Με τον Τομά Πικετί, το κεφάλαιο δεν κινδυνεύει τον 21ο αιώνα

Ένα ογκώδες και απαιτητικό οικονομικό βιβλίο δεν είναι δυνατόν να πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη, στην Κίνα, εάν δεν έχει κατορθώσει να συλλάβει το πνεύμα της εποχής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του έργου του Τομά Πικετί «Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα», το οποίο είναι αφιερωμένο στην έντονη αύξηση των ανισοτήτων. Μήπως, όμως, τόσο η ανάλυση όσο και η λύση που προτείνονται στο βιβλίο αποτελούν ένα χαρακτηριστικό δείγμα του μυωπικού βλέμματος με το οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο της οικονομίας;

Η παγκόσμια φήμη που διαθέτει ο Τομά Πικετί δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να μην του τεθούν ορισμένες πολιτικές ερωτήσεις. Και μάλιστα, για να είμαστε ακριβέστεροι, ερωτήσεις που να αφορούν τη διανοητική και την πολιτική απάτη, αξεδιάλυτα συνυφασμένες μεταξύ τους. Ερωτήσεις για τις οποίες η ασφαλέστερη –έμμεση- ένδειξη που διαθέτουμε συνίσταται στην πρωτοφανή ομόφωνη εξύμνηση του βιβλίου από τα μέσα ενημέρωσης, πράγμα που εγγυάται ότι αυτό το έργο είναι απολύτως ακίνδυνο. Εξάλλου, αυτό ισχύει για οτιδήποτε επιλέξουν να προβάλλουν με μεγάλη θέρμη τα κορυφαία μέσα ενημέρωσης. Θα έπρεπε στ’ αλήθεια «να έχουν αλλάξει τα θεμέλια του κόσμου μας» για να συμπέσουν οι ύμνοι μέσων ενημέρωσης όπως η «Libération», ο «Nouvel Observateur», η «Le Monde», η «L’Expansion», καθώς κι η «New York Times», η «Washington Post», αλλά και πολλών άλλων ΜΜΕ, σε οποιοδήποτε ζήτημα θα μπορούσε να αποδειχθεί ενοχλητικό για την κατεστημένη τάξη πραγμάτων. Πιθανότατα λόγω της χαρακτηριστικής -κι ελάχιστα προοδευτικής- ιδιαίτερης υστεροβουλίας που τον χαρακτηρίζει, ο αγγλοσαξονικός οικονομικός Τύπος υπήρξε ο μόνος που δεν παρασύρθηκε στην υμνολογία. Οι «Financial Times» επιδόθηκαν καταρχάς σε μια έμμεση κριτική, επικεντρωμένη στην αμφισβήτηση ορισμένων στατιστικών στοιχείων του έργου, ενώ το Bloomberg παρουσίασε τον Πικετί σε εξώφυλλο-παρωδία της ιστορικής γαλλικής μουσικής εκπομπής «Salut les copains» που συνεχίζεται από το 1959, περιτριγυρισμένο από φλούο αστεράκια και ραγισμένες καρδιές, για να ειρωνευτεί και να σατιρίσει τη στάση του «Nouvel Observateur» και της «Le Monde» που φέρονται –με απόλυτη σοβαρότητα- σαν «γκρούπις» που τρέφουν απόλυτη και υστερική λατρεία για τον ροκ σταρ.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει όντως να αναγνωρίσουμε ότι το να αποκαλείς «Μαρξ του 21ου αιώνα» έναν συγγραφέα ο οποίος το μοναδικό πράγμα που αποτόλμησε ήταν να χρησιμοποιήσει ως τίτλο του βιβλίου του την λέξη «Το Κεφάλαιο», χωρίς μάλιστα –σύμφωνα με τη δική του ομολογία- να έχει διαβάσει ούτε μια γραμμή του Μαρξ γενικότερα και του «Κεφαλαίου» ειδικότερα, και χωρίς να έχει δημιουργήσει την παραμικρή θεωρία για τον καπιταλισμό ή το ελάχιστο σχέδιο για την αμφισβήτηση των θεμελίων στα οποία αυτός στηρίζεται, αποτελεί ένα κατόρθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα από έναν Τύπο ο οποίος θα ήταν θετικά προδιατεθειμένος κι έτοιμος να χαιρετήσει παρόμοιο «γεγονός» (1).

Από την άλλη πλευρά, οι άκριτοι πανηγυρικοί έπαινοι δεν θα έπρεπε να μας οδηγήσουν στο να παραγνωρίσουμε όλα τα θετικά στοιχεία που περιέχονται στο έργο. Δεν υπάρχει ούτε ένας σχολιαστής ο οποίος να μην εντυπωσιάστηκε από τον τεράστιο όγκο και την ποιότητα των στατιστικών στοιχείων του. Συμμεριζόμαστε τον θαυμασμό τους. Θα μπορούσαμε μάλιστα να θεωρήσουμε ότι η κυριότερη αρετή του βιβλίου του Πικετί βρίσκεται αλλού: στο γεγονός ότι πρόκειται για ένα… βιβλίο. Δηλαδή, για κάτι το οποίο έχουν απολύτως ξεμάθει να γράφουν οι οικονομολόγοι, στους οποίους έχει γίνει έμμονη ιδέα η αύξηση των δημοσιεύσεών τους στις επιστημονικές επιθεωρήσεις των πανεπιστημίων. Έχουν μάθει να υποτάσσονται στις προδιαγραφές των συγκεκριμένων εντύπων, οι οποίες επιβάλλουν τη σύνταξη πλήθους μικρών, τυποποιημένων κειμένων, εξαιρετικά εξειδικευμένων (σε βαθμό που να χάνεται πλέον το νόημά τους), τα οποία δεν ξεπερνούν τις δεκαπέντε σελίδες, το ελάχιστο μέγεθος που απαιτείται για τη δημοσίευσή τους σε. Όμως, το «Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» (2) αποτελεί το συμπέρασμα –που αναπτύσσεται σε χίλιες σελίδες- μιας πείσμονος προσπάθειας που διάρκεσε δεκαπέντε χρόνια. Αποδεικνύει, τέλος, ότι η χρησιμότητα των κοινωνικών επιστημών φτάνει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο όταν αυτές τροφοδοτούν τον πολιτικό διάλογο με στοιχεία ισχυρά τεκμηριωμένα.

Ωστόσο, όλες οι μεθοδολογικές αρετές του κόσμου δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν μια θεμελιώδη απάτη, η οποία μας τυφλώνει και περνάει απαρατήρητη επειδή ακριβώς προβλήθηκε στο πλέον περίοπτο σημείο, όπως ακριβώς συνέβη και στο «Κλεμμένο γράμμα» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, στον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου. Ο Πικετί μας λέει ότι θα μας μιλήσει για το κεφάλαιο. Γνωρίζει ότι κάποιος άλλος έχει γράψει πριν από αυτόν ένα βιβλίο με τον ίδιο τίτλο. Απ’ ό,τι φαίνεται, νομίζει ότι το γεγονός έχει ελάχιστη σημασία. Ωστόσο, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, αποδεικνύεται ότι, δυστυχώς, το γεγονός είναι πολύ σημαντικό. Αν πράγματι το επιθυμούμε, τίποτε δεν μας εμποδίζει να γράψουμε και να εκδώσουμε ένα βιβλίο τιτλοφορώντας το «Κριτική του καθαρού λόγου», όμως, το ζητούμενο είναι να ανταποκρίνεται όντως ο τίτλος στο περιεχόμενο του βιβλίου και να μην γράψουμε ένα βιβλίο για την φυτοπροστασία.

Τι είναι στ’ αλήθεια το κεφάλαιο; Το μόνο που μπορεί να κάνει ο Πικετί -ο οποίος «ποτέ δεν προσπάθησε να διαβάσει» (3) το «Κεφάλαιο»- είναι να μας δώσει έναν ορισμό ο οποίος να του προσδίδει μια εξαιρετικά επιφανειακή φύση: μονάχα την περιουσιακή. Γι’ αυτόν, το κεφάλαιο είναι το σύνολο της περιουσίας των ευπόρων. Για τον Μαρξ, το κεφάλαιο είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό: είναι ένας τρόπος παραγωγής, δηλαδή μια κοινωνική σχέση. Μια πολύπλοκη κοινωνική σχέση η οποία –κι εδώ βρίσκεται η καρδιά ολόκληρου του ζητήματος- στη νομισματική σχέση των απλά εμπορευματοποιημένων κοινωνιών προσθέτει τη μισθωτή σχέση που διαρθρώνεται γύρω από την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής καθώς και την εντυπωσιακή νομική ψευδαίσθηση περί «ελεύθερου εργαζόμενου», όταν ο εργαζόμενος στερείται οποιασδήποτε δυνατότητας να αναπαράγει ο ίδιος την υλική βάση της ύπαρξής του και, για να επιβιώσει, ρίχνεται στην αγορά εργασίας κι αναγκάζεται να «απασχοληθεί» και να θέσει τον εαυτό του κάτω από την εξουσία του εργοδότη, κάτω από μια σχέση ιεραρχικής εξάρτησης.

Αυτό είναι το κεφάλαιο, κι όχι μονάχα το hit-parade των βαθύπλουτων που καταρτίζει κάθε τόσο το περιοδικό «Fortune». Εάν το κεφάλαιο ειδωθεί κάτω από τη στενά περιουσιακή εκδοχή του, επηρεάζει αναμφίβολα τους συνηθισμένους ανθρώπους μέσα από το αισχρό θέαμα των ανισοτήτων που παρατηρούνται στην κατανομή του πλούτου. Εάν ειδωθεί ως τρόπος παραγωγής και ως κοινωνική σχέση –κυρίως ως μισθωτή σχέση- τους επηρεάζει πολύ βαθύτερα, μέσα από τους καταναγκασμούς τους οποίους στη ζωή τους, καθώς το οκτάωρο της εργασίας αποτελεί το ήμισυ της ημέρας -εάν αφαιρέσουμε βέβαια από αυτήν τον χρόνο του ύπνου. Έχω την αίσθηση ότι οι εργάτες της Continental, της Fralib, της Florange (4) κ.λπ., ενοχλούνται λιγότερο από την ξεδιάντροπη επίδειξη του πλούτου και περισσότερο από τη συντριβή της ύπαρξής τους και τη λεηλασία της από τους αδυσώπητους νόμους της χρηματοοικονομικής βέλτιστης αξιοποίησης του κεφαλαίου. Το ίδιο ισχύει και για όσους υποφέρουν σιωπηλά την τυραννία της παραγωγικότητας, το εξοντωτικό κυνήγι της αύξησης των δεικτών της κερδοφορίας, την απειλή που επικρέμαται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια τους [των μαζικών απολύσεων, της μεταφοράς της παραγωγικής δραστηριότητας σε χώρες με χαμηλότερο κόστος παραγωγής ή της φονικής εκ βάθρων αναδιοργάνωσης, όπως συνέβη στη France Télécom (5)], την εργασιακή επισφάλεια που τσακίζει την ψυχική ισορροπία, καθώς και τη γενικευμένη βία που επικρατεί στις εργασιακές σχέσεις. Στο «Κεφάλαιο» του Πικετί δεν θα βρούμε τον παραμικρό υπαινιγμό για όλα αυτά.

Η μορφή και η ένταση της σκλαβιάς, τις οποίες δυστυχώς ξεχνάει ο «Μαρξ του 21ου αιώνα», διαμορφώνονται από ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες κάτω από τις οποίες ο καπιταλισμός ανανεώνεται, δεδομένου ότι, πρακτικά, δεν υπάρχει τόσο «ο καπιταλισμός», «ένας καπιταλισμός», όσο η αλληλοδιαδοχή των ιστορικών επιτευγμάτων του. Και πρόκειται για αλληλουχίες των οποίων ο οικονομικός χαρακτήρας είναι αξεδιάλυτα συνυφασμένος με τον πολιτικό και οι οποίες στρέφουν κάθε φορά την πορεία του καπιταλισμού προς μια πρωτοφανή κατεύθυνση. Ωστόσο, τίποτε δεν έχει προετοιμάσει τον Πικετί να εξετάσει αυτήν την προοπτική, η οποία είναι εντούτοις η μόνη που θα μπορούσε να τον κάνει να αντιληφθεί τον καθαρά πολιτικό χαρακτήρα που κρύβεται μέσα στην ιστορική δυναμική του καπιταλισμού.

Ας ξεκινήσουμε από το πάθος του Πικετί για τις μακροπρόθεσμες τάσεις –χωρίς αμφιβολία κάτι το καλοδεχούμενο όταν γνωρίζει κανείς πόσο άσχετοι είναι συνήθως οι οικονομολόγοι όσον αφορά την Ιστορία- πάθος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παύει να δημιουργεί ορισμένα προβλήματα. Γιατί, εάν η εξέταση μιας μακροχρόνιας περιόδου (για παράδειγμα, μερικών δεκαετιών) αποτελεί μια προοπτική εύστοχη και πλούσια σε διδάγματα, η υπερβολικά μακρά περίοδος (η οποία δεν διστάζει να επεκταθεί ακόμα και σε χιλιετίες) είναι καταδικασμένη να οδηγήσει σε στατιστικά κατασκευάσματα που στερούνται ακόμα και του παραμικρού νοήματος και αποτελούν στην πραγματικότητα μνημειώδεις αναχρονισμούς. Χωρίς αμφιβολία, πρέπει να θεωρήσουμε το γράφημα «Ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου, μετά τη φορολόγηση, και ποσοστά οικονομικής μεγέθυνσης από την αρχαιότητα έως τις ημέρες μας» ως ένα καθαρό προϊόν της «οικονομικής σκέψης», μιας σκέψης η οποία δεν αμφιβάλλει για τίποτε. Προβαίνει ατάραχη σε παρόμοια εγχειρήματα, λες κι υπήρχαν στην αρχαιότητα –ή ακόμα και στον 18ο αιώνα- οι έννοιες του ΑΕΠ, του κεφαλαίου ή της απόδοσης του κεφαλαίου μετά φόρων! Πρόκειται για έναν κατ’ εξοχήν οικονομικό σολοικισμό που διαπράττεται από έναν οικονομολόγο που προβάλλει αναδρομικά στο παρελθόν πρόσφατες ιστορικές έννοιες, θεωρώντας τες οικουμενικές και αδυνατώντας να δει τον σύγχρονο χαρακτήρα τους και το γεγονός ότι στερούνται της παραμικρής οικουμενικής διάστασης. Έτσι, από υπερβολή σε υπερβολή –και μέσα από μια παράδοξη ειρωνεία της τύχης- τη στιγμή ακριβώς που ο οικονομολόγος μοιάζει να μεταμορφώνεται σε ιστορικό, ενδίδει απροειδοποίητα στον πειρασμό της εξέτασης μιας υπερβολικά μεγάλης περιόδου και αποδεικνύεται ότι αγνοεί σε μεγάλο βαθμό την Ιστορία και την πραγματική ιστορικότητα του αντικειμένου που εξετάζει.

Ωστόσο, η εξέταση μιας υπερβολικά μακράς περιόδου δεν παρουσιάζει μονάχα το μειονέκτημα του τεράστιου αναχρονισμού. Εγκυμονεί επίσης τον κίνδυνο της έκδηλης αποπολιτικοποίησης, καθώς οδηγεί στο να αντιμετωπίζονται γεγονότα που εκτυλίχθηκαν σε κλίμακα μερικών δεκαετιών ως αμελητέες διακυμάνσεις, εάν ειδωθούν μέσα από την οπτική των χιλιετιών. Όμως, η δεκαετία είναι το πλέον εύστοχο χρονικό διάστημα για την ανάλυση της πολιτικής δράσης, καθώς αποτελεί το μέτρο με το οποίο οι λαοί αξιολογούν τις συνθήκες ζωής τους και τη δυνατότητα να κάνουν κάτι για να τις βελτιώσουν. Αλλά όταν χρησιμοποιούμε ως σημείο αναφοράς και ως μέτρο σύγκρισης τη χιλιετή ιστορία, αυτή η τόσο βολική και ικανοποιητική χρονική περίοδος της δεκαετίας μετατρέπεται απλούστατα σε μια αμελητέα χρονική διακύμανση.

Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι ο Πικετί ασχολείται κυρίως με τον 21ο αιώνα. Κι όντως το κάνει αλλά για να εφαρμόσει τους οικουμενικούς «νόμους» τους οποίους θεωρεί κατάλληλους να εφαρμοστούν στον καπιταλισμό ανά τους αιώνες, σε αυτόν τον παράξενο καπιταλισμό «όλων των καιρών, τον άνθρωπο… ». Όμως, το να φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να περικλείσει την πορεία του καπιταλισμού μέσα σε νόμους αμετάβλητους κι ανεπηρέαστους από τον ρου της Ιστορίας, νόμους των οποίων η ουσία αποτελείται από διακυμάνσεις που στηρίζονται σε αρχές οι οποίες δεν διευκρινίζονται ποτέ με ξεκάθαρο τρόπο, αυτό ακριβώς αποτελεί άλλο ένα σύμπτωμα –κι ίσως το τυπικότερο- των οικονομικίστικων μορφών σκέψης. Καθώς οι οικονομολόγοι ονειρεύονται να μετατραπούν σε φυσικούς που «εξηγούν» τον κοινωνικό χώρο, ενδίδουν πάντα στον πειρασμό να διατυπώνουν «νόμους», «νόμους» της οικονομίας ή του καπιταλισμού, ακριβώς όπως οι φυσικοί έχουν διατυπώσει τον νόμο της βαρύτητας. Τις περισσότερες δε φορές προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι οικονομικοί νόμοι τους έχουν την ίδια επιστημονική εγκυρότητα με εκείνη των φυσικών νόμων και ότι, συνεπώς, οφείλουμε να συμμορφωνόμαστε με αυτούς. Φυσικά, ο Πικετί δεν πλέει σε τόσο απέραντα πελάγη επιστημολογικής αφέλειας όπως τόσο μεγάλο μέρος των συναδέλφων του. Ωστόσο, το γεγονός ότι υποκύπτει στον πειρασμό να διατυπώσει νόμους τόσο ακλόνητους όσο κι εκείνοι του Γαλιλαίου, αποτελεί τη μέγιστη απόδειξη της εμμονής του οικονομισμού.

Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχουν νόμοι του καπιταλισμού οι οποίοι να μπορούν να ισχύσουν για ολόκληρη την Ιστορία, κι αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για το έργο του Πικετί. όπου οι δυο του «θεμελιώδεις νόμοι του καπιταλισμού» δεν είναι τίποτε άλλο από απλές λογιστικές οντότητες. Υπάρχει η ιστορική πορεία του καπιταλισμού, όπως αυτός χωρίζεται σε διαδοχικές φάσεις που καθορίζονται από ιδιαίτερες κάθε φορά θεσμικές μορφές, των οποίων η αλληλοδιαδοχή οφείλεται κατά κύριο λόγο σε πολιτικές διαδικασίες, καθεμία από τις οποίες χαρακτηρίζεται από τις δικές της, ιδιαίτερες μορφές καταναγκασμού, τις οποίες επιβάλλει κάθε φορά το κεφάλαιο –και όχι η περιουσία- στους εργαζόμενους.

Όσο κι αν επαναλαμβάνουμε διαρκώς μέσα σε χίλιες σελίδες ότι οι ανισότητες αυξάνονται όταν το r (το ποσοστό κερδοφορίας) είναι ανώτερο του g (το ποσοστό της οικονομικής μεγέθυνσης), εάν δεν έχουμε εξηγήσει τους ιδιαίτερους παράγοντες κάθε ιστορικής περιόδου τότε δεν έχουμε εξηγήσει τίποτε. Καθεμία από τις ιστορικές περιόδους χαρακτηρίζεται από τους δικούς της ιδιαίτερους παράγοντες που εξαρτώνται από την ιδιαίτερη διάρθρωση των δομών της. Στη Γαλλία, ακριβώς επειδή οι λαϊκές κινητοποιήσεις και η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου το 1936 είχαν προετοιμάσει το έδαφος, επειδή οι φιλελεύθερες ελίτ των δεκαετιών του 1920 και του 1930 είχαν διαλυθεί, επειδή η απελευθέρωση από τη γερμανική κατοχή βρήκε την εργοδοσία στιγματισμένη από τον ξεδιάντροπο δοσιλογισμό της, επειδή η απήχηση του ΚΚΓ έφτανε το 25%, επειδή η Ε.Σ.Σ.Δ. δημιουργούσε δέος στους καπιταλιστές, μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρατηρήθηκε ένα εντυπωσιακό κίνημα συγχρονισμού των θεσμών, το οποίο οδήγησε στη (σχετική) ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων κεφαλαίου – εργασίας προς όφελος της τελευταίας: στενός έλεγχος της ροής των κεφαλαίων, σημαντική τιθάσευση της δύναμης του Χρηματιστηρίου, διεθνής ανταγωνισμός που λειτουργούσε μέσα σε ένα περιοριστικό ρυθμιστικό πλαίσιο, οικονομική πολιτική προσανατολισμένη στην οικονομική μεγέθυνση και στην απασχόληση, συχνές υποτιμήσεις. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεις ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης της τάξης του 5% και αναγκάζεις (βιαίως) το κεφάλαιο να συμπεριφέρεται με κάπως περισσότερο αξιοπρεπή τρόπο απέναντι στην εργασία.

Αλλά ο Πικετί, ο οποίος αναφέρεται κατ’ επανάληψη στους «θεσμούς και στην πολιτική», δεν συγκρατεί τίποτε από αυτήν τη θεσμική και πολιτική Ιστορία. Την αντικαθιστά με τις συνέπειες των πολέμων και της αποαποικιοποίησης, δύο εξωγενή αλλά σχεδόν πρωτόγνωρα σοκ, τα οποία έμελλαν να καταστρέψουν το κεφάλαιο (περιουσία) και να ξαναγυρίσουν το κοντέρ κοντά στο μηδέν. Μάταια θα αναζητήσει κανείς μέσα στις βόμβες του πολέμου και στην κατάρρευση του αποικιακού οικοδομήματος τους κοινωνικούς αγώνες, τις γενικές απεργίες, το μπρα ντε φερ του κεφαλαίου και της εργασίας και τις συνέπειες που όλα αυτά είχαν σε θεσμικό επίπεδο.

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Πικετί, ο καπιταλισμός δεν έχει ιστορία: το μόνο που κάνει είναι να ανταποκρίνεται σε έναν νόμο χιλιετιών απαράλλαχτο, ο οποίος υφίσταται μερικές διαταραχές σε τοπικό επίπεδο εξαιτίας τυχαίων γεγονότων, περιμένοντας να ξαναρχίσει αδυσώπητα την πορεία του σύμφωνα με τις τάσεις των μακροπρόθεσμων περιόδων. Πρόκειται για έναν σκληρό νόμο, στον οποίο δεν υπάρχει καμία θέση για τις κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται σε σύγκρουση, δηλαδή για την πραγματική κινητήρια δύναμη των θεσμικών αλλαγών.

Κι όμως, αυτή ακριβώς η έκβαση των παραπάνω συγκρούσεων καθορίζει τις αλλαγές της πορείας που θα ακολουθήσει ο καπιταλισμός. Κι αν την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αυτές οι συγκρούσεις οδήγησαν την πορεία του καπιταλισμού προς την κατεύθυνση που περιγράψαμε προηγουμένως, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 τον οδήγησαν προς τη διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση. Όμως, στο έργο του Πικετί δεν υπάρχει ούτε λέξη για την πολιτική και ιδεολογική αντεπίθεση των «εχόντων και των κατεχόντων», οι οποίοι –μετά από μια περίοδο όπου κατείχαν λιγότερα- επιθυμούσαν ξανά να κατέχουν περισσότερο πλούτο. Για παράδειγμα, ούτε λέξη για την «rollback agenda» των Αμερικανών συντηρητικών της δεκαετίας του 1970, παρά το γεγονός ότι αυτός ο όρος περιγράφει με εξαιρετικά εύγλωττο τρόπο την πρόθεσή τους να «γυρίσουν πίσω» την Ιστορία και να γκρεμίσουν τις κοινωνικές κατακτήσεις, οι οποίες συνίστανται πάντοτε σε θεσμικές κατακτήσεις.

Διότι το αποφασιστικής σημασίας ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Ποιος έχει το πάνω χέρι απέναντι στους θεσμούς και στις δομές; Ποιος έχει την εξουσία να τους φτιάξει –ή να τους ξαναφτιάξει- δίνοντάς τους το νόημα που αυτός επιθυμεί; Αυτά τα –πολιτικά- ερωτήματα δεν τίθενται, ούτε καν με τον πλέον έμμεσο τρόπο, σε ένα βιβλίο από το οποίο απουσιάζει με απελπιστικό τρόπο ακόμα και η παραμικρή συγκεκριμένη αντιπαράθεση. Πού είναι η ανάλυση της απορρύθμισης του χρηματοοικονομικού τομέα που επιχειρήθηκε τη δεκαετία του 1980, η οποία υπέταξε –όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν- τις επιχειρήσεις στα συμφέροντα των μετόχων; Πού αναφέρεται ο κομβικός ρόλος που διαδραμάτισαν οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις εκείνης της εποχής, τότε που μετατράπηκαν σε απλούς διαχειριστές, ενώ δεν υπήρχε πλέον η παραμικρή διαφορά ανάμεσα στις πολιτικές και στις οικονομικές ελίτ της Δεξιάς; Πού περιγράφεται ο ξέφρενος νεοφιλελεύθερος εκτροχιασμός της ευρωπαϊκής οικοδόμησης μετά το 1984, όταν ο «ελεύθερος κι ανόθευτος ανταγωνισμός» μετατράπηκε στην κατ’ εξοχήν μηχανή καταστροφής των προηγμένων κοινωνικών μοντέλων; Πού αναφέρεται η περίπτωση των ελεεινών ευρωπαϊκών συνθηκών που στερούν από τις οικονομικές πολιτικές οποιοδήποτε περιθώριο ελιγμών; Φυσικά, εάν δεν πιστεύει κανείς ότι όλα αυτά μας ήρθαν ουρανοκατέβατα, πρέπει να το πάρει απόφαση ότι είναι έργα ανθρώπων, και μάλιστα όχι των οποιωνδήποτε, τυχαίων ανθρώπων.

Το κεφάλαιο -ως κοινωνική ομάδα- ξανακέρδισε όλα όσα είχε παραχωρήσει στους εργαζόμενους μετά τον πόλεμο. Και στο εξής, δεν παύει να εκμεταλλεύεται την πλεονεκτική θέση στην οποία βρίσκεται για να αποσπάσει ακόμα περισσότερα οφέλη.

Πολύ δύσκολα θα μπορούσε ο Πικετί να ξαναβρεί το νήμα που θα τον συνδέσει με τα στοιχεία του παρελθόντος που περιγράψαμε. Γιατί, τίποτε από όλη την προηγούμενη πορεία του ως διανοούμενου δεν τον είχε προετοιμάσει για κάτι τέτοιο. Όντως, δεν είναι και τόσο εύκολο να περάσει κανείς από την ιδιότητα του οργανικού οικονομολόγου της σοσιαλδημοκρατίας στο επίπεδο του Μαρξ του 21ου αιώνα…

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, εδώ και πολύ καιρό, έχει ασχοληθεί και με το ζήτημα των ανισοτήτων, χύνοντας μερικές φορές καυτά δάκρυα για την οδύνη των εργαζόμενων. Εντούτοις, θεωρεί υπεύθυνη γι’ αυτήν την κατάσταση την τεχνολογία -τρέχει με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς- την έλλειψη επαγγελματικής κατάρτισης -μεγάλο πράγμα η επαγγελματική κατάρτιση!- και εναποθέτει τις ελπίδες της στα –αυτονόητα- πλεονεκτήματα που προσφέρει η πανεπιστημιακή έρευνα. Και η νεοφιλελεύθερη ελευθερία των ανταλλαγών και οι καταστροφές που έχει προκαλέσει; Ούτε καν που τις έχουμε αντιληφθεί. Και η τυραννία της θεωρίας της «δημιουργίας αξίας για τους μετόχους»; Δεν έχουμε ακούσει τίποτε γι’ αυτήν (6). Κι η Ευρώπη, ακόμα κι όταν αυτή έχει φτάσει στο ανώτατο στάδιο του νεοφιλελευθερισμού; Αυτή είναι το κοινό μας πεπρωμένο.

Και ξαφνικά, η κεραμίδα: 2007, οικονομική κρίση, 2010, ευρωπαϊκή κρίση. Κι όλα όσα είχαν κρυφτεί κάτω από το χαλί επιστρέφουν με βίαιο τρόπο. Όμως, όταν ξεκινάς από το μηδέν και προσπαθείς να μάθεις πράγματα για τα οποία αγνοείς τα πάντα, η μαθητεία σου αποδεικνύεται μια σχετικά δύσκολη υπόθεση, καθώς στερείσαι των αναγκαίων αντανακλαστικών. Κι όταν πέφτει άπλετο φως στα σκοτεινά σημεία, θαμπώνεσαι -βέβαια, για την ακρίβεια, δεν υπάρχουν σκοτεινά σημεία, αλλά μάλλον μερικά λιγοστά φωτισμένα σημεία, καθώς όλα τα υπόλοιπα ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι. Κι οι λέξεις δεν έρχονται εύκολα στο στόμα σου όταν επιθυμείς να μιλήσεις για όλα αυτά. Τελικά, η παγκοσμιοποίηση ήταν επίσης και χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση. Όντως, δεν είχαν ποτέ τους καταδεχτεί ώς τώρα να ασχοληθούν με αυτό το ζήτημα, αλλά να, πλέον, οφείλουν πράγματι να παραδεχτούν ότι δεν είναι όλα ρόδινα στην παγκοσμιοποίηση. Έκπληξη: ο οικονομολόγος Ντανιέλ Κοέν (7) και ο Πικετί, μετά από δεκαετίες απόλυτης σιωπής γύρω από αυτό το ζήτημα, συνειδητοποιούν –και μας ενημερώνουν- ότι το ευρωπαϊκό νομισματικό οικοδόμημα ήταν «ελαττωματικό ήδη από την αρχή» (8). Ε, λοιπόν, αυτοί οι «ειδικοί» θα πρέπει να είναι όπως οι κινητήρες ντίζελ: θέλουν πολλή ώρα ζέσταμα…

Όμως, στ’ αλήθεια, τι μπορεί να προκύψει άραγε από αυτές τις καθυστερημένες διορθώσεις πορείας; Για να είμαστε ειλικρινείς, όχι και πολλά πράγματα. Οι διανοητικές –και πολιτικές- συνήθειες που αποκτήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια δεν υποχωρούν εύκολα. Το «Κεφάλαιο» του Πικετί είναι γεμάτο από αυτές. Χαρακτηριστική είναι η παράλειψή του να λάβει υπόψη την πολιτική και την κοινωνική ιστορία που προκάλεσε την εμφάνιση του φορντισμού και το ξήλωμά του στη συνέχεια από τον νεοφιλελευθερισμό. Ωστόσο, ακόμα θεαματικότερο είναι το τελευταίο μέρος του βιβλίου, το οποίο δεν διστάζει να μας καλέσει να δημιουργήσουμε ένα «ρυθμιστικό πλαίσιο για τον καπιταλισμό»: αυτό είναι το εγχείρημα που μπορούμε να συμπεράνουμε ότι επιθυμεί να πραγματοποιήσει αυτός ο υποτιθέμενος Μαρξ του 21ου αιώνα, ο οποίος όμως μας φανερώνει -άθελά του βέβαια- ένα σύμπτωμα της εποχής μας.

Η λογική συνέπεια της στρατηγικής της αποφυγής είναι να μετατρέπεται η φορολογία στον μοναδικό μοχλό που μας έχει απομείνει, από τη στιγμή που έχουμε παραιτηθεί από την ιδέα να χρησιμοποιήσουμε όλα τα υπόλοιπα μέσα. Ας μιλήσουμε με λιγάκι χοντροκομμένο τρόπο για να περιγράψουμε τα πράγματα: το να παραιτηθείς από τη δυνατότητα να αλλάξεις τις δομές ισοδυναμεί με το να καταδικάσεις τον εαυτό σου να αρκείται σε μικρομερεμέτια. Καθώς ο Πικετί αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στα υφιστάμενα προβλήματα και στην επιθυμία του να μην διαταράξει καμία από τις θεμελιώδεις ισορροπίες, εύχεται να μπορούσε η φορολογία να είχε πολύ περισσότερες δυνατότητες από όσες έχει στην πραγματικότητα… ακόμα και να μπορούσε να προβεί στη ρύθμιση του διεθνούς χρηματοοικονομικού τομέα! Όμως, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ποιος φόρος θα ήταν δυνατόν να αντικαταστήσει τα μαζικά πλήγματα που απαιτούνται για τον έλεγχο των δομών του απελευθερωμένου χρηματοοικονομικού τομέα. Ποιος φόρος θα μπορούσε να υποκαταστήσει τον (καταργηθέντα σήμερα, αλλά εξαιρετικά σημαντικό) διαχωρισμό των τραπεζών σε επενδυτικές τράπεζες και σε τράπεζες καταθέσεων, ή την κατάργηση της χρηματοοικονομικής τιτλοποίησης ή το κλείσιμο ορισμένων αγορών; Κι ούτω καθεξής. Ακόμα κι αν ο Πικετί άρχιζε να βλέπει τα πράγματα από αυτήν την οπτική γωνία, θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι η δημιουργία ενός θύλακα «αποχρηματοοικονομικοποίησης» θα έπρεπε υποχρεωτικά να συνοδεύεται από τη λήψη των ενδεδειγμένων προστατευτικών μέτρων, δηλαδή από τον δραστικό περιορισμό της απόλυτης ελευθερίας της κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Όμως, αυτό αποδεικνύεται υπερβολικό για τον Πικετί, ο οποίος ανησυχεί τόσο πολύ για τις αντιεθνικιστικές περγαμηνές του, ώστε φτάνει στο σημείο να ζητάει συγγνώμη επειδή εργάζεται πάνω στην περίπτωση της Γαλλίας!

Ήταν καλόπιστος, αλλά κι ολίγον αφελής ο αναγνώστης του βιβλίου, καθώς αφέθηκε να πιστέψει ότι θα δει ξύλινα αλογάκια να τρέχουν με ξέφρενο καλπασμό. Τα μέσα ενημέρωσης του είχαν πουλήσει τον μεγάλο μουσάτο φιλόσοφο των μοντέρνων καιρών, παραλείποντας ωστόσο προσεκτικά να διευκρινίσουν τις πραγματικές περγαμηνές του. Κι αυτός τα είχε πιστέψει. Είναι απίστευτα μεγάλος ο αριθμός των ατόμων που τσίμπησαν στην κομπίνα, παρά το γεγονός ότι ήταν καλά ενημερωμένοι ή τουλάχιστον όφειλαν να είναι καλά ενημερωμένοι. Κι όμως, δεν ήταν ανάγκη να προχωρήσουν πολύ μακριά στην ανάγνωση του βιβλίου για να καταλάβουν περί τίνος επρόκειτο: «Είμαι εμβολιασμένος και προστατευμένος εφ’ όρου ζωής από την τεμπέλικη και συμβατική αντικαπιταλιστική ρητορική». Ο νέος Μαρξ μάς προέκυψε καλοξυρισμένος. Κι όλα στον λόγο του στρογγυλεμένα.

Δεν αποκλείονται, όμως, οι μεταμφιέσεις. Βέβαια, σε μια συζήτηση με δημοσιογράφους η οποία αποσκοπούσε στη διαφημιστική προώθηση του βιβλίου και στη διευκόλυνση της αποδοχής του από την αμερικανική αγορά, ο Πικετί ορκίζεται σε ό,τι έχει ιερότερο ότι «δεν είναι καθόλου» μαρξιστής (9). Αλλά, μόλις επέστρεψε στη Γαλλία, δεν δίστασε να δηλώσει ατάραχος μπροστά στον Αλαίν Μπαντιού, ότι και αυτός «προσπαθεί να συμβάλει στην ανάδυση της κομμουνιστικής ιδέας» (10). Κι όλα αυτά δεν συναντούν την παραμικρή αντίδραση. Στις 22 Δεκεμβρίου του 2014, ο Πικετί διακηρύσσει ξανά «την εμπιστοσύνη του στις δυνάμεις της αγοράς» και «επιπλήττει τα νέα κινήματα της άκρας αριστεράς στην Ευρώπη» (11), τον ΣΎΡΙΖΑ και τους Podemos. Στις 12 Ιανουαρίου του 2015 (!), γίνεται σύμβουλος του Πάμπλο Ιγκλέσιας, του ηγέτη των Podemos, καθώς τώρα πιστεύει πλέον ότι «η άνοδος των κομμάτων που αντιστέκονται στη λιτότητα αποτελεί ένα καλό νέο για την Ευρώπη» (12)!. Στις 7 Φεβρουαρίου, ο Λοράν Ρυκιέ –ο παρουσιαστής μιας από τις πλέον δημοφιλείς εκπομπές της γαλλικής τηλεόρασης που απευθύνεται σε ένα ευρύτατο, οικογενειακό κοινό- δεν κατόρθωσε να τον κάνει να ομολογήσει εάν είναι ένας δεξιός ή αριστερός οικονομολόγος… Κι αν είναι αδύνατον να θαυμάσει κανείς τη διανοητική του συνέπεια, μένει εκστατικός μπροστά στον εξισορροπητικό οπορτουνισμό του, ο οποίος υιοθετεί σε χρόνο μηδέν όλα τα ρεύματα σκέψης που έχουν πέραση στην κοινή γνώμη και προσαρμόζεται σε κάθε κοινό, έτσι ώστε να αυξάνει την απήχησή του.

Επίσης, ο Πικετί γνωρίζει να καλλιεργεί τα επιφαινόμενα. Γιατί, ιδού πού οδηγεί σε τελική ανάλυση το εγχείρημά του: όχι μόνο στην επιστημονική καθιέρωση της κοινής αίσθησης ότι υπάρχουν ανισότητες -πράγμα το οποίο δεν είναι βέβαια κι εντελώς αμελητέο- αλλά και στην κυριαρχία του ζητήματος σε ολόκληρο τον δημόσιο διάλογο σχετικά με τον καπιταλισμό. Ο οποίος καπιταλισμός ήδη ασχολείται με αυτό: ακόμα κι ο «Economist» αφιερώνει εδώ και χρόνια πλήθος άρθρων και αφιερωμάτων στο ζήτημα των ανισοτήτων, το οποίο θα μετατραπεί σε μαλακό υπογάστριο της διάγνωσης, στην πραγματικότητα δε στο σημείο της συναινετικής σύγκλισης των πιο ανώδυνων κριτικών. Γιατί, από αυτήν την άποψη, οι νομισματικές ανισότητες έχουν εντυπωσιακές ιδιότητες. Επιτρέπουν την αποσιώπηση των υπόλοιπων ανισοτήτων του καπιταλισμού, εκείνων που δεν έχουν τίποτε το τυχαίο, είναι μάλιστα απολύτως θεμελιώδεις και στην πραγματικότητα αποτελούν συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού. Πρόκειται για τις καθαρά πολιτικές ανισότητες της ιεραρχικής υποταγής μέσα στη σχέση της μισθωτής εργασίας, γι’ αυτήν την κυρίαρχη ανισότητα η οποία ορίζει ότι, στο εσωτερικό της επιχείρησης, ορισμένοι διατάζουν κι οι υπόλοιποι υπακούουν. Απέναντι σε αυτήν την ανισότητα κανένας φόρος –ακόμα και παγκόσμιος- δεν θα κατορθώσει ποτέ τίποτα.

Αν θέσει κανείς το ζήτημα αυτής ακριβώς της ανισότητας –η οποία σε τελική ανάλυση θίγει το ζήτημα της κυριαρχίας που ασκεί πάνω στις ζωές μας η κερδοσκοπική ιδιοκτησία, όπως θα έλεγε κι ο Μπερνάρ Φριό (13), εκβιάζοντας με την απειλή της ανεργίας- τότε θέτει το ζήτημα του κεφαλαίου, αλλά με τον σωστό τρόπο, τον τρόπο του Μαρξ, του αληθινού Μαρξ, του παλιού Μαρξ. Ή, τουλάχιστον, τίθεται το ερώτημα της σημερινής μορφής του καπιταλισμού, απέναντι στην οποία κανένας παγκόσμιος φόρος δεν θα κατορθώσει τίποτε, πόσω μάλλον που είναι βέβαιο ότι παρόμοιος φόρος δεν θα υπάρξει ποτέ. Ο μοναδικός τρόπος για να επιτευχθεί μια πρόοδος ως προς αυτό το ζήτημα είναι η αναζωπύρωση των αγώνων μέσα στον ουσιώδη τους πυρήνα, μέσα στο πλαίσιο της λαϊκής κυριαρχίας, μέσα στο πλαίσιο ενός έθνους ή και περισσότερων εθνών, ανάλογα με τις δυνατότητες που θα προσφέρει η πολιτική συγκυρία. Και κυρίως το ξήλωμα –μέσα από την αλλαγή των δομών- των συσχετισμών δυνάμεων που επιτρέπουν στο κεφάλαιο να κρατάει σε ομηρία ολόκληρη την κοινωνία (14).

Τίποτε από όλα αυτά δεν εξετάζεται από την κριτική των ανισοτήτων στην κατανομή του πλούτου, η οποία έχει εξάλλου το καλό γούστο να μας προσφέρει μια ευγενικά κατευναστική εικόνα της κοινωνίας όπου οι πραγματικά «κακοί» είναι το 1%, ή ακόμα και το 0,1%. Σάμπως οι υπόλοιποι του 99,9% να είχαν ως κοινό στοιχείο τον αξιοκρατικό χαρακτήρα που τους προσδίδει η μισθωτή εργασία (15). Αντίθετα, είναι προφανές ότι η ομάδα των μισθωτών σπαράσσεται και διαιρείται από πλήθος συγκρούσεων που οφείλονται στη διαφορετική κοινωνική τους θέση, καθώς επίσης και στη νεοφιλελεύθερη βία που εξαπλώνεται σε όλες τις ιεραρχικές βαθμίδες της επιχείρησης. Κι η ένταση των συγκρούσεων αυξάνεται από το γεγονός ότι κυριαρχούν οι ιδιαίτερες δομές που αποτελούν χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού, δομές που δημιουργήθηκαν με εξαιρετική επιμονή από μια τάξη που έχει απόλυτη συνείδηση του εαυτού της και των συμφερόντων της.

Το χειρότερο είναι ότι υπάρχει μια κοινωνική φιλοσοφία μέσα στο βιβλίο του Πικετί, η οποία μάλιστα εκφράζεται με ρητό τρόπο: ναι μεν οι πραγματικά άξιοι είναι οι εργαζόμενοι, αλλά κι η μεγάλη περιουσία των επιχειρηματιών είναι κάτι το καλό, μέχρι ακριβώς εκείνη τη στιγμή όπου ο επιχειρηματίας θα αρχίσει να μετατρέπεται σε εισοδηματία. «Κάθε σημαντική περιουσία είναι ταυτόχρονα εν μέρει δικαιολογημένη και δυνητικά υπερβολικά μεγάλη». Πράγματι, αυτή η διατύπωση δεν υπήρχε περίπτωση να τρομάξει πολύ κόσμο. Κι ο Τύπος -ο οποίος ελέγχεται απόλυτα από τα συμφέροντα μεγαλομετόχων επιχειρηματιών και έχει ειδικευτεί στις επιχειρήσεις εξαπάτησης, οι οποίες ωστόσο δεν θα έπρεπε πλέον να εξαπατούν κανέναν- κατανόησε πολύ καλά περί τίνος επρόκειτο. Ο Πικετί, ο οποίος επιθυμεί τη γενικευμένη ειρήνη ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, την ειρήνη του 99,9%, την ειρήνη της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», και σε τελική ανάλυση κάνει μια απόλυτα τυπική αναφορά στην «πολιτική», στους «θεσμούς» και στις «συγκρούσεις», μας εξηγεί στο τέλος του πονήματός του το προφητικό του όραμα: «Οι μάχες ανάμεσα στους δύο πολιτικούς πόλους που σημάδεψαν την περίοδο 1917-1989 ανήκουν πλέον ξεκάθαρα στο παρελθόν». Καταλήγει δε σε αυτό ακριβώς τη στιγμή που μια ιστορική κρίση του καπιταλισμού ξανάβαλε επιτέλους στην ημερήσια διάταξη του πνευματικού κόσμου την ιδέα ότι ίσως θα έπρεπε να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς θα απαλλαγούμε από αυτόν. Τι εντυπωσιακή πρόγνωση! Τι αίσθηση του πνεύματος της εποχής! Σε κάθε περίπτωση, οι πάντες μπορούν να νιώσουν μεγάλη ανακούφιση: δεν τρέχει τίποτε το σοβαρό.

  1. Βλέπε Russel Jacoby, «Thomas Piketty ou le pari d’un capitalisme à visage humain», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος
  2. Τομά Πικετί, «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα», Εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Ελίζας Παπαδάκη.
  3. Γιατί «είναι δύσκολο να το διαβάσει κανείς»… Συνομιλία, «New Republic», Ουάσιγκτον, 5 Μαΐου 2014.
  4. (Σ.τ.Μ.) Πρόσφατα, η βιομηχανία ελαστικών αυτοκινήτων Continental έκλεισε τις μονάδες της στη Γαλλία. Η χαλυβουργία Arcelor, η οποία εξαγοράστηκε από τον Ινδό μεγιστάνα Mittal, έκλεισε το κερδοφόρο εργοστάσιο της Florange, για να αυξήσει ακόμα περισσότερο την κερδοφορία της πραγματοποιώντας οικονομίες κλίμακας∙ όταν η Unilever έκλεισε το εργοστάσιο της θυγατρικής της Fralib το 2012, οι εργαζόμενοι κατέλαβαν τις εγκαταστάσεις επί 1.336 ημέρες, απαιτώντας την επαναλειτουργία του. Τον Μάιο του 2014, η ολλανδική πολυεθνική αναγκάστηκε τελικά να καταβάλλει 19,2 εκατομμύρια ευρώ στους εργαζόμενους για να εξαγοράσουν τα μηχανήματα και να δημιουργήσουν συνεταιριστική επιχείρηση, η οποία θα συνεχίσει την παραγωγική δραστηριότητα.
  5. (Σ.τ.Μ.) Όταν ο δημόσιος γαλλικός οργανισμός τηλεπικοινωνιών France Télécom ιδιωτικοποιήθηκε, εφαρμόστηκε τελείως διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο, το οποίο οδήγησε σε κύμα αυτοκτονιών που προκάλεσε σάλο σε ολόκληρη την Γαλλία: η προτεραιότητα δόθηκε στο εμπορικό τμήμα, ενώ τα ισχυρότατα και εξαιρετικής τεχνογνωσίας τεχνικά τμήματα κατασκευής δικτύων, συντήρησης και επισκευής βλαβών διαλύθηκαν και οι εργασίες τους ανατέθηκαν σε φτηνότερους εργολάβους. Οι έμπειροι τεχνικοί μεταφέρθηκαν στο εμπορικό τμήμα, όπου τους ζητήθηκε να επιτύχουν εξωπραγματικούς στόχους πωλήσεων, ενώ ταυτόχρονα τους άλλαζαν διαρκώς πόστο και τόπο εργασίας. Αυτή η ασφυκτική παρενόχληση αποσκοπούσε στο να τους οδηγήσει σε παραίτηση –καθώς μετά την ιδιωτικοποίηση είχαν κατορθώσει να διατηρήσουν τη μονιμότητά τους και το επίπεδο μισθών τους- για να αντικατασταθούν από χαμηλόμισθους, επισφαλείς εργαζόμενους. Πολλοί εργαζόμενοι δεν άντεξαν την πίεση και αυτοκτόνησαν, συχνά στον τόπο εργασίας τους.
  6. Με τη χαρακτηριστική εξαίρεση ενός έργου του Jean Peyrelevade, οποίος βάλλει κατά του «καπιταλισμού των μετόχων» για να καταλήξει σε μια ωδή στην υπευθυνότητα… (Σ.τ.Μ.) Ο Jean Peyrelevade είναι ένας κεντροαριστερός πολιτικός (πρωτεργάτης της «δεξιάς στροφής» προς τη λιτότητα του Μιτεράν, το 1982-1983), πανεπιστημιακός, πρόεδρος πολλών κρατικών επιχειρήσεων και τραπεζών, συγγραφέας και μέλος της «Δημοκρατίας των Ιδεών».
  7. (Σ.τ.Μ.) Ο Ντανιέλ Κοέν είναι ειδικός σε ζητήματα εθνικού χρέους και υπερχρεωμένων χωρών. Υπήρξε συνεργάτης της επενδυτικής τράπεζας Lazard και σύμβουλος του προέδρου Φρανσουά Ολάντ, αλλά και στο παρελθόν του προέδρου του Ισημερινού Ραφαέλ Κορέα και του Γιώργου Παπανδρέου. Μεταξύ άλλων, του έχει ασκηθεί σφοδρή κριτική από τον Ζερζ Αλιμί, διευθυντή της «Le Monde diplomatique», τον (υπογράφοντα το άρθρο) Φρεντερίκ Λορντόν και από το ντοκιμαντέρ «Τα νέα μαντρόσκυλα» («Les Nouveaux Chiens de garde»).
  8. «La crise tient fondamentalement aux vices de la construction de la zone euro», Daniel Cohen, «L’Express», Παρίσι, 5 Ιουνίου
  9. Συνομιλία που καταγράφηκε από το New Republic στις 5 Μαΐου του 2014.
  10. Διάλογος στο «Contre –courant», Médiapart, 15 Οκτωβρίου
  11. Owen Jones, συνομιλία, «The Guardian», Λονδίνο, 22 Δεκεμβρίου 2014.
  12. Συνομιλία, «The Guardian», 12 Ιανουαρίου 2015.
  13. Bernard Friot, «L’enjeu du salaire», La Dispute, Παρίσι, 2012.
  14. Βλέπε «Η Αριστερά δεν μπορεί να πεθάνει».
  15. (Σ.τ.Μ.) Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα, στις ανεπτυγμένες χώρες η συντριπτική πλειονότητα των εργαζόμενων αποτελείται από μισθωτούς, με τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους μικροεπιχειρηματίες και τους αγρότες να αποτελούν ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Οικονομολόγος, συγγραφέας του «La Malfaçon. Monnaie unique européenne et souveraineté démocratique», Les Liens qui Libèrent, Παρίσι, 2014.