Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Το Πακιστάν ψάχνει τη θέση του σε μια ταραγμένη περιοχή

Το Πακιστάν ήρθε ξανά στην επικαιρότητα μετά τη δολοφονική επίθεση στο πάρκο Γκουσλάν-ε-Ικμπάλ της Λαχώρης –πρωτεύουσα της επαρχίας Πουντζάμπ, που θεωρείται πολιτικό προπύργιο του πρωθυπουργού Ναουάζ Σαρίφ– από την οργάνωση «Τζαμάατ Ουλ Αχράρ», φράξια των Ταλιμπάν. Τον τελευταίο χρόνο, η διπλωματία μιας χώρας που περιβάλλεται από το Ιράν, το Αφγανιστάν, την Κίνα, την Ινδία και τη Θάλασσα του Ομάν και ψάχνει τη θέση της σε μια ταραγμένη περιοχή αλλάζει. Μόλις πριν από μερικά χρόνια, ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι οι ηγέτες των δύο «εχθρών αδελφών», της Ινδίας και του Πακιστάν, θα είχαν δύο συναντήσεις μέσα σε διάστημα ενός μήνα; Και ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι το Ισλαμαμπάντ θα έπαιρνε κάποιες αποστάσεις από τον παντοτινό σύμμαχό του, τη Σαουδική Αραβία; Κατά τη διάρκεια της περσινής χρονιάς, το Πακιστάν συμμετείχε στις περιφερειακές δυναμικές, ακόμη κι αν αυτές χαρακτηρίζονται από αβεβαιότητα. Το σχέδιο ενός οικονομικού διαδρόμου που θα συνδέει την Κίνα με τις πακιστανικές ακτές ενίσχυσε τον άξονα Ισλαμαμπάντ-Πεκίνου. Όσο για τις σχέσεις με τις γειτονικές χώρες του Αφγανιστάν και της Ινδίας, γνώρισαν αναταράξεις που συνδέονται σε κάποιο βαθμό με την εμφάνιση νέων ηγετών: του Ναρέντρα Μόντι, πρωθυπουργού της Ινδίας από τον Μάιο του 2014, και του Ασράφ Γκάνι, προέδρου του Αφγανιστάν από τον Σεπτέμβριο του 2014 –ενώ, τέσσερις μήνες αργότερα, ο Σαλμάν Μπεν Αμπντελαζίζ Αλ-Σαούντ ανέβαινε στον θρόνο της Σαουδικής Αραβίας.   pkflag Πρόκειται για λεπτή άσκηση διπλωματικών ελιγμών για τη δικέφαλη εξουσία του Πακιστάν: τον Ναουάζ Σαρίφ, πρωθυπουργό που εξελέγη το 2013 –για τρίτη φορά από το 1990 (1)– και τον στρατηγό Ραχίλ Σαρίφ –απλή συνωνυμία– ο οποίος, ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, διαθέτει δικαίωμα βέτο στα θέματα περιφερειακής διπλωματίας και στρατηγικής πολιτικής της χώρας. Στο Αφγανιστάν, ο Γκάνι αρχικά έτεινε χείρα φιλίας στους Πακιστανούς, πριν γευθεί την απογοήτευση. Στην Ινδία, η σκλήρυνση που σηματοδότησε ο ερχομός των ινδουιστών εθνικιστών στην εξουσία έδωσε τη θέση της σε μια ατμόσφαιρα πιο κατάλληλη για διάλογο, μέχρι την επίθεση σε ινδική στρατιωτική βάση, στις 2 Ιανουαρίου 2016. Και οι σχέσεις του Πακιστάν με τον παραδοσιακό του σύμμαχο, τη Σαουδική Αραβία, δοκιμάζονται λόγω της περιφερειακής δραστηριότητας που εκδηλώνει η νέα ηγετική ομάδα στο Ριάντ. Οι εσωτερικές εντάσεις περιπλέκουν ακόμη περισσότερο το έργο κυβέρνησης και στρατιωτικών. Η μάχη κατά των Πακιστανών Ταλιμπάν έχει τεθεί σε προτεραιότητα μετά τον Δεκέμβριο του 2014, όταν 141 άνθρωποι, από τους οποίους οι 132 παιδιά, εκτελέστηκαν στο στρατιωτικό σχολείο της Πεσαβάρ από την οργάνωση Tehrik-e-Taliban Pakistan (TTP, Κίνημα των Ταλιμπάν του Πακιστάν). Η μάχη δεν έχει κερδηθεί, ιδιαίτερα στο ιδεολογικό πεδίο.   Μεταξύ Ριάντ και Τεχεράνης Η άρνηση του Ισλαμαμπάντ να συνδράμει τη Σαουδική Αραβία στη στρατιωτική επέμβαση στην Υεμένη, το 2015, έθιξε το Ριάντ, το οποίο έχει χρηματοδοτήσει αφειδώς το Πακιστάν: την οικονομία του, τις μαντράσα του (ιερατικές σχολές) και, αναμφίβολα, και το πυρηνικό πρόγραμμά του. Μάλιστα, ο οίκος των Σαούντ θεωρούσε το Πακιστάν ως δυνητική πηγή μεταφοράς τεχνογνωσίας και εξοπλισμού, πολύ περισσότερο όταν το Ιράν κατηγορήθηκε ότι διαθέτει στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα. Επιπλέον, εκατομμύρια Πακιστανοί εργάζονται στη Σαουδική Αραβία και στην περιοχή του Κόλπου. Τέλος, ο πρωθυπουργός Σαρίφ οφείλει πολλά στη βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας, η οποία τον έβγαλε από τις φυλακές του πραξικοπηματία στρατηγού Περβέζ Μουσάραφ (1999-2008) και τον δέχθηκε ως εξόριστο μεταξύ 2000 και 2007. Μολονότι ο πρωθυπουργός Σαρίφ καλύφθηκε πίσω από την αρνητική απόφαση του κοινοβουλίου, η πακιστανική άρνηση αποστολής στρατευμάτων στην Υεμένη ήταν προϊόν συναίνεσης μεταξύ στρατού και κυβέρνησης. Το 2011, κατά την «αραβική άνοιξη», τα πακιστανικά στρατιωτικά ιδρύματα είχαν στρατολογήσει μισθοφόρους μεταξύ των πρώην στρατιωτών για να βοηθήσουν το καθεστώς του Μπαχρέιν, όπου ο σουνίτης βασιλιάς κατέπνιγε τις διαδηλώσεις της σιιτικής πλειοψηφίας. Θα ήταν όμως τελείως διαφορετικό ζήτημα η συμμετοχή στη μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση του Αλ Σαούντ και της συμμαχίας του εναντίον των ανταρτών Χούτι, οι οποίοι έχουν ενισχύσει την επιρροή τους στην Υεμένη. Οι Χούτι είναι σιίτες ζαϊδίτες (2), οι οποίοι διαφέρουν από τους σιίτες του Ιράν και τους βρίσκει κανείς σε όλες τις συνιστώσες του ψηφιδωτού της Υεμένης. Βέβαια, το γεγονός δεν εμποδίζει το Ριάντ να κατηγορεί την Τεχεράνη ότι βρίσκεται πίσω από το κίνημα, ανοίγοντας έτσι ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των άλλων –σουνιτικών– χωρών του Κόλπου, από τη μία πλευρά, και του σιιτικού Ιράν και των προστατευόμενών του σε Συρία, Ιράκ και Λίβανο, από την άλλη. «Προσκεκλημένοι» στο Ριάντ, οι δύο Σαρίφ δήλωσαν δεσμευμένοι «στην εδαφική ακεραιότητα του βασιλείου», θέση που επιβεβαιώθηκε και στις 7 Ιανουαρίου 2016, κατά την επίσκεψη του Σαουδάραβα υπουργού Άμυνας, του δεύτερου πρίγκιπα του θρόνου Μοχάμεντ Μπεν Σαλμάν Αλ-Σαούντ (3). Οι Πακιστανοί ηγέτες υπογράμμισαν όμως ότι οι ένοπλες δυνάμεις τους συγκέντρωναν ήδη όλες τους τις προσπάθειες εναντίον των Πακιστανών Ταλιμπάν. Επιπλέον, δεν μπορούσαν να διακινδυνεύσουν την κλιμάκωση της έντασης στο εσωτερικό της χώρας, καθώς ήδη η σιιτική μειονότητα δέχεται τις επιθέσεις της ένοπλης σουνιτικής οργάνωσης Λασκάρ-ε-Τζανγκβί. Επίσης, το Ισλαμαμπάντ δεν σκοπεύει να αφήσει αναξιοποίητες τις δυνατότητες που παρέχει η συμφωνία Ουάσινγκτον-Τεχεράνης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, όπως η επανέναρξη των έργων κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου Ιράν-Πακιστάν, τα οποία ξεκίνησαν το 2010 και έχουν μείνει ανολοκλήρωτα. Πολύ περισσότερο που το Αφγανιστάν, το Ιράν και η Ινδία, η οποία χρηματοδοτεί τα έργα, θέλουν να προχωρήσουν το σχέδιο για το ιρανικό λιμάνι του Σαμπαχάρ, το αντίστοιχο του πακιστανικού λιμανιού Γκουαντάρ, που χρηματοδοτείται από την Κίνα. Το Σαμπαχάρ θα επιτρέψει στο περίκλειστο Αφγανιστάν να σπάσει το πακιστανικό μονοπώλιο στις θαλάσσιες μεταφορές και στην Ινδία να αποκτήσει πρόσβαση, μέσω Ιράν, στο Αφγανιστάν και στην κεντρική Ασία, περιοχή πλούσια σε φυσικό αέριο. Η αμηχανία του Ισλαμαμπάντ έγινε ακόμη πιο έντονη όταν το Ριάντ ανακοίνωσε, τον Δεκέμβριο του 2015, τη συγκρότηση στρατιωτικής συμμαχίας 34 σουνιτικών χωρών «κατά της τρομοκρατίας» και το Πακιστάν βρέθηκε να συμμετέχει αυτόματα, απ’ ό,τι φαίνεται χωρίς να ερωτηθεί. Η κρίση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν, που εκδηλώθηκε λόγω της εκτέλεσης του Σαουδάραβα σιίτη αντιφρονούντα Νιμρ Αλ-Νιμρ, στις αρχές Ιανουαρίου του 2016, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Στις 7 Ιανουαρίου 2016, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο Ισλαμαμπάντ, ο Σαουδάραβας υπουργός Εξωτερικών Αντέλ Αλ-Τζουμπέιρ έλαβε επίσημα την υποστήριξη του Πακιστάν. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια, η κυβέρνηση Σαρίφ προωθεί τον διάλογο και βεβαιώνει το κοινοβούλιο ότι δεν επιθυμεί να προβεί σε καμία ενέργεια που θα μπορούσε «να διαιρέσει τους μουσουλμάνους» (4). Την ώρα που η απειλή του Ισλαμικού Κράτους εξαπλώνεται στο Αφγανιστάν, ακόμη και στο ίδιο το Πακιστάν, η κυβέρνηση Σαρίφ δεν επιθυμεί το χάος της Μέσης Ανατολής να προστεθεί στα προβλήματα που ήδη είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει, τόσο στο εσωτερικό όσο και στον άμεσο περίγυρο της χώρας. Οι Ναουάζ Σαρίφ και Ραχίλ Σαρίφ έλαβαν πρωτοβουλία μεσολάβησης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν, μεταβαίνοντας μαζί στο Ριάντ και, στη συνέχεια, στην Τεχεράνη, στις 18 και 19 Ιανουαρίου. Χωρίς χειροπιαστά αποτελέσματα.   Η μέγκενη της Ινδίας και του Αφγανιστάν Τον Σεπτέμβριο του 2014, ο τότε Αφγανός πρόεδρος Χαμίντ Καρζάι ολοκλήρωνε τη θητεία του με μια πικρόχολη κριτική των παιχνιδιών του Πακιστάν και της αμερικανικής στρατηγικής στη χώρα του. Το κύριο μέρος των δυνάμεων του ΝΑΤΟ έχει ήδη αποσυρθεί: από τον Ιανουάριο του 2015, δεν έχουν απομείνει παρά 10.000 στρατιωτικοί, εκπαιδευτές και μέλη των ειδικών δυνάμεων, κυρίως Αμερικανοί. Ο Γκάνι, διάδοχος του Καρζάι, αποφάσισε να παίξει το χαρτί του Πακιστάν, προσπαθώντας να ξαναφέρει την ειρήνη. Οι πολιτικές και στρατιωτικές συναντήσεις σε ανώτατο επίπεδο πολλαπλασιάστηκαν με το πέρασμα των μηνών, σε μια προσπάθεια συντονισμού των ενεργειών εναντίον των Ταλιμπάν του Πακιστάν. Οι Ταλιμπάν διαθέτουν πλέον κρησφύγετα και σε αφγανικό έδαφος, σε μια πρωτοφανή –και όχι απαραίτητα εσκεμμένη– συμμετρία με τα κρησφύγετα που διατηρούν από το 2001 στο Πακιστάν οι Αφγανοί Ταλιμπάν. Ως αντάλλαγμα, ο Γκάνι περιμένει από το Ισλαμαμπάντ να ωθήσει τους Αφγανούς Ταλιμπάν σε διάλογο. Η προσέγγιση αυτή έγινε στόχος πολλών επικρίσεων στο Αφγανιστάν, ιδιαίτερα όταν, τον Μάιο του 2015, έγινε γνωστό σχέδιο συνεργασίας μεταξύ των μυστικών υπηρεσιών των δύο χωρών (Inter-Services Intelligence, ISI, στο Πακιστάν και National Directorate of Security, NDS, στο Αφγανιστάν), που προέβλεπε και εκπαίδευση της NDS από το ISI. Το σχέδιο ναυάγησε και ο επικεφαλής των αφγανικών μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος ήταν αντίθετος με την ιδέα, υποχρεώθηκε σε παραίτηση λίγους μήνες αργότερα. Στο μεταξύ, το NDS είχε αποκαλύψει τον θάνατο του μουλά Μοχάμεντ Ομάρ, ιστορικού ηγέτη των Ταλιμπάν. Το νέο αποδυνάμωσε τον υπ’ αριθμόν δύο και διάδοχο του μουλά Ομάρ, τον μουλά Ακτάρ Μανσούρ, ο οποίος είχε επιτρέψει να πραγματοποιηθεί, τον Ιούλιο του 2014 στο Πακιστάν, η πρώτη επίσημη συνάντηση μεταξύ απεσταλμένων των Ταλιμπάν και της Καμπούλ, κάτω από την αιγίδα των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών και με Αμερικανούς και Κινέζους παρατηρητές. Μόλις έγινε γνωστό το νέο, η κρίση που υπέβοσκε στους κόλπους των Ταλιμπάν οξύνθηκε και η διαδικασία του διαλόγου ανεστάλη. Ωστόσο, η ετήσια διάσκεψη της λεγόμενης «καρδιάς της Ασίας» (ή διαδικασία της Κωνσταντινούπολης), ενός ευρύτατου περιφερειακού φόρουμ που ιδρύθηκε το 2011 (5), πραγματοποιήθηκε στα μέσα Δεκεμβρίου του 2015 στο Ισλαμαμπάντ και συνέβαλε στην αποκλιμάκωση της έντασης μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν, η οποία είχε κορυφωθεί τον Σεπτέμβριο του 2015, μετά την προσωρινή κατάληψη της αφγανικής πόλης Κουντούζ από τους Ταλιμπάν, με τον Αφγανό υπουργό Άμυνας να κατηγορεί τις πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες για διασυνδέσεις με τους αντάρτες (6). Στις 27 Δεκεμβρίου, η επίσκεψη του στρατηγού Ραχίλ Σαρίφ στην Καμπούλ –η πέμπτη από το φθινόπωρο του 2014– επέτρεψε να τεθεί ξανά στην ημερήσια διάταξη ο αφγανικός εθνικός διάλογος. Και στις 11 Ιανουαρίου 2016, οι εκπρόσωποι του Πακιστάν, του Αφγανιστάν, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας συναντήθηκαν στο Ισλαμαμπάντ, προσπαθώντας να ορίσουν τις διαδικασίες επανάληψης των επαφών μεταξύ Καμπούλ και Αφγανών Ταλιμπάν –χωρίς επιτυχία. Το Αφγανιστάν ζητεί να πλήττονται οι αντάρτικες ομάδες που αρνούνται την αρχή της διαπραγμάτευσης, θέση απέναντι στην οποία το Πακιστάν διατηρεί επιφυλάξεις. Οι 4 συναντήθηκαν ξανά στην Καμπούλ στις 18 Ιανουαρίου, στο Ισλαμαμπάντ στις 6 Φεβρουαρίου και, στη συνέχεια, πάλι στην Καμπούλ, στις 23 Φεβρουαρίου. Τελικά, προσκάλεσαν όλες τις ομάδες των Ταλιμπάν, καθώς και το δίκτυο Χακανί και το Χεζμπ-ε-Ισλαμί, σε διάλογο που θα διεξαγόταν στο Πακιστάν τον Μάρτιο. Ωστόσο, τίποτε δεν είναι σίγουρο: οι βάσεις μιας μελλοντικής διαπραγμάτευσης δεν έχουν καθοριστεί επίσημα και οι ρωγμές στο εσωτερικό των Ταλιμπάν, ακόμη κι όταν δεν συνοδεύονται από προσχωρήσεις στο Ισλαμικό Κράτος, θα μπορούσαν να ανατρέψουν κάθε πιθανή πρόοδο. Για το Ισλαμαμπάντ, το αφγανικό ζήτημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ινδικό. Ο πυρήνας της στρατηγικής του Πακιστάν είναι να αποφύγει να βρεθεί στη μέγκενη του ιστορικού αντιπάλου του, της Ινδίας, και ενός Αφγανιστάν όπου το Δελχί θα είχε ισχυρή επιρροή (7). Στην Ινδία, η χείρα φιλίας του Γκάνι προς το Πακιστάν προκάλεσε ανησυχίες, πολύ περισσότερο αφού ο νέος πρόεδρος του Αφγανιστάν έκανε επτά μήνες μέχρι να επισκεφθεί το Νέο Δελχί. Ωστόσο, οι διακυμάνσεις στις σχέσεις μεταξύ Καμπούλ και Ισλαμαμπάντ άφησαν περιθώρια ελιγμών στην Ινδία. Η επαναφορά του σχεδίου για το λιμάνι του Σαμπαχάρ, η πολυαναμενόμενη απόφαση της Καμπούλ να αγοράσει από την Ινδία μαχητικά ελικόπτερα (το αδύνατο σημείο του αφγανικού στρατού, ο οποίος βρίσκεται πλέον στην πρώτη γραμμή κατά των Ταλιμπάν) και η επίσκεψη του Μόντι, τον Δεκέμβριο του 2015, για τα εγκαίνια του νέου αφγανικού κοινοβουλίου, η κατασκευή του οποίου χρηματοδοτήθηκε από την Ινδία, αποφόρτισαν την ατμόσφαιρα. Όσον αφορά το Πακιστάν, η κατάσταση στο Κασμίρ, το οποίο είναι διαιρεμένο από τη «γραμμή ελέγχου», παρέμενε τεταμένη, μετά την άνοδο στην εξουσία του Μόντι, ο οποίος προέρχεται από το ινδουιστικό εθνικιστικό κόμμα Bharatiya Janata (BJP). Ωστόσο, η ελπίδα ενός διαλόγου, ο οποίος βρίσκεται στο σημείο μηδέν μετά από τις επιθέσεις στη Βομβάη το 2008 (164 νεκροί, περισσότεροι από 300 τραυματίες), αρχίζει να γεννιέται ξανά. Σε μια διακριτική συνάντηση στην Μπανγκόκ, στις 6 Δεκεμβρίου 2015, οι σύμβουλοι ασφαλείας των δύο χωρών δέχθηκαν επί της αρχής την επανάληψη των συνομιλιών σε όλα τα επίπεδα: τρομοκρατία, Κασμίρ κ.τ.λ. Βήμα προόδου που οφείλεται τόσο στην τροποποίηση της στάσης της Ινδίας, η οποία θεωρούσε μέχρι τώρα μοναδικό απόλυτο προαπαιτούμενο το ζήτημα της τρομοκρατίας, αλλά και του Πακιστάν, όπου οι στρατιωτικοί επιθυμούν τον διάλογο –ο νέος σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας, ο στρατηγός Νάσερ Χαν Τζαντζούα, είναι έμπιστος του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων. Η, υποτίθεται, τυχαία συνάντηση του Ναουάζ Σαρίφ με τον Μόντι στο Παρίσι, στο περιθώριο της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP21), και, στη συνέχεια, η «επίσκεψη-έκπληξη» του Ινδού πρωθυπουργού στη Λαχώρη, στις 25 Δεκεμβρίου 2015, υπήρξαν θετικά σημάδια. Αντίθετα, σε δέκα χρόνια θητείας (2004-2014), ο Ινδός πρώην πρωθυπουργός Μανμοχάν Σινγκ δεν είχε καταφέρει να πείσει το περιβάλλον του για την ανάγκη επίσκεψης στο γειτονικό Πακιστάν. Δυστυχώς, όπως μπορούσε κανείς να προβλέψει, μια τρομοκρατική επίθεση κατά της ινδικής αεροπορικής βάσης του Πατανκότ, κοντά στο Πακιστάν, διέκοψε τον διμερή διάλογο από τις 2 Ιανουαρίου 2016. Ο Ναουάζ Σαρίφ διαβεβαίωσε το Νέο Δελχί για τη βούλησή του να εξουδετερώσει τις τρομοκρατικές ομάδες, χάρη στις πληροφορίες που παρείχαν οι Ινδοί εμπειρογνώμονες. Και, πράγματι, μέλη της ομάδας Τζαΐς-ε-Μοχάμαντ, τα οποία η Ινδία θεωρούσε ύποπτα, συνελήφθησαν. Είναι όμως μάλλον απίθανο απλές χειρονομίες καλής θέλησης να φανούν αρκετές. Για την ώρα, η συνάντηση μεταξύ των εκπροσώπων των δύο υπουργείων Εξωτερικών, η οποία θα γινόταν στα μέσα Ιανουαρίου, αναβλήθηκε, χωρίς όμως να εγκαταλειφθεί η επί της αρχής συμφωνία για επανάληψη του διαλόγου. Το Νέο Δελχί επέδειξε ασυνήθιστη μετριοπάθεια στον χειρισμό του θέματος, για να μην εξυπηρετήσει τον στόχο της επίθεσης στο Πατανκότ: την υπονόμευση κάθε πιθανότητας διαλόγου σε υψηλό επίπεδο.   Σύνδεση με την Κίνα «Αδελφές χώρες» από τη δεκαετία του 1970, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν διατηρούν στενούς δεσμούς, των οποίων η βασική λογική ήταν πρωτίστως στρατηγική, με το Πακιστάν να χρησιμεύει ως αντίβαρο στην Ινδία. Το μαρτυρά η κινεζική βοήθεια στο πυρηνικό πρόγραμμα του Πακιστάν, καθώς και η συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, όπως στην περίπτωση του μαχητικού JF-17 Thunder (FC-1 Xiaolong για τους Κινέζους), που οι δύο χώρες κατασκεύασαν από κοινού. Ωστόσο, με την παρότρυνση του Κινέζου προέδρου Σι Ζινπίνγκ, ο κινεζικός γεωπολιτικός ορίζοντας μοιάζει πιο συνυφασμένος από ποτέ με τον γεωοικονομικό ορίζοντα. Μεταξύ Ινδίας και Κίνας υπάρχουν ακόμη συνοριακές διαφορές, ενώ το Νέο Δελχί ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία του στη ζώνη των Ιμαλαΐων, συγκροτώντας νέο σώμα ορεινής επέμβασης 40.000 ανδρών και βελτιώνοντας τις υποδομές του στην περιοχή. Το γεγονός δεν εμποδίζει τις δύο χώρες να συνομιλούν: οι ηγέτες τους συναντώνται και η αξία των εμπορικών συναλλαγών Κίνας-Ινδίας (65 δισεκατομμύρια δολάρια, το 2014) είναι επταπλάσια των συναλλαγών Κίνας-Πακιστάν. Στο πλαίσιο των «νέων δρόμων του μεταξιού», ο Κινέζος πρόεδρος ανακοίνωσε, κατά την επίσκεψή του στο Ισλαμαμπάντ τον Απρίλιο του 2015, την επικείμενη διάνοιξη του οικονομικού και εμπορικού διαδρόμου Κίνας-Πακιστάν: μια ιδέα που προώθησε η προεδρία του Περβέζ Μουσάραφ. Αυτός ο πολλαπλός μεταφορικός άξονας θα συνδέει την κινεζική επαρχία του Σινγιάνγκ (στο δυτικό τμήμα της χώρας) με το πακιστανικό λιμάνι του Γκουαντάρ. Η προβλεπόμενη χρηματοδότηση είναι ύψους 46 δισεκατομμυρίων δολαρίων και περιλαμβάνει επίσης βιομηχανικά και ενεργειακά σχέδια –πραγματικό μάννα για την πακιστανική οικονομία. Επίσης, το Πακιστάν πρέπει να εγγυηθεί την ασφάλεια των εργοταξίων και των Κινέζων που εργάζονται εκεί. Το Πεκίνο αφήνει να εννοηθεί ότι η διευθέτηση του καθεστώτος του Γκιλγκίτ-Μπαλτιστάν (στο βόρειο Πακιστάν), από όπου θα περνά ο διάδρομος, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη. Όμως, τη συγκεκριμένη περιοχή των Ιμαλαΐων διεκδικεί και η Ινδία. Εξάλλου, παρακλάδι του διαδρόμου θα φτάνει μέχρι το Αφγανιστάν, ο ορυκτός πλούτος του οποίου ενδιαφέρει την Κίνα. Θα έπρεπε άραγε αυτή η λογική σύνδεσης μεταξύ Κίνας και Πακιστάν να επεκταθεί και στις υπόλοιπες γειτονικές χώρες; Για την ώρα, το Ισλαμαμπάντ αρνείται ακόμη να αποδώσει στην Ινδία το εμπορικό καθεστώς «της πιο ευνοημένης χώρας». Από την υπογραφή της το 2010, η συμφωνία εμπορικών μεταφορών Αφγανιστάν-Πακιστάν δίνει στα αφγανικά φορτηγά αυτοκίνητα τη δυνατότητα να φτάσουν στην Ινδία, αλλά τους απαγορεύει να επιστρέψουν στο Αφγανιστάν μεταφέροντας εμπορεύματα, ιδιαίτερα από την Ινδία (9). Ο Ναουάζ Σαρίφ, που προέρχεται από τον επιχειρηματικό κόσμο, θα ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να προχωρήσει στην εξομάλυνση των ινδο-πακιστανικών εμπορικών σχέσεων και τα εμπορικά επιμελητήρια τον πιέζουν. Όμως, όσο οι στρατιωτικοί δεν επανεξετάζουν τη στρατηγική τους, η οποία θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στη φράση «πρώτα το Κασμίρ», η κυβέρνηση θα είναι καταδικασμένη σε διαρκή εναλλαγή βημάτων προόδου και πισωγυρισμάτων. Πρόκειται ακριβώς για το διακύβευμα του διαλόγου που θα μπορούσε να επαναληφθεί –ή όχι– μέσα στο 2016. Στο Πακιστάν, πολλοί θεωρούν ότι η πολιτική αυτή έχει κοστίσει πολύ ακριβά. Επειδή έχει ευνοήσει την τρομοκρατία, φυσικά, επίσης όμως επειδή έχει πλήξει την οικονομία, μολονότι η γεωγραφική θέση της χώρας αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα: βρίσκεται ανάμεσα στις μεγάλες αναδυόμενες ασιατικές οικονομίες και τις πλούσιες σε ενεργειακά κοιτάσματα Μέση Ανατολή και Κεντρική Ασία, αλλά και ανάμεσα στα Ιμαλάια και τον Ινδικό Ωκεανό, δύο βήματα από τον Κόλπο. «Οι συναλλαγές, το εμπόριο, η οικονομική ενοποίηση είναι το μέλλον και πρέπει να φέρουν την αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού» (10), δηλώνει η Σέρι Ρεχμάν, πρόεδρος της δεξαμενής σκέψης Jinnah Institute και πρώην πρέσβης του Πακιστάν στην Ουάσινγκτον. Η μάχη κατά της τρομοκρατίας και κατά των Πακιστανών Ταλιμπάν, που ανέλαβε ο στρατός με κάποιους δισταγμούς και κλιμακώθηκε από το 2014, είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί. Περισσότερο από μικρές τροποποιήσεις, χρειάζεται μια εξέλιξη της εθνικής αφήγησης και, επομένως, της «ιδεολογίας του Πακιστάν», του επίσημου δόγματος που διδάσκεται στα σχολεία και στους στρατώνες και παρουσιάζει τη χώρα ως «ιδεολογικό κράτος», το οποίο έχει ιδρυθεί για τους μουσουλμάνους της νότιας Ασίας. Οι εκλεγμένες κυβερνήσεις θα πρέπει να αντιπαρατεθούν με το δόγμα αυτό, αλλά δεν θα τα καταφέρουν εάν δεν συμβάλουν και οι στρατιωτικοί. Λέγεται ότι οι ένοπλες δυνάμεις συμφωνούν με την επανέναρξη του διαλόγου με την Ινδία ή ότι, τουλάχιστον, έχουν αποφασίσει να μην τον εμποδίσουν –χωρίς κανείς να μπορεί να προδικάσει το, πάντα αβέβαιο, αποτέλεσμα. Όμως, αποφεύγουν να προβληματιστούν γύρω από τον ίδιο τον χαρακτήρα του Πακιστάν, της επίσημης ιδεολογίας του, των σχέσεων του Ισλάμ (ποιου είδους Ισλάμ;) με το κράτος και το έθνος. Συζήτηση την οποία και οι πολιτικοί αποφεύγουν επιμελώς να ανοίξουν…  

  1. Διετέλεσε πρωθυπουργός από τον Νοέμβριο του 1990 μέχρι τον Ιούλιο του 1993 και, αργότερα, από τον Φεβρουάριο του 1997 μέχρι το πραξικόπημα του στρατηγού Περβέζ Μουσάραφ, στις 12 Οκτωβρίου 1999.
  2. Ένα από τα μειοψηφικά παρακλάδια του σιιτικού δόγματος, το οποίο αναπτύχθηκε από τον 9ο αιώνα μ.Χ. στην Υεμένη και το Ταμπαριστάν, νότια της Κασπίας. Η Υεμένη παραμένει η περιοχή με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ζαϊδιτών σιιτών.
  3. «Pakistan will stand by Saudi Arabia if territorial integrity threatened: PM Nawaz», «The Express Tribune», Καράτσι, 10 Ιανουαρίου 2016.
  4. «Grave dangers face Muslim world in light of Saudi-Iran standoff: Sartaj», «Dawn», Ισλαμαμπάντ, 5 Ιανουαρίου 2016, «A delicate balance», «Dawn», 6 Ιανουαρίου 2016.
  5. Συμμετέχουν: Αφγανιστάν, Σαουδική Αραβία, Κίνα, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ινδία, Ιράν, Καζακστάν, Κιργιζία, Πακιστάν, Ρωσία, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν, Τουρκία. Την πρωτοβουλία υποστηρίζουν: Γερμανία, Αυστραλία, Καναδάς, Αίγυπτος, Ισπανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία, Νορβηγία, Πολωνία, Ηνωμένο Βασίλειο, Σουηδία, Ηνωμένα Έθνη, Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑΤΟ κ.τ.λ.
  6. «MoD blames ISI for Kunduz assault», «Tolo News», Καμπούλ, 1η Οκτωβρίου 2015.
  7. Βλ. «Les tribulations du couple indo-afghan», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 2014.
  8. Μετά την ένωση του Κασμίρ με την Ινδία, την οποία αποφάσισε ο μαχαραγιάς του το 1947, οι δύο χώρες αντιπαρατέθηκαν αρκετές φορές. Από το 1949, το Κασμίρ έχει χωριστεί μεταξύ Αζάντ Κασμίρ και Γκιλγκίτ-Μπαλτιστάν (περιοχές με ειδικό καθεστώς και πακιστανική διοίκηση), από τη μία, και Ζαμουέτ Κασμίρ (ινδική διοίκηση), από την άλλη.
  9. Οι επίσημες συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών αντιστοιχούσαν σε 2,6 δισεκατομμύρια δολάρια το 2014. Εάν ληφθούν υπόψη και οι συναλλαγές μέσω τρίτων χωρών (Εμιράτα ή Σιγκαπούρη), η αξία των συναλλαγών αναμφίβολα διπλασιάζεται, παραμένει όμως ακόμη πολύ χαμηλότερη από ό,τι θα μπορούσε να είναι.
  10. Sherry Rehman, «The audacity of hope: Beyond photo-op, Modi and Sharif must move quickly and come up with a peace plan», «The Times of India», Βομβάη, 27 Μαΐου 2014.
]]>

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Πώς είπατε; «Συστημικός»;

Πολύ συχνά, οι αμερικανικές πολυεθνικές ανατρέχουν στη φιλανθρωπία για να συγκαλύψουν τις πράξεις πού τις πλουτίζουν. Από τον περασμένο Μάιο δωρίζουν λοιπόν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε διάφορες αφροαμερικανικές οργανώσεις, ανάμεσά τους και στη Black Lives Matter.

Η νέα σκακιέρα της Μεσογείου

Οι πολεμικές συρράξεις στη Συρία και τη Λιβύη, αλλά και η προσπάθεια πολιτικής κυριαρχίας της Τουρκίας, διαμορφώνουν μια νέα σκακιέρα στη Μεσόγειο.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Social