Μια αφροαμερικανική κομητεία του Μισσισσιππή επιλέγει την αστυνομία της

Κάθε τέσσερα χρόνια, οι Αμερικανοί καλούνται να εκλέξουν τον σερίφη και τον εισαγγελέα της περιοχής τους. Πολύ συχνά, δεν έχουν να επιλέξουν παρά μεταξύ υποψηφίων με έντονη έφεση στην καταστολή. Εξάλλου, η κατάσταση στις υπερπλήρεις φυλακές των ΗΠΑ έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε το θέμα να απασχολεί την προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις προεδρικές εκλογές του 2016.

Στις 4 Αυγούστου, φέτος το καλοκαίρι, ημέρα προκριματικών εκλογών στο Μισσισσιππή, μια φράση παίζεται σε σχεδόν αέναη επανάληψη από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της κομητείας Χάιντς, μιας από τις φτωχότερες της Πολιτείας: «Επιλέγετε εκείνον που σας βάζει στη φυλακή». Μια αιχμηρή άποψη για τον σερίφη που θα εκλεγεί μεταξύ άλλων εκείνη την ημέρα, σαν «προϊόν προσφοράς» σε μια πολύ πιο ευρεία ψηφοφορία, κατά την οποία οι πολίτες του Μισσισσιππή καλούνται να λάβουν πολυάριθμες αποφάσεις.

Και η πρώτη απ’ όλες είναι αυτή: επιθυμούν να συμμετάσχουν στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών ή των Ρεπουμπλικάνων; Έτσι, στο εκλογικό κέντρο αρκεί να κατευθυνθούν –σε κοινή θέα– προς το τραπέζι του κόμματος της προτίμησής τους, το οποίο βρίσκεται στον ίδιο χώρο με εκείνο του αντίπαλου κόμματος. Εκεί, τους δίνουν το ψηφοδέλτιο. Εκείνο των Δημοκρατικών, λόγου χάρη, είναι ένα έγγραφο τεσσάρων σελίδων, με δεκατρία κουτάκια επιλογής, το καθένα εκ των οποίων αντιστοιχεί σε μια θέση αξιωματούχου που πρέπει να εκλεγεί: κυβερνήτης, αναπληρωτής κυβερνήτης, γερουσιαστής και εκπρόσωπος της Πολιτείας, επίτροπος μεταφορών, επίτροπος δημοσίων υπηρεσιών, εισαγγελέας, έφορος, δικαστικοί γραμματείς, αρχιφύλακες της αστυνομίας κ.λπ. (1). Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι δύσκολο να γνωρίζεις την προσωπικότητα και το πρόγραμμα κάθε υποψηφίου.

Στην κομητεία του Χάιντς, την πολυπληθέστερη του Μισσισσιππή και έδρα της πολιτειακής πρωτεύουσας Τζάκσον, οι προκριματικές εκλογές καθορίζουν το αποτέλεσμα των γενικών εκλογών. Ο πληθυσμός, κατά πλειοψηφία Αφροαμερικανοί (το 69% των 245.000 κατοίκων), υπερψηφίζει συστηματικά τους υποψηφίους των Δημοκρατικών. Οι Ρεπουμπλικάνοι, παρ’ όλο που πλειοψηφούν στην Πολιτεία, καθώς και οι «ανεξάρτητοι», δεν έχουν καμιά πιθανότητα εδώ. Επιπλέον, εκτός και αν συνέβαινε κάποια εξαιρετικά δραματική ανατροπή, οι γενικές εκλογές της Πολιτείας, που έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 2015, δεν θα ξέφευγαν από τον κανόνα (όπως και συνέβη): εξελέγησαν εκείνοι που νίκησαν στις προκριματικές των Δημοκρατικών.

Όσο σπουδαίο κι αν είναι το ζήτημα, τα εκλογικά τμήματα –συχνά σε εκκλησία, άλλοτε σε σχολείο ή σε σταθμό της Πυροσβεστικής– κάθε άλλο παρά προσελκύουν τα πλήθη: το ποσοστό συμμετοχής δεν θα ξεπεράσει το 28%. Καθισμένοι πίσω από ένα τραπέζι με την ένδειξη «Ρεπουμπλικάνοι – Προκριματικές Εκλογές» σε μια φτωχή συνοικία του κέντρου της πόλης του Τζάκσον, ο Τσαρλς Λιούις και ο Μοντρέλ Γουίλιαμς, δύο τριαντάρηδες Αφροαμερικανοί, είναι σε θέση να το επιβεβαιώσουν. «Είναι μια μέρα με πολλή δουλειά», λέει ειρωνικά ο Γουίλιαμς, ανεμίζοντας έναν απελπιστικά άδειο εκλογικό κατάλογο: επί 550 εγγεγραμμένων εκλογέων, 162 έχουν μετακομίσει και μόλις δύο επέλεξαν να συμμετάσχουν στις ρεπουμπλικανικές προκριματικές. Αν βρίσκεται σήμερα εδώ, είναι «για την επιταγή των 100 δολαρίων» που το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα χορηγεί σε όσους επανδρώνουν τα εκλογικά τμήματα κατά την ημέρα των εκλογών. Διότι, όπως και ο Λιούις, αλλά και η Κεόντρα Ράνκιν, η συνοδός τους, ο Γουίλιαμς ψηφίζει Δημοκρατικούς…

Παρά την πληθώρα υποψηφίων, οι εκλογείς έχουν πάντοτε συγκεκριμένη αναφορικά με ένα συγκεκριμένο πόστο: εκείνο του σερίφη. Αφορά ένα σημαντικό πρόσωπο, γνώριμο στους πολίτες, το οποίο παρεμβαίνει συχνά στα τοπικά ΜΜΕ. Διοικεί την αστυνομική δύναμη της κομητείας και έτσι ασκεί στην καθημερινότητα το έργο που ονομάζεται «τήρηση της τάξης» (μπορεί να διεξάγει ανακρίσεις), ενώ επίσης αναλαμβάνει τη διεύθυνση των κρατητηρίων, όπου κυρίως φυλακίζονται οι συλληφθέντες εν αναμονή της δίκης τους. Ο Τσαρλς Λιούις και ο Μοντρέλ Γουίλιαμς βρίσκονται σε θέση να το γνωρίζουν καλά: φυλακίστηκαν για σύντομο χρονικό διάστημα (τρεις εβδομάδες ο πρώτος, δύο ημέρες ο δεύτερος) στο Ρέιμοντ, όπου βρίσκεται μία από τις εγκαταστάσεις κράτησης που διευθύνει ο σημερινός σερίφης, ο Δημοκρατικός Ταϊρόν Λιούις, Αφροαμερικανός, εκ νέου υποψήφιος για την ίδια θέση.

Στις ΗΠΑ, μια καταδίκη για κάποιο αδίκημα ή κακούργημα επιφέρει πολύ συχνά και την απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων (2). Σε ορισμένες πολιτείες, όπως το Κεντάκι και η Βιρτζίνια, η κύρωση αυτή μπορεί να είναι μέχρι και οριστική. Η απαγόρευση ψήφου αφορά στις μέρες μας το 7,7% των Αφροαμερικανών, γεγονός που οδήγησε την καθηγήτρια Δικαίου Μισέλ Αλεξάντερ να καταγγείλει τη δημιουργία ενός «νέου συστήματος Τζιμ Κρόου», αναφερόμενη στους νόμους που θέσπισαν τις φυλετικές διακρίσεις (3). Ο Τσαρλς Λιούις και ο Μοντρέλ Γουίλιαμς μπορούν να συμμετάσχουν στην ψηφοφορία, επειδή δεν κρίθηκαν ένοχοι παρά μόνο για μικροπαραπτώματα. Πολύ επικριτικοί απέναντι στον απερχόμενο υποψήφιο, που τους έβαλε πίσω από τα κάγκελα, ψήφισαν έναν σοβαρό αντίπαλό του: τον Βίκτορ Μέισον, ο οποίος κατά την προεκλογική εκστρατεία του άσκησε έντονη κριτική στην ολέθρια διαχείριση των δύο φυλακών της κομητείας.

Μεταξύ των κατοίκων του Χάιντς, ο σερίφης Λιούις απολαμβάνει τη δημοτικότητα του «δικού μας παιδιού»: ένας άνθρωπος απλός και συμπαθητικός, που όμως, όταν πρέπει, γίνεται σκληρός και αυστηρός. Μεγάλωσε στο Τζάκσον και σπούδασε Επικοινωνία στο τοπικό πανεπιστήμιο, πριν εισαχθεί στην αστυνομική σχολή της πόλης και γίνει αξιωματικός στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Όταν αποφάσισε να κατεβεί στις εκλογές για τη θέση του σερίφη, το 2011, η νίκη του στις προκριματικές των Δημοκρατικών έναντι του Μάλκολμ ΜακΜίλιν, που κατείχε τη θέση επί είκοσι χρόνια, απέκτησε μια ιστορική διάσταση: αφότου συστάθηκε, κατά τη δεκαετία του 1840, η κομητεία του Χάιντς ποτέ δεν είχε αποκτήσει μαύρο ή μειονοτικό σερίφη.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Λούσιους Ράιτ, συνταξιούχος στρατιωτικός που ασχολείται σήμερα με επιχειρήσεις, συμμετείχε τότε στην εκστρατεία του: «Εδώ, οι άνθρωποι που έχουν να κάνουν με το ποινικό σύστημα, οι κρατούμενοι, είναι κατά κανόνα Αφροαμερικανοί. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα δικαιώματά τους γίνονται σεβαστά, μας χρειαζόταν κάποιος με τον οποίο θα μπορούσαν να ταυτιστούν. Άρα ο Λιούις ήταν ο καλύτερος υποψήφιος».

 

Ιστοσελίδα με τα προφίλ των κρατουμένων

Αυτό το «μας» στο οποίο αναφέρεται ο Ράιτ αφορά τις ομάδες ακτιβιστών που υποστήριζαν τον προηγούμενο δήμαρχο του Τζάκσον, τον Τσόκουε Λουμούμπα, ο οποίος υπέκυψε σε καρδιακή προσβολή το 2014, στο ξεκίνημα της πρώτης θητείας του. Γεννημένος στο Ντιτρόιτ, το 1947, με το όνομα Έντουιν Φίνλεϋ Ταλιαφέρο, αποτέλεσε μια σημαντική προσωπικότητα του μαύρου εθνικισμού στις ΗΠΑ. Υιοθέτησε το επώνυμο Λουμούμπα κατά τη δεκαετία του 1960, ως φόρο τιμής στον Κογκολέζο ηγέτη που δολοφονήθηκε το 1961, και εγκαταστάθηκε στο Μισσισσιππή το 1971, με σκοπό να χτίσει μια ανεξάρτητη μαύρη δημοκρατία. Ως δήμαρχος του Τζάκσον, εκλεγμένος το 2013 χάρη στην υποστήριξη διάφορων οργανώσεων του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων, το μεγαλύτερό του επίτευγμα ήταν ότι κατάφερε να υπερψηφιστεί σε δημοψήφισμα η πρότασή του για αύξηση της φορολόγησης, μια διόλου ευκαταφρόνητη επιτυχία σε μια χώρα όπου ο αγώνας εναντίον των δημόσιων δαπανών και της φορολογίας αποτελεί κάτι σαν εθνικό δόγμα.

Παρά την υποστήριξη προσωπικοτήτων προερχόμενων από την πολιτική παράδοση του Τσόκουε Λουμούμπα, ο Ταϊρόν Λιούις δείχνει να μην νοιάζεται σχεδόν καθόλου για το φυλετικό ζήτημα ούτε και για τα δικαιώματα των κρατουμένων. «Δεν ήρθα για να γίνω ο πρώτος Αφροαμερικανός σερίφης, αλλά για να γίνω ο καλύτερος σερίφης που γνώρισε ποτέ η κομητεία του Χάιντς. Δεν πρόκειται για “φυλετικό” ζήτημα. Αυτό που έχει σημασία είναι να προσφέρουμε στους ανθρώπους την ποιότητα ζωής που τους αξίζει», μας δηλώνει. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του, δεν επιδιώκει τόσο να υπερασπίσει τα πεπραγμένα του όσο να φροντίσει τη δημόσια εικόνα του, ιδίως εφόσον τα κόμματα δεν επιβάλλουν στους υποψηφίους τους ένα ενιαίο πρόγραμμα σε εθνική ή ακόμη και σε πολιτειακή κλίμακα.

Έτσι, διασταυρωνόμαστε μαζί του σε μια ετήσια γιορτή, βολικά διοργανωμένη από την αστυνομία λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές. Δεν πρόκειται για προεκλογική συγκέντρωση, μας διαβεβαιώνει: «Γίνεται για την κοινότητα και μόνο, είναι κάτι που κάνουμε κάθε χρόνο, εναντίον του εγκλήματος, για την ασφάλεια, για την ανάπτυξη δεσμών μεταξύ της αστυνομίας και του πληθυσμού». Πέρα από τα συμβατικά λόγια, η βραδιά προσφέρει κυρίως φαγητό, ποτό, βιντεοπαιχνίδια και μουσική. Πριν από τη συναυλία, το κοινό μπορεί να ακούσει έναν πάστορα να εκφωνεί ένα παθιασμένο κήρυγμα: «Είναι υπέροχο που βρισκόμαστε εδώ για να υποστηρίξουμε τον σερίφη μας, τον Ταϊρόν Λιούις. Κύριε, εξ ονόματος του Ιησού, ενός ονόματος που βρίσκεται πάνω από όλα τα ονόματα, Κύριε, αυτό το βράδυ προσευχόμαστε στον Θεό για μια νίκη στις εκλογές, προσευχόμαστε για όλους τους αστυνομικούς του σερίφη. Είμαστε πολύ χαρούμενοι που βλέπουμε την εγκληματικότητα να υποχωρεί στην κομητεία του Χάιντς. Σε δοξάζουμε, Κύριε, για τον άνθρωπο που χρησιμοποιείς ως όργανο της βουλήσεώς Σου. Αμήν. Αμήν. Αμήν». Μετά από αυτή τη φλογερή εισαγωγή, ο ήρωας της βραδιάς, κοντός και γεροδεμένος, χωρίς σακάκι, ανεβαίνει στη σκηνή. Προτρέπει τους εκλογείς να συνεχίσουν «για τέσσερα ακόμη χρόνια» και κατόπιν δίνει συμβουλές για αυξημένη κατανάλωση υγρών, προκειμένου να προφυλαχθούν από τη ζέστη του Αυγούστου, που στον αμερικανικό Νότο φτάνει στα όρια του καύσωνα.

Η ιστορία δεν καταγράφει αν τούτη η «ήταν – δεν ήταν» προεκλογική εκδήλωση χρηματοδοτήθηκε από τα ταμεία του σερίφη ή από εκείνα του υποψηφίου. Ό,τι και να ισχύει, ο Ταϊρόν Λιούις διαθέτει τα μέσα για να κάνει προεκλογική εκστρατεία: οι δημόσιες εκθέσεις σχετικά με την πολιτική χρηματοδότηση δείχνουν ότι διαθέτει, και με μεγάλη διαφορά, τους σημαντικότερους πόρους. Συγκέντρωσε πάνω από 80.000 δολάρια, ενώ ο άμεσος αντίπαλός του Βίκτορ Μέισον δεν ανακοίνωσε παρά 20.000 από δωρεές έως την ημερομηνία των εκλογών. Όπως απαιτούν οι κανόνες διαφάνειας, οι εκθέσεις αναφέρουν τα ονόματα των δωρητών και το ύψος των συνεισφορών τους. Ανάμεσα στους βασικούς υποστηρικτές του σερίφη Λιούις βρίσκουμε μερικά από τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία της πόλης –εκ των οποίων κανένα δεν θέλησε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας.

Τα ποσά που συγκεντρώθηκαν επέτρεψαν στον υποψήφιο να χρηματοδοτήσει τα πολυάριθμα πλακάτ που βρίσκονται τοποθετημένα στις άκρες των δρόμων, αλλά και τα σποτάκια που παίζονται ασταμάτητα στα τοπικά ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα. Έτσι, ανάμεσα σε δύο διαφημίσεις για ασφάλειες ή αυτοκίνητα, οι τηλεθεατές μπορούν να δουν τον σερίφη Λιούις να ποζάρει ως καλός οικογενειάρχης, καθισμένος ανάμεσα στα παιδιά του. Ο γιος του, ηλικίας έξι ετών, τον διακόπτει και καλεί να τον υπερψηφίσουν, καθώς ο σερίφης ήταν «ζόρικος με τους εγκληματίες» («tough on crime»).

Πολύ συχνά, το συγκεκριμένο σλόγκαν συνοψίζει το πρόγραμμα του σερίφη και του εισαγγελέα σε κάθε κομητεία των ΗΠΑ. Η προσπάθεια να εκλεγεί κάποιος σε μία από αυτές τις θέσεις απαιτεί εκ μέρους του να καταδείξει ότι ο απερχόμενος κάτοχός της δεν εφάρμοσε όση καταστολή χρειαζόταν και άφησε την εγκληματικότητα να αυξηθεί. Οι υποψήφιοι υποβοηθούνται από τα τοπικά ΜΜΕ, τα οποία προβάλλουν σε υπερβολικό βαθμό τις σχετικές ειδήσεις: κάθε βράδυ, οι τηλεοράσεις μεταδίδουν εικόνες αγωνίας με οπλισμένους αστυνομικούς γύρω από κάποιον τόπο εγκλήματος, καθώς και τη φωτογραφία ενός υπόπτου τον οποίο καταδιώκουν τα όργανα της τάξης, κρατώντας συχνά επί πολλές ώρες ολόκληρη την κομητεία με κομμένη την ανάσα.

Από τη στιγμή που ο ύποπτος συλλαμβάνεται, οι πολίτες μπορούν να μπουν στην ιστοσελίδα του σερίφη, ώστε να επαληθεύσουν ότι όντως φυλακίστηκε. Όπως πολλοί συνάδελφοί του σε ολόκληρη τη χώρα, ο Ταϊρόν Λιούις προσφέρει μια υπηρεσία μέσω διαδικτύου, την οποία ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει για να δει το ποινικό μητρώο όλων των κρατουμένων στις φυλακές της κομητείας (4). Εκεί βρίσκουμε τη φωτογραφία, τα στοιχεία (ημερομηνία γέννησης, ανάστημα, βάρος, «φυλή»), τη διεύθυνση και την ημερομηνία σύλληψής τους, καθώς και τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται, μολονότι, εφόσον δεν έχουν ακόμη δικαστεί, είναι απλώς κατηγορούμενοι και άρα θεωρούνται κατά τεκμήριο αθώοι. Σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή φυλάκισης, οι κρατούμενοι μεταφέρονται σε κρατική φυλακή. Τότε, μπορούμε να μάθουμε πού βρίσκονται, αν επισκεφθούμε την ιστοσελίδα της Υπηρεσίας Σωφρονισμού του Μισσισσιππή. Τέλος, μετά την αποφυλάκισή τους, και για ορισμένες κατηγορίες εγκλημάτων και αδικημάτων, ιδίως σεξουαλικών, οι πολίτες μπορούν να μάθουν τον τόπο διαμονής τους.

Η ιστοσελίδα του σερίφη Λιούις λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο: ενημερώνεται από τη στιγμή που κάποιος συλλαμβάνεται και στη συνέχεια προφυλακίζεται (5). Στις ΗΠΑ, η απόφαση για προσωρινή κράτηση υπόκειται στη δικαιοδοσία του δικαστή «εγγύησης», ο οποίος επικυρώνει πως υπάρχει νόμιμη αιτία σύλληψης, αποφασίζει εάν θα επιτρέψει ή όχι το δικαίωμα σε αποφυλάκιση με εγγύηση και ορίζει το ύψος της. Η «ακρόαση» (συμπεριλαμβανομένων των αγορεύσεων του εισαγγελέα και του συνηγόρου υπεράσπισης και της παρουσίασης του σκεπτικού του δικαστή) πολύ συχνά διαρκούν λιγότερο από ένα λεπτό.

 

Δύο συντριπτικές εκθέσεις κατά του σερίφη Λιούις

Ο Ταϊρόν Λιούις έγινε αποδέκτης σφοδρών επικρίσεων από τους συνυποψηφίους του για την οικτρή διαχείριση των κέντρων κράτησης εκ μέρους του, η οποία αποκαλύφθηκε μέσα από δύο εκθέσεις λίγο πριν από την προεκλογική εκστρατεία. Τον Οκτώβριο του 2014, εξεταστική επιτροπή που επισκέφθηκε μία από τις εγκαταστάσεις παρατήρησε ότι «οι κρατούμενοι φαινόταν να ελέγχουν τη φυλακή εξαιτίας της έλλειψης δεσμοφυλάκων» και εκτιμούσε πως ο σερίφης Λιούις ήταν «ακατάλληλος» να τη διαχειριστεί και να προφυλάξει το κοινό από τους εγκλείστους εκεί (6). Πράγματι, κατά τη διάρκεια της θητείας του, πολλές ηχηρές αποδράσεις σημάδεψαν την κοινή γνώμη. Άλλωστε, ο Άντονι Π. Τόμας, ο τρίτος υποψήφιος στις προκριματικές των Δημοκρατικών, επίσης αστυνομικός καριέρας, εστίασε την προεκλογική εκστρατεία του σε αυτές ακριβώς τις αποδράσεις, οι οποίες, όπως λέει, «οδηγούν σε αύξηση των ασφαλίστρων που πληρώνει η κομητεία».

Τον Μάιο του 2015, ήταν πλέον ο ομοσπονδιακός υπουργός Δικαιοσύνης που, μετά από σχολαστική έρευνα, παρέδωσε στη δημοσιότητα μια πληρέστερη έκθεση για τις φυλακές της κομητείας (7). Τα συμπεράσματά της ήταν εξαιρετικά ανησυχητικά: πέρα από κλειδαριές, κάμερες και συναγερμούς που δεν λειτουργούν, η έκθεση κατά κύριο λόγο διαπιστώνει ότι η κομητεία δεν προστατεύει τους κρατούμενους από βιαιοπραγίες που διαπράττονται από δεσμοφύλακες ή από συγκρατουμένους τους. Έτσι, κατέγραψε πολλές περιπτώσεις μη εξουσιοδοτημένης χρήσης πιστολιού ηλεκτροπληξίας Τέιζερ (Taser) από τους φύλακες, καθώς και προφυλακίσεις οι οποίες συνεχίστηκαν πέραν της ημερομηνίας αποφυλάκισης που είχε οριστεί από το δικαστήριο. Ένας 13χρονος μαθητής –η έκθεση δεν διευκρινίζει τους λόγους κράτησής του– παρέμεινε φυλακισμένος για εβδομήντα ημέρες πέραν της ημερομηνίας που είχε προβλεφθεί για την απελευθέρωσή του. Στις εκατό υποθέσεις που εξετάστηκαν, οι ερευνητές πιστοποίησαν δώδεκα περιπτώσεις παράνομης κράτησης. «Το φαξ όπου λαμβάνουμε τα δικαστικά εντάλματα παθαίνει συχνά βλάβες ή του τελειώνει το χαρτί», ήταν η δικαιολογία από το γραφείο του σερίφη.

 

«Ζητήσαμε και πετύχαμε τη θανατική ποινή!»

Μπροστά σε αυτόν τον ολέθριο απολογισμό, δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι ο Ράιτ, παλαιότερα υποστηρικτής του Ταϊρόν Λιούις, φέτος αποφάσισε να κάνει προεκλογική εκστρατεία υπέρ του Μέισον, τις τεχνικές ικανότητες του οποίου υπογραμμίζει. Αστυνομικός επί τριάντα χρόνια, ο υποψήφιος σερίφης έχει επιπλέον παρακολουθήσει τα μαθήματα της ακαδημίας του FBI –ένα ατού με ιδιαίτερο κύρος, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του, ο Μέισον έδωσε ιδιαίτερο βάρος στις δύο εκθέσεις. Ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του μπροστά σε μια φυλακή, αφού πρώτα κατήγγειλε το «χάος» που έσπειρε ο απερχόμενος σερίφης και υπογράμμισε τους κινδύνους αποδράσεων. Και περιφέρει ακατάπαυστα αυτό το κήρυγμα περί ασφάλειας, κραδαίνοντας ως τρόπαιο την έκθεση του υπουργείου Δικαιοσύνης από τη μία εκκλησία στην άλλη, σε ανοιχτές συγκεντρώσεις, όταν πηγαίνει από πόρτα σε πόρτα, στο Facebook, στα τηλεοπτικά πλατό…

Στην καμπάνια του συμμετέχουν πολυάριθμοι εθελοντές. Μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές, τους ξανασυναντάμε στο στρατηγείο τους, ένα μεγάλο, ανοιχτόχρωμο και χωρίς χαρακτήρα υπόστεγο για αεροπλάνα, δίπλα σε ένα γκαράζ, πάνω σε έναν λοφίσκο στα δυτικά του Τζάκσον, που δεσπόζει σε ένα κουβάρι από αυτοκινητοδρόμους, ένα σημείο στο οποίο κανείς δεν ρισκάρει να έρθει με τα πόδια ή με ποδήλατο. Εκείνο το βράδυ, καμιά τριανταριά άτομα έχουν λάβει θέση κάτω από τα σημαιάκια με τα χρώματα των Ηνωμένων Πολιτειών και τις αφίσες με την εικόνα του Μέισον. Ένα πανό διακηρύσσει με περηφάνια: «Μόλις επτά ημέρες πριν από τη νίκη!». Η Κεΰσια Σάντερς, επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας, διευθύνει τη συνάντηση με ακατάπαυστη ζωτικότητα: μέσα σε είκοσι λεπτά, έκανε τον απολογισμό των πιο πρόσφατων συνεισφορών, κανόνισε το πρόγραμμα της εβδομάδας, κατένειμε ρόλους και υπενθύμισε τις γειτονιές όπου θα πρέπει να κάνουν καμπάνια από πόρτα σε πόρτα.

Η Σάντερς δεν επιθυμεί να επεκταθεί σχετικά με τους λόγους που την οδήγησαν να συμμετέχει έτσι στην προεκλογική εκστρατεία, εθελοντικά. Θα μάθουμε μόνο ότι ο σύντροφός της είναι αστυνομικός. Δεν θα πρέπει να οδηγηθούμε σε βιαστικά συμπεράσματα, όμως μια σύντομη έρευνα μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε πως τα επαγγελματικά συμφέροντα ή οι οικογενειακές σχέσεις συχνά μπαίνουν στο παιχνίδι της εκλογής του σερίφη. Από τη στιγμή που θα βρεθεί σε αυτό το πόστο, ένας νεοφερμένος πράγματι μπορεί να αποφασίσει να αλλάξει το προσωπικό της υπηρεσίας του. Σε μία από τις πολλές πολιτικές συναθροίσεις οργανωμένες από τις εκκλησίες (οι οποίες αποτελούν σημαντικούς χώρους δημόσιας συζήτησης στη συγκεκριμένη περιοχή των ΗΠΑ), που πάντοτε ξεκινούν με μια προσευχή του πάστορα με την οποία ζητάει από το ποίμνιό του να ευλογήσει τους υποψηφίους και τη δημοκρατία, είδαμε, λόγου χάρη, δύο σειρές στασίδια γεμάτα με φρόνιμα καθισμένους αστυνομικούς, που είχαν έρθει να χειροκροτήσουν τον λόγο του προϊσταμένου τους Ταϊρόν Λιούις.

Και οι εισαγγελείς εκλέγονται επίσης. Η Σοντέ Ουάσιγκτον παραδέχεται ξεκάθαρα τα κίνητρα της συμμετοχής της σε αυτή την άλλη προεκλογική εκστρατεία. Ηλικίας 36 ετών, είναι βοηθός εισαγγελέα από το 2010 και άρα δεν έχει υπηρετήσει παρά μόνο υπό την εποπτεία του Ρόμπερτ Σ. Σμιθ, εισαγγελέα της περιφέρειας από το 2008 και υποψήφιου για μια τρίτη θητεία. Δεν κρύβει τον θαυμασμό της για αυτόν τον «προσιτό και πολύ κοντά στους πολίτες» άντρα που, όπως λέει, ξέρει «πώς να βρίσκει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην τιμωρία και την επιείκεια». Περιγράφει το έργο του εισαγγελέα ως «αποστολή, κάπως παρόμοια με εκείνη ενός πάστορα» και δηλώνει «χαρούμενη» που δουλεύει με τον συγκεκριμένο. Προκύπτει λοιπόν πολύ φυσιολογικά το γεγονός ότι μοιράζει φυλλάδια στις εκκλησίες και ότι θα χτυπήσει πόρτες, μέσα στο κατακαλόκαιρο, προκειμένου να προτρέψει τους συμπολίτες της να επανεκλέξουν τον προϊστάμενό της. Επίσης, πιέζει την οικογένειά της να κάνει το ίδιο και να αναρτήσει προεκλογικά πλακάτ. Το διακύβευμα είναι πολύ σοβαρό: «Αν κερδίσει ο Στάνλεϋ Αλεξάντερ, χάνω τη δουλειά μου».

Αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας του Μισσισσιππή, ο Στάνλεϋ Αλεξάντερ είναι ο μόνος αντίπαλος του Ρόμπερτ Σ. Σμιθ στις προκριματικές και διεξάγει εναντίον του μια επιθετική προεκλογική εκστρατεία. «Μας κατηγορεί για χαλαρότητα στις ποινές. Είναι τεράστιο ψεύδος: ζητήσαμε και πετύχαμε τη θανατική ποινή!», διαμαρτύρεται η νεαρή βοηθός εισαγγελέα, αναφερόμενη στην υπόθεση του Τζέιμς Χάττο, που κρίθηκε ένοχος δολοφονίας και καταδικάστηκε σε θάνατο, το 2013. Πρόκειται για μια απόφαση που ο Σμιθ παρουσιάζει ως προϊόν της επίμονης δουλειάς του: «Πρέπει να πείσουμε ένα σώμα ενόρκων να φτάσει τόσο μακριά, να αποφασίσει να επιβάλει την ποινή του θανάτου σε κάποιον. Δεν είναι εύκολο έργο, επειδή πολλοί άνθρωποι έχουν συγκεκριμένες ηθικές πεποιθήσεις πάνω σε αυτό το ζήτημα».

Εκλεγμένος με την υποστήριξη των Δημοκρατικών, ο απερχόμενος εισαγγελέας δεν έπαψε να διατυμπανίζει την αυστηρότητά του κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Στις διαφημίσεις με τις οποίες πλημμύρισε τις τοπικές εφημερίδες, σε πρώτο πλάνο η φωτογραφία του και ένα απλό σύνθημα («Το αποτέλεσμα μιλάει από μόνο του») με φόντο μια φωτογραφική σύνθεση από καμιά τριανταριά πρόσωπα, για τα οποία πέτυχε τις πιο σκληρές ποινές. Ο Τζέιμς Χάττο, αυτή τη στιγμή στην πτέρυγα των μελλοθανάτων, πολύ λογικά φιγουράρει στην πρώτη θέση του καταλόγου θηραμάτων. Και, προκειμένου να κερδίσει πραγματικά την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, η καταχώριση καταλήγει με αυτές τις λέξεις: «Πάνω από 11.000 καταδίκες» –σε μια κομητεία με 245.000 κατοίκους.

Ο Αλεξάντερ ήταν που ξεκίνησε τον πόλεμο των αριθμών. Κατηγορεί τον Σμιθ ότι δεν προχώρησε σε δίκη παρά μόνο για καμιά εκατοστή υποθέσεις, ότι δεν απαίτησε αρκετά βαριές ποινές και ότι έχει υπερβολικά πολλές εκκρεμείς υποθέσεις, που δεν έχουν ακόμη εκδικαστεί. Ο λόγος του είναι καλά δοκιμασμένος: «Βαρέθηκα το έγκλημα!», λέει σε ένα προεκλογικό σποτ, όπου υπόσχεται πως θα ενισχύσει την καταστολή, αλλά και πως θα δώσει «μια δεύτερη ευκαιρία στους μη-βίαιους παραβάτες που συλλαμβάνονται για πρώτη φορά».

Η διαφορά ανάμεσα στον μικρό αριθμό ποινικών διώξεων στις οποίες προχώρησε η εισαγγελία υπό τον Σμιθ και στον μεγάλο αριθμό καταδικών αντανακλά τη γενικότερη λειτουργία της Δικαιοσύνης στις ΗΠΑ: η πλειονότητα των υποθέσεων καταλήγει σε συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και της υπεράσπισης όσον αφορά την παραδοχή της ενοχής και την ποινή που τη συνοδεύει. Βασισμένο σε μια ανισομερή διαπραγμάτευση, όπου ο εισαγγελέας διαθέτει πολύ σημαντικότερη ισχύ συγκριτικά με την υπεράσπιση (ιδιαίτερα όσον αφορά την πρόσβαση στην πληροφόρηση) (8), το σύστημα του «δηλώνω ένοχος για μικρότερη ποινή» έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην υπέρμετρη διόγκωση του αριθμού των κρατουμένων εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες. Και έχει οδηγήσει σε πολυάριθμες επικρίσεις.

 

Αναθεωρείται η λογική των μαζικών φυλακίσεων;

Άλλωστε, ο Μπαράκ Ομπάμα έχει εντάξει την αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος στο πρόγραμμα του τελευταίου χρόνου της θητείας του. Όντας ο πρώτος εν ενεργεία πρόεδρος που επισκέφθηκε ομοσπονδιακή φυλακή (τον Ιούλιο του 2015), κατήγγειλε ενώπιον της Πανεθνικής Ένωσης για την Προώθηση των Εγχρώμων (National Association for the Advancement of Colored People, NAACP), στις 14 του περασμένου Ιουλίου, τη «μακρά ιστορία ανισοτήτων του ποινικού συστήματος στην Αμερική», ένα σύστημα που, «σε υπερβολικά πολυάριθμες περιπτώσεις», καταλήγει να γίνεται «ένας αγωγός που ξεκινάει από τα μέτρια, υποχρηματοδοτούμενα σχολεία και εκβάλλει στις υπερπλήρεις φυλακές».

Σε επίπεδο πολιτειών, και στην ουσία για δημοσιονομικούς λόγους (9), νόμοι που διευκολύνουν την υπό όρους αποφυλάκιση έχουν αρχίσει να αμφισβητούν τις μαζικές φυλακίσεις –κάτι που ισχύει ιδιαιτέρως για την Πολιτεία του Μισσισσιππή (10). Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, μια πρόταση νόμου, που παρουσιάστηκε στη Γερουσία την 1η Οκτωβρίου 2015 με εισηγητές τόσο Δημοκρατικούς όσο και Ρεπουμπλικανούς, προσπαθεί να αντιστρέψει την τάση αυτή, μειώνοντας τις ελάχιστες προβλεπόμενες ποινές φυλάκισης και διευκολύνοντας την αποφυλάκιση κρατουμένων που έχουν καταδικαστεί σε πολύ μακροχρόνιες ποινές –συχνά για υποθέσεις ναρκωτικών.

Ωστόσο, τέτοιες εξελίξεις δεν έχουν ακόμη αγγίξει την κομητεία του Χάιντς, όπου οι δημόσιες συζητήσεις μεταξύ των υποψήφιων εισαγγελέων συχνά καταλήγουν σε μάχες αριθμών και επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες υποθέσεις που μόνο εκείνοι γνωρίζουν. Πριν γίνει εισαγγελέας, ο Σμιθ ήταν ποινικολόγος και συχνά υπερασπιζόταν εναγόμενους και κατηγορούμενους απέναντι στον Αλεξάντερ, ο οποίος ασκούσε το λειτούργημα του αναπληρωτή γενικού εισαγγελέα. Οι αναμνήσεις αυτές δίνουν την αφορμή για συχνά ανησυχητικούς διαλόγους: ο Σμιθ κατηγορεί τον αντίπαλό του πως κάποτε είχε προτείνει σε έναν πελάτη του μια υπερβολικά μικρή ποινή, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας τύπου «δηλώνω ένοχος για να ελαττωθεί η ποινή μου», κάτι που κατά τον Σμιθ αποδεικνύει τη χαλαρότητά του. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο Αλεξάντερ πρότεινε στον πελάτη του Σμιθ, κατηγορούμενο για δολοφονία, ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε ετών, την οποία προτίμησε να αποδεχθεί παρά να διακινδυνεύσει να καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη από τους ενόρκους, εάν προχωρούσε σε δίκη…

Τα επιχειρήματα αυτά προφανώς έπεισαν τους ψηφοφόρους: ο Σμιθ κέρδισε τις προκριματικές των Δημοκρατικών με 70% των ψήφων. Στις εκλογές του Νοεμβρίου 2015, δεν κατέβηκε κανένας Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος ως αντίπαλός του και έτσι διατήρησε τη θέση του για τρίτη συνεχή θητεία. Το βράδυ της 4ης Αυγούστου, γιόρτασε τη νίκη του σε γνωστό μπαρ του κέντρου του Τζάκσονβιλ τραγουδώντας –σχεδόν υποχρεωτικό στο Μισσισσιππή– ένα μπλουζ κομμάτι, περιτριγυρισμένος από συγγενείς, φίλους και συνεργάτες.

Η εκλογική βραδιά που οργανώθηκε από τον Μέισον στο αρχηγείο του συγκέντρωσε πολύ περισσότερο κόσμο: τους εκατοντάδες εθελοντές, στολισμένους με τα χρώματα της καμπάνιας του, αλλά και τα τοπικά ΜΜΕ, που ήρθαν να δουν αν ο διεκδικητής της θέσης θα τα κατάφερνε να επιβληθεί επί του αντιπάλου του. Έπρεπε να περιμένουν μέχρι αργά το βράδυ, ώσπου να βεβαιωθούν ότι η ήττα του σερίφη Λιούις είναι οριστική. Πρώτα ανακοινώνονται τα αποτελέσματα σε πολιτειακό επίπεδο. Αποσβολωμένο, το ακροατήριο μαθαίνει με αυτόν τον τρόπο ότι ο Ρόμπερτ Γκρέι, οδηγός νταλίκας, κέρδισε τις προκριματικές των Δημοκρατικών για τη θέση του κυβερνήτη του Μισσισσιππή απέναντι σε δύο πεπειραμένες γυναίκες πολιτικούς –και αυτό χωρίς καν να ψηφίσει ο ίδιος, επειδή δεν προλάβαινε, και χωρίς να κάνει καμία προεκλογική εκστρατεία. Αργότερα, οι συγκεντρωμένοι δεν κρύβουν τη χαρά τους μόλις ανακοινώνεται η νίκη του Μέισον. Συγκέντρωσε σχεδόν το 53% των ψήφων, έναντι 44% του απερχόμενου σερίφη και 3% του Τόμας.

Στη συνέχεια, ως επίσημος υποψήφιος του Δημοκρατικού κόμματος, ο Μέισον κατάφερε μια ευρεία νίκη στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου με 72% των ψήφων, έναντι 19% του δεύτερου, του ανεξάρτητου υποψηφίου (11) Λες Τάνεχιλ, και 9% της Ρεπουμπλικανής υποψήφιας Σάρλοτ Όσβαλντ. Έγινε λοιπόν ο δεύτερος μαύρος σερίφης στην ιστορία της κομητείας.

Κατά πάσα πιθανότητα, με αυτή την εκλογή δεν θα αλλάξουν και πολλά πράγματα. Μετά τον θάνατο του Μάικλ Μπράουν, αφροαμερικανού εφήβου που πυροβολήθηκε από λευκό αστυνομικό τον Αύγουστο του 2014 στο Φέργκιουσον του Μισσούρι, το ζήτημα της αστυνομικής και φυλετικής βίας βρίσκεται στην καρδιά του δημόσιου διαλόγου στις ΗΠΑ. Όμως, οι υποψήφιοι στην κομητεία του Χάιντς απέφυγαν επιμελώς το ζήτημα. Όχι εξαιτίας έλλειψης ενδιαφέροντος εκ μέρους των πολιτών: ο Τσαρλς Λιούις, ο Μοντρέλ Γουίλιαμς και η Κεόντρα Ράνκιν, λόγου χάρη, δεν σταματούν να μιλούν για τις ταπεινώσεις στις οποίες τους υποβάλλει η αστυνομία. Ένας «μαύρος στο τιμόνι» ενός αυτοκινήτου αποτελεί από μόνο του παράπτωμα για πολλούς αστυνομικούς, διαβεβαιώνουν και οι τρεις με μια φωνή. Ερωτηθείς σχετικά με το ζήτημα από τους δύο νεαρούς μαύρους παρουσιαστές ενός τοπικού τοκ-σόου, ο κ. Μέισον έδειξε πως δεν διαθέτει τίποτε από όσα χαρακτηρίζουν έναν μαχητικό αντιρατσιστή και όλα όσα χαρακτηρίζουν έναν αστυνομικό: «Αν οδηγείτε και σας ζητήσουν να σταματήσετε, κάνετέ το: κλείστε το ραδιόφωνο, σβήστε τη μηχανή. Κανονικά, ο αστυνομικός θα πλησιάσει ευγενικά προς το μέρος σας. Το χειρότερο που μπορείτε να κάνετε είναι να του πείτε: “Γιατί με σταματήσατε έτσι;”».

Πολύ συχνά όμως, ο αστυνομικός δεν είναι «κανονικά» ευγενικός και ο έλεγχος ξεφεύγει. Το κίνημα Black Lives Matter (Οι ζωές των μαύρων έχουν αξία) καταγγέλλει τις πολυάριθμες περιπτώσεις μη οπλισμένων μαύρων πολιτών που φονεύθηκαν από αστυνομικούς, οι οποίοι όμως στη συνέχεια πολύ σπάνια ενοχλούνται από τη Δικαιοσύνη. Ο εισαγγελέας του Σαιντ Λιούις –στη δικαιοδοσία του οποίου βρίσκεται το Φέργκιουσον– έγινε αποδέκτης έντονων επικρίσεων επειδή δεν άσκησε σωστά τη δίωξη στον αστυνομικό που σκότωσε τον Μάικλ Μπράουν, με αποτέλεσμα η υπόθεση να καταλήξει σε απαλλαγή. «Το Φέργκιουσον μάς διδάσκει ότι οι τοπικές εκλογές για τους εκπροσώπους των δυνάμεων της τάξης και της εισαγγελίας αποτελούν τις πλέον καθοριστικές επιλογές», παρατηρεί ο δημοσιογράφος Τζον Νίκολς, πριν υπογραμμίσει αυτήν «την ενοχλητική πολιτική αλήθεια»: «Ο εισαγγελέας του Σαιντ Λιούις είναι Δημοκρατικός» (12).

 

(1) Βλ. Serge Halimi et Loïc Wacquant, «Démocratie à l’américaine», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 2000.

(2) Βλ. Serge Halimi και Loïc Wacquant, «Quand l’Etat pénal exclut quatre millions d’électeurs», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 2000.

(3) Michelle Alexander, «The New Jim Crow: Mass Incarceration in the Age of Colorblindness», The New Press, Νέα Υόρκη, 2010.

(4) «Hinds County – Inmate Search», www.co.hinds.ms.us

(5) Βλ. Nick Pinto, «The bail trap», «The New York Times Magazine», 13 Αυγούστου 2015.

(6) «Jail», έκθεση της εξεταστικής επιτροπής, Περιφερειακό Εφετείο της Κομητείας του Χάιντς, 2 Οκτωβρίου 2015.

(7) «Investigation of the Hinds County adult detention center», υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, Διεύθυνση Πολιτικών Δικαιωμάτων, Ουάσιγκτον, 21 Μαΐου 2015.

(8) Βλ. τη σχετική κριτική του ομοσπονδιακού δικαστή Jed S. Rakoff, «Why innocent people plead guilty», The New York Review of Books, 20 Νοεμβρίου 2014.

(9) Hadar Aviram, «Cheap on Crime: Recession-Era Politics and the Transformation of American Punishment», University of California Press, Όκλαντ, 2015.

(10) «Justice reform in the Deep South», «The New York Times», Νέα Υόρκη, 18 Μαΐου 2015.

(11) Προκειμένου να είναι υποψήφιος για τη θέση του σερίφη, ένας «ανεξάρτητος» θα πρέπει να συγκεντρώσει πενήντα υπογραφές ψηφοφόρων. Η υποψηφιότητα για τη θέση του εισαγγελέα απαιτεί εκατό υπογραφές.

(12) John Nichols, «An inconvenient political truth: that St. Louis prosecutor is a Democrat», «The Nation», Νέα Υόρκη, 26 Νοεμβρίου 2014.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Δικηγόρος, ειδικός απεσταλμένος της «Monde diplomatique».