Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Ασφυκτική η κυριαρχία του χρήματος στο Ιράν

Οι καταγγελίες των τριών συνυποψηφίων του προέδρου Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ για 646 περιπτώσεις καταπάτησης της πρόσφατης εκλογικής διαδικασίας πυροδότησαν τις πολύνεκρες ταραχές στο Ιράν. Η διακυβέρνηση Αχμαντινετζάντ δέχεται πολλά πυρά, κυρίως για την καταστρατήγηση των πολιτικών δικαιωμάτων και των προσωπικών ελευθεριώντων ιρανών πολιτών. Ο επανεκλεγείς πρόεδρος, όμως, οφείλει εξίσου να λογοδοτήσει και για την οικονομική πολιτική του. Ήδη από την προηγούμενη θητεία του υποσχόταν «να φέρει τα χρήματα του πετρελαίου στο τραπέζι του λαού», σήμερα, ωστόσο, βρίσκεται αντιμέτωπος με χιλιάδες ανυποχώρητους διαδηλωτές που ζητούν την ακύρωση του εκλογικού αποτελέσματος, επικαλούμενοι, μεταξύ άλλων, και πλήθος κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων. Από το τέλος του πολέμου Ιράν-Ιράκ (1988), ακόμη, η σχέση της κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου του Ιράν με το χρήμα γνώρισε ριζικές αλλαγές, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν σημαντικά οι κυρίαρχες, μέχρι τότε, ηθικές αξίες, και ιδιαίτερα οι θρησκευτικές. Ο κοινωνιολόγος Φαραμάρζ Ραφιπούρ, στο βιβλίο του (1) που εκδόθηκε το 1998, αποδίδει, κατά κύριο λόγο, το φαινόμενο στην ανάδυση μιας μειονότητας η οποία δεν διστάζει πλέον να «επιδεικνύει τον πλούτο της». Αυτή ακριβώς η συμπεριφορά ενισχύθηκε από την κυβέρνηση του Ραφσαντζανί, ο οποίος, στις αρχές του 1990, κάλεσε τους επιχειρηματίες της ιρανικής διασποράς «να επιστρέψουν στη χώρα» για να συμβάλουν στην ανοικοδόμησή της.   [caption id="attachment_1259" align="aligncenter" width="876"] Η προκλητική επίδειξη πλούτου των προνομιούχων του Ιράν: ανάρτηση στην ομάδα του Facebook με τίτλο Rich Kids of Tehran (“Πλουσιόπαιδα της Τεχεράνης”).[/caption]   Στο άλλο άκρο της κοινωνικής κλίμακας, η πλειονότητα του πληθυσμού επλήγη από μια δεκαετία κρίσεων που προκάλεσαν τη συρρίκνωση της αγοραστικής της δύναμης και την επιδείνωση των οικονομικών της. Κι ο συγγραφέας -τονίζοντας την προβολή του αποκτηθέντος πλούτου των μεν και την αύξηση της φτώχειας των δε- συμπεραίνει: «Οι υλικές αξίες, και ιδιαίτερα η αξία του πλούτου, θριάμβευσαν». Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις (ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων, απελευθέρωση του εξωτερικού εμπορίου) που δρομολογήθηκαν τον Ιανουάριο του 1990 από την κυβέρνηση του προέδρου Ραφσαντζανί άνοιξαν το δρόμο για να εκφραστεί η επιθυμία για πλούτο. Εδώ και είκοσι χρόνια, ο τύπος -αλλά και ορισμένες επίσημες εκθέσεις- δεν έπαψαν να καταγγέλλουν την «αδιαφάνεια» και τις «παρατυπίες» από τις οποίες συνοδεύτηκαν οι ιδιωτικοποιήσεις. Μια ομάδα που επωφελήθηκε ιδιαίτερα από αυτές τις «μεταβιβάσεις ιδιοκτησίας» ήταν τα διευθυντικά στελέχη των πρώην δημόσιων επιχειρήσεων, τα οποία έγιναν η νέα οικονομική ελίτ. Έτσι, μια έκθεση του Κοινοβουλίου αναφέρει ότι, το 1994, οι τίτλοι ιδιοκτησίας των πενήντα μεγαλύτερων βιομηχανικών επιχειρήσεων παραχωρήθηκαν στους διευθυντές τους έναντι ενός «απίστευτα χαμηλού τιμήματος», αντίθετα από «όσα προέβλεπε ο νόμος». Οι τίτλοι ιδιοκτησίας, μάλιστα, πληρώθηκαν με δάνεια που χορήγησε στους νέους ιδιοκτήτες η Εταιρεία Επενδύσεων των Εθνικών Βιομηχανιών, δηλαδή με χρήματα του Δημοσίου. Η ίδια πρακτική συνεχίστηκε και από τις κυβερνήσεις Χαταμί και Αχμαντινετζάντ. Η απελευθέρωση του εξωτερικού εμπορίου αποτελεί άλλη μια πηγή κερδών. Δημιουργεί σταθερές πηγές εσόδων, όχι μόνο στην επίσημη οικονομία, αλλά και στα κυκλώματα της παραοικονομίας στα οποία κυριαρχεί το λαθρεμπόριο. Εδώ και μερικά χρόνια, ο τύπος αποκαλεί «μαφίες» όσους επωφελούνται από το φαινόμενο. Με αυτόν τον όρο υποδηλώνονται οι οικονομικές ομάδες που ελέγχουν την εισαγωγή και τα δίκτυα διανομής των τροφίμων, των βιομηχανικών προϊόντων και των ναρκωτικών ή επιδίδονται στην υπεξαίρεση και στην εξαγωγή ενός μέρους της ενεργειακής παραγωγής της χώρας, παρά το γεγονός ότι αυτή ανήκει στην αρμοδιότητα της Εθνικής Ιρανικής Εταιρείας Πετρελαίου (NIOC). Όπως αναφέρει η ερευνήτρια Φαρίμπα Αντελκάχ, «οι μεγαλέμποροι του παζαριού», όπως επίσης και οι πολιτικοί παράγοντες και οι θεσμοί του καθεστώτος, «συμμετέχουν άμεσα και μαζικά στην παράλληλη οικονομία, ενδεχομένως με στόχο τον πλουτισμό, αλλά επίσης και για την αυτοχρηματοδότηση των δραστηριοτήτων τους (2)». Έτσι, η ελίτ του εμπορικού κόσμου, η οποία διέθετε μεγάλη επιρροή τη δεκαετία του 1980, υποχρεούται πλέον να αναμετρηθεί με τους νέους οικονομικούς παίκτες στο κυνήγι του πλούτου. Από την πλευρά τους, οι κυρίαρχες ομάδες του καπιταλισμού δεν υστερούν. Δημιούργησαν μεγάλους βιομηχανικούς, χρηματοοικονομικούς και εμπορικούς ομίλους που ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την αυτοχρηματοδότηση των δραστηριοτήτων τους, χωρίς ωστόσο να αδιαφορούν για τα οικονομικά και χρηματοδοτικά προνόμια που τους παραχωρούν διάφοροι δημόσιοι ή ημιδημόσιοι θεσμοί. Αποκτούν τον έλεγχο των προμηθειών του Δημοσίου, δηλαδή σχεδόν εγγυημένες αγορές. Επιπλέον, κάθε φορά που είναι δυνατόν, αποφεύγουν την αποπληρωμή των χρεών τους. Δεν πρόκειται ούτε για κρατικό καπιταλισμό -δεδομένου ότι το κράτος έχει αποσυρθεί πλέον από πολλούς τομείς της οικονομίας- αλλά ούτε και για καπιταλισμό της αγοράς: οι όμιλοι παρακάμπτουν με τις διασυνδέσεις τους όλους τους φορολογικούς, εμπορικούς και χρηματοοικονομικούς κανόνες, ενώ ταυτόχρονα εμποδίζουν την είσοδο νέων ανταγωνιστών στην αγορά. Δύο παραδείγματα αρκούν για να γίνει ευκολότερα κατανοητή η βαθύτατη αλλαγή. Κατ’ αρχάς, τα μεγάλα ιδρύματα: πολλά από αυτά δημιουργήθηκαν λίγο μετά την επανάσταση του 1979 και, θεωρητικά τουλάχιστον, ο σκοπός τους είναι φιλανθρωπικός. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ιδρύματος Απόρων και Τραυματιών του Πολέμου Ιράν-Ιράκ, το οποίο είχε ιδιαίτερα ενεργή παρουσία στα εμπορικά κυκλώματα (κυρίως στο εμπόριο όπλων) κατά τη διάρκεια του πολέμου και στη συνέχεια διαφοροποίησε σε μεγάλο βαθμό τις δραστηριότητές του. Σήμερα, περιλαμβάνει χιλιάδες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της βιομηχανίας, του εμπορίου, της γεωργίας, του τουρισμού, ακόμα και της αεροναυπηγικής. Επιπλέον, έχει δημιουργήσει τους δικούς του χρηματοοικονομικούς θεσμούς, τους οποίους έχει συγκεντρώσει σε έναν γιγάντιο επιχειρηματικό όμιλο, τον Χρηματοπιστωτικό Οργανισμό του Ιδρύματος, ο οποίος διαθέτει κολοσσιαία εξουσία. Ωστόσο, καθώς αρνείται ότι αποτελεί «τράπεζα», έχει αποφύγει τους περιορισμούς και το νομοθετικό πλαίσιο που επιβάλλει στις επιχειρήσεις του κλάδου η κεντρική τράπεζα της χώρας. Μάλιστα, αρνείται να εκπληρώσει τις φορολογικές του υποχρεώσεις. Όταν ο πρόεδρος Χαταμί (1997-2005) προσπάθησε να το αναγκάσει να σεβαστεί τον νόμο, υπέστη οδυνηρή ήττα. Το δεύτερο παράδειγμα μας το προσφέρει η εταιρεία Iran Khodro, η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία στη Μέση Ανατολή, της οποίας το 40% των μετοχών ανήκει στο κράτος. Μαζί με την εταιρεία Saipa μονοπωλούν, εκ των πραγμάτων, την αγορά: το μερίδιο της Saipa ανέρχεται στο 35%, ενώ το μερίδιο της Iran Khodro υπερβαίνει το 55%. Μετά το άνοιγμα της αγοράς στις εισαγωγές, η Iran Khodro υπέγραψε συμφωνίες συνεργασίας με τις ξένες αυτοκινητοβιομηχανίες, για τις οποίες η ιρανική αγορά παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς γνωρίζει τεράστια άνθηση: το 2004 πουλήθηκαν 700.000 αυτοκίνητα, το 2006 1.100.000 και το 2008 1.200.000. Για την Iran Khodro το ζητούμενο είναι η διατήρηση -αν όχι η επέκταση- της ηγετικής θέσης της στην αγορά, με ταυτόχρονη απόκτηση πρόσβασης στις νέες τεχνολογίες, που θα συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων της και στην εξαγωγή τους στις διεθνείς αγορές. Η PSA Peugeot – Citroen, η οποία είχε ξεκινήσει από το 1992 τη συνεργασία της με την Iran Khodro για τη συμπαραγωγή του μοντέλου της 405 (το μερίδιο της εγχώριας προστιθέμενης αξίας ανέρχεται στο 60%) έκανε ένα νέο βήμα το 2001, υπογράφοντας με την ιρανική εταιρεία συμφωνία για τη συναρμολόγηση των μοντέλων 206 και 307 (το μερίδιο της εγχώριας προστιθέμενης αξίας είναι ακόμα αρκετά χαμηλό). Όσο για τη Renault, συνέστησε με τις δύο μεγάλες ιρανικές επιχειρήσεις μια κοινοπραξία για την παραγωγή του μοντέλου της Logan (3), το οποίο στην ιρανική γλώσσα φαρσί θα ονομάζεται Tondar. Στην κοινοπραξία αυτή, τη Renault Pars, η Renault κατέχει το 51% των μετοχών, ενώ η Iran Khodro και η Saipa, οι οποίες συμμάχησαν πρώτη φορά, κατέχουν το 49%. Η Iran Khodro έχει αρχίσει να ενεργεί ως μελλοντικός παίκτης της παγκόσμιας αγοράς αυτοκινήτου. Αυτό επιβεβαιώνει και η συμφωνία που υπέγραψε με την αλγερινή εταιρεία Famoval, για τη συναρμολόγηση ενός λεωφορείου στην Αλγερία, καθώς και οι μονάδες παραγωγής που έχει εγκαταστήσει στη Βενεζουέλα, τη Σενεγάλη, τη Συρία και τη Λευκορωσία, για την παραγωγή του Samande (μιας παραλλαγής του Peugeot 405). Το ίδιο μοντέλο, εξάλλου, εξάγεται ήδη στην Αλγερία, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία, την Αρμενία, αλλά και τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία και τη Ρωσία. Επιπροσθέτως, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες και τους περιορισμούς όσον αφορά τη χρηματοδότηση και τη ρευστότητά της, η Iran Khodro εκμεταλλεύθηκε, όπως και διάφορες άλλες επιχειρήσεις, τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών τραπεζών -το 2000- και δημιούργησε αμέσως το δικό της χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, την Parsian. Η τράπεζα, της οποίας η Iran Khodro κατέχει το 30% των μετοχών, εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα της χώρας, συγκεντρώνοντας το 60% των καταθέσεων και των χορηγήσεων του τομέα. Τον Ιούνιο-Ιούλιο του 2005, όταν ο Αχμαντινεζάντ ανήλθε στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας, κατήγγειλε μέρος των ιδιωτικών τραπεζών ότι ευθύνονταν για τα «αμφίβολα και αμφιλεγόμενα» δάνεια που χορηγούσαν. Απείλησε, δε, ότι θα δώσει στη δημοσιότητα τον κατάλογο όσων απόλαυσαν τη «γενναιοδωρία» των συγκεκριμένων τραπεζών. Μέχρι σήμερα, δεν έχει τηρηθεί η υπόσχεσή του. Η τράπεζα Parsian, πάντως, υπήρξε ο κυριότερος στόχος της εκστρατείας του. Το πραγματικό διακύβευμα της σύγκρουσης ήταν η άρνηση των τραπεζικών ιδρυμάτων να μειώσουν τα επιτόκια χορηγήσεων και, συνεπώς, τα κέρδη τους. Η αντιπαράθεση έφθασε στο αποκορύφωμά της τον Οκτώβριο του 2006, όταν η κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα του Ιράν αποφάσισαν να καθαιρέσουν τον πρόεδρο της Parsian. Όλες οι ιδιωτικές τράπεζες ξεσηκώθηκαν ενάντια στην απόφαση και πέτυχαν την ακύρωσή της: πρόκειται για μια αναμφισβήτητη ήττα του Αχμαντινεζάντ. Στη συνέχεια, η ολοένα αυξανόμενη έλξη που ασκούσαν στον τραπεζικό κλάδο ορισμένες εστίες κερδοσκοπίας -ιδιαίτερα ο κατασκευαστικός τομέας- οδήγησε ιδιωτικές αλλά και δημόσιες τράπεζες στην παραμέληση της χρηματοδότησης των βιομηχανικών επιχειρήσεων. Προχώρησαν στη χορήγηση σημαντικών ενυπόθηκων δανείων, αλλά και σε μαζικές επενδύσεις σε ακίνητα. Έτσι, συνέβαλαν στη διόγκωση της πρωτοφανούς φούσκας στον τομέα των ακινήτων που έκανε την εμφάνισή της το 2005 (4) και ευνόησε αυτό που ένα μηνιαίο έντυπο αποκάλεσε «μπουρζουαζία των ιδιοκτητών ακινήτων» (5). Τελικά, η φούσκα άρχισε να σκάει τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2008, μετά την απόφαση της κυβέρνησης να επιβάλει στο σύνολο του τραπεζικού τομέα το κλείσιμο της στρόφιγγας της δανειοδότησης -ακόμα και τη διακοπή της χορήγησης πιστώσεων στον κλάδο των ακινήτων, οι οποίες είχαν ήδη εγκριθεί και των οποίων τα ποσά είχαν αρχίσει να εκταμιεύονται. Από εκείνη τη στιγμή παρατηρήθηκε δραστική μείωση της ζήτησης για κατοικίες, η οποία συνοδεύτηκε από την κατάρρευση της τιμής των ακινήτων και τη, μερική τουλάχιστον, μείωση του ενεργητικού των δημόσιων και των ιδιωτικών τραπεζών. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τις μεγάλες ζημίες που κατέγραψαν οι τράπεζες, όπως επίσης και το κράτος, εξαιτίας της συσσώρευσης επισφαλών δανείων. Η κρίση που ακολούθησε είχε δύο συνέπειες: Πρώτον, οι τράπεζες δεν είναι πλέον σε θέση να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση της οικονομίας: από τον Δεκέμβριο του 2007 έως τον Δεκέμβριο του 2008, στη χορήγηση πιστώσεων καταγράφτηκε μείωση 67% (6). Η συρρίκνωσή τους είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της ζήτησης για καταναλωτικά αγαθά και επενδύσεις, καθώς και τη μείωση της βιομηχανικής παραγωγής και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, ενώ ένα σημαντικό τμήμα του παραγωγικού δυναμικού παραμένει αναξιοποίητο. Δεύτερον, εξαιτίας της μείωσης της αξίας του ενεργητικού τους, οι τράπεζες δεν μπορούν -ή δεν επιθυμούν -πλέον να πληρώσουν τις οφειλές τους στην κεντρική τράπεζα- άρα και προς το κράτος: την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2007 ώς τον Σεπτέμβριο του 2008, οι οφειλές τους αυξήθηκαν κατά 106% (7)! Η παραγωγική οικονομία επλήγη εξαιτίας των ακάλυπτων επιταγών στις εταιρείες και της μη καταβολής των δεδουλευμένων στους μισθωτούς. Η ιδιωτικοποίηση συνέβαλε στον πλουτισμό ορισμένων, ενώ εξέθεσε μεγάλο τμήμα των εργαζομένων στην ανεργία (8), καθώς και σε μια ολοένα περισσότερο επισφαλή κατάσταση, καθώς οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων πούλησαν τον εξοπλισμό των επιχειρήσεών τους και στη συνέχεια κήρυξαν πτώχευση, ή άρχισαν να μην καταβάλλουν τους οφειλόμενους μισθούς, ή προχώρησαν, απλούστατα, σε απολύσεις. Όσο για τον πληθωρισμό, ακολούθησε μια πορεία που θυμίζει τη δεκαετία του 1990: σύμφωνα με τις επίσημες πηγές, το 2008 ανερχόταν στο 25% -σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις ξεπέρασε το 50%-, ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2009 οι αρχές δήλωσαν ότι ξεπέρασε το 60%. Από τον Σεπτέμβριο του 2005, όταν η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με την ολοένα και μεγαλύτερη μείωση των πραγματικών εισοδημάτων των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού και της μεσαίας τάξης, επικέντρωσε το οικονομικό της πρόγραμμα στην αναδιανομή της πίστωσης, έτσι ώστε να στηριχθεί η εγχώρια κατανάλωση και να έχουν τη δυνατότητα οι επιχειρήσεις να διαθέσουν τα προϊόντα τους στην εσωτερική αγορά. Ο κατάλογος των διάφορων μορφών δανείων που χορηγούνται με την εγγύηση του κράτους αντικατοπτρίζει το εύρος της πολιτικής που εφαρμόστηκε: δάνεια σε συνταξιούχους, φοιτητικά, αγροτικά, γάμου, στεγαστικά… Όμως, εδώ και περισσότερο από είκοσι χρόνια, ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας είναι βυθισμένο στην υπερχρέωση λόγω της διαρκούς μείωσης του πραγματικού εισοδήματός του και της αδυναμίας αποπληρωμής. Η «καταδίκη λόγω χρεών» αποτελεί την καλύτερη απόδειξη για την αισθητή αύξηση του φαινομένου: 12.000 άτομα βρίσκονται σήμερα στη φυλακή -κατά τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας φυλακίστηκαν για τον ίδιο λόγο άλλα 20.000 άτομα! (9). Τη στιγμή που οι αρχές αδυνατούν να εισπράξουν τα ποσά που οφείλουν οι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι ποινές έρχονται σε απόλυτη αντίθεση με τα ιδεώδη περί ισότητας που πρόβαλε η επανάσταση του 1979.

  1. Faramarz Rafipour, «Developpement et contraste. Essai d’analyse de la revolution islamique et des problemes sociaux de l’Iran», Entechar, Τεχεράνη, 1998 (στη γλώσσα φαρσί).
  2. Στην παρουσίασή της για το έργο του Arag Keshavarzian, «Bazar and State in Iran. The Politics of the Teheran Marketplace» (2007), που περιλαμβάνεται στο «Societes Politiques Comparees», τεύχ. 2, Παρίσι, Φεβρουάριος 2008.
  3. (Σ.τ.Μ.) Πρόκειται για ένα μοντέλο που σχεδιάστηκε πρόσφατα από την Dacia, τη ρουμανική θυγατρική της Renault, και το οποίο, καθώς είναι εξαιρετικά φθηνό (επειδή είναι σχετικά παλαιάς τεχνολογίας, χωρίς εξελιγμένα ηλεκτρονικά), προορίζεται κυρίως για την αγορά των πρώην ανατολικών και των αναπτυσσόμενων χωρών, αλλά έχει αρχίσει να γνωρίζει επιτυχία και στην Ευρώπη.
  4. Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, εκφράστηκε με αύξηση της τιμής των ακινήτων στην πόλη της Τεχεράνης κατά 200%. Μάλιστα, μέσα σε δεκαοκτώ μήνες μόνο, η αξία των συναλλαγών στην κτηματαγορά ξεπέρασε τα 600 δισ. δολάρια (βλέπε τη μηνιαία επιθεώρηση «Gozaresh», τεύχ. 204, Τεχεράνη, Ιανουάριος 2009, σελ. 27).
  5. Kamal At-Hari, «La bourgeoisie immobiliere», «Chesmeh Andaz-e Iran», τεύχ. 47, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2008.
  6. Βλ. την ημερήσια εφημερίδα «Sarmayeh», Τεχεράνη, 23 Απριλίου 2009.
  7. «Sarmayeh», 10 Ιανουαρίου 2009.
  8. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, το 2008 το 15% του ενεργού πληθυσμού ήταν άνεργο.
  9. «Jam-e jam», Τεχεράνη, 20 Δεκεμβρίου 2008.
]]>

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Η μέθοδος της Σουηδίας

Αντίθετα με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η Σουηδία επέλεξε μια μέθοδο μη καταναγκαστική για την αντιμετώπιση της πανδημίας από τον Covid-19. Η κυβέρνηση έθεσε περιορισμούς στις μετακινήσεις και τις επαφές αλλά δεν επέβαλε εγκλεισμό.

Το Τέξας στα όπλα ενάντια στην καραντίνα

Εγκλεισμός του πληθυσμού προκειμένου να προστατευτεί από τον ιό; Η ιδέα πόρρω απείχε από το να γίνει ομόφωνα αποδεκτή στο Τέξας, καθώς ορισμένοι είδαν σε αυτήν μια προσβολή των ατομικών ελευθεριών.

Το προσφυγικό, πρόβλημα και για τον Ερντογάν

Ενώ στις απαρχές του εμφυλίου πολέμου που αιματοκύλισε την χώρα τους οι Σύριοι πρόσφυγες έγιναν δεκτοί με ανοιχτές αγκάλες από την Τουρκία, σήμερα πλέον βρίσκονται στο στόχαστρο της Άγκυρας.

Αν το Πεκίνο σταματούσε να αγοράζει το αμερικανικό χρέος

Η ένταση στις σχέσεις Ουάσιγκτον-Πεκίνου έχει πυροδοτήσει μια ζωηρή συζήτηση για το είδος των «μέτρων» που θα μπορούσαν να πάρουν οι ΗΠΑ ξεκινώντας από τις φοιτητικές βίζες και φτάνοντας μέχρι την αγορά σόγιας.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Social