Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

ΗΠΑ-ΙΡΑΝ: Οι μεγάλοι σταθμοί μιας θυελλώδους σχέσης

Η προοπτική συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ενδεχομένως να προδιαγράφει την αναθέρμανση των σχέσεων μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον. Χωρίς να φτάσει μέχρι την αναβίωση της παλαιάς συμμαχίας στα χρόνια του σάχη, η προσέγγιση θα μπορούσε να αλλάξει τα στρατηγικά δεδομένα στη Μέση Ανατολή. Με την προϋπόθεση, ότι και οι δύο πλευρές θα καταφέρουν να παραμερίσουν την αμοιβαία καχυποψία. Το Ιράν θα μπορούσε να γίνει μια «περιφερειακή δύναμη με μεγάλη ευημερία», εάν κατόρθωνε να καταλήξει σε συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα με τις χώρες της λεγόμενης ομάδας «G5+1» (Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία), δήλωνε πρόσφατα ο Μπαράκ Ομπάμα1. Ποτέ πριν ο Αμερικανός πρόεδρος δεν είχε αφήσει να εννοηθεί τόσο καθαρά ότι το διακύβευμα των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ξεπερνά κατά πολύ το ζήτημα των φυγοκεντρικών μηχανών και του εμπλουτισμού ουρανίου. Η επιστροφή της Τεχεράνης στη μεσανατολική κονίστρα δεν θα μετασχημάτιζε απλώς τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Θα άλλαζε ριζικά τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής. Ο δρόμος προς μια συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν παραμένει γεμάτος παγίδες. Οι δύο πλευρές, τις οποίες χώριζε μεγάλη απόσταση, ήδη χρειάστηκε να παρατείνουν τις συνομιλίες δύο φορές. Αλλά ο δρόμος που θα οδηγούσε στην αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν είναι ακόμη πιο μακρύς και κακοτράχαλος. Τα βάσανα και οι ταπεινώσεις που έχει προκαλέσει η μία πλευρά στην άλλη θα είναι δύσκολο να υπερκεραστούν. Ο κατάλογος με τα λάθη αμφοτέρων είναι υπερβολικά μακρύς. Ίσως, όμως, ορισμένα παραδείγματα αρκούν για να δώσουν μια ιδέα για το μέγεθος της καχυποψίας και του αισθήματος προδοσίας που νιώθουν και στις δύο χώρες. Λησμονείται συχνά ότι οι ιρανο-αμερικανικές σχέσεις ξεκίνησαν με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις. Οι ΗΠΑ, οι οποίες ελευθερώθηκαν από τον ζυγό του Λονδίνου μετά από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, εκδήλωσαν συχνά τη συμπάθειά τους για τις χώρες του Τρίτου Κόσμου που αντιστέκονταν στην αποικιοκρατία. Ορισμένες φορές, τα πράγματα έφταναν ακόμη πιο μακριά. Στην περίπτωση του Ιράν, για παράδειγμα, δύο Αμερικανοί αναμίχθηκαν αποφασιστικά υπέρ του εκδημοκρατισμού και της ανεξαρτησίας της χώρας. Ο πρώτος, μάλιστα, ο Χάουαρντ Μπάσκερβιλ, πλήρωσε με τη ζωή του την υποστήριξη του δικαιώματος των Ιρανών να διαθέτουν σύνταγμα.   [caption id="attachment_2801" align="aligncenter" width="512"] Αντιαμερικανικό γκράφιτι έξω από την (πρώην) πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη (φωτ.: Ggia/CC).[/caption]   Οι φιλοδοξίες του σάχη Ο Μπάσκερβιλ, ο οποίος είχε τεθεί επικεφαλής ομάδας φοιτητών που μάχονταν ως εθελοντές για την υπεράσπιση της νεαρής συνταγματικής δημοκρατίας στην Περσία (το αρχαίο όνομα του Ιράν), ενάντια στις στρατιωτικές δυνάμεις της δυναστείας Κατζάρ2 που βρισκόταν στην εξουσία, σκοτώθηκε σε ενέδρα στο Ταμπρίζ, στις 19 Απριλίου 1909. Έχει ταφεί στο χριστιανικό αρμένικο νεκροταφείο της πόλης του βορειοδυτικού Ιράν. Ακόμη και σήμερα, πολλοί Ιρανοί τιμούν τη μνήμη του, ενώ πληθώρα σχολείων και δρόμων φέρουν το όνομά του. Ο άλλος Αμερικανός ήταν ο Ουίλιαμ Μόργκαν Σούστερ. Έχοντας οριστεί Γενικός Θησαυροφύλακας από το περσικό κοινοβούλιο, επωμίστηκε τη διαχείριση της οικονομικής κατάστασης στα ταραγμένα χρόνια της συνταγματικής επανάστασης (1905-1911). Γρήγορα μετατράπηκε σε παθιασμένο υποστηρικτή της Περσίας, την οποία Βρετανοί και Ρώσοι επεδίωκαν να βυθίσουν οικονομικά. Έχοντας δεχτεί σημαντικές πιέσεις από τις δύο μεγάλες δυνάμεις, ο Σούστερ υποχρεώθηκε τελικά σε παραίτηση. Όταν γύρισε στις Ηνωμένες Πολιτείες, διηγήθηκε την εμπειρία του στο βιβλίο «The Strangling of Persia» («Ο στραγγαλισμός της Περσίας»). Στο βιβλίο, το οποίο είναι αφιερωμένο «στον λαό της Περσίας», καταδικάζει με δριμύτητα την ανάμιξη και τον ρόλο Ρώσων και Βρετανών. Η αντιαποικιοκρατική πολιτική της Ουάσινγκτον, καθώς και η θυσία του Μπάσκερβιλ και η προσφορά του Σούστερ, καλλιέργησαν σε πολλούς Ιρανούς μεγάλη εκτίμηση για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όλα, όμως, θα άλλαζαν το 1953, όταν η CIA, σε συνεργασία με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, θα εκδιώξει από την εξουσία τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρωθυπουργό Μοχάμαντ Μοσαντέγκ, ο οποίος είχε αποφασίσει την εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Το πραξικόπημα της 19ης Αυγούστου 1953 επανέφερε τον σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί στον θρόνο και έπνιξε τη νεογέννητη δημοκρατία3. Όταν ο σάχης επανήλθε στην εξουσία, κλιμάκωσε την κρατική καταστολή, ώστε να εξαλείψει οποιαδήποτε δυνητική απειλή προς το καθεστώς του. Για πολλούς Ιρανούς, το γεγονός εκείνο σήμανε το τέλος της αθωότητας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφού, σε πρώτη φάση, είχε δυσκολέψει τις προσπάθειες των Βρετανών να ελέγξουν το Ιράν και τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους του, η Ουάσινγκτον συμμαχούσε τώρα με την ίδια αυτή αποικιοκρατική δύναμη για να στερήσει στη χώρα το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής της. Η ολοένα και μεγαλύτερη αντίθεση στο καθεστώς συνοδεύτηκε από την εξίσου διάχυτη αίσθηση ότι η μοναρχία δεν στεκόταν παρά μόνο χάρη στη στήριξη των ΗΠΑ και ότι οι Αμερικανοί ασκούσαν καταλυτική επιρροή στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, ο σάχης κατηγορείτο ότι είχε πουλήσει την ανεξαρτησία του Ιράν. Η συγκεκριμένη κατηγορία έγινε κραυγή που συσπείρωσε πολλούς αντικαθεστωτικούς και βρήκε ευρύτατη απήχηση όταν ο Ιρανός μονάρχης υπέγραψε το Status of Forces Agreement (SOFA, «συμφωνία για το καθεστώς των δυνάμεων») με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1964. Η συμφωνία προέβλεπε διπλωματική ασυλία για το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό στο Ιράν. Ο δριμύτερος επικριτής του σάχη, ο αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, ο οποίος, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, έμελλε να ηγηθεί της επανάστασης κατά του μονάρχη, χαρακτήρισε χωρίς περιστροφές τη SOFA ως συμφωνία παράδοσης της εθνικής κυριαρχίας. Ο σάχης Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί ήταν ένας φιλόδοξος άνθρωπος, ο οποίος ήθελε να μετατρέψει τη χώρα του σε περιφερειακή υπερδύναμη. Για να επιτύχει, όμως, τον στόχο του, δεν αρκούσε να στηρίζεται το Ιράν σε έναν ισχυρό στρατό και μια ανθηρή οικονομία: ήταν, επίσης, απαραίτητο οι μεγάλες δυνάμεις να κρατηθούν μακριά από τη Μέση Ανατολή. Το 1971, το Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισε να αποσύρει το σύνολο των στρατιωτικών δυνάμεων που διατηρούσε στην περιοχή ανατολικά του Σουέζ. Όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση δεν υπέκυπταν στον πειρασμό να καλύψουν το κενό που άφησαν οι Βρετανοί, το Ιράν μπορούσε να ελπίζει ότι θα γίνει η αδιαμφισβήτητη υπερδύναμη της δυτικής Ασίας. Ενώ οι Αμερικανοί είχαν εστιάσει στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο σάχης άδραξε τη χρυσή ευκαιρία. Η συμφωνία που υπογράφηκε με την κυβέρνηση του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, καθιστούσε το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία υπεύθυνες χώρες για την ασφάλεια στον Αραβο-Περσικό Κόλπο, επιτρέποντας στις Ηνωμένες Πολιτείες να κρατηθούν στα μετόπισθεν. Η λεγόμενη πολιτική των «δύο πυλώνων» ήταν, στην πραγματικότητα, πολιτική ενός και μόνου πυλώνα, του Ιράν. Έχοντας επιτύχει τον βασικό αυτό στόχο, ο Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί είχε ως επόμενη επιδίωξη να διασφαλίσει ότι ούτε η Σοβιετική Ένωση ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρουν κάποιο πρόσχημα για να εγκαταστήσουν ξανά στρατεύματα στον Κόλπο. Θεωρούσε πλέον, όχι μόνο τη Σοβιετική Ένωση, αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αντίπαλο και δυνητικό ανταγωνιστή. Κλιμάκωση της αντιπαράθεσης Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, αρκετοί Αμερικανοί αξιωματούχοι εξέφραζαν, ιδιωτικά, τη δυσαρέσκειά τους, καθώς θεωρούσαν ότι οι φιλοδοξίες του Ιρανού μονάρχη γίνονταν πια ανεξέλεγκτες. Αλλά, όσο το Ιράν παρέμενε σταθερός σύμμαχος κατά του κομμουνισμού, η μεγαλομανία του σάχη, αν και προβληματική, έμπαινε σε δεύτερο πλάνο μπροστά στη σοβιετική απειλή. Το 1978, όταν ξέσπασε η επανάσταση στο Ιράν, τα αποθέματα καλής θέλησης απέναντι στην Ουάσινγκτον είχαν εξαντληθεί εντελώς. Για πολλούς Αμερικανούς, η επανάσταση στρεφόταν τόσο κατά του σάχη όσο και κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Όταν ο πρόεδρος Τζέιμς Κάρτερ έδωσε άδεια στον σάχη να καταφύγει στο αμερικανικό έδαφος για να νοσηλευτεί, αριστεροί Ιρανοί φοιτητές επιτέθηκαν στην πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών, στις 4 Νοεμβρίου 1979. Πήραν ως ομήρους 52 Αμερικανούς διπλωμάτες και πολίτες, απαιτώντας από τον Κάρτερ να εκδώσει τον σάχη στο Ιράν για να δικαστεί. Αυτό που οι φοιτητές ξεκίνησαν μάλλον ως υπόθεση λίγου χρόνου, μετατράπηκε σε μία κρίση 444 ημερών. Περιπλέκοντας τα πράγματα ακόμη περισσότερο, αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1980 για να απελευθερωθούν οι όμηροι, κατέληξε σε φιάσκο. Από τα οκτώ ελικόπτερα που είχαν αποσταλεί, τα τρία παρουσίασαν βλάβη και η αποστολή ακυρώθηκε. Καθώς, όμως, τα αμερικανικά μεταγωγικά εγκατέλειπαν την περιοχή, ένα από αυτά συγκρούστηκε με αμερικανικό ελικόπτερο, με αποτέλεσμα τον θάνατο οκτώ Αμερικανών στρατιωτών στην ιρανική έρημο. Κάθε μέρα, οι Αμερικανοί ενημερώνονταν για την τύχη των διπλωματών τους από τα βραδινά δελτία ειδήσεων. Η κρίση των ομήρων έλαβε γρήγορα τις διαστάσεις ενός εθνικού τραύματος, το οποίο διευκόλυνε τη νίκη του Ρόναλντ Ρέιγκαν επί του Κάρτερ στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1980. Το να σύρει μια αναπτυσσόμενη χώρα της Μέσης Ανατολής τις Ηνωμένες Πολιτείες σε τέτοιο εξευτελισμό αποτελούσε σπάνιο γεγονός. Αναδύθηκε, τότε, ένα αμοιβαίο αίσθημα αγανάκτησης. Η γεωπολιτική αντιπαράθεση, που είχε ήδη διαφανεί από τα τελευταία χρόνια της κυριαρχίας του σάχη, απέκτησε και μια έντονη συναισθηματική διάσταση. Μετά την επανάσταση, το Ιράν ήρθε σε ανοικτή αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς, ωστόσο, να προσχωρήσει στο σοβιετικό στρατόπεδο. Το καθεστώς Χομεϊνί, όπως και ο σάχης, επεδίωκε να μετατρέψει το Ιράν σε κυρίαρχη δύναμη της περιοχής. Ήθελε, όμως, να επιτύχει τον στόχο αυτό χρησιμοποιώντας το πολιτικό ισλάμ, έτσι ώστε να εξασφαλίσει τη λαϊκή στήριξη του μουσουλμανικού κόσμου. Απορρίπτοντας τη συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή με το Τελ-Αβίβ, η Τεχεράνη εισερχόταν σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης με την Ουάσινγκτον. Η κυβέρνηση Ρέιγκαν προσπάθησε να οδηγήσει στην ήττα και να τιμωρήσει τους Ιρανούς επαναστάτες. Όταν, τον Σεπτέμβριο του 1980, ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Ιράν, κανένα δάκρυ δεν έτρεξε στην Ουάσινγκτον. Ακόμη και σήμερα, πολλοί Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν την άποψη ότι ο Ιρακινός πρόεδρος επιτέθηκε στο Ιράν κατόπιν εντολής του Λευκού Οίκου. Χωρίς να φτάνει κανείς μέχρι εκεί, είναι γεγονός ότι η Ουάσινγκτον υποστήριξε τον Χουσεΐν, τον οποίο προμήθευαν με όπλα Σοβιετική Ένωση και Γαλλία. Η υποστήριξή τους ενισχύθηκε με την πάροδο του χρόνου. Το 1986, όχι μόνον οι Ηνωμένες Πολιτείες έδιναν στους Ιρακινούς πληροφορίες κρίσιμης σημασίας, αλλά έγγραφα της CIA που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα, αποδεικνύουν ότι η Ουάσινγκτον γνώριζε πολύ καλά ότι το Ιράκ χρησιμοποιούσε χημικά όπλα. Για πολλούς Ιρανούς, το λάθος που διέπραξαν οι Αμερικανοί όταν υποστήριξαν τη στρατιωτική εκστρατεία του Ιράκ είναι ακόμη σοβαρότερο από το πραξικόπημα του 1953, έστω και μόνο για τον λόγο ότι ο πόλεμος αυτός στοίχισε τη ζωή σε περίπου ένα εκατομμύριο Ιρανούς (έναντι 300.000 Ιρακινών). Οι εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης σύντομα έγιναν αποσταθεροποιητικός παράγοντας, παρόλο που το Ιρανγκέιτ έδειξε ότι οι διμερείς σχέσεις ήταν πιο πολύπλοκες από ό,τι φαινόταν. Το σύνολο της περιοχής, από τον Λίβανο μέχρι τον Κόλπο, μετατράπηκε σε σκακιέρα για να ξεδιπλωθεί η αντιπαλότητά τους. Υπήρξαν, επίσης, στιγμές που οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών θα μπορούσαν να είχαν εισέλθει σε άλλη τροχιά. Μετά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, το 1988, και τον θάνατο του αγιατολάχ Χομεϊνί, την επόμενη χρονιά, η Τεχεράνη βρέθηκε αποδυναμωμένη, απομονωμένη και ακόμη πιο μακριά από τον στόχο της για περιφερειακή ηγεμονία από ό,τι στην αρχή της επανάστασης. Ερειπωμένη από οκτώ χρόνια πολέμου, δεν διέθετε πια ούτε συμμάχους ούτε χρήματα, ενώ οι ξένες επενδύσεις της είχαν μειωθεί απελπιστικά. Ο τότε πρόεδρος, ο Χασεμί Ραφσαντζανί, ήθελε να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ουάσινγκτον. Εκτιμούσε ότι η δημιουργία ζώνης κοινού οικονομικού ενδιαφέροντος θα διευκόλυνε την πολιτική συνεννόηση. Έτσι, το 1994, η πρώτη σύμβαση εκμετάλλευσης ιρανικού πετρελαίου που αφορούσε ξένη εταιρεία υπογράφηκε με την Conoco, τον αμερικανικό πετρελαϊκό γίγαντα. Ο συμβολισμός δεν θα μπορούσε να είναι πιο ισχυρός. Επίμονες πικρίες Τα πράγματα, όμως, δεν εξελίχθηκαν όπως είχε προβλεφθεί. Ενώ, κατά τη δεκαετία του 1980, το Ισραήλ ασκούσε πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να αποκαταστήσουν κάποιους δεσμούς με την Τεχεράνη, το Τελ-Αβίβ είχε τώρα πραγματοποιήσει στροφή 180 μοιρών: τις πίεζε να επιβάλουν κυρώσεις στο Ιράν και να το απομονώσουν. Το σχέδιο συμφωνίας με την Conoco υπήρξε το πρώτο θύμα αυτής της μεταστροφής. Έχοντας δεχτεί μεγάλη πίεση από την πλευρά του αμερικανικού Κογκρέσου, ο πρόεδρος Κλίντον εκδίδει δύο εκτελεστικές πράξεις (15 Μαρτίου και 6 Μαΐου 1995), απαγορεύοντας όχι μόνο την πετρελαϊκή σύμβαση με την Conoco, αλλά και όλες τις εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν, το οποίο κατηγορείται ότι υποστηρίζει την τρομοκρατία. Η κυβέρνηση Ραφσαντζανί έμεινε κεραυνοβολημένη. Η Ουάσινγκτον είχε απορρίψει τη χείρα φιλίας που της έτεινε το Ιράν. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο θα χειροτέρευαν ακόμη περισσότερο. Την επόμενη χρονιά, το αμερικανικό Κογκρέσο ψήφισε νέες κυρώσεις κατά της Τεχεράνης, στοχεύοντας τρίτες χώρες που επένδυαν στον κλάδο παραγωγής ενέργειας στο Ιράν. Παρά κάποια σύντομα διαλείμματα προς το τέλος της δεύτερης θητείας Κλίντον, η αμοιβαία καχυποψία δεν έπαψε να ενισχύεται. Αργότερα, όταν η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους αποφάσισε να επιτεθεί στους Αφγανούς ταλιμπάν -καθεστώς μισητό για το Ιράν-, η Τεχεράνη και η Ουάσινγκτον προχώρησαν σε τεράστιας κλίμακας συντονισμό σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών. Σύμφωνα με τον Τζέιμς Ντόμπινς, τον απεσταλμένο του προέδρου Μπους στο Αφγανιστάν κατά τους μήνες που ακολούθησαν τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, το Ιράν έπαιξε αποφασιστικό ρόλο, διασφαλίζοντας ότι, μετά την πτώση των ταλιμπάν, το νέο σύνταγμα θα υιοθετηθεί. Από πολλές απόψεις, η Τεχεράνη βοήθησε την Ουάσινγκτον να εδραιώσει την ειρήνη στη χώρα, ελπίζοντας ότι οι κινήσεις αυτές θα συνέβαλαν στο άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στις ιρανο-αμερικανικές σχέσεις. Όμως, ενώ η συνεργασία Ιράν-Ηνωμένων Πολιτειών είχε καταλήξει, στις 5 Δεκεμβρίου 2001, στην υπογραφή των συμφωνιών της Βόνης, με τις οποίες κατοχυρωνόταν η σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης στο Αφγανιστάν, ο πρόεδρος Μπους, έξι εβδομάδες μετά την υπογραφή των συμφωνιών, συμπεριέλαβε το Ιράν, μαζί με το Ιράκ και τη Βόρεια Κορέα, στον κατάλογο των χωρών που συγκροτούν «τον άξονα του Κακού» και κατηγορούνται για υποστήριξη της τρομοκρατίας και κατασκευή όπλων μαζικής καταστροφής. Στα μάτια της Τεχεράνης, η ενέργεια αυτή ισοδυναμούσε με προδοσία και είχε ως συνέπεια τη σημαντική αποδυνάμωση των υποστηρικτών της διαλλακτικής προσέγγισης απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όσοι είχαν επιλέξει να εμπιστευτούν τους Αμερικανούς, το πλήρωναν τώρα ακριβά. Ωστόσο, πριν ο μεταρρυθμιστής Ιρανός πρόεδρος Μοχάμαντ Χαταμί (1997-2005) ολοκληρώσει τη θητεία του, το Ιράν προχώρησε σε μια χωρίς προηγούμενο χειρονομία συμφιλίωσης απέναντι στην κυβέρνηση Μπους. Το 2003, έναν χρόνο μετά την αποστροφή του Αμερικανού προέδρου περί «άξονα του Κακού», η Τεχεράνη υπέβαλε στην Ουάσινγκτον σχέδιο διαπραγμάτευσης εφ’ όλης της ύλης μέσω του πρέσβη της Ελβετίας στο Ιράν. Το σχέδιο του Ιράν πρότεινε διαφάνεια στο πυρηνικό πρόγραμμά του, συνεργασία στο Ιράκ, αφοπλισμό της λιβανέζικης Χεζμπολάχ και έμμεση αναγνώριση του Ισραήλ -όλα αυτά με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων και την αναγνώριση των στρατιωτικών συμφερόντων της χώρας στην περιοχή. Η κυβέρνηση Μπους δεν έβλεπε τον λόγο να αποκλιμακώσει την ένταση με το Ιράν. Η πρόταση παραμερίστηκε, γεγονός που, στην Τεχεράνη, ενίσχυσε την πεποίθηση ότι απώτερος σκοπός της Ουάσινγκτον ήταν η ανατροπή της ιρανικής κυβέρνησης και η μετατροπή της χώρας σε αμερικανικό δορυφόρο χωρίς πραγματικό λόγο στις εξελίξεις. Όπως και παλαιότερα, η απόρριψη αυτής της χειρονομίας καλής θέλησης προκάλεσε περαιτέρω έλλειψη εμπιστοσύνης και επανάκαμψη των προστριβών, οι οποίες κλιμακώθηκαν από τις τακτικές πολεμοχαρείς τοποθετήσεις του προέδρου Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ (2005-2013). Αυτή τη φορά, τα πράγματα ήταν ακόμη πιο σοβαρά. Από φόβο ότι το Ιράν θα ήταν ο επόμενος στόχος, η Τεχεράνη αποφάσισε να κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να πληρώσουν το μεγαλύτερο δυνατό τίμημα για την κατοχή του Ιράκ και την παρουσία τους στο Αφγανιστάν. Η συλλογιστική των Ιρανών αξιωματούχων ήταν ξεκάθαρη: όσο θα παρέμεναν βυθισμένοι στο τέλμα των δύο πολεμικών μετώπων, οι Αμερικανοί δεν θα ήταν σε θέση να επιτεθούν στο Ιράν. Η Ουάσινγκτον καταλογίζει στην Τεχεράνη την ευθύνη για τους αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς που προκάλεσαν τον θάνατο εκατοντάδων Αμερικανών στρατιωτών στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Οι μηχανισμοί αυτοί χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία τόσο από την ιρακινή αντίσταση όσο και από τους ταλιμπάν. Η οργή και η αγανάκτηση είναι μεγάλες στο Πεντάγωνο, ιδιαίτερα μεταξύ των υψηλόβαθμων αξιωματούχων, καθώς θεωρούν ότι το Ιράν είναι υπεύθυνο για τον θάνατο των συναδέλφων τους. Τα συναισθήματα αυτά είναι πρόσφατα, σε αντίθεση με την οργή που προκάλεσε η κρίση των ομήρων το 1979-1980. Για τους Αμερικανούς στρατιωτικούς, οι πρόσφατες πληγές δεν έχουν επουλωθεί. Πάνω σε αυτόν τον πολύπλοκο και σημαδεμένο από εκατέρωθεν ταπεινώσεις καμβά πρέπει τώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν να προσπαθήσουν να χτίσουν ένα κοινό μέλλον. Μολονότι υπάρχει βαθιά καχυποψία και από τις δύο πλευρές, μάλλον το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από την πλευρά του Ιράν για δύο απλούς λόγους. Πρώτον, το Ιράν είναι το πιο ευάλωτο από τα δύο μέρη. Δεύτερον, εάν υποτεθεί ότι όσοι λαμβάνουν τις αποφάσεις στις δύο χώρες αντλήσουν τα διδάγματα του παρελθόντος και κατορθώσουν να ξεπεράσουν τις αμοιβαίες επιφυλάξεις τους, παραμένει το γεγονός ότι υπάρχει μια προσωπικότητα που έχει ζήσει καθεμία από τις στιγμές που αναφέρθηκαν: ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ. Κανένας άλλος ηγέτης, από τη μία ή την άλλη πλευρά, δεν φέρει στους ώμους του τόσο μεγάλο βάρος όσο η κεφαλή του ιρανικού καθεστώτος. Και κανένας δεν αισθάνεται μεγαλύτερη καχυποψία απέναντι στους Αμερικανούς. Προς μια επωφελή εκεχειρία Εάν αυτό το τείχος δυσπιστίας έπεφτε και υπογραφόταν συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το αντίκτυπο για την περιοχή θα μπορούσε να είναι τόσο θετικό όσο αρνητικές υπήρξαν οι επιπτώσεις της ιρακινο-αμερικανικής εχθρότητας. Εξαιτίας της δύσκολης ιστορίας τους, οι δύο πλευρές πιθανότατα δεν θα μπορούσαν να γίνουν επίσημα εταίροι ή σύμμαχοι από τη μία ημέρα στην άλλη. Αλλά, όπως δήλωσε πρόσφατα ο Αλί Τσαμχανί, γραμματέας του ιρανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, τα δύο κράτη «μπορούν να συμπεριφερθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αναλώνουν την ενέργειά τους το ένα εναντίον του άλλου4» . Το Ιράκ και το Αφγανιστάν δεν θα βρίσκονταν σήμερα σε τόσο απελπιστική κατάσταση εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν είχαν καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα αρκετά νωρίτερα. Εννοείται ότι μια τέτοια εκεχειρία δεν θα κατέληγε στην επίλυση όλων των προβλημάτων της περιοχής. Οι γεωπολιτικές αντιπαλότητες μεταξύ του Ιράν, της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ θα συνεχίσουν να έχουν αποσταθεροποιητικές συνέπειες. Αλλά, ενώ οι εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης οξύνουν τις περιφερειακές αντιπαλότητες, πιο ήρεμες και εποικοδομητικές σχέσεις μεταξύ τους θα συνέβαλαν σε μια γενικότερη αποκλιμάκωση. Εάν τα δύο κράτη σταματούσαν «να αναλώνουν την ενέργειά τους το ένα εναντίον του άλλου», θα μπορούσε, επίσης, να διαφανεί η προοπτική τερματισμού του εμφυλίου πολέμου στη Συρία. Αφού οι σουνίτες τζιχαντιστές, το Ισλαμικό Κράτος και άλλοι παράγοντες του ριζοσπαστικού ισλαμιστικού ρεύματος, αποτελούν τη σοβαρότερη απειλή όχι μόνο για την περιφερειακή σταθερότητα, αλλά και για τα ιρανικά και τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή, κοινοί στόχοι θα μπορούσαν να φέρουν Ουάσινγκτον και Τεχεράνη πιο κοντά. Κάτι τέτοιο θα τις βοηθούσε να ξεπεράσουν την αμοιβαία καχυποψία τους και θα τις παρότρυνε να προχωρήσουν πέρα από μια απλή εκεχειρία. Η συντονισμένη δράση των δύο πλευρών στο Ιράκ με στόχο την αποχώρηση του πρώην πρωθυπουργού, Νούρι Αλ-Μαλίκι, αλλά και τη στρατιωτική αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους, δείχνει ότι τέτοιες κινήσεις είναι εφικτές. Οι προοπτικές αυτές δεν θα μπορέσουν να διερευνηθούν παρά μόνο εάν οι δύο πλευρές κατορθώσουν πρώτα να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση στο αδιέξοδο γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Καλώς ή κακώς, μόνο τότε θα ανοίξει το επόμενο κεφάλαιο των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

  1. Συζήτηση από τη συχνότητα του National Public Radio, 29 Δεκεμβρίου 2014.
  2. Η δυναστεία Κατζάρ βρισκόταν στην εξουσία από το 1796 έως το 1925.
  3. Βλ. Mark Gasiorowski, «Quand la CIA complotait en Iran», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος
  4. «Financial Times», Λονδίνο, 22 Δεκεμβρίου 2014.
  ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ Σειρά ξένων επεμβάσεων 1856 Η Μεγάλη Βρετανία επιβάλλει την αναγνώριση του Αφγανιστάν και την απόσχιση της επαρχίας Χεράτ από την Περσία. 1871 Κάτω από την επιρροή του πρωθυπουργού του, ο σάχης Νασραντίν προχωρά σε σειρά ριζικών μεταρρυθμίσεων. 1906 Συνταγματική επανάσταση: συγκρότηση του κοινοβουλίου (Μαϊλίς) και υιοθέτηση του πρώτου συντάγματος της χώρας, που βάζει τέλος στην απόλυτη μοναρχία. 1907 Η Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία διαμοιράζουν την Περσία σε τρεις ζώνες επιρροής. 1909 Ίδρυση της Anglo-Persian Oil Company. Κατάργηση του κοινοβουλίου. 1914-1918 Η Μεγάλη Βρετανία καταλαμβάνει τμήμα της Περσίας, η οποία θα πάρει το όνομα Ιράν, το 1934. 25 Αυγούστου 1941 Οι βρετανικές δυνάμεις εισβάλλουν στο νότιο και το δυτικό Ιράν, ενώ οι Σοβιετικοί κατέχουν το βόρειο τμήμα της χώρας. Ο σάχης Ρεζά υποχρεώνεται να παραχωρήσει τον θρόνο στον γιο του, Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί. 19 Αυγούστου 1953 Στρατιωτικό πραξικόπημα που οργάνωσε η CIA και οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες ανατρέπει την κυβέρνηση του δρ. Μοχάμαντ Μοσαντέγκ, λίγο αφότου εθνικοποίησε την Anglo-Iranian Oil Company. Νοέμβριος 1964Ο αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί εξορίζεται. 1η Απριλίου 1979 Ανακήρυξη της Ισλαμικής Δημοκρατίας. 1980-1988 Πόλεμος Ιράν-Ιράκ, τον οποίο προκάλεσε ο Σαντάμ Χουσεΐν. 1955 Ο Αμερικανός πρόεδρος Ουίλιαμ Κλίντον απαγορεύει κάθε εμπορική συναλλαγή με το Ιράν. Δεκέμβριος 2006 Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών υιοθετεί το ψήφισμα 1737, το οποίο απαγορεύει την πώληση οποιουδήποτε πυρηνικού και βαλιστικού υλικού ή τεχνολογίας στο Ιράν. 24 Νοεμβρίου 2013 Υπογράφεται στη Γενεύη ενδιάμεση συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα μεταξύ του Ιράν και των χωρών του G5+1. 24 Νοεμβρίου 2014 Παράταση της ενδιάμεσης συμφωνίας και των συνομιλιών μέχρι τις 31 Μαρτίου 2015 για συνεννόηση στο γενικό πολιτικό περίγραμμα και μέχρι την 1η Ιουλίου 2015 για κείμενο οριστικής συμφωνίας.   Διαβάστε επίσης Κρίσιμες διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν Το σκάνδαλο Ιρανγκέιτ  

Iran and Israel: Peace is possible

https://youtu.be/8w-OZFBcwZc  ]]>

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Πώς είπατε; «Συστημικός»;

Πολύ συχνά, οι αμερικανικές πολυεθνικές ανατρέχουν στη φιλανθρωπία για να συγκαλύψουν τις πράξεις πού τις πλουτίζουν. Από τον περασμένο Μάιο δωρίζουν λοιπόν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε διάφορες αφροαμερικανικές οργανώσεις, ανάμεσά τους και στη Black Lives Matter.

Η νέα σκακιέρα της Μεσογείου

Οι πολεμικές συρράξεις στη Συρία και τη Λιβύη, αλλά και η προσπάθεια πολιτικής κυριαρχίας της Τουρκίας, διαμορφώνουν μια νέα σκακιέρα στη Μεσόγειο.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Social