Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Στα Βαλκάνια, το παλαιότερο Ισλάμ της Ευρώπης

Από την Ρωσία ώς την Ανδαλουσία, το Ισλάμ υπάρχει στην Ευρώπη εδώ και περισσότερα από χίλια χρόνια. Το ρίζωμά του στα Βαλκάνια χάρη στην οθωμανική κατάκτηση το εμπλούτισε με ασυνήθιστους συμβιβασμούς και με μια νεωτερικότητα που είχε σημαδευτεί από τον σοσιαλισμό. Παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία ανάλογα με την χώρα, ενώ δεν αποφεύγει τις αντιφάσεις, τις εντάσεις ανάμεσα στις γενιές, αλλά και τις επιρροές από το εξωτερικό. Τον Οκτώβριο του 2015, ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν έκανε την εξής δήλωση: «Το Ισλάμ δεν έχει την παραμικρή σχέση με την Ευρώπη. Πρόκειται για ένα σύνολο κανόνων που δημιουργήθηκαν για ένα διαφορετικό κόσμο. Το Ισλάμ εισήχθη στην ήπειρό μας». Δεν άργησε να λάβει την πληρωμένη απάντηση του ηγέτη της μουσουλμανικής κοινότητας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Ο «ρεΐς-ουλ-ουλεμά» Χουσεΐν Καβάζοβιτς του υπενθύμισε ότι και ο ιουδαϊσμός και ο χριστιανισμός είχαν επίσης γεννηθεί εκτός Ευρώπης.   [caption id="attachment_1575" align="aligncenter" width="1024"] Το τζαμί του Σουλτάνου στο Σεράγεβο, ένα ιστορικό ισλαμικό μνημείο των Βαλκανίων (φωτ.: Julian Nitzsche).[/caption]   Οι μουσουλμάνοι αξιωματούχοι της Νοτιοανατολικής Ευρώπης επιμένουν πολύ συχνά να διαφοροποιούνται από τις μουσουλμανικές κοινότητες της Δύσης που συγκροτήθηκαν αρχικά από μετανάστες, επιμένοντας στην μακραίωνη ιστορία του Ισλάμ στα Βαλκάνια. Φυσικά, αυτή η προβολή του ριζώματος του Ισλάμ στην περιοχή προσπαθεί να προσδώσει «αυτόχθονα» χαρακτήρα στους βαλκανικούς εθνικισμούς, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι, όσο παλαιότερη είναι η παρουσία ενός λαού σε μια περιοχή, τόσο πιο ακλόνητα θα πρέπει να θεωρούνται τα δικαιώματά του. Ωστόσο, αποτελεί επίσης απάντηση στις ισλαμοφοβικές εμμονές που θεωρούν τη μουσουλμανική θρησκεία ξένο σώμα. Σε τρίτο επίπεδο, η συγκεκριμένη ρητορική αφήνει να υπονοηθεί με ιδιαίτερα έμμεσο τρόπο ότι το Ισλάμ των Βαλκανίων είναι διαφορετικό από πολιτισμική άποψη από εκείνο που εφαρμόζεται στον αραβικό κόσμο, στην Αφρική ή στην Ασία και, συνεπώς, είναι πολύ πιο συμβατό με μια υποθετική ευρωπαϊκή ταυτότητα. Η μακραίωνη ιστορία του Ισλάμ στην Ευρώπη αρχίζει τον 8ο αιώνα. Μετά την περίοδο Αλ Ανταλούς στην Ιβηρική Χερσόνησο (711-1492) και το εμιράτο της Σικελίας (948-1091), με τις οθωμανικές κατακτήσεις το Ισλάμ εγκαθίσταται στον Καύκασο, στην Κριμαία και στα Βαλκάνια. Σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες, πριν καν τα τουρκικά στρατεύματα διαβούν τον ποταμό Έβρο (1371), περιστρεφόμενοι δερβίσηδες είχαν ήδη αρχίσει να οργώνουν τα Βαλκάνια, προσηλυτίζοντας τους τοπικούς πληθυσμούς που ήταν εκχριστιανισμένοι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό κι έμπαιναν συχνά στον πειρασμό να ακολουθήσουν αιρέσεις όπως εκείνη των Βογομίλων (βλ. το Γλωσσάριο στο τέλος του άρθρου). Ωστόσο, ο προσηλυτισμός μετατράπηκε σε δημοφιλή λύση όταν από τις αρχές του 15ου αιώνα άρχισαν να συγκροτούνται οι οθωμανικές διοικητικές αρχές. Η Αυτοκρατορία δεν κατέστησε ποτέ υποχρεωτικό τον προσηλυτισμό. Εξασφάλιζε, ωστόσο, μια σειρά πλεονεκτημάτων, κυρίως φορολογικού χαρακτήρα, ενώ οι μη μουσουλμάνοι όφειλαν να καταβάλλουν ειδικούς φόρους σε αντάλλαγμα της προστασίας που τους παρείχε ο σουλτάνος. Αντιμετώπιζαν επίσης περιορισμούς του δικαιώματός τους στην ιδιοκτησία και τους απαγορευόταν η πρόσβαση σε ορισμένα διοικητικά ή στρατιωτικά αξιώματα. Ο προσηλυτισμός υπήρξε ταχύτατος και μαζικός στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη όπου, ήδη από τον 16ο αιώνα, είχε αγγίξει σημαντικό τμήμα των ελίτ. Ορισμένοι ιστορικοί εξηγούν το φαινόμενο με την ανάμνηση της Βοσνιακής Εκκλησίας που ακολουθούσε «αιρετικό» προσανατολισμό παραπλήσιο με τον δυισμό των Βογόμιλων ή των Καθαρών, με αποτέλεσμα το 1225 ο πάπας Ονόριος Γ΄ να καλέσει σε σταυροφορία εναντίον της. Η έμφαση στα σημάδια που άφησε ο βογομιλισμός επιτρέπει στη βοσνιακή ιστοριογραφία να εγκλιματίσει το Ισλάμ στην περιοχή, αποδίδοντας τον προσηλυτισμό λιγότερο σε εξωγενείς παράγοντες (στην οθωμανική εισβολή) και περισσότερο σε μια εθνική ιδιαιτερότητα. Στην πράξη, είναι δύσκολο να αποδειχθεί αυτή η σχέση. Η ταχύτητα του προσηλυτισμού εξηγείται κυρίως με την αδυναμία των εκκλησιαστικών δομών, τόσο καθολικών όσο και ορθόδοξων (1). Στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη –αλλά και στο Μαυροβούνιο–, περιοχές που βρίσκονταν κατά μήκος της γραμμής διαίρεσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 395 και ανέκαθεν διεκδικούνταν από τις Εκκλησίες της Δύσης και της Ανατολής, το Ισλάμ κατόρθωσε να εδραιωθεί πολύ εύκολα. Αντίθετα, στον αλβανικό κόσμο, ο προσηλυτισμός υπήρξε αργός και σταδιακός. Σε ορισμένα χωριά του Κοσσόβου, οι Αλβανοί δήλωναν δημόσια μουσουλμάνοι, ενώ εξακολουθούσαν να ασκούν μυστικά τη χριστιανική λατρεία. Οι άντρες που κατείχαν και μεταβίβαζαν περιουσιακά στοιχεία ήταν μουσουλμάνοι, ενώ οι γυναίκες που δίδασκαν στα παιδιά τα στοιχειώδη στοιχεία της πίστης ήταν χριστιανές. Στην περιοχή του Βίτι, η ανεξιθρησκία που διακηρύχθηκε το 1839 με το διάταγμα χατ-ι-σαρίφ του Γκιουλχάν, το πρώτο μεταρρυθμιστικό διάταγμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε παραδόξως τραγικές συνέπειες: οι χωρικοί που μέχρι τότε θεωρούνταν μουσουλμάνοι νόμισαν ότι ήταν ελεύθεροι να αποκαλύψουν την καθολική τους πίστη. Η αποστασία προκάλεσε αμέσως την καταστολή: οι κάτοικοι των χωριών Μπινάκ και Στούμπλα εκτοπίστηκαν στην Ανατολία (2). Πέρα από τις αναδρομικές προβολές των εθνικιστών –τόσο των Σέρβων όσο και των Αλβανών– ο παράξενος αυτός συγκρητισμός φωτίζει την σύνθετη ταυτότητα του Κοσόβου, τουλάχιστον μέχρι τον 19ο αιώνα. Στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Σερβία, χώρες με ισχυρή Ορθόδοξη Εκκλησία, αυτή αναγνωρίστηκε ως συνομιλητής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως επικεφαλής των «κοινοτήτων που προστάτευε ο σουλτάνος», των μιλιέτ. Ήδη από το 1219, ο Άγιος Σάββας της Σερβίας, γιος του Σέρβου πρίγκιπα Στεφάν Νεμάνιτς, είχε επιτύχει την αναγνώριση του αυτοκέφαλου της Σερβικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την οθωμανική κατάκτηση το 1557, η σερβική εκκλησιαστική αυτονομία αποκαταστάθηκε από τον πατριάρχη Μάκαριτς, αδελφό ή εξάδελφο του μεγάλου βεζίρη Μεχμέτ Πασά Σοκόλοβιτς που και είχε προσηλυτιστεί στο Ισλάμ και προερχόταν από μια αριστοκρατική οικογένεια που καταγόταν από μια περιοχή στα σύνορα Βοσνίας και Σερβίας. Τα μιλιέτ μετατράπηκαν σε πρωτοεθνικές δομές που χρησίμευσαν ως πλαίσιο για την ανάπτυξη των σύγχρονων εθνικισμών από τον 18ο και κυρίως τον 19ο αιώνα. Έτσι εξηγείται ο εθνικός χαρακτήρας των διάφορων Ορθόδοξων Εκκλησιών. Όμως, αυτή η διαδικασία άφησε τους μουσουλμάνους στο περιθώριο. Ήταν πολίτες της Αυτοκρατορίας, χωρίς δυνατότητα να αναφέρονται σε ιδιαίτερες γλωσσικές ή «εθνικές» κοινοτικές δομές. Έτσι, παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα πιστοί στην Υψηλή Πύλη και μάλιστα αντιτάχθηκαν στους εθνικισμούς των χριστιανικών λαών που από την πλευρά τους θεωρούσαν τους μουσουλμάνους «Τούρκους», ακόμα κι όταν ήταν αλβανόφωνοι ή σλαβόφωνοι.   Αδιάκοπες μετακινήσεις πληθυσμών Κατά την επίσκεψή του στο Βελιγράδι, «πόλη τόσο υπέροχη που είναι αδύνατον να την περιγράψεις», ο διάσημος Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί στέκεται εκστατικός μπροστά στα έργα τέχνης μιας πόλης που είχε 17.000 μουσουλμανικές οικογένειες και δεκάδες τζαμιά (3). Σήμερα, έχει απομείνει μονάχα το τζαμί Μπαζρακλί, χτισμένο το 1575, το οποίο υπέστη σημαντικές φθορές κατά τη διάρκεια των αντιαλβανικών ταραχών του 2004 (4). Το 1804, η πρώτη σερβική εξέγερση που ακολουθήθηκε σύντομα από την ελληνική, σήμανε την αρχή της σταδιακής αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη σημαντική μείωση των μουσουλμανικών πληθυσμών στα Βαλκάνια. Μετά τη δεύτερη εξέγερση του 1815, οι «Τούρκοι» εκδιώχθηκαν από τα εδάφη που αποσπάστηκαν από την Αυτοκρατορία, ενώ αντίθετα σε αυτά κατέφυγαν οι χριστιανοί των περιοχών που παρέμειναν υπό οθωμανικό έλεγχο. Η σταδιακή επέκταση του κράτους του Μαυροβουνίου, που συνοδεύτηκε από σφαγές και βίαιους προσηλυτισμούς στην Ορθοδοξία, προκάλεσε επίσης τη φυγή των μουσουλμάνων (5). Την ίδια μοίρα είχαν και οι ομόθρησκοί τους στις περιοχές όπου ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Όλοι αυτοί προστέθηκαν στους πρόσφυγες (mouhacirs) που εγκατέλειψαν τις «εμπόλεμες περιοχές» (darülharb) για να καταφύγουν στην «Γη του Ισλάμ» (darûlislam). Έτσι, η σταδιακή ανάδυση των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια τον 19ο αιώνα οδήγησε σε μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Στον αλβανικό κόσμο, η συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας δεν μπόρεσε να ακολουθήσει το μοντέλο των ορθόδοξων, καθώς η πλειοψηφία των αλβανικών πληθυσμών ήταν μουσουλμάνοι. Η «αλβανικότητα» συγχεόταν με την «οθωμανικότητα». Οι εμπνευστές του αλβανικού εθνικισμού υποστήριζαν την ύπαρξη μιας διπλής νομιμοφροσύνης, τόσο απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, την «πατρίδα όλων», όσο και στην Αλβανία, την «ιδιαίτερη πατρίδα». Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878 και το Συνέδριο του Βερολίνου που επικύρωσε την διανομή των οθωμανικών εδαφών στην Ευρώπη, συγκεντρώθηκαν στις 10 Ιουνίου του 1878 στο Πρίζρεν του Κοσόβου Αλβανοί προύχοντες από όλα τα αλβανικά εδάφη της Αυτοκρατορίας για να διακηρύξουν την βούλησή τους, ναι μεν να παραμείνουν υπό τον έλεγχο της Πύλης, αλλά ως μια ενωμένη και αυτόνομη περιοχή (vilayet, βιλαέτι). Ωστόσο, το «αλβανικό ζήτημα» παραμελήθηκε από τις μεγάλες δυνάμεις. Η Λίγκα του Πρίζρεν θεωρήθηκε ως η πρώτη εκδήλωση του σύγχρονου αλβανικού εθνικισμού που υπερέβαινε τις θρησκευτικές διαιρέσεις. Οι Αλβανοί ιστορικοί υπογραμμίζουν επίσης το γεγονός ότι οι Πατέρες της «εθνικής αναγέννησης» ανήκαν στην αδελφότητα σούφι των Μπεχτασήδων, όπως ο Ναΐμ Φρασερί (1846-1900), συγγραφέας της Querbelaja, ενός μεγάλου επικού ποιήματος για την μάχη της Κερμπάλα (680), η οποία και σηματοδότησε τη ρήξη σχετικά με το πώς αντιλαμβάνονται την ιστορία του Ισλάμ οι σουνίτες από τη μία και οι σιίτες και οι δερβίσηδες σούφι από την άλλη. Ο μπεκτασισμός μετατράπηκε έτσι σε «εθνική πίστη», διακριτή από το σουνιτικό Ισλάμ, η οποία μπορούσε να διαφοροποιήσει την ύπαρξη του αλβανικού έθνους. Μετά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (1912), η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα τελευταία ευρωπαϊκά της εδάφη. Τα στρατεύματα του σουλτάνου υποχωρούν μπροστά στη συντονισμένη επίθεση των στρατών της Βουλγαρίας, της Ελλάδας, του Μαυροβουνίου και της Σερβίας, ενώ οι Αλβανοί ανακηρύσσουν την ανεξαρτησία τους (12 Νοεμβρίου 1912) στην Αυλώνα. Στις περιοχές του Κοσόβου και της ΠΓΔΜ όπου πλειοψηφούσαν οι μουσουλμάνοι, ορισμένοι μπέηδες προσπάθησαν να αντιταχθούν στους στρατούς της Βαλκανικής Συμμαχίας, αλλά εκατοντάδες χιλιάδες άτομα ακολούθησαν τον δρόμο της εξορίας. Το 1920, μετά την λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το τουρκικό Υπουργείο Εσωτερικών εκτιμούσε ότι η χώρα είχε υποδεχθεί περισσότερους από 400.000 πρόσφυγες, ενώ οι συγκρούσεις είχαν προκαλέσει τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων ατόμων. Η έξοδος των Μουσουλμάνων των Βαλκανίων συνεχίστηκε στον Μεσοπόλεμο με την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών που προβλεπόταν στην Συνθήκη της Λωζάννης (1923). Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνήφθησαν επίσης συμφωνίες μεταξύ της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας, οι οποίες οδήγησαν στην αναχώρηση περίπου 200.000 Μουσουλμάνων του Κοσόβου, της ΠΓΔΜ και του σαντζακιού του Νόβι Παζάρ. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, στο τεράστιο προάστιο Μπαϊραμπασά. Έτσι, η γεωγραφική κατανομή των Μουσουλμάνων στην Νοτιοανατολική Ευρώπη άλλαζε διαρκώς εξαιτίας μιας μακράς διαδοχής πολέμων και μετακινήσεων πληθυσμών, με αποτέλεσμα να προκύπτει σταδιακά μια ολοένα μεγαλύτερη ομογενοποίηση των διάφορων περιοχών, παρά το γεγονός ότι η συνύπαρξη διαφορετικών πληθυσμών εξακολουθούσε παντού να αποτελεί τον κανόνα. Εξάλλου, δεν πρόκειται για βαλκανική ιδιαιτερότητα. Μέχρι τον 20ό αιώνα, παρόμοια κατάσταση παρατηρούνταν σε πολλές περιοχές της Μέσης Ανατολής όπου ζούσαν σημαντικοί χριστιανικοί και εβραϊκοί πληθυσμοί. Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε όλες τις χώρες των Βαλκανίων εγκαθιδρύονται κομμουνιστικά καθεστώτα, με εξαίρεση την Ελλάδα που βυθίζεται στον εμφύλιο πόλεμο. Τα νέα καθεστώτα θεωρούν τις θρησκείες ένδειξη κοινωνικής καθυστέρησης που πρέπει να καταπολεμηθεί. Την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, οι πρώην θρησκευτικοί αξιωματούχοι παραμερίζονται και αντικαθίστανται από άτομα περισσότερο διαλλακτικά απέναντι στο καθεστώς. Η κολεκτιβοποίηση της γης καταστρέφει τις παραδοσιακές μουσουλμανικές ελίτ, ενώ εφαρμόζονται και «εκπαιδευτικές» πολιτικές για την απαγόρευση της μαντήλας. Ωστόσο, δεν αργούν να παρατηρηθούν αποκλίσεις στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας (Βουλγαρία, Ρουμανία και, μέχρι το 1968, Αλβανία) και της «αποστάτριας» Γιουγκοσλαβίας. Η ένταξη του καθεστώτος του στρατάρχη Τίτο στο Κίνημα των Αδεσμεύτων που πραγματοποίησε την πρώτη του επίσημη διάσκεψη στο Βελιγράδι το 1961 δρομολογεί την προσέγγιση με τις αραβικές χώρες, κυρίως με την Αίγυπτο του Νάσερ. Έτσι, οι μουσουλμάνοι της Γιουγκοσλαβίας θεωρούνται πολύτιμοι πρεσβευτές. Νεαροί μουσουλμάνοι πηγαίνουν στην Αίγυπτο, στη Συρία και στο Ιράκ για να σπουδάσουν θεολογία, ενώ χτίζονται και νέα τζαμιά. Το 1969, το καθεστώς ανάγει τους Βόσνιους μουσουλμάνους σε συστατική εθνότητα της Γιουγκοσλαβίας, ισότιμη με τους Σλοβένους, τους Κροάτες, τους Σέρβους, τους Μαυροβούνιους και τους Σλαβομακεδόνες. Από εκείνη την στιγμή, μπορούσε κάποιος να είναι «Μουσουλμάνος» με την εθνοτική έννοια του όρου, χωρίς να είναι υποχρεωτικά πιστός (6).   Περιθωριοποιημένοι την κομμουνιστική εποχή Τη δεκαετία του 1960, ο αριθμός των φοιτητών της μαντράσα (μουσουλμανική θεολογική σχολή) Γκαζί-Χουσρεβμπέγκ του Σεράγεβο αυξάνει διαρκώς, ενώ χαλαρώνουν και οι πιέσεις στον θρησκευτικό Τύπο. Μάλιστα, το 1977 ανοίγει μια πανεπιστημιακή θεολογική σχολή στο Σεράγεβο, αποσκοπώντας τόσο στη δημιουργία ενός σώματος Γιουγκοσλάβων ιμάμηδων όσο και στην μείωση των ξένων επιρροών. Το καθεστώς ενθαρρύνει τη συγκρότηση μιας ιδιαίτερα συγκεντρωτικής ισλαμικής κοινότητας υπό τη διεύθυνση ενός ρεΐς-ουλ-ουλεμά με έδρα το Σεράγεβο, που μετατρέπεται σε πρωτεύουσα των μουσουλμάνων της Γιουγκοσλαβίας, ακόμα και των αλβανόφωνων του Κοσόβου ή της ΠΓΔΜ. Η μετατροπή των στελεχών της μουσουλμανικής κοινότητας σε δημόσιους υπαλλήλους που δρομολόγησε το καθεστώς του Τίτο αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό κληρονομιά της οθωμανικής εποχής. Αποσκοπούσε επίσης στον παραμερισμό κάθε αμφισβήτησης και στη διαιώνιση του κρατικού ελέγχου πάνω στην θρησκευτική πρακτική. Όμως, και τα μυστικιστικά ρεύματα των δερβίσηδων σούφι που διέθεταν μεγάλη επιρροή στον αλβανικό κόσμο δεν ξέφυγαν από αυτό το φαινόμενο: το 1974 συγκροτήθηκε η Κοινότητα των Ανώτατων Ταγμάτων Ισλαμικών Δερβίσηδων (Zidra): πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση δημιουργίας μουσουλμανικής μυστικιστικής οργάνωσης από σοσιαλιστικό καθεστώς. Αντίθετα, με καταστολή αντιμετωπίστηκε το πανισλαμικό κίνημα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης που είχε τις ρίζες του στο κίνημα των Νέων Μουσουλμάνων (Mladi Muslimani) που είχε δημιουργηθεί το 1941 με την στήριξη των ναζί και κατήγγελλε την αρτηριοσκλήρωση των ισλαμικών θεσμών, τον εκδυτικισμό των πνευματικών ελίτ, ενώ ζητούσε την επιστροφή σε ένα μυθοποιημένο Ισλάμ των απαρχών. Η ανάδυση αυτού του ρεύματος, που σημαδεύτηκε από το σοκ της ιρανικής επανάστασης του 1979, συνέπεσε αλλά και τροφοδοτούνταν από την ολοένα εντονότερη αντικομμουνιστική δράση της Καθολικής Εκκλησίας υπό την καθοδήγηση του νεοεκλεγέντος πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ (1978) και την ανάδυση του σερβικού εθνικισμού μέσα στα ορθόδοξα μοναστήρια. Κύρια μορφή αυτού του κινήματος υπήρξε ο Αλία Ιζετμπέκοβιτς, μελλοντικός πρόεδρος της ανεξάρτητης Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Το 1972 φυλακίστηκε για πρώτη φορά επειδή δύο χρόνια νωρίτερα είχε εκδώσει την περιβόητη «Ισλαμική Διακήρυξη» –ένα σφοδρά αντικομμουνιστικό κείμενο στο οποίο πρότεινε τη συγχώνευση της θρησκευτικής πίστης και της πολιτικής, θεωρώντας το Πακιστάν μοντέλο ισλαμικού κράτους προς μίμηση– ενώ το 1983 συνελήφθη και πάλι για ισλαμική προπαγάνδα. Αντίθετα, στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία οι αντιθρησκευτικές πιέσεις ποτέ δεν χαλάρωσαν και οι μουσουλμάνοι περιθωριοποιήθηκαν από την εθνικιστική εξέλιξη των κομμουνιστικών καθεστώτων. Από το 1984, η Βουλγαρία δρομολόγησε μια πολιτική εθνικής «αναγέννησης» για την βίαιη αφομοίωση των τουρκικών, πομακικών και Ρομά μειονοτήτων (7). Μέσα σε ένα χρόνο, «εκβουλγαρίστηκαν» τα ονόματα 850.000 ατόμων, ενώ το 1989 μετανάστευσαν στην Τουρκία 300-400 χιλιάδες Μουσουλμάνοι. Η Δυτική Θράκη, η οποία μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης παρέμεινε ελληνική, αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα ηθελημένης περιθωριοποίησης των μουσουλμανικών πληθυσμών μέχρι το 1989. Από την πλευρά της, η Αλβανία του Εμβέρ Χότζα αυτοανακηρύχθηκε το 1967 «πρώτο άθεο κράτος του πλανήτη», απαγόρευσε κάθε θρησκευτική πρακτική και επιδόθηκε σε λυσσαλέα καταστολή: ιερείς, ιμάμηδες και δερβίσηδες σεΐχηδες εκτελέστηκαν ή στάλθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1991, όλες οι θρησκευτικές δομές υποχρεώθηκαν να ανασυγκροτηθούν εκ του μηδενός, και αυτό ήταν αδύνατον χωρίς βοήθεια από το εξωτερικό: τη δεκαετία του 1990, οι Βίβλοι και τα Κοράνια συγκαταλέγονταν στα κυριότερα εισαγόμενα είδη στη χώρα, η οποία μετατράπηκε σε νέα «γη ιεραποστολής» (9)… Έκτοτε, αυτή η μικρή χώρα αποτελεί πεδίο σύγκρουσης, όπου προσπαθούν να υπερισχύσουν αφενός τα ριζοσπαστικά ρεύματα (κυρίως νεαροί ιμάμηδες εκπαιδευμένοι στις χώρες του Περσικού Κόλπου) και, αφετέρου, οι επίσημες δομές του Ισλάμ, που διατηρούν στενές σχέσεις με την τουρκική Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων και προωθούν μια περισσότερο παραδοσιακή προσέγγιση. Η ισλαμική κοινότητα της Γιουγκοσλαβίας δεν άντεξε τη διάλυση της χώρας: κάθε μία από τις νέες χώρες δημιούργησε τις δικές της εθνικές δομές. Το 1993, ο Μουσταφά Τσέριτς έγινε ρεΐς-ουλ-ουλεμά της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και σύντομα επιβλήθηκε ως μια κομβική μορφή του βαλκανικού μεταγιουγκοσλαβικού Ισλάμ. Διατηρούσε στενές σχέσεις με το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης (SDA) του προέδρου Ιζετμπέκοβιτς και θεώρησε ότι η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας αποτελούσε ευκαιρία για τον επανισλαμισμό της κοινωνίας σε βάθος. Το σχέδιο βρέθηκε αντιμέτωπο με τις πραγματικότητες που δημιούργησε ο πόλεμος (1992-1995) και τη διαίρεση της χώρας σε εθνικοθρησκευτικές κοινότητες από τις ειρηνευτικές συμφωνίες του Ντέιτον (10). Έτσι, ο επανισλαμισμός επιβλήθηκε μονάχα στις περιφέρειες όπου πλειοψηφούσαν οι Βόσνιοι. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικές και θρησκευτικές δομές ανέχθηκαν την παρουσία ξένων Ισλαμιστών εθελοντών που κατέφτασαν στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη για να προσφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια ή για να καταταχθούν στη διεθνή ταξιαρχία Ελ Μουτζαχίντ. Καθώς οι τελευταίοι προέρχονταν από τα διεθνή σαλαφιστικά ρεύματα, δυσανασχετούσαν ιδιαίτερα με τις ιδιαιτερότητες των πρακτικών του Ισλάμ σε αυτή τη χώρα (με αρκετά ίχνη συγκρητισμού) και με τη «χαλαρότητα» των ντόπιων Μουσουλμάνων. Εκατοντάδες μαχητές εγκαταστάθηκαν στη χώρα, έλαβαν συχνά τη βοσνιακή υπηκοότητα και επιδόθηκαν σε δραστηριότητες προσηλυτισμού χωρίς να αντιμετωπίσουν πρόβλημα, τουλάχιστον μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, οπότε οι διεθνείς δυνάμεις που στάθμευαν στη χώρα άρχισαν να επιτίθενται στα ισλαμιστικά δίκτυα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η εμπλοκή αυτών των τζιχαντιστών στον πόλεμο της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης αποσιωπήθηκε ή ελαχιστοποιήθηκε από τον Τύπο, όπως εξάλλου και η βαθύτατη διείσδυση των απόψεών τους στην βοσνιακή κοινωνία. Ορισμένοι είχαν βιαστεί να υποθέσουν ότι το ξένο αυτό σώμα δεν θα μπορούσε να ριζώσει μέσα στο «ανεκτικό και μετριοπαθές από τη φύση του» Ισλάμ της Βοσνίας. Στην πραγματικότητα, το Ισλάμ στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας έφερε τη σφραγίδα του σοσιαλισμού που του είχε επιτρέψει να οδηγηθεί σε έναν ιδιαίτερο συμβιβασμό με την νεωτερικότητα. Ωστόσο, οι οργανωτικές ικανότητες των επίσημων ισλαμικών δομών, η δυνατότητά τους να επιβάλλουν κανόνες και συμπεριφορές στην κοινωνία αλλά και η θεολογική και πνευματική νομιμοποίησή τους αμφισβητείται από τους νέους ιμάμηδες που επέστρεψαν από τις αραβικές χώρες αλλά και από τα νέα μέσα ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μερικές φορές, τα ριζοσπαστικά κηρύγματα και η «βιωμένη πίστη» κυκλοφορούν περισσότερο στις κλειστές ομάδες του Facebook και λιγότερο στο τζαμί… Οι βίαιες συγκρούσεις από τις οποίες σπαράσσονται οι ισλαμικές κοινότητες, κυρίως στο Κόσοβο και στην ΠΓΔΜ, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό συγκρούσεις γενεών, ανάμεσα σε γέρους ιμάμηδες προσκολλημένους στο παραδοσιακό μοντέλο και σε νεαρούς ζηλωτές που βρίσκονται υπό την επήρεια δογμάτων που εισάγονται από τις μοναρχίες του Κόλπου. Πρόκειται για μια σύγκρουση ανάμεσα στις δύο όψεις του σύγχρονου Ισλάμ: εκείνης που κυριάρχησε στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα και της νέας «παγκόσμιας» που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση. Στις υπόλοιπες χώρες της περιοχής, η δύσκολη ανασυγκρότηση των ισλαμικών κοινοτήτων μετά τον κομμουνισμό ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στους ριζοσπάστες ιεροκήρυκες.  

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

Μπεχτασήδες: Αδελφότητα η οποία ιδρύθηκε από τον Χατζή Μπεχτάς Βελή (1209-1271) στην Ανατολία. Καθώς χαρακτηρίζεται από ισχυρό συγκεντρωτισμό, αποτελεί μοναδική περίπτωση στο Ισλάμ. Από το 1927 διαθέτει ένα παγκόσμιο κέντρο στα Τίρανα, με επικεφαλής τον «kryegjysh», τον παγκόσμιο «παππού».

Βογόμιλοι: Χριστιανικό κίνημα που εμφανίστηκε στη Βουλγαρία τον 10ο αιώνα. Αποσκοπούσε στην καθιέρωση μιας ασκητικής και εξισωτικής κοινωνίας, στηριγμένης στο Ευαγγέλιο. Εξαπλώθηκε σε μεγάλο τμήμα των Βαλκανίων και, ερχόμενο σε αντίθεση με την επίσημη Εκκλησία, αποτελούσε μέσο έκφρασης της δυσαρέσκειας της τάξης των αγροτών. Θεωρήθηκε αίρεση από την Σύνοδο του Τάρνοβο (1211), δεν δεχόταν τα ιερά μυστήρια και πίστευε στον δυϊσμό, σε έναν σκοτεινό Θεό που μάχεται ενάντια στον καλό Θεό.

Δερβίσηδες: Στην περσική, κυριολεκτικά, η λέξη σημαίνει «φτωχός», «ζητιάνος». Μέλος μιας μυστικιστικής αδελφότητας. Οι δερβίσηδες είναι επίσης γνωστοί για τις εξαιρετικές ικανότητές τους στον χορό.

Μιλέτ: Μη μουσουλμανική θρησκευτική κοινότητα η οποία απολάμβανε νομικής προστασίας την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην σύγχρονη τουρκική γλώσσα, ο όρος «milliyet» σημαίνει «έθνος».

Νακσμπαντήδες: Αδελφότητα σούφι. Ιδρύθηκε από τον Μπαχιουντιντίν Νακσμπάντ (1317-1388) που γεννήθηκε στην Μπουχάρα της Κεντρικής Ασίας. Μυστικιστικό τάγμα που χαρακτηρίζεται από αλληλεπιδράσεις του σουνιτισμού και του σιιτισμού.

Ρεΐς-ουλ-ουλεμά: Αρχηγός των ουλεμάδων, των φυλάκων της πίστης. Στην Γιουγκοσλαβική πρακτική, οι εθνικές ισλαμικές κοινότητες διοικούνται από έναν Ρεΐς-ουλ-ουλεμά.

Σαλαφισμός: Κίνημα που διακηρύσσει την επιστροφή σε ένα υποθετικό Ισλάμ των απαρχών. Διακηρύσσει την κατά γράμμα εφαρμογή του Κορανίου. Αυτός ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός απορρίπτει κάθε καινοτομία (bid’ah).

Σουφισμός: Μυστικιστικό Ισλάμ το οποίο αποτελείται από πολύ διαφορετικές αναμεταξύ τους τάσεις και θεωρείται ετερόδοξο από τους υπέρμαχους του αυστηρού και τυπολατρικού σουνιτισμού.

 
  1. Βλ. V. A. Fine Jr, «The Late Medieval Balkans, A Critical Survey from the Late Twelfth Century to the Ottoman Conquest», The University of Michigan Press, Αν Άρμπορ, 1987.
  2. Βλ. Ger Duijzings, «Religion and the Politics of Identity in Kosovo», Hurst, Λονδίνο
  3. Ο διάσημος περιηγητής Ελίγια Εβλιγιά Τσελεμπί (1611-1682) εξέδωσε την αφήγηση των περιπετειών του με τον τίτλο «Το βιβλίο των ταξιδιών» (Seyahatnâme)
  4. Οι ταραχές ξέσπασαν ως αντίδραση ενάντια στα αντισερβικά πογκρόμ στο Κόσοβο.
  5. Βλ. Nathalie Clayer και Xavier Bougarel, «Les Musulmans de l’Europe du Sud-Est. Des Empires aux Etats balkaniques», IISMM-Karthala, Παρίσι, 2013.
  6. Η ονομασία αυτή άλλαξε κατά τη διάρκεια του πολέμου της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (1992-1995): οι μουσουλμάνοι έγιναν «Βοσνιακοί», ενώ ο όρος «Βόσνιοι» υποδηλώνει όλους τους κατοίκους της χώρας (Βοσνιακούς, Κροάτες, Σέρβους ή άτομα άλλων μειονοτήτων).
  7. Οι Πομάκοι είναι εξισλαμισμένοι Σλάβοι, με μαζική παρουσία στο βουλγαρικό τμήμα της Ροδόπης. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ρομά της Βουλγαρίας ακολουθεί τις μουσουλμανικές παραδόσεις.
  8. Βλ. Joëlle Dalègre, «La Thrace grecque: populations et territoire», L’Harmattan, Παρίσι, 1997.
  9. Βλ. Miranda Vickers, «L’Albanie, terre de mission et la foi des Albanais», Le Courrier des Balkans, 22 Νοεμβρίου
  10. Επικύρωσαν τον χωρισμό της χώρας σε δύο οντότητες, τη Σερβική Δημοκρατία και την ομοσπονδία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης που διαιρείται σε δέκα περιφέρειες, με κροατική ή βοσνιακή πλειονότητα.
]]>

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Μια Κινέζα κωμικός θίγει τον ανδρικό εγωισμό

Η Κίνα, η χώρα με τους περισσότερους άντρες στον κόσμο (114 γεννήσεις αγοριών για κάθε 100 κορίτσια), δεν δίνει καμία σημασία στις φεμινιστικές διεκδικήσεις. Στα διακόσια μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, το ποσοστό των γυναικών είναι μικρότερο του 5%. Ο κοινωνικός εξοστρακισμός είναι ακόμη πιο έντονος στο σύμπαν της stand-up κωμωδίας, όπως μαρτυρά η περίπτωση της κωμικού Γιανγκ Λι.

100 χρόνια ΚΚ Κίνας: Τι έχει απομείνει από τον κομμουνισμό;

Κατάπτυστοι κάποτε, οι καπιταλιστές γίνονται δεκτοί με ανοικτές αγκάλες στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Υπό την προϋπόθεση ότι θα σέβονται συγκεκριμένους όρους και ότι θα δηλώσουν υποταγή σε μια οργάνωση η οποία, πλέον, αριθμεί περισσότερα στελέχη επιχειρήσεων παρά εργάτες.

Διπλή παγίδα για το Αφγανιστάν

Βρισκόμαστε στο 1999. Οι επιθέσεις στους δίδυμους πύργους και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας είναι ακόμα μακριά. Όμως οι ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις της Αλ Κάιντα σε δύο πρεσβείες τους στην Αφρική έχουν ήδη στρέψει τα μάτια -και τους πυραύλους τους- προς το Αφγανιστάν.

Αφγανιστάν: Κι όμως, η ήττα ήταν προδιαγεγραμμένη

Οι παράλληλες εικόνες πολιτών να αγκιστρώνονται στα αμερικανικά αεροπλάνα για να εγκαταλείψουν την Καμπούλ και των Ταλιμπάν να εγκαθίστανται στο προεδρικό γραφείο θα μείνουν ως σύμβολα ενός πολέμου που ήταν αδύνατον να κερδηθεί. Το ανθρωπιστικό, οικονομικό και δημοκρατικό αποτέλεσμα δεν χωρά συζήτηση.

Ο δρόμος για την Καμπούλ

Το φιάσκο των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν θα πρέπει να οδηγήσει τη Δύση σε επανεκτίμηση των πρακτικών της. Κάτι τέτοιο όμως δεν μοιάζει ορατό στο άμεσο μέλλον.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Social