Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Οι άνεργοι σπάνε τον κλοιό

Από την δεκαετία του ‘90, η Γαλλία διανύει περιόδους κοινωνικής αναταραχής για εργασιακά θέματα, είτε για την απασχόληση και την ανεργία, είτε για τις συντάξεις, είτε για το χρόνο εργασίας. Επιστροφή μέσα από το αρχείο μας στο 1998, όταν φουντώνει το κίνημα των ανέργων, πυροδοτημένο από την άρνηση του τότε πρωθυπουργού, Λιονέλ Ζοσπέν, ν’ αυξήσει τα κατώτατα κοινωνικά επιδόματα. Το κίνημα, που έχει ξεκινήσει ήδη από το 1994, απλώνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, όπου το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους είναι επί το έργον.

Το σημερινό κίνημα, που δίνει σάρκα και οστά και φωνή στους ανέργους, δεν είναι φαινόμενο που γεννήθηκε αυτομάτως. Οι άνεργοι άρχισαν να υπάρχουν και να εμφανίζονται ως τέτοιοι κάνοντας πορείες και γινόμενοι οι «πεζοπόροι της εθνικής οδού». Το κίνημα μπόρεσε να αναπτυχθεί τόσο γιατί υπήρξε επί χρόνια η σημαντική συνιστώσα μιας ευρύτερης συσπείρωσης, η οποία σήμερα το ακολουθεί.

Η μεγάλη αυτή υπόθεση αρχίζει από το Μάιο του 1994: Η οργάνωση Να δράσουμε μαζί ενάντια στην ανεργία (AC ! Agir ensemble contre le Chômage !) οργανώνει τότε πορείες οι οποίες συγκλίνουν από την περιφέρεια στο Παρίσι. Για αρκετές εβδομάδες, οι άνεργοι γεμίζουν τους δρόμους, διασχίζουν πόλεις και χωριά, γίνονται δεκτοί και συζητούν με συνδικαλιστές και με μέλη κοινωνικών κινημάτων. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώνονται στη Βαστίλη και η διαδήλωση καταλήγει με την κατάληψη ενός οικήματος στην οδό Μπερανζέ. Από εκεί ξεκινά ένα κίνημα το οποίο θα διευρυνθεί στους μήνες που θα ακολουθήσουν.

Το Δεκέμβριο του 1994, το κτίριο της οδού Ντραγκόν καταλαμβάνεται από την οργάνωση Δικαίωμα στη στέγη (DAL), με παρέμβαση για πρώτη φορά των ενώσεων των ανέργων. Τότε εγκαινιάζονται εργαστήρια στα οποία συμμετέχουν μέλη των επιτροπών αγώνα, συνδικαλιστές, ερευνητές και καθηγητές. Τα ερωτήματα ξεκινούν από τους νέους της Επιτροπής των αστέγων (CDSL): Πώς να ζήσει κανείς όταν δεν βρίσκει δουλειά και δεν μπορεί να πάρει το ελάχιστο εισόδημα ένταξης (RMI); Για τους πρωταγωνιστές αυτών των συζητήσεων η μόνη βεβαιότητα είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε στο κράτος τη φροντίδα να μεταμορφώσει τη σχέση ανάμεσα στην εργασία και το εισόδημα. Από το 1994, κάθε Δεκέμβριος είχε τα επιτεύγματά του: για τους δικαιούχους του ελάχιστου κοινωνικού επιδόματος το αποκορύφωμα της πρόκλησης είναι ο πυρετός συσσώρευσης αγαθών που καταλαμβάνει ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.

Το Δεκέμβριο του 1995, στην καρδιά της μεγάλης απεργίας των σιδηροδρομικών, σημειώνεται, με πρωτοβουλία της οργάνωσης Τα δικαιώματα μπροστά (DD), η κατάληψη του Μπομπούρ και διατυπώνεται το Μανιφέστο των μη εχόντων. Πρόκειται για μια σημαντική ημερομηνία. Από τη μια πλευρά, τα πιο δραστήρια συνδικάτα στην απεργία κάνουν αισθητή την παρουσία τους στη «μεγάλη συνεδρίαση». Από την άλλη, ο τρόπος έκφρασης είναι καινούριος: εμφανίζεται ουσιαστικά η έννοια των δικαιωμάτων (του πολίτη, των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων) και το αρνητικό της: χωρίς δικαιώματα, το τέλος των δικαιωμάτων, μια έννοια που καταλήγει να γίνει το κυρίαρχο θέμα.

Από ‘κει κι έπειτα, αυτό που δεν ήταν ακόμη παρά ένα έμβρυο κινήματος το οποίο δεν συσπείρωνε παρά μόνο ορισμένους συνδικαλιστές που ήταν κοντά σε κάποια κοινωνικά κινήματα θα επωφεληθεί από την απήχηση που είχε η δράση του στους μισθωτούς. Πρωτοβουλίες ξεκινούν από κάθε πλευρά: καταλήψεις οικημάτων από την DAL και την CDSL, καταλήψεις θέσεων εργασίας (1) από την AC! το Εθνικό κίνημα ανέργων και ατόμων με επισφαλή εργασία (MNCP) και την Ένωση για την απασχόληση, την ένταξη και την αλληλεγγύη (Apeis), πρωτοβουλίες για να εξασφαλιστεί η δωρεάν μετακίνηση στα δημόσια μέσα μεταφοράς, παρεμβάσεις στους μισθωτούς των μεγάλων οργανισμών κοινής ωφέλειας (EDF, GDF) για να αποφευχθούν τα «κοψίματα» [(ΣτΜ) του ηλεκτρισμού, του φωταερίου ή της παροχής ύδρευσης], κατάληψη του Οίκου των «μαζί», στην οδό Αλίγκρ, το Δεκέμβριο του 1996.

Το Μάιο του 1997 σημειώνεται η κατάληψη της Τράπεζας της Γαλλίας, που θεωρήθηκε το ύψιστο σύμβολο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.

Οι ενώσεις των ανέργων, η ομοσπονδία των εργαζομένων στην τράπεζα, που υπάγεται στη Δημοκρατική Γαλλική Συνομοσπονδία Εργασίας (CFDT), και η ομοσπονδία των εργαζομένων που υπάγεται στη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT), το Εθνικό ενοποιημένο συνδικάτο εφοριακών (SNUI), η ομάδα των Δέκα (2), η DAL και η DD, αφού τελικά έγιναν δεκτές από τους υπευθύνους του ιδρύματος, απαιτούν την πρόσβαση σε δάνεια και θέτουν το ζήτημα της υπερχρέωσης. Στις 15 Δεκεμβρίου 1997, τα στελέχη των επιτροπών αγώνα εναντίον του αποκλεισμού και της επισφαλούς εργασίας ξεκινούν μαζί με συνδικαλιστές την εβδομάδα «Κοινωνικής άμεσης δράσης», η οποία εγκαινιάζεται με την κατάληψη της Πυραμίδας του Λούβρου και με την οργάνωση συζητήσεων στην αίθουσα της Καρουζέλ. Η εβδομάδα θα ολοκληρωθεί με την «έκκληση του Λούβρου», η οποία υπογράφεται από πολλές οργανώσεις που ζητούν, ανάμεσα σε άλλα, την αναπροσαρμογή των ελάχιστων κοινωνικών επιδομάτων και δώρο Χριστουγέννων για τους ανέργους.

Όλοι έσπευσαν επίσης να συμμετάσχουν στους αγώνες εκείνων που «δεν διαθέτουν χαρτιά». Μέσα σ’ αυτό το μαχητικό και βολονταριστικό κίνημα, ορισμένα άτομα αφοσιώνονται πιο συγκεκριμένα στο ζήτημα των δικαιωμάτων και των συνθηκών άσκησής τους. Όπως το δικαίωμα στη στέγη έχει γίνει κάτι το προφανές, που νομιμοποιεί στα μάτια της κοινωνίας τις καταλήψεις, έτσι και οι πορείες εναντίον της ανεργίας και άλλες ενέργειες αυτού του τύπου κατέληξαν να αποκτήσουν μια νομιμότητα και να εκλαϊκεύσουν κάτι το προφανές: κανένα νοικοκυριό τριών ατόμων δεν μπορεί να ζήσει με 450 ευρώ το μήνα. Όσο για τις καταλήψεις των υπηρεσιών της Assedic [(ΣτΜ) αντίστοιχο του ΟΑΕΔ], οι οποίες πραγματοποιούνται εδώ και ορισμένες εβδομάδες, έχουν το πλεονέκτημα ότι κάνουν γνωστό ένα μέρος όπου όλοι αυτοί που δεν τρέχουν στις διαδηλώσεις θα μπορούν τουλάχιστον να βγουν από την απομόνωσή τους.

Χάρη στη δράση των ανέργων, τίθενται τα ουσιαστικά ζητήματα που σχετίζονται με τα εισοδήματα επιβίωσης: παρά τη θέσπιση του ελάχιστου εισοδήματος ένταξης (RMI) και τη συνολική αύξηση του αριθμού των δικαιούχων, το τμήμα των δαπανών που αφιερώνονται στα κατώτερα κοινωνικά επιδόματα συνεχίζει να αντιπροσωπεύει, από το 1982, το 1% του ΑΕΠ. Το ύψος των κατώτερων κοινωνικών επιδομάτων βρίσκεται, λοιπόν, στην καλύτερη περίπτωση, ανάμεσα στο 30% και το 40% του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος και, στη χειρότερη περίπτωση, ανάμεσα στο 20% και το 30%, είναι δηλαδή σαφώς κάτω από το επίπεδο της φτώχειας – κι αυτό με οποιονδήποτε προσδιορισμό της (50% του μέσου εισοδήματος κατά την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ή 50% του μέσου όρου του εισοδήματος κατά την Insee, την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία).

Ενώ το μέσο επίπεδο ζωής του συνόλου των νοικοκυριών αυξήθηκε από το 1982 πάνω από 15%, τα κατώτερα κοινωνικά επιδόματα που δίνονται, μόλις που επιτρέπουν τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης και ορισμένοι δικαιούχοι είδαν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται κατά 10% ως προς το ειδικό επίδομα αλληλεγγύης (ASS, που δίνεται δικαιωματικά στους ανέργους) και κατά 20% ως προς το επίδομα ένταξης (ΑΙ, που δίνεται στις μονογονεϊκές οικογένειες και στους πολιτικούς πρόσφυγες και το οποίο καταργήθηκε για τους νέους κάτω των 25 χρόνων).

Το κίνημα των ανέργων εντάσσεται, ωστόσο, σε μια προβληματική ευρύτερη από την απλή αύξηση των κατώτερων κοινωνικών επιδομάτων. Πέραν της καταγγελίας ανισοτήτων, είναι επίσης φορέας διεκδικήσεων για μια πιο δημοκρατική χρήση του φορολογικού εργαλείου: μόνο το 15% των εισοδημάτων από χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες φορολογείται, ενώ κανένα εισόδημα από εργασία ή από επιδόματα δεν γλιτώνει τη φορολογία. Η επισφαλής εργασία και η εργασία περιορισμένου χρόνου εξασφαλίζουν στους εργαζομένους πολύ χαμηλά εισοδήματα, μερικές φορές πιο χαμηλά και από τα κατώτερα κοινωνικά επιδόματα. Έτσι, άνεργοι και μισθωτοί κινητοποιούνται εναντίον αυτών των μορφών απασχόλησης. Μια έκθεση της Επιτροπής Σχεδίου εκτιμά ότι επτά εκατομμύρια άνθρωποι θα επηρεαστούν από την ανεργία ή θα υποστούν τις συνέπειες των μισθολογικών ανακατατάξεων που γεννιούνται από την οικονομική πολιτική την οποία εφαρμόζουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Το κίνημα των Γάλλων ανέργων ενσωματώνεται έτσι σε μια συσπείρωση που διακλαδώνεται στις διάφορες χώρες της Ε.Ε. Το κίνημα αυτό ενώνει όλους όσοι ζουν από το εισόδημα της εργασίας τους και οι οποίοι παλεύουν για να θέσουν στο κέντρο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης το ζήτημα της επισφαλούς εργασίας και μια καινούρια σχέση με τη μισθωτή εργασία. Γιατί οι θέσεις μερικής απασχόλησης που δεν τις έχει επιλέξει κάποιος (που αποκαλούνται ακόμη θέσεις υποαπασχόλησης), ή με καθορισμένη διάρκεια, ή με βοήθεια, ή με εναλλαγή κ.λπ. είναι άλλοτε μορφές μερικής ανεργίας και άλλοτε γκρίζες ζώνες που δεν περιλαμβάνονται στις ευρωπαϊκές στατιστικές. Το 1993 (τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν γνωστά στοιχεία) 57 εκατομμύρια Ευρωπαίοι ήταν «φτωχοί» και απ’ αυτούς το 35% ήταν εργαζόμενοι.

Οι ευρωπαϊκές πορείες «εναντίον της ανεργίας, της επισφαλούς απασχόλησης και του κοινωνικού αποκλεισμού» υπογράμμισαν το συνεκτικό κρίκο ανάμεσα σε παρόμοιες καταστάσεις. Το να κάνεις πορείες διασχίζοντας την Ευρώπη έγινε ουσιαστικά ο τρόπος έκφρασης που διάλεξαν πολλές χιλιάδες άνεργοι και επισφαλώς απασχολούμενοι, οι οποίοι, τον Απρίλιο του 1997 άρχισαν να διασχίζουν πόλεις και επαρχίες στην Ιταλία, στην Ισπανία, στη Γαλλία, στην Ελλάδα, στη Βρετανία κ.λπ. Το να κάνεις πορείες είναι ένας τρόπος να δείχνει την αλληλεγγύη σου, να ανακαλύπτεις τόπους, να συναντάς ανθρώπους και επίσης να επιβεβαιώνεις την άρνηση ενός παρόντος που θέλει να επιβληθεί ως μέλλον. Το να κάνεις πορείες είναι επίσης ένας τρόπος να αποδείξεις ότι υπάρχει ακόμα ιστορία, ότι μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων, είναι ένας τρόπος να κάνεις ορατό τον αγώνα εναντίον της επισφαλούς ζωής, είναι ένας τρόπος να εκφράζεσαι μαζί με άλλους για να επιβεβαιώσεις τα δικαιώματά σου.

Η κίνηση ξεκίνησε από τη Φλωρεντία τον Ιούνιο του 1996, όταν συγκεντρώθηκαν υπεύθυνοι οργανώσεων και συνδικάτων πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Οι άνθρωποι αυτοί ήθελαν, στην Τοσκάνη, όπως και αργότερα στις Βρυξέλλες, να ξεκινήσουν ένα ευρωπαϊκό κίνημα. Δεν υπάρχει ένα γενικό μοντέλο για την οργάνωση των πορειών, αλλά διαμορφώνονται με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες που εξαρτώνται από την ιστορία κάθε χώρας και αντανακλούν την κατάσταση των κινημάτων αντίστασης στην κοινή πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Στη Γαλλία η οργάνωση των ευρωπαϊκών πορειών δεν είναι τυποποιημένη και βλέπουμε δίπλα δίπλα ηγετικά στελέχη των συνδικάτων και επιτροπές αγώνα. Στην Ιταλία τα κινήματα των ανέργων και των επισφαλώς απασχολούμενων διαρθρώνονται σε τοπικό επίπεδο. Οι δύο μεγάλες κεντρικές συνδικαλιστικές οργανώσεις πρότειναν να βοηθήσουν στην οργάνωση των πορειών, αλλά δεν ήταν παρούσες κατά τη διεξαγωγή τους (3). Ωστόσο, οι «sincobas» (διατομεακά συνδικάτα που εκπροσωπούν μια σημαντική μειοψηφία της Ιταλικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας – CGIL) συμμετέχουν ενεργά στο κίνημα, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, ιδίως στο Τορίνο. Στην Ισπανία, όπου οι διάφορες «μεταρρυθμίσεις» του κώδικα εργασίας, που έχουν υπογραφεί από τις δύο μεγάλες κεντρικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, επιδείνωσαν την επισφαλή απασχόληση και μείωσαν το κόστος της, οι πορείες συσπείρωσαν πολλές οργανώσεις και ενώσεις που είχαν συντονιστεί σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Οι πορείες ξεκίνησαν στις 14 Απριλίου 1997, την επέτειο της Ισπανικής Δημοκρατίας.

Στο Βέλγιο, το 80% των ανέργων συσπειρώνεται στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, γιατί αυτές ακριβώς εξασφαλίζουν την πληρωμή των επιδομάτων ανεργίας. Εκεί, οι διεκδικήσεις αυτόνομης οργάνωσης των ανέργων προκαλούν εντάσεις, αλλά επίσης και συζητήσεις για τη συνδικαλιστική δημοκρατία. Εξάλλου, πολλές ενώσεις αναπτύσσουν τη δράση τους στο πεδίο της «κοινωνικής ιατρικής φροντίδας». Εκεί, όπως και στη Γερμανία, γίνεται συγκεκριμένη η απειλή του workfare (η υποχρέωση για τους ανέργους μεγάλης διάρκειας να αποδεχθούν την οποιαδήποτε δουλειά, κατά προτίμηση μερικής απασχόλησης και υποαμειβόμενη). Η ιδέα στηρίζει ένα σχέδιο νόμου το οποίο κατάθεσε η βελγική κυβέρνηση. Στην Ολλανδία, όπως και στην Ισπανία, το πιο μελανό σημείο είναι η απασχόληση «πολύ μερικού» χρόνου και «πολύ συγκεκριμένης» διάρκειας: γνωρίζουμε ότι ακόμη και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) έκανε διορθώσεις στο ποσοστό της ανεργίας στην Ολλανδία, ανεβάζοντάς το από το επίσημο 5,3% στο πιο αληθοφανές 20% (4). Η μειοψηφία των ολλανδικών συνδικάτων που υποστηρίζει τις πορείες επικαλείται τον αριθμό ενός εκατομμυρίου φτωχών στους οποίους οι δημόσιες υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας είναι απρόσιτες.

Εκεί, όπως και στο Βέλγιο, η αντίθεση των συνδικάτων στις πορείες είναι λιγότερο ομοιογενής και αρκετές συζητήσεις περνούν μέσα από τις χαραμάδες της συναίνεσης για την εθνική πολιτική. Οι «πεζοπόροι της εθνικής οδού» έγιναν ορατοί και μαζί τους τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Αυτό το οποίο πριν από μερικά χρόνια -όταν οι Άγγλοι άνεργοι ξεκίνησαν τις πορείες τους, τις οποίες συνέχισαν αργότερα οι αγωνιστές της οργάνωσης Να δράσουμε εναντίον της ανεργίας– ήταν απλώς μια βοή που την άκουγαν μόνο ορισμένα αφτιά γίνεται ένας ψίθυρος που απλώνεται και σιγά σιγά γίνεται γνώση.

«Πόσοι είμαστε;» ρωτούσαν οι νέοι της Επιτροπής των αστέγων πριν από τέσσερα χρόνια. Η στατιστική καταμέτρηση εξελίσσεται παντού σχεδόν με τον ίδιο τρόπο και χρειάζεται αρκετός καιρός για ν’ αρχίσει το κράτος να μετράει αυτούς που είναι στο περιθώριο, χωρίς εισόδημα, χωρίς στέγη. Πέρα από το ζήτημα της πρόσβασης στα δικαιώματα του πολίτη και τα κοινωνικά δικαιώματα, είναι επίσης το γεγονός ότι υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι, την ύπαρξη των οποίων αρνούνται, η ένδειξη με βάση την οποία θα μπορούσαν να παρουσιαστούν δεν υπάρχει. Πολλά ιδρύματα αρχίζουν να πραγματοποιούν έρευνα σε διάφορες χώρες, αλλά από τη στιγμή που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν έχουν καθιερώσει έναν πραγματικά κοινό στατιστικό μηχανισμό στο σύνολο των «15» [(ΣτΜ) ο τότε αριθμός των κρατών-μελών της Ε.Ε.], θα είναι πάντοτε δύσκολο να γίνονται συγκεκριμένες συγκρίσεις ανάμεσα στις χώρες.

Το να συγκρίνει κανείς τα διάφορα εισοδήματα των ανέργων ή αυτών που έχουν επισφαλή εργασία είναι εξαιρετικά περίπλοκο: στη Γαλλία έχουμε οκτώ διαφορετικά κατώτερα κοινωνικά επιδόματα, το καθένα με τα ιδιαίτερα πρόσθετα βοηθήματα (όπως, για παράδειγμα, το βοήθημα για τη στέγη), τα οποία, ανάλογα με την περίπτωση, προστίθενται ή αφαιρούνται. Για μια χώρα αυτά είναι πολλά – η Επιτροπή Σχεδίου μιλάει για «ασυναρτησία». Μπροστά στο δαίδαλο των ξεχωριστών επιδομάτων σε κάθε χώρα, εγκαταλείπεται γρήγορα η ιδέα μιας ορθής σύγκρισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ο απολογισμός των πορειών υπερβαίνει τις εκατοντάδες χιλιόμετρα που διανύθηκαν, τις χιλιάδες των ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν. Οι πορευόμενοι άλλαξαν τις παραδοσιακές συμπεριφορές των συνδικάτων, πέτυχαν να λαμβάνονται υπόψη η ανεργία και η επισφαλής απασχόλησης, συνέβαλαν στην εξέλιξη της πολιτικής συζήτησης στις χώρες της Κοινότητας – ακόμη και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγγράφουν τους ανέργους σήμερα στο πρόγραμμα ερευνών τους. Οι πορείες έδωσαν μορφή σε σκόρπιες διεκδικήσεις στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως ο αρχαίος χορός που εκφράζει τη vox populi [(ΣτΜ) φωνή του λαού], οι πορείες συνέβαλαν στο να αυξηθεί η κριτική στις αντεστραμμένες προτεραιότητες της ευρωπαϊκής οικοδόμησης: στην επιλογή του «νομισματικού» παράγοντα και όχι του παράγοντα της απασχόλησης. Αν υπάρχουν σε αυτή την ομοφωνία ορισμένες παραφωνίες για την εκτίμηση της διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη, υπάρχει, όμως, από κοινού η φροντίδα να εκφραστεί μια κοινωνική απαίτηση.

  1. Ενημερωμένοι από τα συνδικάτα για καταστάσεις έλλειψης εργατικού δυναμικού σε ορισμένες επιχειρήσεις, οι άνεργοι πηγαίνουν εκεί, τις καταλαμβάνουν και απαιτούν τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.
  2. Η ομάδα των Δέκα, η οποία μετασχηματίστηκε τον Ιανουάριο σε συνδικαλιστική ένωση, έχει ανάμεσα στα μέλη της πολλά συνδικάτα (SUD), το Εθνικό συνδικάτο δημοσιογράφων και το ενοποιημένο εθνικό συνδικάτο των εφοριακών.
  3. Εκτός από τη FIOM (Ομοσπονδία Μεταλλουργίας της CGIL), η οποία τάχθηκε στο πλευρό τους ως εθνική ομοσπονδία.
  4. Διάβασε την έρευνα του Dominique Vidal «Pays-Bas, miracle ou mirage?», Le Monde Diplomatique, Ιούλιος 1997.

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Η μέθοδος της Σουηδίας

Αντίθετα με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η Σουηδία επέλεξε μια μέθοδο μη καταναγκαστική για την αντιμετώπιση της πανδημίας από τον Covid-19. Η κυβέρνηση έθεσε περιορισμούς στις μετακινήσεις και τις επαφές αλλά δεν επέβαλε εγκλεισμό.

Το Τέξας στα όπλα ενάντια στην καραντίνα

Εγκλεισμός του πληθυσμού προκειμένου να προστατευτεί από τον ιό; Η ιδέα πόρρω απείχε από το να γίνει ομόφωνα αποδεκτή στο Τέξας, καθώς ορισμένοι είδαν σε αυτήν μια προσβολή των ατομικών ελευθεριών.

Το προσφυγικό, πρόβλημα και για τον Ερντογάν

Ενώ στις απαρχές του εμφυλίου πολέμου που αιματοκύλισε την χώρα τους οι Σύριοι πρόσφυγες έγιναν δεκτοί με ανοιχτές αγκάλες από την Τουρκία, σήμερα πλέον βρίσκονται στο στόχαστρο της Άγκυρας.

Αν το Πεκίνο σταματούσε να αγοράζει το αμερικανικό χρέος

Η ένταση στις σχέσεις Ουάσιγκτον-Πεκίνου έχει πυροδοτήσει μια ζωηρή συζήτηση για το είδος των «μέτρων» που θα μπορούσαν να πάρουν οι ΗΠΑ ξεκινώντας από τις φοιτητικές βίζες και φτάνοντας μέχρι την αγορά σόγιας.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Social