Κλιματική Αλλαγή: Το θέατρο σκιών των διεθνών διαπραγματεύσεων

Η βραδύτητα των ρυθμών με τους οποίους διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις, δημιουργεί τεράστια αντίθεση με την επιτάχυνση της ανθρώπινης ιστορίας, ενώ παράλληλα οι διεθνείς θεσμοί αποδεικνύονται ανίκανοι να επινοήσουν τους τρόπους σκέψης και τα εργαλεία που θα βρίσκονται στο ύψος των περιστάσεων.

Η πόλη Eko Atlantic, η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο στάδιο της κατασκευής πάνω σε ένα τεχνητό νησί στη λιμνοθάλασσα του Λάγος της Νιγηρίας, ενδέχεται να έχει κατακλυστεί από το νερό της θάλασσας μέχρι το τέλος του αιώνα. Μάλιστα, λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας που οφείλεται στην υπερθέρμανση του κλίματος του πλανήτη, υπάρχει ο κίνδυνος να εισχωρήσει το νερό της θάλασσας στο εσωτερικό των παράκτιων περιοχών της ακόμα και σε βάθος 90 χιλιομέτρων (1). Έτσι, η Eko Atlantic θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα από τα ερείπια του μέλλοντος που χρησιμεύουν στους γεωλόγους για τη χρονολόγηση των περιόδων της ιστορίας της Γης.

Πριν από τρία εκατομμύρια χρόνια, την εποχή της Πλειόκαινου, υπήρχε τόσο διοξείδιο του άνθρακα (CO2 ) στην ατμόσφαιρα όσο και σήμερα. Η θερμοκρασία ήταν κατά 2 έως 4°C υψηλότερη, και η στάθμη της θάλασσας κατά 10 έως 20 μέτρα υψηλότερη. Σήμερα, πλανάται αβεβαιότητα για τον ρυθμό με τον οποίο θα λειώσουν οι πάγοι της Ανταρκτικής. Ορισμένες υποθέσεις –και ιδιαίτερα ένα σενάριο που εκπόνησε το Ινστιτούτο του Πότσνταμ για την Έρευνα για τις Επιπτώσεις της Κλιματικής Αλλαγής (2)- καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, εάν καούν όλα τα ορυκτά καύσιμα που βρίσκονται παγιδευμένα στα έγκατα της Γης, η στάθμη της θάλασσας θα ανεβαίνει κατά 3 μέτρα ανά αιώνα, καθόλη τη διάρκεια της χιλιετίας (3). Από χημική άποψη, η σημερινή σύνθεση της ατμόσφαιρας είναι ασυνήθιστη σε σχέση με τις φυσικές διακυμάνσεις του φαινομένου του θερμοκηπίου που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια του τελευταίου εκατομμυρίου ετών. Σε σχέση με τις παρατηρήσεις για το κλίμα του παρελθόντος, η υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 3°C που ενδέχεται να συμβεί κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα (σύμφωνα με το ενδιάμεσο σενάριο) αποτελεί μια εξαιρετικά απότομη αλλαγή, η οποία μπορεί να συγκριθεί με τη μετάβαση από μια φάση παγετώνων σε μια μεσοπαγετική φάση, η οποία όμως θα πραγματοποιηθεί με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς: πράγματι, στο παρελθόν, η μετάβαση πραγματοποιήθηκε με ρυθμούς αύξησης 1°C ανά χιλιετία (4). Όσο για τα ίχνη της βιομηχανικής εποχής –αποτελεί μια μικρή παρένθεση συγκριτικά με το σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας- θα είναι ακόμα ευδιάκριτα ακόμα και μετά από χίλια χρόνια. Το 3012, η ατμόσφαιρα της Γης θα περιλαμβάνει το 30% του σημερινού CO2.

Σήμερα, η ανθρωπότητα αποτελεί τη σημαντικότερη δύναμη που κυβερνά τον πλανήτη. Μέσα σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο των δύο γενεών, μετατράπηκε σε γεωλογική δύναμη. Εξάλλου, ένα ολόκληρο σύνολο ενδείξεων αποδεικνύει ότι οι δραστηριότητές της παράγουν ένα τεράστιο αποτύπωμα πάνω στη Γη, του οποίου το μέγεθος μπορεί να συγκριθεί με εκείνο που είχαν στο παρελθόν διάφορες άλλες αλλαγές που επήλθαν στον πλανήτη, όπως οι παγετώνες, η αφύπνιση των ηφαιστείων ή η πτώση μετεωριτών. Η αστικοποίηση, τα υδροηλεκτρικά φράγματα, η βιομηχανική παραγωγή και οι δραστηριότητες του αγροτικού και του εξορυκτικού τομέα φέρνουν αλλαγές στα γεωλογικά στρώματα της Γης, καθώς ο πλανήτης εισέρχεται σε μια πρωτοφανή φάση. Οι εντελώς νέες ουσίες που εκλύονται από τους ανθρώπους στο περιβάλλον μετά το 1945, αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της Ανθρωποκαίνου γεωλογικής περιόδου: ραδιενεργά ισότοπα, φθοριούχα αέρια που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, παραπροϊόντα των κλάδων της βιοτεχνολογίας και της νανοτεχνολογίας. Η παγκοσμιοποίηση της πετροχημείας οδήγησε σε μια «παλαιοντολογία του πλαστικού», σύμφωνα με την έκφραση του γεωλόγου Ζαν Ζαλάζιεβιτς. Σήμερα, ανιχνεύονται ακόμα και στον Βόρειο Πόλο μόρια αιθάλης που οφείλονται σε εκπομπές των βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Οι βιομηχανικές κοινωνίες αφήνουν ίχνη που θα διατηρηθούν επί χιλιετίες στο έδαφος, στην ατμόσφαιρα ή στους ωκεανούς.

Η κλιματική αλλαγή εντάσσεται σε αυτό που ο γεωγράφος Γουίλ Στέφεν, ο γεωχημικός Πολ Κρούτζεν και ο ιστορικός Τζον Μακ Νηλ ονόμασαν «μεγάλη επιτάχυνση» της ανθρώπινης ιστορίας (5). Η περίοδος πληθωρικότητας και ενθουσιασμού που άρχισε το 1945 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, συμπίπτει με τη χρυσή εποχή του πετρελαίου, το τέλος της αποικιοκρατίας και τον εκδημοκρατισμό της κατανάλωσης. Απέναντι σε αυτές τις δυναμικές, οι διαπραγματεύσεις που πραγματοποιούνται υπό την αιγίδα του ΟΗΕ χαρακτηρίζονται από εντυπωσιακή βραδύτητα. Αποτυγχάνουν να αμφισβητήσουν το οικονομικό σύστημα που βασίζεται στον παραγωγισμό και να επιληφθούν των προβλημάτων που αφορούν την ενέργεια, τη δικαιοσύνη και την ανάπτυξη. Η βραδύτητα αποτέλεσε το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των προπαρασκευαστικών συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν στη Γενεύη και στη Βόννη για να προετοιμάσουν την COP, τη Διάσκεψη των Μερών για το κλίμα: πράγματι, η προσπάθεια να εξασφαλιστεί η ομοφωνία των 196 εταίρων της διάσκεψης καθιστά τα κείμενα πολύπλοκα.

 

Η βιομηχανική νεωτερικότητα ξεφορτώθηκε μεγάλο μέρος του κόστους παραγωγής στη φύση

Καθώς οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται σε εντελώς κλειστό περιβάλλον, έχουν βαλτώσει και δεν σημειώνεται η παραμικρή πρόοδος. Η κλιματική αλλαγή φέρνει αντιμέτωπη τη διπλωματία του περιβάλλοντος με ένα νεφέλωμα αβεβαιοτήτων και με χρονικές συμπτώσεις γεγονότων. Καθώς οι COP διαδέχονταν η μια την άλλη, οι πολιτικές για το κλίμα παρέμειναν ανίκανες να επινοήσουν εργαλεία και τρόπους σκέψης οι οποίες θα βρίσκονταν στο ύψος των διακυβευμάτων. Η τεράστια άρνηση της πραγματικότητας εκδηλώθηκε καταρχάς μέσα από μια ρητορική που θυμίζει λογιστική και η οποία πηγάζει από τις οικονομικές επιστήμες, οι οποίες συνηθίζουν να αξιολογούν το δυνητικό κόστος και τα δυνητικά οφέλη καταφεύγοντας σε σενάρια για το πώς θα εξελιχθούν στο μέλλον οι τάσεις που διαφαίνονται σήμερα με βάση τα στατιστικά στοιχεία που διαθέτουμε ήδη.

Η βιομηχανική νεωτερικότητα είναι διαποτισμένη από τη δοξασία ότι είναι εφικτή η απεριόριστη οικονομική μεγέθυνση (6), έτσι επέρριψε σημαντικό μέρος του κόστους παραγωγής στη φύση, την οποία αντιμετωπίζει ως ένα αδρανές απόθεμα, ακόμα και ως τροφοδότρια χρηματοοικονομικών ροών οι οποίες υποτίθεται ότι αποτελούν την ανταμοιβή των «υπηρεσιών που μας παρέχουν τα οικοσυστήματα». Ο καθορισμός του ανώτατου αποδεκτού ορίου της ανόδου της θερμοκρασίας στους 2°C εντάσσεται σε αυτό το ρεύμα σκέψης, το οποίο προϋποθέτει έναν ορισμένο βαθμό σταθερότητας και προβλεψιμότητας των πραγμάτων. Υποτίθεται ότι θα καταστεί εφικτή η διαχείριση του κλίματος, χάρη στην ανθρώπινη επινοητικότητα και στην πολιτική κινητοποίηση. Στην πραγματικότητα, είναι δύσκολη υπόθεση ο υπολογισμός ενός αποδεκτού επιπέδου του φαινομένου του θερμοκηπίου, το οποίο θα είναι σε θέση να σταθεροποιήσει την ατμόσφαιρα. Γιατί κανείς δεν γνωρίζει πότε θα επέλθει το σημείο της οριστικής ανατροπής, το οποίο θα αποδειχθεί καταστροφικό για την ανθρωπότητα (7).

Οι συγγραφείς του εκπληκτικού βιβλίου «Να κυβερνήσουμε το κλίμα;» χρησιμοποιούν την έννοια του «σχίσματος με την πραγματικότητα» για να περιγράψουν το βαθύτατο χάσμα που παρατηρείται ανάμεσα στις υλικές διαδικασίες που οδηγούν στην υποβάθμιση του κλίματος και στους πολυμερείς διεθνείς θεσμούς που έχουν δημιουργηθεί την τελευταία εικοσαετία (8). Φαίνεται μάταιο να προσπαθούμε να επιλύσουμε εκ των υστέρων τα προβλήματα που δημιουργεί η καύση των ορυκτών καυσίμων, προσπαθώντας να ρυθμίσουμε τις εκπομπές αερίων που αυτή συνεπάγεται, χωρίς να θέτουμε το ζήτημα της εξόρυξής τους. Κατά παράδοξο τρόπο, οι διαπραγματεύσεις εστιάζονται στο ζήτημα των εκπομπών CO2 χωρίς να καταπιάνονται με τα μοντέλα της οικονομικής ανάπτυξης, τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου ή τη λειτουργία του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.

Άλλο παράδειγμα αυτού του χάσματος: το μόνο αποτέλεσμα του Πρωτοκόλλου του Κιότο ήταν η επίσημη αναγνώριση της ηγεμονίας των μηχανισμών της αγοράς ως του μηχανισμού ο οποίος μπορεί να εξασφαλίσει την προστασία του περιβάλλοντος σε παγκόσμιο επίπεδο, θεωρώντας το ως ένα οικονομικό αγαθό μετρήσιμο και ομοιογενές. Οι «μηχανισμοί ευελιξίας» επιδιώκουν να προωθήσουν τη μείωση των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου εκεί όπου κάτι τέτοιο αποδεικνύεται αποτελεσματικό από οικονομική άποψη. Αυτή η λογική αντιστάθμισης διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει και τις εκπομπές αερίων που οφείλονται στην αποδάσωση (με τον μηχανισμό REDD, «Περιορισμός των εκπομπών που οφείλονται στην αποδάσωση και στην υποβάθμιση των δασών»). Στην Ευρώπη, η αγορά άνθρακα που στηριζόταν στην ανταλλαγή επιτρεπόμενων ποσοστώσεων εκπομπής αερίων, υπήρξε μια παταγώδης αποτυχία.

Τέλος, υπάρχει και το τρίτο «σχίσμα»: η Σύμβαση Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Αλλαγές (CCNUCC) δεν έχει την παραμικρή ισχύ πάνω στο σύστημα ελεύθερων ανταλλαγών που έχει δημιουργήσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου: πράγματι, οι κανόνες του συστήματος υπερισχύουν της προστασίας του περιβάλλοντος. Συναντάμε ξανά την ίδια ιεράρχηση των κανόνων και στις διατλαντικές εμπορικές διαπραγματεύσεις που διεξάγονται αυτή τη στιγμή. Οι μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ευρώπη και στον Καναδά για τη σύναψη της συμφωνίας ελεύθερων ανταλλαγών ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στις πολιτικές για το κλίμα: η Ευρώπη ανοίγει διάπλατα τις πύλες της στο μη συμβατικό πετρέλαιο που εξορύσσεται (με απίστευτα ρυπογόνες μεθόδους) στην Αλβέρτα (9). Σύμφωνα με τη μελέτη που πραγματοποίησε η αμερικανική οργάνωση Natural Resources Defense Council (NRDC), οι ευρωπαϊκές εισαγωγές καναδικού πετρελαίου που παράγεται από την ασφαλτούχο άμμο, οι οποίες ανέρχονταν στα 4.000 βαρέλια την ημέρα το 2012, θα αυξηθούν με θεαματικούς ρυθμούς: έως και στα 700.000 βαρέλια την ημέρα μέχρι το 2020 (10). Η αγωγός πετρελαίου Energy East που κατασκευάστηκε από την TransCanada, θα τροφοδοτεί τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια τα οποία θα συμμετέχουν σε μια διατλαντική αγορά που θα είναι απαλλαγμένη από κάθε εμπόδιο.

Όπως υποστηρίζει ο Ντιπές Τσακραμπάρτι, η κλιματική κρίση αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα σε τρεις ιστορίες: την ιστορία της Γης, την ιστορία της εξέλιξης του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη και, τέλος, την πιο πρόσφατη, την ιστορία του βιομηχανικού πολιτισμού (11). Αυτές οι τρεις ιστορίες εξελίσσονται σε διαφορετικές κλίμακες και με διαφορετικές ταχύτητες, υποχρεώνοντας τις σύγχρονες κοινωνίες να αναθεωρήσουν τον τρόπο σκέψης τους. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι η γήινη ζωή δεν στηρίζεται πλέον σε στέρεες βάσεις. Η Ανθρωπόκαινος περίοδος έχει ανοίξει ένα ρήγμα στην ιστορία της Γης, το οποίο μας υποχρεώνει να ξανασκεφθούμε το ανθρώπινο πεπρωμένο με βάση την αρχή της ριζικής αβεβαιότητας όσον αφορά τα φαινόμενα των ανώτατων ορίων, τα σημεία ανατροπής των ισορροπιών, τα σημεία που όταν ξεπεραστούν είναι αδύνατη η αναστροφή ενός φαινομένου, αλλά και την πιθανότητα το κλιματικό σύστημα του πλανήτη να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

 

Να σχεδιάσουμε την εγκατάλειψη του άνθρακα ως καύσιμου

Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, ο κλιματολόγος Τζέιμς Χάνσεν συνιστά στους πολιτικούς να σχεδιάσουν την εγκατάλειψη του άνθρακα ως καύσιμου. Δεν πρόκειται τόσο για την αρχή της πρόληψης όσο για την «αρχή του μέγιστου», δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, την λιγότερο κακή εκδοχή του χειρότερου δυνατού σεναρίου. Σύμφωνα με μια μελέτη των Κριστόφ Μακ Γκλέιντ και Πολ Εκινς, του University College του Λονδίνου, για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη θα έπρεπε να μείνουν ανεκμετάλλευτα το ένα τρίτο των αποθεμάτων πετρελαίου, το ήμισυ των αποθεμάτων φυσικού αερίου και το 80% των αποθεμάτων άνθρακα (12). Πράγματι, τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων τα οποία μπορούμε να εξορύξουμε με βάση τις σημερινές τεχνικές και οικονομικές συνθήκες, αντιστοιχούν σε μια ποσότητα περίπου 2.900 γιγατόνων (Gt) CO2, δηλαδή σε τριπλάσια ποσότητα από τις εκπομπές που προβλέπονται από την καθιέρωση ενός ανώτατου ορίου εκπομπών CO2 για να περιοριστεί η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη στους 2°C.

Σε κάθε σημείο του πλανήτη κάνουν την εμφάνισή τους κινήματα που μάχονται ενάντια στην εξόρυξη των μεταλλευμάτων και των ορυκτών καυσίμων. Από το Δέλτα του Νίγηρα στη Νιγηρία έως το φυσικό πάρκο του Γιασούνι στον Ισημερινό (13), το περιβαλλοντικό δίκτυο Environmental Justice Organisations, Liabilities and Trade καταγράφει εκατοντάδες κινητοποιήσεων. Ακόμα κι ο Πάπας, στην παπική εγκύκλιο Laudato siΕυλογητός εί») καλεί τους πιστούς να υιοθετήσουν έναν απλό και λιτό τρόπο ζωής (14). Πολλές δεξαμενές σκέψης προτείνουν να γίνεται η κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής με κριτήριο τον πληθυσμό κάθε χώρας. Στην Ινδία, το Centre for Science and Environment, το οποίο ιδρύθηκε από τον επιστήμονα Ανίλ Αγκαρβάλ και διευθύνεται από τη Σουνίτα Ναρέν, προτείνει να υπάρξει διάκριση ανάμεσα στις «εκπομπές επιβίωσης» των φτωχών και στις «εκπομπές πολυτελείας» των πλούσιων, ενώ υποστηρίζει και τη διανομή των κοινών αγαθών με κριτήριο τον αριθμό των κατοίκων. Στην Ιρλανδία, η FEASTA (Foundation for the Economics of Sustainability – στα ιρλανδικά το αρκτικόλεξο σημαίνει «μέλλον») προτείνει να θεωρηθούν όλες οι ορυκτές πηγές ενέργειας κοινό πλανητικό αγαθό, του οποίου η εκμετάλλευση θα γίνεται κάτω από σοβαρούς περιορισμούς: θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα δημόσιο διεθνές ταμείο για το κλίμα, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να παραχωρεί με πλειστηριασμό τα δικαιώματα εξόρυξης συγκεκριμένων –και περιορισμένων- ποσοτήτων ορυκτών καυσίμων. Στη συνέχεια, το ταμείο θα κατένεμε με δίκαιο τρόπο τον πακτωλό που θα προέκυπτε από τα ποσά που θα κατέβαλλε η εξορυκτική βιομηχανία.

Όπως συνοψίζει ο Τσακραμπάρτι, «η κλιματική κρίση εγείρει σημαντικά ερωτήματα που αφορούν τις διάφορες όψεις της δικαιοσύνης: τη δικαιοσύνη ανάμεσα στις γενιές, τη δικαιοσύνη ανάμεσα στα μικρά νησιωτικά έθνη και στις μεγάλες χώρες που ρυπαίνουν (τόσο όσον αφορά το παρελθόν όσο και το μέλλον), τη δικαιοσύνη ανάμεσα στις βιομηχανικές χώρες (οι οποίες είναι ιστορικά υπεύθυνες για το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών αερίων) και στις χώρες που βρίσκονται στο στάδιο της εκβιομηχάνισης. Η ιστορική ευθύνη για τις εκπομπές αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου βαρύνει έναν μικρό αριθμό χωρών (ανάλογα με τις εκτιμήσεις 12 έως 14) και ένα μικρό τμήμα της ανθρωπότητας (περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού)» (15).

Απομένει ο δρόμος του δικαίου. Κατά τη Διάσκεψη Κορυφής του Ρίο + 20 τον Ιούνιο του 2012, δημιουργήθηκε το κίνημα End Ecocide on Earth, το οποίο απαιτούσε να τερματιστεί το καθεστώς της ατιμωρησίας που απολαμβάνουν οι υπερεθνικές επιχειρήσεις. Στο κίνημα πολιτών συμμετέχουν περισσότερες από 500 οργανώσεις που επιδιώκουν την τροποποίηση του καταστατικού της Ρώμης, με το οποίο δημιουργήθηκε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Με την τροποποίηση, το δικαστήριο θα καταστεί αρμόδιο να εκδικάζει υποθέσεις «οικολογικών εγκλημάτων» και «οικοκτονιών». Μια ομάδα νομικών έχει καταρτίσει δύο προτάσεις διεθνούς σύμβασης, οι οποίες αποκλήθηκαν «Ecocrims» και «Ecocide» (16). Η κύρωση αυτών των συμβάσεων θα μπορούσε να επιτρέψει την ενίσχυση και την εναρμόνιση της πρόληψης και της καταστολής των περιβαλλοντικών εγκλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα. Σε αυτήν την περίπτωση, η οικοκτονία θα συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα σοβαρότερα εγκλήματα, με την ίδια βαρύτητα που έχουν και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η έκθεση της ομάδας προτείνει την καθιέρωση ενός Διεθνούς Εισαγγελέα Περιβάλλοντος, την ίδρυση ενός Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για το Περιβάλλον, τη δημιουργία μιας Ομάδας Ερευνών και Ανακρίσεων για το Περιβάλλον (Green) ή ακόμα και τη σύσταση ενός Διεθνούς Ταμείου Αποζημιώσεων για το Περιβάλλον και τη Δημόσια Υγεία. Όπως έγραψε η νομικός Μιρέιγ Ντελμάς Μαρτύ, με αυτό το πρωτοφανές σύνολο μέτρων, το ζητούμενο είναι, αφενός, να «γίνει οικουμενική η αποδοκιμασία» και, αφετέρου, «να ανοίξουμε τον δρόμο της ελπίδας για ένα κοινό πεπρωμένο» (17).

 

  1. Nnmo Bassey, «L’Afrique et les catastrophes climatiques qui s’annoncent», στο βιβλίο «Crime climatique Stop! L’appel de la société civile», Seuil, συλλογή «Anthropocène», Παρίσι, 2015.
  2. Potsdam Institute for Climate Impact Research.
  3. Ricarda Winkelmann, Anders Levermann, Andy Ridgwell και Ken Caldeira, «Combustion of available fossil fuel resources sufficient to eliminate the Arctic sheet», Sciences Advances, τόμος 1, n°8, Ουάσιγκτον-Κέμπριτζ (Ηνωμένο Βασίλειο), 11 Σεπτεμβρίου
  4. Valérie Masson-Delmotte και Cristophe Cassou, «Parlons climat en 30 questions, La Documentation française», συλλογή «Doc en poche», Παρίσι, 2015.
  5. Will Steffen et alii, «The Anthropocene: Conceptual and historical perspectives», Philosophical Transactions of the Royal Society A. τόμος 369, n⁰1938, 2011.
  6. Jean Gadrey, «Croissance, un culte en voie de disparition», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος
  7. Eric Martin, «Deux degrés de plus, deux degrés de trop», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος
  8. Stefan Aykut και Amy Dahan, «Gouverner le climat? 20 ans de négociations internationales», Presses de Sciences Po, συλλογή «Références – Développement durable», Παρίσι, 2015.
  9. Βλ. Emmanuel Raoul, «Sous les tables bitumineux de l’Alberta», «Le Monde diplomatique», Απρίλιος
  10. Danielle Droitsch, Luke Tonachel και Elizabeth Shope, «What’s in your tank? Northeast and Mid-Atlantic states need to reject tar sands and support clean fuels», NRDC Issue Brief, Νέα Υόρκη, Ιανουάριος
  11. Dipesh Chakrabarty, «Quelques failles dans la pensée sur le changement climatique», στο Emilie Hache (υπό τη διεύθυνση της) «De l’univers clos au monde infini», Editions Dehors, Μπελβώ (Γαλλία), 2014.
  12. Cristophe McGlade και Paul Ekins, «The geographical distribution of fossil fuels unused when limiting global warning to 2°C», Nature, n⁰517, Λονδίνο, Ιανουάριος
  13. Βλ. Aurélien Bernier, «En Equateur, la biodiversité à l’épreuve de la solidarité internationale», «Le Monde diplomatique», Ιούνιος
  14. Βλ. Jean-Michel Dumay, «Le pape contre le fumier du diable», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος
  15. Βλ.το κείμενο του Christophe Bonneuil που δημοσιεύουμε σήμερα.
  16. Laurent Neyret (υπό τη διεύθυνση του), «Des écocrimes à l’écocide. Le droit pénal au secours de l’environnement», Bruylant, συλλογή Droit(s) et développement durable, Βρυξέλες, 2015.
  17. όπ.πρ.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Δημοσιογράφος, ειδικευμένη σε περιβαλλοντικά ζητήματα. Υπεύθυνη της ομάδας που συνέγραψε το βιβλίο «Economie de l’après-croissance, Politiques de l’Anthropocène II», Presses de Sciences-Po, Παρίσι, 2015.