σχέδιο το οποίο θα μπορούσε να στηρίζεται στην αυθόρμητη κινητοποίηση των μαζών. Στις σύγχρονες κοινωνίες, ο λαός συμμετέχει στη δημόσια ζωή μέσα από τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Κι η εργατική τάξη, αν θέλει να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της, οφείλει να οργανωθεί σε κόμματα και σε συνδικάτα. Το παράδοξο συνίσταται στο γεγονός ότι, παρότι η οργάνωση αποτελεί μια αναγκαιότητα, εντούτοις διαιρεί «κάθε κόμμα και κάθε συνδικάτο σε μια ηγετική μειονότητα και σε μια πλειονότητα η οποία υφίσταται τις επιλογές της ηγεσίας». Με άλλα λόγια, «όποιος μιλάει για οργάνωση, μιλάει για την τάση για ολιγαρχία». Αυτό ακριβώς το πρόβλημα αποτελεί την κεντρική ιδέα του έργου και ο συγγραφέας του αποπειράται να κατανοήσει τόσο τις αιτίες του όσο και τις συνέπειές του.

Η ιδιαιτερότητα της ανάλυσης που προτείνει συνίσταται στο γεγονός ότι τροφοδοτείται από την εμπειρία και τις παρατηρήσεις του Μίκελς. Γεννήθηκε στην Κολονία, το 1876, σε μια εύπορη οικογένεια και εντάχτηκε πολύ νωρίς στους κόλπους του πανίσχυρου τότε Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), για να γίνει στη συνέχεια συγγραφέας, πολιτικός και πανεπιστημιακός στην Ελβετία και στη συνέχεια στην Ιταλία. Κοσμοπολίτης νεαρός διανοούμενος, σύχναζε στους σοσιαλιστικούς κύκλους της Γαλλίας και του Βελγίου, και η γνώση του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος διαποτίζει ολόκληρο το έργο του.

Ο Μίκελς προσπαθεί να μην αφήσει την ανάλυσή του να επηρεαστεί από ηθικές κρίσεις και συναισθηματισμούς: δεν αγνοεί το γεγονός ότι η σχεδόν στρατιωτικού τύπου λειτουργία των οργανώσεων των εργατών οφείλεται στην επιτακτική ανάγκη να δημιουργηθούν δομές οι οποίες να είναι σε θέση να δώσουν μάχη έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν την άγρια καταστολή στην οποία προσφεύγει η αστική τάξη. Όπως παρατηρεί ωστόσο, ακόμα κι όταν αυτές οι οργανώσεις αναπτύσσονται κι ενσωματώνονται περισσότερο μέσα στην κοινωνία –όπως, για παράδειγμα, το SPD- οι αυταρχικές μέθοδοί τους δεν υποχωρούν.

Η πρώτη εξήγηση στην οποία καταφεύγει ο συγγραφέας συνίσταται στην εξειδίκευση των καθηκόντων που συνεπάγεται ο καταμερισμός της εργασίας: όσο περισσότερο επεκτείνεται η οργάνωση, τόσο περισσότερο πολύπλοκη υπόθεση καθίσταται η διοίκησή της και τόσο λιγότερο εφικτή γίνεται η άσκηση του δημοκρατικού ελέγχου. Το έργο της πολιτικής κινητοποίησης –και στη συνέχεια η καθημερινή λειτουργία- απαιτεί ένα προσωπικό το οποίο θα είναι αφοσιωμένο στα διοικητικά ή στα ηγετικά καθήκοντα. Αναπόφευκτα, αυτό το προσωπικό αποκτάει εξειδικευμένες γνώσεις –για παράδειγμα, στους τομείς του Δικαίου ή της οικονομίας- καθώς και μια ιδιαίτερη τεχνογνωσία (συγγραφή πολιτικών λόγων, σύνταξη προπαγανδιστικών κειμένων κ.λπ.), οι οποίες δεν είναι αυτονόητες για τον καθένα. Έτσι, εξηγείται ο σημαντικός ρόλος που διαδραματίζουν οι διανοούμενοι μέσα στα εργατικά κινήματα: «Μονάχα ο σοσιαλιστής που έχει αστική καταγωγή διαθέτει αυτό που λείπει απόλυτα από το προλεταριάτο: τον χρόνο και τα μέσα για να αναλάβει την πολιτική εκπαίδευση του προλεταριάτου, την άνεση κινήσεων να μετακινείται από τον ένα τόπο στον άλλο, την οικονομική ανεξαρτησία χωρίς την οποία είναι αδιανόητη η άσκηση πολιτικής δράσης με την πραγματική έννοια του όρου».

Ο Μίκελς διανθίζει την ανάλυσή του με ψυχολογικού τύπου επιχειρήματα για την ανάγκη των μαζών να καθοδηγούνται από ηγέτες ή για την τάση των εκπροσώπων τους να θεωρούν ότι η εντολή αντιπροσώπευσης που έχουν λάβει έχει ισόβιο χαρακτήρα. Ωστόσο, τα θεμέλια της ανάλυσής του στηρίζονται στην κοινωνιολογία. Οι πολιτικές ιδέες και τα γούστα των ατόμων καθορίζονται από τις κοινωνικές καταβολές τους και από τις συνθήκες ζωής τους. Όσο κι αν ένας δημοσιογράφος είναι αφοσιωμένος στην υπόθεση του προλεταριάτου, δεν παύει να μην έχει την ίδια εμπειρία και αντίληψη για τον κόσμο με εκείνη που έχει σχηματίσει ένας εργάτης στη μεταλλουργία.

Βέβαια, το προλεταριάτο χρειάζεται τους αποστάτες της αστικής τάξης. Αλλά έχει εξίσου ανάγκη να εκπαιδεύσει και να προωθήσει στην ηγεσία των κομμάτων που το αντιπροσωπεύουν άτομα τα οποία να προέρχονται από τους κόλπους της ίδιας της εργατικής τάξης. Βέβαια, όσο κι αν ορισμένα στελέχη του κόμματος κατάγονται από τις λαϊκές τάξεις, ενδέχεται να απομακρυνθούν από τον κόσμο της εργασίας και από όλα τα προβλήματα και τα ζητήματα που απασχολούν τη βάση των μελών του. Όταν περιγράφει μια γραφειοκρατία που έχει την τάση να υιοθετεί μικροαστικό τρόπο ζωής και να υπερασπίζεται θέσεις υπερβολικά μετριοπαθείς για τα γούστα του, ο Μίκελς κάνει έναν άμεσο υπαινιγμό για το SPD.

Για τους γραφειοκράτες που οφείλουν τα πάντα στην οργάνωση, το κόμμα παύει να είναι ένα μέσο και μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Έτσι, ολόκληρη η στρατηγική του κόμματος υποτάσσεται στην επίτευξη εκλογικών θριάμβων και στην κατάκτηση θέσεων εξουσίας στους κόλπους των κατεστημένων θεσμών. Ο Μίκελς προβαίνει σε κριτική δίχως περιστροφές: «Στο βαθμό που αυξάνεται η ανάγκη τους για ησυχία, τα επαναστατικά νύχια του κόμματος ατροφούν και μετατρέπεται σε ένα κόμμα εντελώς συντηρητικό, το οποίο συνεχίζει (καθώς το αποτέλεσμα εξακολουθεί να επιζεί της αιτίας) να χρησιμοποιεί την επαναστατική φρασεολογία του, χωρίς όμως η πρακτική του να αντιστοιχεί σε κάτι περισσότερο από ένα συνηθισμένο κόμμα της αντιπολίτευσης». Από τη μία πλευρά, οι αρχηγοί του κόμματος καλούν καθημερινά σε επανάσταση, τη στιγμή που η πολιτική πρακτική τους ενορχηστρώνει τη ρουτίνα και τους συμβιβασμούς.

Στο τέλος του έργου του, ο Μίκελς προχωράει στη γενίκευση της επιχειρηματολογίας του, στην οποία επικρατούν τόνοι μεγαλύτερης απαισιοδοξίας. Επηρεασμένος από συντηρητικούς συγγραφείς, όπως ο Γκαετάνο Μόσκα (2), διατυπώνει τον «ατσάλινο νόμο της ολιγαρχίας», σύμφωνα με τον οποίο καθίσταται αναπόφευκτη η κυριαρχία των εκλεγμένων πάνω στη βάση που τους εξέλεξε, των αιρετών εκπροσώπων πάνω στους εντολοδότες τους, της ελίτ πάνω στις μάζες. «Η κυβέρνηση, ή αν προτιμάτε το κράτος, δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από την οργάνωση την οποία συγκροτεί μια μειονότητα», η οποία επιβάλλει στην υπόλοιπη κοινωνία μια τάξη πραγμάτων που ανταποκρίνεται στα συμφέροντά της. Ενώ οι ηγετικές ομάδες αντιπαρατίθενται μεταξύ τους για την άσκηση της εξουσίας, οι λαϊκές τάξεις παραμένουν θεατές αυτής της αντιπαράθεσης και καλούνται απλά να συμμετάσχουν σποραδικά σε οτιδήποτε αφορά την κατάληψη της εξουσίας, είτε μέσα από τις κάλπες, είτε κατεβαίνοντας στο δρόμο.

Παρόμοια εικόνα για τα πράγματα, η οποία φαίνεται να βάζει μια ταφόπλακα σε κάθε πρόγραμμα κοινωνικής χειραφέτησης, ενδείκνυται πολύ εύκολα για συντηρητικές αναγνώσεις και ερμηνείες. Εξάλλου, ο Αμερικανός οικονομολόγος Άλμπερτ Χίρσμαν πραγματοποιεί αναφορά σε αυτό το έργο, για να περιγράψει την αντιδραστική τάση της ρητορικής που ισχυρίζεται ότι κάθε δράση που επιθυμεί να αλλάξει τον κόσμο είναι καταδικασμένη. Την αποκαλεί μάλιστα «φαινόμενο της ματαιότητας» (3).

Κάποιοι άλλοι δεν παρέλειψαν να επισημάνουν ότι ο Μίκελς, ο οποίος πέθανε το 1936, έκανε μια σχεδόν προφητική ανάλυση για τη λειτουργία των κομμουνιστικών κομμάτων και των Λαϊκών Δημοκρατιών που δημιουργήθηκαν με πρωτοβουλία της Σοβιετικής Ένωσης. Βέβαια, μπορεί απλούστατα να θεωρηθεί ως ένας απογοητευμένος οπαδός της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: πράγματι, το 1924, ο Μίκελς προσχώρησε στο φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι.

Ωστόσο, την εποχή που γράφηκε το συγκεκριμένο έργο –δηλαδή πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο- ο συγγραφέας διάκειται φιλικά προς τον επαναστατικό συνδικαλισμό, ο οποίος φιλοδοξεί, αφενός, να δώσει νέα πνοή στον σοσιαλισμό και, αφετέρου, να προσφέρει μια λύση απέναντι στην τάση αναμονής που κρατούν τα πολιτικά κόμματα. Σε κάθε περίπτωση, δεν επιδιώκει να απορρίψει τον σοσιαλισμό, κι αυτή η κριτική ευαισθησία αποτελεί το επίκεντρο του προβληματισμού του.

Ο Μίκελς διευκρινίζει ξεκάθαρα ότι θα ήταν σφάλμα να συμπεράνουμε ότι πρέπει να παραιτηθούμε από την προσπάθεια να περιορίσουμε τις αυταρχικές τάσεις που αναπτύσσονται στους κόλπους των οργανώσεων. Κι αν έγραψε αυτό το δοκίμιο με «την πρόθεση να κατεδαφίσει ορισμένες από τις εύκολες και επιφανειακές αυταπάτες περί δημοκρατίας», στόχος του ήταν να προσεγγιστεί αυτό το ζήτημα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μετωπικά. Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει –κατά τη γνώμη του- στην περίπτωση των ηγεσιών των κομμάτων ή των εργατικών συνδικάτων, οι οποίες αντιμετωπίζουν τον γραφειοκρατικό αυταρχισμό ως έναν «ελαφρό αταβισμό» από τον οποίο θα απαλλαχθούν μόλις ανέλθουν στην εξουσία.

Αν και δεν υπάρχει καμία έτοιμη λύση για το πρόβλημα, η ιστορία του εργατικού κινήματος είναι πλούσια σε μάχες που δόθηκαν για την ενεργό συμμετοχή των λαϊκών τάξεων στους αγώνες και για την αμφισβήτηση του συγκεντρωτισμού της πολιτικής εξουσίας. Όλα αυτά οδηγούσαν τον Μίκελς να πιστεύει στην πολιτική εκπαίδευση, η οποία επιτρέπει «την ενδυνάμωση μέσα στο άτομο της διανοητικής ικανότητας για κριτική και για έλεγχο».

  1. Robert Michels, «Zur Soziologie des Parteiwesens in der modernen Demokratie, Untersuchungen über die oligarchischen Tendenzen des Gruppenlebens», εκδόσεις Werner Klinkhardt, Λειψία, 1911. Περιλαμβάνεται στον τόμο «Οι κλασσικοί της κοινωνιολογίας», εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2010.
  2. Ιταλός πολιτικός επιστήμονας (1858-1941), ο οποίος θεωρείται «πατέρας» της ελιτίστικης θεωρίας, σύμφωνα με την οποία η εξουσία ασκείται πάντα από μια οργανωμένη μειοψηφία, ακόμα και στο πλαίσιο των δημοκρατιών.
  3. Albert Hirschman, «Deux Siècles de rhétorique réactionnaire», Fayard, Παρίσι, 1991.

* Ο Antoine Schwartz είναι συγγραφέας, από κοινού με τον François Denord, του «L’Europe sociale n’aura pas lieu», Raisons d’agir, Παρίσι, 2009.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Συγγραφέας, από κοινού με τον François Denord, του «L’Europe sociale n’aura pas lieu», Raisons d’agir, Παρίσι, 2009.