Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Η τύφλωση των αραβικών κυβερνήσεων

Τα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής πιστεύουν ότι επιδιδόμενα σε έναν περιφερειακό ψυχρό πόλεμο θα προστατευτούν από τη μόλυνση της «αραβικής άνοιξης». Η λογική τους συνίσταται στην κλιμάκωση των εντάσεων με τους γείτονες για τη διατήρηση του εσωτερικού status quo. Η στρατηγική τους, όμως, καταλήγει σε ένα αδιέξοδο που γεννά νέες απειλές. Στη Μέση Ανατολή, τα πολιτικά καθεστώτα, αντιμέτωπα με οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες προσπάθησαν να ρίξουν λάδι στη φωτιά των περιφερειακών εντάσεων για να συγκαλύψουν τα εσωτερικά τους προβλήματα. Με κίνητρο, όπως πάντοτε, τις αναγκαιότητες της ασφάλειας και της επιβίωσής τους, συνέβαλαν στην κλιμάκωση των εντάσεων και των συγκρούσεων, αγνοώντας τις στοιχειώδεις διεκδικήσεις των πολιτών, την ανάγκη τους να ακουστεί η φωνή τους και η επιθυμία τους για αξιοπρέπεια. Κι όμως, πρόκειται για τις ίδιες διεκδικήσεις που προκάλεσαν την «αραβική άνοιξη», από το Δεκέμβρη του 2010. Στην περιοχή διαδραματίζεται αυτή την εποχή κάτι που πολλοί παρατηρητές έχουν αποκαλέσει «νέος περιφερειακός αραβικός ψυχρός πόλεμος», τα μέτωπα του οποίου αποδεικνύονται συχνά αντιφατικά: η πρώτη σύγκρουση έχει ως στόχο τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και την υπερεθνική διάσταση της ισλαμιστικής τους ιδεολογίας· η δεύτερη έχει τη μορφή μιας σύρραξης ανάμεσα σε σουνίτες και σιίτες. Ανάλογες συγκρούσεις έχουν προκαλέσει και στο παρελθόν σφαγές, ποτέ όμως τόσο φονικές. Τα κράτη που έχουν εμπλακεί στον νέο ψυχρό περιφερειακό πόλεμο χωρίζονται σε δύο υποκατηγορίες. Από τη μια είναι χώρες όπως η Ιορδανία, το Ιράν και η Αίγυπτος, που διέκοψαν τις μεταρρυθμίσεις που είχαν υποσχεθεί ή δρομολογήσει ήδη και οι οποίες αποσκοπούσαν στη διεύρυνση του πεδίου της λαϊκής συμμετοχής και της προόδου προς τον εκδημοκρατισμό. Από την άλλη βρίσκονται χώρες που έχουν αναβάλει κάθε σχέδιο δομικής μεταρρύθμισης, όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αντίθετα με όσα είχαμε δει στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, οι εμπόλεμοι σπάνια διαθέτουν μια ιδεολογία ή ένα βιώσιμο πρόγραμμα για το μέλλον. Η φιλοδοξία τους; Να επιβιώσουν διατηρώντας άθικτες τις παρούσες δομές εξουσίας. Φυσικά, τα καθεστώτα αυτά έχουν εναλλακτική λύση: να βασιστούν στην υπαρκτή παραδοσιακή νομιμοποίησή τους και στους ανθρώπινους και οικονομικούς τους πόρους, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις λαϊκές προσδοκίες των κοινωνιών τους. Άλλωστε, πριν από τέσσερα χρόνια η άρνηση των καθεστώτων να ακούσουν αυτές τις προσδοκίες προκάλεσε την «αραβική άνοιξη» σε μεγάλο μέρος της περιοχής. Αλλά, αντί να αποφασίσουν να καταβάλουν το υψηλό κόστος μιας τέτοιας μεταρρύθμισης, η στρατηγική τους συνίσταται στην εξαγωγή των αντιφάσεών τους, με στόχο την προστασία της τάξης των πραγμάτων στο εσωτερικό των χωρών τους –όπως αποδεικνύουν οι βίαιες συγκρούσεις στη Συρία, στο Ιράκ, στη Λιβύη και στην Υεμένη.  Αίγυπτος Στην Αίγυπτο, το καθεστώς του Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Σίσι δεν αρκείται στην διαιώνιση του αυταρχικού καθεστώτος του Χόσνι Μουμπάρακ· το κάνει ακόμα χειρότερο. Κι αν η επιθυμία τού νέου προέδρου να διευρύνει την εξουσία του είναι αντίστοιχη αυτής του προκατόχου του, τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει υπενθυμίζουν εκείνα που οδήγησαν στην ανατροπή του Μουμπάρακ τον Ιανουάριο του 2011. Από αυτήν την μπλοκαρισμένη μετάβαση μόνο ο στρατός έχει βγει κερδισμένος. Δεν υπάρχει, κατά συνέπεια, προοπτική σταθεροποίησης στη μεγαλύτερη χώρα του αραβικού κόσμου, δεδομένου ότι η νοοτροπία του πολιορκημένου κάστρου που χαρακτηρίζει το αιγυπτιακό κράτος, το εμποδίζει να αντιληφθεί τα υπόγεια κοινωνικά ρεύματα που βράζουν, έτοιμα να κινητοποιηθούν και πάλι. Η ανεργία, η φτώχεια και οι ανισότητες, σε συνδυασμό με την αύξηση του ποσοστού των νέων στο σύνολο του πληθυσμού, συνέβαλαν στην κοινωνική έκρηξη που ανέτρεψε τον Μουμπάρακ πριν από τέσσερα χρόνια. Τα προβλήματα αυτά υπάρχουν ακόμα. Κι αν η στρατηγική του Αιγύπτιου προέδρου για ανάπτυξη καθοδηγούμενη από το κράτος συγκινεί, δεν έχει ελπίδα επιτυχίας όσο ο στρατός παραμένει κυρίαρχη οικονομική δύναμη, με τα δικά της οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Θεωρητικά, τα μεγάλα έργα, όπως η νέα διώρυγα του Σουέζ, προκαλούν ίλιγγο. Προσφέρουν όμως τα πάντα εκτός από μια πανάκεια σε σχέση με αυτά που χρειάζεται η Αίγυπτος εδώ και δεκαετίες: έναν δυναμικό ιδιωτικό τομέα, ο οποίος θα συνυπάρχει με έναν δημόσιο τομέα πιο αποτελεσματικό, μια οικονομία που θα ενισχύεται από το εκπαιδευτικό σύστημα και υποδομές προσαρμοσμένες στις ανάγκες. Στα χρόνια του Χόσνι Μουμπάρακ, το κράτος προσπάθησε να βοηθήσει την ανάπτυξη ακολουθώντας αυτόν το δρόμο (αν και τελικά ενίσχυσε το νεποτισμό). Αντίθετα, η εμμονή του προέδρου Αλ-Σίσι να ελέγχει τα πάντα, προϋποθέτει το μονοπώλιο του στρατού στο οικονομικό πεδίο. Με αποτέλεσμα, πολύ λίγη ανάπτυξη. Το κλειστό πολιτικό σύστημα χειροτερεύει την κατάσταση. Το αιγυπτιακό κράτος έχει σιγά σιγά βαλκανοποιηθεί. Ελλείψει ενός ενοποιημένου μηχανισμού, τα όργανα της δικαιοσύνης και της ασφάλειας υποφέρουν από την εμφάνιση πολλαπλών θυλάκων αυτονομίας. Η κατάσταση αυτή διευκόλυνε το καθεστώς, διότι επέτρεψε στα δικαστικά και αστυνομικά θεσμικά όργανα να κατακλύσουν το δημόσιο χώρο, να καταστείλουν τα μέσα ενημέρωσης και να εξαφανίσουν την «κοινωνία των πολιτών» σε τοπικό επίπεδο, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη ενός εθνικού κινήματος αντιπολίτευσης. Ταυτόχρονα, βαθαίνει το χάσμα μεταξύ κράτους και κοινωνίας, καθώς αυτό δεν βλέπει στον πληθυσμό πολίτες τους οποίους πρέπει να υπηρετεί και να προστατεύει, αλλά μια απειλή που πρέπει να ελέγχεται διαρκώς. Έχουν υπάρξει και πιο ελκυστικές προοπτικές για το μέλλον. Όταν κατέλαβε την εξουσία ο Αλ-Σίσι, έχαιρε μιας σχετικής δημοτικότητας μεταξύ των λαϊκών Αιγυπτίων, οι οποίοι φοβούνταν τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Αυτό δεν σημαίνει ότι διαθέτει μια διαρκή υποστήριξη κάποιας κοινωνικής βάσης, ικανής να τον στηρίξει στην κρίση που δε θ’ αργήσει να ξεσπάσει. Ο Μουμπάρακ διέθετε το ηγεμονικό Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα (PND), που του επέτρεψε να παραμείνει στην εξουσία σχεδόν τρεις δεκαετίες. Ακόμα, όμως, και το PND δεν μπόρεσε να εμποδίσει την επανάσταση του Ιανουαρίου. Ο Αλ-Σίσι δεν δημιούργησε οργανωτική δομή τέτοιας μορφής και αρκείται στη διαιώνιση της νοοτροπίας του οχυρού, που είναι ίδια με του αυταρχικού κράτους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το καθεστώς πιστεύει πως θα μπορέσει να επωφεληθεί από την έξαρση των περιφερειακών συγκρούσεων. Από το στρατιωτικό πραξικόπημα του Ιουλίου του 2013 κατά του Μοχάμεντ Μόρσι, η Αίγυπτος έχει παρασύρει και άλλες χώρες, όπως την Ιορδανία και τη Σαουδική Αραβία, σε μια εκστρατεία που στόχο έχει την εξόντωση των Αδελφών Μουσουλμάνων, αρχής γενομένης από την αιγυπτιακή τους οργάνωση. Η τελευταία είχε να υποστεί τόσο σκληρή καταπίεση από την εποχή του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ (1956-1970). Οι περισσότεροι ηγέτες της έχουν εγκαταλείψει τη χώρα ή σαπίζουν στις φυλακές, χιλιάδες μέλη της οργάνωσης έχουν σκοτωθεί από τις δυνάμεις ασφαλείας, δεκάδες χιλιάδες παραμένουν σε κράτηση περιμένοντας μια παρωδία δίκης. Το Κατάρ προσπάθησε να υποστηρίξει τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, αλλά η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βλέπουν σε αυτούς μια απειλή. Οι χώρες αυτές έχουν δώσει στην Αίγυπτο δισεκατομμύρια δολάρια μετά από το στρατιωτικό πραξικόπημα, για να περιορίσουν την οικονομική της κρίση. Η δε Σαουδική Αραβία συμπεριφέρθηκε όπως στη δεκαετία του 1960, όταν ήταν περικυκλωμένη από τις δυνάμεις του νασερισμού και του μπααθισμού. Στα μάτια του Ριάντ, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι εκπροσωπούν μια υπερεθνική απειλή, που θα μπορούσε να κυριαρχήσει στον Κόλπο. Όμως, αυτή η συνεχής ροή βοήθειας από τα πετρελαϊκά κράτη του Κόλπου δεν αποτελεί λύση, κατά μείζονα λόγο επειδή αυξάνει την ένταση στην αραβική χερσόνησο. Στην Αίγυπτο, η εισροή ξένης ρευστότητας –σε αστρονομικά ποσά– προκαλεί την αύξηση του πληθωρισμού. Αυτή η μετάγγιση επιβαρύνει επιπλέον την εξάρτηση ενός καθεστώτος «εισοδηματία», που η εξωτερική χρηματοδότηση δεν το ενθαρρύνει να λάβει τα υψηλού κόστους αλλά αναγκαία μέτρα, τα οποία επιβάλλονται για την ανάπτυξη της οικονομίας.  Υεμένη Κι ενώ η Αίγυπτος οδεύει και πάλι προς τον αυταρχισμό, η Υεμένη, η Συρία και το Ιράκ υφίστανται τις συμφορές της βίας και του πολέμου. Στην Υεμένη, η Ανσάρ Αλλάχ (οι οπαδοί του Αλλάχ), το ένοπλο τμήμα του κινήματος των εξεγερμένων Χούτι (1), συνέτριψε κάθε αντίσταση και, από τον περασμένο Σεπτέμβριο, ελέγχει την πρωτεύουσα Σανάα. Η οργάνωση αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με την Ανσάρ Αλ-Σαρία, μια οργάνωση συγγενή της Αλ-Κάιντα: οι εξεγερμένοι Χούτι είναι ζαϊντιστές, που είναι ένας κλάδος του σιιτικού Ισλάμ (2). Οι στρατιωτικοί του παλαιού καθεστώτος εσκεμμένα επέτρεψαν τις επιθέσεις των πολιτοφυλακών και δεν τους προέβαλαν καμία αντίσταση. Οι δυνάμεις της επίσημης αντιπολίτευσης, όπως το κόμμα Αλ-Ισλάχ, σύντομα ξεπεράστηκαν από τους ηγέτες των Χούτι. Ταυτόχρονα, οι φυγόκεντρες δυνάμεις έχουν ακρωτηριάσει το κράτος με τις αποσχιστικές συγκρούσεις στο Χαντραμαούτ και στο νότο. Οι Χούτι εμφανίστηκαν στα δυτικά ραντάρ μόλις πριν από μερικά χρόνια. Η κυρίαρχη σουνιτική άποψη θεωρούσε ότι η ζαϊντιστική σκέψη ήταν τόσο κοντά στο σουνιτικό δόγμα που τη θεωρούσε ως πέμπτη σχολή ερμηνείας του Ισλάμ. Όμως οι Χούτι δέχτηκαν μια συνεχή υποστήριξη και νομιμοποίηση από το Ιράν. Η Τεχεράνη θεωρεί την Υεμένη ως πεδίο αντιπαράθεσης με τη Σαουδική Αραβία, η οποία την θεωρεί ως φυσική προέκταση του εδάφους της. Κατά συνέπεια, έχει δημιουργηθεί μια υπερεθνική συμμαχία θρησκευτικών μειονοτήτων, κάτι που μοιάζει πολύ με την κατάσταση στη Συρία και στο Λίβανο. Οι Αλαουίτες της Συρίας θεωρούνται πλέον μέρος του σιιτικού τοπίου, γεγονός που δικαιολογεί την παρέμβαση της Χεζμπολά υπέρ του συριακού καθεστώτος. Με τον ίδιο τρόπο, η Ανσάρ Αλλάχ, χάρη στη συνεργασία της με το Ιράν, κατέκτησε ένα επίπεδο σιιτικής αξιοπιστίας που τοποθετεί την οργάνωση στην ιρανική πλευρά, στην περιφερειακή σύγκρουση. Χάρη στην οικονομική βοήθεια και στα στρατιωτικά μέσα που δέχθηκε το κίνημα των ζαϊντιστών έγινε επίσης κρατικός παράγων, κατ’ αναλογία με τη Χεζμπολά.  Συρία Στη διάρκεια της «αραβικής άνοιξης», η Συρία ήταν από τις πρώτες χώρες όπου έγιναν ειρηνικές διαδηλώσεις. Η στιγμή εκείνη που η δημοκρατία ήταν εφικτή έδωσε τη θέση της σε έναν εμφύλιο πόλεμο, σε μια οικονομία πολέμου και σε μια ανθρωπιστική καταστροφή που ολοένα θα χειροτερεύουν. Το καθεστώς του Μπασάρ Αλ-Άσαντ έχει μια επίφαση κυριαρχίας και ελέγχει την εθνική επικράτεια μέσω στρατιωτικών φυλακίων, καθώς δεν είναι σε θέση να επιβάλει μια πραγματική νομική και πολιτική παρουσία. Ανίκανο να προσφέρει κοινωνικές και οικονομικές υπηρεσίες, που ενισχύουν τη νομιμοποίησή του, το κράτος έχασε μεγάλο μέρος των υποδομών που κατείχε. Απέναντί του βρίσκονται οργανώσεις της αντιπολίτευσης και ξένες ομάδες, οι οποίες έχουν μεταβληθεί σε στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής και τις οποίες χαρακτηρίζει πλήθος διαφορών, ένα γεγονός που τα δυτικά μέσα ενημέρωσης συχνά υποτιμούν. Το Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) δεν είναι Αλ-Νόσρα. Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι ενωμένοι. Στη Συρία το ΙΚ είναι λιγότερο μια οργάνωση που επιθυμεί να γίνει «κράτος» με την κυριολεκτική σημασία του όρου και περισσότερο μια συνομοσπονδία τζιχαντιστών, που επιθυμεί να μεταμορφωθεί σε αυτοκρατορία. Όπως και οι Οθωμανοί, το ΙΚ διαχειρίζεται τα εδάφη του αναθέτοντας τη διαχείριση σε τοπικούς παράγοντες. Ως συγκεντρωτικό κράτος έχει περιορισμένη λειτουργικότητα. Οι φρικτοί αποκεφαλισμοί που αναμεταδίδουν τα μέσα δεν είναι δείγματα ενός νέου συστήματος ισλαμικού νόμου (σαρία) που θα μπορούσε να είναι σημάδι μιας νέας τάξης πραγμάτων. Πρόκειται μάλλον για εκστρατεία δημοσίων σχέσεων, που αποσκοπεί στην αύξηση των στρατολογήσεων. Αυτό είναι και το αδύναμο σημείο του. Παρά το σχεδόν αυτοκρατορικό του πλαίσιο, το ΙΚ δεν διαθέτει την ικανότητα να συμπεριφερθεί ως πραγματικό κράτος, είτε πρόκειται για την οργάνωση θεσμών είτε πρόκειται για την είσπραξη φόρων. Το πρότυπό του είναι αυτό της λείας, την οποία διεκδικούν οι μαχητές: πρόκειται για σύστημα που έχει επιτυχία στην ύπαιθρο, αλλά που αποδεικνύεται ανεπαρκές για τη διοίκηση ολόκληρων πόλεων.Συρία Εν μέσω αυτού του χάους, το καθεστώς του Αλ-Άσαντ επέλεξε μια απλή στρατηγική: την επιβίωση. Δεν έχει ανάγκη να ανακτήσει τα εδάφη που έχασε για να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο. Έχοντας απολέσει την αξιοπιστία του, δεν μπορεί να επιλέξει τη στρατηγική της εξόδου από την κρίση δρομολογώντας τις μεταρρυθμίσεις που του είχαν ζητηθεί πριν. Όσο το καθεστώς δεν καταρρέει, μπορεί να διεκδικεί μια ανάξια νίκη. Πράγμα που εξηγεί και την πολιτική της καμένης γης. Οι δυνάμεις του καθεστώτος που πλέον έχουν παραιτηθεί από τη διατήρηση της παλαιάς Συρίας, καταστρέφουν τις πόλεις και τα χωριά όπου επικρατούν οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης, με βάση την αρχή ότι, αν η Δαμασκός δε μπορεί να τις ελέγχει, τότε δεν θα το κάνει κανείς. Το σφαγείο αυτό είναι σε σημαντικό βαθμό αποτέλεσμα της δράσης εξωτερικών παραγόντων. Οι περιφερειακές παρεμβάσεις είναι γνωστές στη Συρία. Οι ΗΠΑ ηγούνται μιας συμμαχίας δυτικών και αραβικών χωρών που βομβαρδίζει το ΙΚ, πράγμα που, παραδόξως, παίζει το παιγνίδι του αυταρχικού καθεστώτος, το οποίο η Ουάσιγκτον έχει ανακηρύξει παράνομο. Μεταξύ των εταίρων της είναι η Τουρκία, η Ιορδανία, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Από την πλευρά του, το καθεστώς του Αλ-Άσαντ βασίζεται στην οικονομική και στρατιωτική βοήθεια της Χεζμπολά και του Ιράν, καθώς και στη συνενοχή της Ρωσίας. Πριν την ενίσχυση του ΙΚ και της Αλ-Νόσρα, τα σουνιτικά αραβικά κράτη είχαν εγγράψει τη Συρία σε μια «σιιτική ημισέληνο», που εκτείνεται από το Λίβανο ως το Ιράν. Προσπαθούσαν να ανατρέψουν τον Αλ-Άσαντ τροφοδοτώντας θρησκευτικές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στο δικό τους πληθυσμό. Αναγκάστηκαν να αλλάξουν προσανατολισμό και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του τζιχαντισμού. Μόνο το Ιράν διατήρησε τη θέση υποστήριξης του συριακού καθεστώτος, πράγμα που αποκαλύπτει την εξέλιξη των επαναστατικών του επιταγών. Οι ηγέτες του, μην έχοντας κατορθώσει να διαδώσουν την επανάσταση στις αραβικές χώρες μετά το 1979, έκαναν την είσοδό τους στην περιφερειακή σκηνή μέσω της γεωπολιτικής, επωφελούμενοι των εντάσεων στο πλαίσιο του νέου ψυχρού πολέμου. Η συγκεκριμένη θρησκευτική ρητορική πρέπει ωστόσο να αντιμετωπιστεί με επιφυλακτικότητα. Το ΙΚ δεν είναι αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης μεταξύ σουνιτών και σιιτών, όπως θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, μολονότι οι μαχητές του έχουν ξεκινήσει πόλεμο κατά των τελευταίων. Σύμφωνα με τη γνώμη πολλών, οι νέοι που στρατολογήθηκαν για να πολεμήσουν στη Συρία δεν είναι τόσο αποτέλεσμα ενός θρησκευτικού δογματισμού όσο των καταστροφικών πολιτικών, όπου κοινωνικές ανισότητες, οικονομική αστάθεια και πολιτικά αδιέξοδα συμπλέουν για να στερήσουν από τους πολίτες την αξιοπρέπειά τους. Σχεδόν όλες οι αραβικές χώρες έχουν στείλει εθελοντές στο ΙΚ, αρχής γενομένης από την Τυνησία, τη Σαουδική Αραβία, την Ιορδανία και την Αίγυπτο. Κατά τραγική ειρωνεία, ορισμένες από αυτές τις χώρες ισχυρίζονται ότι θέλουν να εξαφανίσουν το Ισλαμικό Κράτος. Η παρατήρηση αυτή θέτει σε αμφισβήτηση τις κλασικές αντιλήψεις για την τρομοκρατία και τον εξτρεμισμό: είναι αποδεκτό από παλιά ότι μπορεί κανείς να νικήσει τους ριζοσπαστικούς τρομοκράτες εμποδίζοντας την ανανέωση των μαχητών τους και τη χρηματοδότησή τους, αποκόβοντάς τους από τα ασφαλή τους καταφύγια. Το ΙΚ αποδεικνύει πως αυτό δεν ισχύει και πως ένας βίαιος εξτρεμισμός μπορεί να ξεπηδήσει από το μηδέν. Λίγα μόλις χρόνια αφ’ ότου η Δύση πίστεψε ότι κατόρθωσε να ελέγξει την Αλ-Κάιντα, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια άλλη, οριοθετημένη γεωγραφικά, εκδοχή του φαινομένου. Νικημένο στην «περιοχή του», αντιδρά αναπτυσσόμενο αλλού. Και αποδεικνύει στην Ευρώπη την ικανότητά του να εκμεταλλεύεται τα ρήγματα της Γηραιάς Ηπείρου (3).  Ιράκ  Το ΙΚ δρα επίσης στο Ιράκ, εκεί όμως η παρουσία του κρύβει ακόμα πιο στοιχειώδη προβλήματα κοινωνικής αποσύνθεσης και πολιτικών ανισοτήτων. Το ΙΚ εγγράφεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο σουνιτικής αντίστασης και εξέγερσης ενάντια σε μια κυβέρνηση την οποία εγκατέστησαν οι ΗΠΑ μετά το 2003 και η οποία κυριαρχείται από τους σιίτες. Για πολλούς Ιρακινούς σουνίτες, η ενδεχόμενη βία του ΙΚ δεν αντιπροσωπεύει μεγαλύτερη απειλή από τις σιιτικές πολιτοφυλακές, οι οποίες στηρίζουν διάφορες πολιτικές προσωπικότητες, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Νουρί Αλ-Μαλίκι. Σημαντικός αριθμός από αυτούς τους σουνίτες αισθάνθηκαν προδομένοι μετά από την εμφάνιση των Σάχβα, μιας σουνιτικής πολιτοφυλακής που υποστήριζε την κυβέρνηση, και την ανάπτυξη, το 2007, περισσότερων αμερικανικών δυνάμεων υπό την ηγεσία του στρατηγού Ντέιβιντ Πετρέους, που συνέβαλε στη σταθεροποίηση της χώρας. Και πάλι όμως πρέπει να είναι κανείς επιφυλακτικός με τη θρησκευτική διάσταση του θέματος. Οι ιρανικές διασυνδέσεις της ιρακινής κυβέρνησης ενθάρρυναν και διεύρυναν ένα καθεστώς μισαλλόδοξων διακρίσεων, το οποίο οι ΗΠΑ δεν έδειξαν προθυμία να αντιμετωπίσουν και το οποίο έχει φτάσει σε σημείο χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του σύγχρονου Ιράκ. Με το γενικότερο κλίμα της περιοχής να εκμεταλλεύεται και να εντείνει τις θρησκευτικές αντιπαραθέσεις, οι τελευταίες συνδέουν ένα κοινωνικό ρήγμα με τις γεωπολιτικές παρεμβάσεις, κι έτσι η έκβαση γίνεται ακόμα πιο αβέβαιη. Διαπιστώνει κανείς επίσης στη Συρία και στο Ιράκ μια άλλη μείζονα εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας. Πριν από την «αραβική άνοιξη», οι πολίτες ήταν υποχρεωμένοι να δηλώνουν πίστη στο κράτος. Με την αλλοτριωτική ικανότητα του κράτους να καταρρέει, ο καθένας αναζητεί την ασφάλεια στρεφόμενος κατ’ αρχήν στους τοπικούς παράγοντες, στη γειτονιά και στις πολιτοφυλακές.  Περιφερειακές προοπτικές Οι περιφερειακές αντιπαραθέσεις είναι αποτέλεσμα της παρέμβασης πολλών παραγόντων, όμως είναι πλέον σαφές ένα κοινό νήμα. Οι ανησυχίες της αραβικής σουνιτικής συμμαχίας δεν περιορίζονται μόνο σε περιφερειακούς αντιπάλους, όπως το Ιράν, ή ιδεολογικούς, όπως οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι. Μια τρίτη απειλή αναδύεται, εσωτερική αυτή τη φορά: οι ίδιες οι κοινωνίες τους. Δυστυχώς, οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν τις διαφορετικές φωνές με καχυποψία. Αρνούμενες εντούτοις να αδράξουν την ευκαιρία που προσέφερε η «αραβική άνοιξη» για να στραφούν προς το εσωτερικό και να απαντήσουν αποτελεσματικά στη μαζική απαίτηση των πληθυσμών τους για ελευθερία και αξιοπρέπεια, τα πολιτικά αυτά συστήματα παραστρατούν σε επικίνδυνες ατραπούς. Διαλέγουν έναν δρόμο μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου υψηλού πολιτικού κινδύνου. Αντανακλαστικά προβάλλουν τα προβλήματά τους σε περιφερειακό επίπεδο, χωρίς να ασχοληθούν με τις εσωτερικές τους ελλείψεις. Η πρόσφατη μείωση των τιμών του πετρελαίου απέδειξε ότι ο νέος περιφερειακός ψυχρός πόλεμος μπορεί να έχει πολλά γυρίσματα. Μέχρι τώρα, το Ιράν είχε το πάνω χέρι έναντι της Σαουδικής Αραβίας στη θρησκευτική σύγκρουση, Η περιφερειακή πολιτική του, πιο συνεκτική, του επέτρεπε να παρεμβαίνει ευθέως σε αυτούς τους πολέμους μέσω αντιπροσώπων, χωρίς να προσφεύγει σε μεσάζοντες. Η στρατηγική της Σαουδικής Αραβίας αποδεικνύεται πιο αποσπασματική, καθ’ όσον η εξωτερική της πολιτική είναι στα χέρια πολλών διαφορετικών παραγόντων, από τις μυστικές υπηρεσίες μέχρι τους πρίγκιπες που παίρνουν αποφάσεις, χωρίς να παραλείψουμε το υπουργείο Εξωτερικών, με το καθένα από αυτά τα κέντρα εξουσίας να έχει τις δικές του διασυνδέσεις στο εξωτερικό. Επιπλέον, το Ιράν, αντίθετα από τη Σαουδική Αραβία, εκπροσωπεί ένα μοντέλο λαϊκής κυριαρχίας το οποίο, μολονότι είναι εν μέρει μόνο ελεύθερο, επιτρέπει τη διεξαγωγή εκλογών σε τακτά χρονικά διαστήματα και έναν ελεγχόμενο πλουραλισμό, παρά το γεγονός ότι η εξουσία παραμένει σε τελική ανάλυση στα χέρια του ανώτατου ηγέτη. Τέλος, το Ιράν προκάλεσε αναταραχή σε μεγάλο μέρος του Κόλπου, εξωθώντας τα αμερικανικά συμφέροντα να εμπλακούν σε μια πυρηνική συμφωνία, γεγονός που προαναγγέλλει μια μείζονος σημασίας διπλωματική διείσδυση. Η κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου ξαναμοιράζει τα χαρτιά. Η Σαουδική Αραβία που την προκαλεί, τα καταφέρνει καλύτερα λόγω των μεγαλύτερων νομισματικών αποθεμάτων της. Ωστόσο, το Ριάντ διατρέχει τον κίνδυνο να συρθεί σε μια αντιπαράθεση με το Ιράν και να χάσει τα μέσα με τα οποία υποστηρίζει τους προστατευόμενούς του στην περιοχή. Και για τις δύο χώρες η αποφασιστική μάχη διεξάγεται στη Συρία. Ο νέος περιφερειακός ψυχρός πόλεμος μεταμόρφωσε σε σημαντικό βαθμό το γεωπολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της περιοχής. Το Κάιρο, η Δαμασκός και η Βαγδάτη δεν είναι οι ηγεμονικές περιφερειακές δυνάμεις. Οι χώρες αυτές υφίστανται τους μετασεισμούς της «αραβικής άνοιξης» και είναι το πεδίο μιας αντιπαράθεσης στην οποία εμπλέκονται εξωτερικοί παράγοντες. Το μάθημα είναι ξεκάθαρο: κανείς, όσο ισχυρός και αν είναι, δεν ξεφεύγει από την Ιστορία. Η Τυνησία, αντιθέτως, είναι ένα εποικοδομητικό παράδειγμα για την περιοχή σε ό,τι αφορά τη δημοκρατία. Οι επωφελείς συμβιβασμοί μεταξύ των ισλαμικών και των λαϊκών δυνάμεων που κλήθηκαν να διαχειριστούν το κράτος στη μεταβατική περίοδο, η κανονική διεξαγωγή δημοκρατικών εκλογών και η επικράτηση του δικαίου αποδεικνύουν ότι είναι εφικτή η απελευθέρωση από την κληρονομιά του αυταρχισμού. Αν η τυνησιακή δημοκρατία κατορθώσει να εξελίσσεται ήρεμα, θα είναι ταυτόχρονα ένα σύμβολο ελπίδας για τους δημοκράτες κι ένα αγκάθι στο πόδι των αυταρχικών καθεστώτων που θα εξαφανιστούν. Με βάση τα γεγονότα, οι ΗΠΑ δε μπορούν πλέον να είναι η αναμφισβήτητη ηγεμονική δύναμη στην περιοχή. Η εμφανής τους απαγκίστρωση από τις περιφερειακές υποθέσεις αναδεικνύει μια σημαντική αλλαγή στη συνολική στρατηγική τους. Έχουν πάρει τα μαθήματα από τις αποτυχίες τους στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Άλλωστε, η Ασία έχει πλέον μεγαλύτερη στρατηγική σημασία από τη Μέση Ανατολή. Η παγκόσμια κυριαρχία δεν συνοδεύεται πλέον με την κατοχή φυσικών περιοχών, αλλά από τον έλεγχο των αγορών και των εμπορικών οδών. Η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να προσπαθεί να ελέγξει τη ροή του πετρελαίου της περιοχής, ρυθμίζοντας όμως την κάνουλα, όχι τα κοιτάσματα. Με δυο λόγια, δεν είμαστε μάρτυρες μιας απαγκίστρωσης των ΗΠΑ, αλλά ενός επαναπροσδιορισμού της αμερικανικής πολιτικής. Η ιστορική κληρονομιά ωστόσο έχει δώσει απτά δείγματα αντοχής. Τα γεωγραφικά σύνορα που καθορίστηκαν από τη συμφωνία Σάικς – Πικό (4) έχουν επιδείξει μια απροσδόκητη μακροζωία, αν εξαιρέσει κανείς το Κουρδιστάν. Οι παίκτες της περιοχής δεν πολεμούν για να αλλάξουν το χάρτη, αλλά για να ελέγξουν τα υπάρχοντα σύνορα. Οι κυβερνήσεις και οι λαοί συμμερίζονται σιωπηλά, ακόμα και σήμερα, τη βαθιά πεποίθηση ότι τα σύνορα αντιπροσωπεύουν το τελευταίο αποκούμπι σταθερότητας στην περιοχή. Συνιστούν μια κοινωνική πραγματικότητα για το καλύτερο και για το χειρότερο. Στο κάτω – κάτω της γραφής, κάθε πρόσφυγας θύμα των πρόσφατων κρίσεων πρέπει να επιστρέψει στη χώρα του. Και, όποιοι κι αν είναι οι νικητές των εμφύλιων συγκρούσεων στη Λιβύη, στη Συρία, στο Ιράκ και στην Υεμένη, κανείς δεν περιμένει αλλαγές στα συνόρων των κρατών αυτών. Η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι, αν εξαφανιστούν τα υπάρχοντα γεωγραφικά σύνορα, η παρούσα αστάθεια θα μετατραπεί σε ένα σπιράλ χάους.

  1. (Σ.τ.Μ.) Ορεσίβιος πληθυσμός της βορειοδυτικής Υεμένης. Η εξέγερσή τους έχει κυρίως κοινωνικά αίτια, καθόσον θεωρούν ότι από την επανενοποίηση της Υεμένης και μετά, το 1990, είναι περιθωριοποιημένοι οικονομικά και κοινωνικά.
  2. Βλ. Laurent Bonnefoy, «Retour des chiites sur la scène yéménite», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος 2014.
  3. Όπως έχει επισημάνει ο πολιτικός επιστήμονας Gilles Kepel, ένας από τους θεωρητικούς του τζιχάντ, ο Αμπού Μουσάντ Αλ-Σούρι θεωρητικοποίησε την ανάγκη στρατηγικών μετακινήσεων στην «Έκκληση για παγκόσμια ισλαμική αντίσταση».
  4. Πρόκειται για τη συμφωνία μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, την οποία διαπραγματεύτηκαν ο Βρετανός σερ Μαρκ Σάικς και ο Γάλλος Φρανσουά-Ζωρζ Πικό, και υπογράφτηκε μεταξύ των δύο χωρών στις 16 Μαΐου 1916. Με τη συμφωνία αυτή, η Μέση Ανατολή, που ώς τις αρχές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούσε οθωμανική κτήση, χωριζόταν σε δύο ζώνες επιρροής, τη βρετανική και τη γαλλική.
* Ο Hicham Ben Abdallah El-Alaoui είναι πρόεδρος του ιδρύματος Moulay Hicham και μέλος του ιδρύματος Carnegie για τη διεθνή ειρήνη. Συγγραφέας του «Journal d’un prince banni Demain le Maroc, Grasset», Παρίσι, 2014.]]>

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Η αυτοκρατορία δεν καταθέτει τα όπλα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ποτέ δεν μένουν για πολύ ταπεινωμένες. Έναν μήνα μετά την ήττα τους στο Αφγανιστάν, η αυτοκρατορική τάξη αποκαταστάθηκε. Το μαρτυρά το ράπισμα που δέχτηκε το Παρίσι από την Ουάσιγκτον.

Quo Vadis Deutschland? Μετεκλογικά ερωτήματα και στρατηγικές προκλήσεις για την Γερμανία

Ο σχηματισμός της νέας ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα χρειαστεί ακόμα αρκετές ημέρες ή και εβδομάδες. Στην καρδιά των συζητήσεων βρίσκονται οι διαφορές, όχι μόνο με κομματικό πρόσημο αλλά και οι οραματικές αποκλίσεις των κομμάτων. Είναι η προσπάθεια της μετα-μερκελικής Γερμανίας από τη μία να διατηρήσει το στάτους της και από την άλλη να βαδίσει προς ένα μέλλον που διαμορφώνεται από νέες προκλήσεις.

Πώς νίκησαν οι Ταλιμπάν

Η επέμβαση της Δύσης στο Αφγανιστάν τερματίζεται σε συνθήκες χάους και κλονίζει την αξιοπιστία των ΗΠΑ. Και το ερώτημα παραμένει: πώς οι Ταλιμπάν κατάφεραν να επιβληθούν;

Γιατί επέζησε το συριακό καθεστώς

Ενώ θεωρούνταν ξοφλημένος την άνοιξη του 2011, ο Μπασάρ αλ Άσαντ διασώθηκε από τις στρατιωτικές παρεμβάσεις της Ρωσίας, του Ιράν και της λιβανέζικης Χεζμπολάχ. Η επιβίωσή του οφείλεται επίσης σε μεγάλο βαθμό στην κοινότητά του, τους αλαουΐτες, καθώς και στον απόλυτο έλεγχο που ασκεί η οικογένειά του στην κοινωνία και στο κράτος.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Social