Συνωμοσιολογία: «Μουαμάρα», μια έμμονη ιδέα στον αραβικό κόσμο

Οι θεωρίες συνωμοσίας επιστρέφουν μαζικά και στον αραβικό κόσμο, επιτρέποντας στους πληθυσμούς και στους κυβερνώντες να αποφύγουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους για ορισμένα γεγονότα.

Νοέμβριος του 2012. Η ιδιωτική αιγυπτιακή εφημερίδα «Al-Masri Al-Youm» δημοσιεύει ένα άρθρο στο οποίο υποστηρίζει ότι η Τζίπι Λίβνι, πρώην υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, δήλωσε στις στήλες της βρετανικής εφημερίδας «The Times» ότι είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με διάφορες προσωπικότητες του αραβικού κόσμου όταν ήταν πράκτορας της Μοσάντ. Η ισραηλινή μυστική υπηρεσία υποτίθεται ότι χρησιμοποιούσε ερωτικά δολώματα επιδιώκοντας την «εμπλοκή των Αράβων πολιτικών σε σεξουαλικά σκάνδαλα και στον εκβιασμό τους για την απόσπαση απόρρητων πληροφοριών και πολιτικών παραχωρήσεων υπέρ του Ισραήλ» (1).

 

Όταν έσβησαν οι πανηγυρισμοί στην πλατεία Ταχρίρ, θέριεψαν οι θεωρίες συνωμοσίας ότι η αραβική άνοιξη ήταν σχεδιασμένη για την αύξηση της επιρροής του Ισραήλ (φωτ.: Flickr / Jonathan Rashad).

 

Η είδηση αναμεταδόθηκε αμέσως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και από διάφορα μέσα ενημέρωσης, κυρίως τηλεοπτικά, και προκάλεσε τεράστιο σάλο σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Από το Μαρόκο ώς το Ομάν και την Αίγυπτο, πολλοί αρθρογράφοι είδαν σε αυτήν την είδηση μια νέα απόδειξη της διαρκούς συνωμοσίας του εβραϊκού κράτους εναντίον των γειτόνων του. Η «Al-Masri Al-Youm» υπαναχώρησε πολύ γρήγορα και ζήτησε συγγνώμη από τους αναγνώστες της: η Τζίπι Λίβνι ουδέποτε έκανε παρόμοιες δηλώσεις, ούτε στους «The Times» ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο μέσο. Ένας πρώην δημοσιογράφος της εφημερίδας διαπιστώνει: «Ωστόσο, ήταν υπερβολικά αργά. Η πληροφορία είχε μεταδοθεί αστραπιαία. Όπως αποδείχθηκε, όλες οι διαψεύσεις μας δεν χρησίμευσαν σε τίποτε. Ακόμα και σήμερα, πολλά άτομα είναι πεπεισμένα ότι η Λίβνι είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με Άραβες ηγέτες, κυρίως Παλαιστίνιους, για να τους υποχρεώσει να της αποκαλύψουν απόρρητες πληροφορίες ή για να αποσπάσει διπλωματικά οφέλη για το Ισραήλ». Μια γρήγορη επαλήθευση επιβεβαιώνει τα λόγια του: ιστοσελίδες, φόρουμ, ακόμα και εφημερίδες συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν τον ψευδή ισχυρισμό, χωρίς να αναφέρουν τη διάψευση της «Al-Masri Al-Youm».

Όμως, ήδη από τον Νοέμβριο του 2012, ο Σαλμάν Μασαλά, Ισραηλινός Δρούζος (2) δημοσιογράφος και ποιητής, καταφέρθηκε με σφοδρότητα ενάντια στις μεγάλες πένες της δημοσιογραφίας που αφέθηκαν να παρασυρθούν από το περιβόητο άρθρο και δεν έχουν στη συνέχεια προβληματιστεί για τις αιτίες της ευπιστίας τους (3). Η ιδέα της συνωμοσίας είναι σε τόσο μεγάλο βαθμό πανταχού παρούσα στον αραβικό κόσμο, ώστε η έκκλησή του για επικράτηση της λογικής δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση. Βέβαια, τυχαίνει μερικές φορές η «μουαμάρα» –η συνωμοσία στα αραβικά– να φαντάζει ήδη εξαρχής αλλόκοτη και απίθανη και να κατατάσσεται συνεπώς αυτόματα στο πεδίο της παραδοξολογίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μοχάμεντ Αμπντέλ Φαντίλ Σούσα, ο οποίος το 2010 ήταν κυβερνήτης του νότιου τμήματος της Χερσονήσου του Σινά: αναφέρθηκε στην πιθανότητα να έχει απελευθερώσει η Μοσάντ καρχαρίες δολοφόνους στην Ερυθρά Θάλασσα για να επιτεθούν στους τουρίστες που πραγματοποιούν καταδύσεις στο θέρετρο Σαρμ-ελ-Σεΐχ, επιδιώκοντας να βλάψει τον αιγυπτιακό τουρισμό (4).

Οι θεωρίες συνωμοσίες επιδιώκουν επίσης να εξηγήσουν και τα γεγονότα μείζονος σημασίας. Τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να θεωρούνται από όλες τις κοινωνικές τάξεις ως μια άθλια μηχανορραφία στην οποία υποτίθεται ότι το Ισραήλ διαδραμάτισε κυρίαρχο ρόλο. Οι αραβικές εξεγέρσεις του 2011 και οι συνέπειές τους στην επιδείνωση της αστάθειας και του πολλαπλασιασμού των συγκρούσεων γίνονται και αυτές αντιληπτές με ερμηνευτικό κλειδί τις παρασκηνιακές ενέργειες των μεγάλων Δυτικών δυνάμεων. Όταν πέρασαν οι πρώτες στιγμές ευφορίας, κυρίως μετά τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Χόσνι Μουμπάρακ, οι συνωμοσιολογικές εξηγήσεις της κατάστασης εξαπλώθηκαν σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας. Στην Αλγερία, στο Μαρόκο ή στις μοναρχίες του Περσικού Κόλπου ακούει κανείς συχνά –ή και διαβάζει– ότι η CIA, η Μοσάντ και οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες παρακίνησαν τους αραβικούς λαούς να εξεγερθούν για να προκαλέσουν το χάος και για να αυξήσουν την επιρροή του Ισραήλ (5).

 

«Οι μυστικές υπηρεσίες επηρεάζουν την κοινή γνώμη διαδίδοντας φήμες»

Ο συγκεκριμένος τρόπος ανάγνωσης των γεγονότων ισχύει επίσης και στην περίπτωση της κατάστασης στη Συρία. Παρά τη βία που έχει εξαπολύσει εναντίον του λαού του, ο Μπασάρ αλ Άσαντ και το καθεστώς του παρουσιάζονται ως θύματα ενός έξυπνου σχεδίου που έχει εξυφάνει η Ουάσιγκτον για να εξασθενίσει τους αντιπάλους του εβραϊκού κράτους (6). Η Αίγυπτος του Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Σίσι δεν ξεφεύγει από τον ίδιο τύπο ανάλυσης. Παρ’ όλο που οι αρχές της χώρας έχουν μάλλον την τάση να αποφεύγουν να θίξουν το θέμα, οι πάσης φύσεως «κύκλοι» που «διαρρέουν» τις θέσεις της κυβέρνησης σε πολλές τηλεοπτικές εκπομπές, δεν παραλείπουν να δηλώνουν ότι οι γιγάντιες διαδηλώσεις του 2011 εναντίον του πρώην προέδρου Μουμπάρακ οφείλονταν σε συνωμοσία που εξύφαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ –μια άλλη εκδοχή προσθέτει και το Κατάρ στη λίστα των συνωμοτών– για να φέρουν στην εξουσία τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και να υπονομεύσουν το μεγαλείο της Αιγύπτου. Όπως παρατηρεί ένας Ιορδανός διπλωμάτης που υπηρετεί στη Γενεύη, «η θεωρία της συνωμοσίας στον αραβικό κόσμο σηματοδοτεί καταρχάς την κυριαρχία του ανορθολογισμού. Η δύναμή της είναι ότι υποστηρίζει τα πάντα και το αντίθετό τους, χωρίς να είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί, αφού τα λιγοστά λογικά της επιχειρήματα καταρρίπτονται αμέσως. Στη συνωμοσιολογία βυθίζεσαι σε ένα σύμπαν φαντασμαγορίας, στο οποίο η στοιχειώδης λογική δεν ισχύει πλέον».

Καθώς οι Άραβες πολιτικοί ηγέτες επιθυμούν να κρύψουν την ανεπάρκειά τους και να απαξιώσουν τους εχθρούς τους, φέρουν μεγάλη ευθύνη για την εξάπλωση και το ρίζωμα των θεωριών αυτού του είδους. Στο Μαρόκο, η γειτονική Αλγερία κατηγορείται για όλα τα δεινά της χώρας, λόγω της θέσης της στο ζήτημα της σύγκρουσης στη Δυτική Σαχάρα. Για παράδειγμα, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι εφημερίδες που πρόσκεινται στην εξουσία και στις υπηρεσίες ασφαλείας υποπτεύονταν ότι η Αλγερία ασκούσε πιέσεις στις μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες για να μην προβούν σε έρευνες για την ανακάλυψη πετρελαίου στο υπέδαφος του βασιλείου, γεγονός που υποτίθεται ότι εξηγεί και τον λόγο για τον οποίο το Μαρόκο εξακολουθεί να μην έχει προβεί σε εκμετάλλευση υδρογονανθράκων.

Στην Αλγερία, η συνωμοσιολογία αφορά συστηματικά σχεδόν πάντοτε τη Γαλλία, την πρώην αποικιοκρατική δύναμη η οποία υποτίθεται ότι εξακολουθεί να κινεί τα νήματα, κυρίως με το να ευνοεί τη μία ή την άλλη φατρία που βρίσκεται στην εξουσία. Πολλοί Αλγερινοί –ακόμα κι εκείνοι που γεννήθηκαν πολλές δεκαετίες μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας– πιστεύουν ότι το Δεύτερο Γραφείο (με αυτή την έκφραση υποδηλώνονταν την περίοδο 1871-1940 οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες) εξακολουθεί να αποφασίζει για την τύχη της χώρας τους. Η ιδέα ότι το Παρίσι ελέγχει τους ηγέτες της Αλγερίας συναντάται σε όλο το πολιτικό φάσμα: τόσο οι ισλαμιστές όσο και οι εθνικιστές του Μετώπου της Εθνικής Απελευθέρωσης (FLN) (7) δεν παύουν να καταγγέλλουν το «χιζμπ φράνσα», το «κόμμα της Γαλλίας».

Πέρα από τις εθνικές ιδιαιτερότητες, η επιτυχία των θεωριών συνωμοσίας εξηγείται από τον κυρίαρχο ρόλο που διαδραματίζουν στον αραβικό κόσμο οι «μουχαμπαράτ», οι μυστικές υπηρεσίες. Όπως εξηγεί ένας αναλυτής του Κέντρου Πολιτικών και Στρατηγικών Ερευνών της Al-Ahram του Καΐρου, «οι υπηρεσίες ασφαλείας επηρεάζουν την κοινή γνώμη με τη συνεχή διάδοση φημών. Οι φήμες εδραιώνουν έναν συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τον κόσμο και ενισχύουν οτιδήποτε συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης των συνωμοσιών. Πρόκειται για ένα μόνιμο φαινόμενο στον αραβικό κόσμο. Αυτή τη στιγμή, αρκεί να βάλεις κάποιους να πουν στα καφενεία και στο δρόμο ότι οι νεαροί δημοκράτες ακτιβιστές παίρνουν χρήματα από τους Δυτικούς. Αυτόματα, η φήμη ότι οι διεκδικήσεις τους εντάσσονται σε μια συνωμοσία εναντίον της εθνικής κυριαρχίας της Αιγύπτου θα γίνει πιστευτή».

Όπως ομολογεί ένας Αλγερινός ειδικός των μυστικών υπηρεσιών, οι φήμες αποτελούσαν ανέκαθεν «ασκήσεις» που οργάνωνε η Στρατιωτική Ασφάλεια για να δοκιμάσει την ευπιστία των μαζών και για να ενισχύσει την ιδέα ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αντιαλγερινές απειλές. Από την πλευρά του, ο Αλγερινός κοινωνιολόγος Νασέρ Ζαμπί ομολογεί ότι «όσο περνάει ο καιρός, τόσο μένω εμβρόντητος και θλίβομαι διαπιστώνοντας πόσο πολύ έχουν ριζώσει στη χώρα οι θεωρίες συνωμοσίας και πόσο μεγάλη επιτυχία έχουν». Θεωρεί ότι αυτό οφείλεται στην τάση ορισμένων συμπολιτών του να αναζητούν λιγότερο ή περισσότερο ορθολογικές εξηγήσεις για ένα γεγονός το οποίο είναι πραγματικά ασυγχώρητο: «Πραγματοποιείται μια τρομοκρατική επίθεση, την σχετικοποιούν, αναζητούν παρελκυστικές εξηγήσεις, βρίσκουν δικαιολογίες για τη μία ή την άλλη πράξη βίας». Για τον πανεπιστημιακό, ο οποίος θεωρεί επίσης εξαιρετικά λυπηρό γεγονός την αστάθεια της κοινής γνώμης απέναντι στους έκπτωτους Άραβες ηγέτες, οι οποίοι ξαφνικά μετατρέπονται σε ευεργέτες που νοσταλγεί ο κόσμος, η τάση για συνωμοσιολογία εξηγείται από την «ανυπαρξία ή την εγκατάλειψη της συνειδητοποίησης του γεγονότος ότι το άτομο οφείλει να φέρεται ως ενεργός πολίτης, από την άρνηση συμμετοχής σε ένα διάλογο όπου καθένας οφείλει να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, καθώς και από την άρνηση αναγνώρισης των δικών του ευθυνών. Αυτός που φταίει είναι πάντα ο άλλος». Πόσο μάλλον που από την ιστορία του αραβομουσουλμανικού κόσμου δεν λείπουν και οι πραγματικές συνωμοσίες, όπως η «επιχείρηση Σουζάνα» (8).

Σ’ έναν αραβικό κόσμο ο οποίος δυσκολεύεται να αναδειχθεί ως σημαντικός παράγοντας στη διεθνή σκηνή, η θεωρία της συνωμοσίας επιτρέπει να επιρρίπτεται η ευθύνη για τα σφάλματά του σε τρίτους –κυρίως σε Δυτικούς– και να αποφεύγεται η αυτοκριτική, την οποία δεν επιθυμούν τα αραβικά καθεστώτα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι εξηγήσεις για την εμφάνιση της Οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους. Κατά τη γνώμη του Αμέρ Μουράντ, νεαρού Ιρακινού εκπαιδευτικού, «είναι απείρως ευκολότερο να λες ότι δημιουργήθηκε από τους ιμπεριαλιστές απ’ ό,τι να προβληματίζεσαι για τους δικούς μας δαίμονες. Με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγουμε να αναρωτηθούμε για τον φανατισμό μας και για τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στο όνομα της θρησκείας».

Η ευκολία με την οποία διεισδύουν στον αραβικό κόσμο οι θεωρίες της συνωμοσίας θα μπορούσε επίσης να οφείλεται και στις απαρχές του Ισλάμ. Ο Μοχάμεντ Ούρια, υποψήφιος διδάκτωρ στο καναδικό Πανεπιστήμιο του Σέρμπρουκ, υπογραμμίζει ότι ο μουσουλμανικός κόσμος είναι διαποτισμένος από την ιδέα ότι «οι Εβραίοι (της Μεδίνας) συνωμότησαν εναντίον του Μωάμεθ» και κινητοποιήθηκαν για να εμποδίσουν την άνθηση του Ισλάμ (9). Αντί να θεωρούνται μια απλή περιπέτεια των πρώτων χρόνων του Ισλάμ, οι δύσκολες –και μερικές φορές βίαιες– σχέσεις ανάμεσα στους πρώτους πιστούς και στις εβραϊκές φυλές της Αραβίας εξακολουθούν να συζητούνται και να σχολιάζονται διαρκώς, αποτελώντας αντικείμενο ενός πλήθους γραπτών κειμένων και απλουστευτικών γενικεύσεων. Το αποτέλεσμα είναι να παραγνωρίζεται σήμερα το γεγονός της συνύπαρξης των δύο λαών, η οποία υπήρξε συχνά πολύ πιο ειρηνική απ’ ό,τι στη Δύση. Για τον Ούρια, η ιστορική αυτή εμμονή μεταφράζεται με την τάση να εξηγείται κάθε γεγονός μείζονος σημασίας με μια συνωμοσία, η οποία εντάσσεται σε μια μακρά σειρά επιθέσεων εναντίον του Ισλάμ.

Ο ίδιος πανεπιστημιακός υπογραμμίζει το γεγονός ότι ανέκαθεν οι μουσουλμάνοι θεολόγοι έδιναν ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο που έπαιξε το 656 κάποιος Αμπνταλά Ιμπν Σαμπά, Εβραίος ο οποίος είχε προσηλυτιστεί στο Ισλάμ, σε μια συνωμοσία εναντίον της εξουσίας του Ορθμάν, του τρίτου χαλίφη που διαδέχτηκε τον Μωάμεθ. Η συγκεκριμένη συνωμοσία (την οποία αρνούνται οι σιίτες) οδήγησε στη «φίτνα» –τη «μεγάλη διχόνοια» – της οποίας οι πολιτικές και ιδεολογικές συνέπειες εξακολουθούν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του μουσουλμανικού κόσμου. Γι’ αυτόν τον λόγο, στη Σαουδική Αραβία αλλά και σε άλλες χώρες όπου κυριαρχούν οι σουνίτες, οι ιεροκήρυκες υποστηρίζουν συχνά και με μεγάλη σφοδρότητα ότι η γέννηση του σιιτισμού –του δεύτερου κλάδου του Ισλάμ, ο οποίος προέκυψε από τις διαμάχες για τη διαδοχή του προφήτη– οφείλεται σε μια «εβραϊκή συνωμοσία».

Οδηγούμαστε έτσι στο συμπέρασμα ότι οποιοδήποτε εγχείρημα αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση της απήχησης των συνωμοσιολογικών θεωριών στον αραβικό κόσμο προϋποθέτει μια ψύχραιμη και ορθολογική νέα ανάγνωση της ιστορίας του μουσουλμανικού κόσμου και του Ισλάμ.

 

  1. Το άρθρο, το οποίο δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της 2ης Νοεμβρίου του 2012 και στην έντυπη έκδοση της επόμενης ημέρας, αποσύρθηκε στη συνέχεια από την ιστοσελίδα της εφημερίδας.
  2. (Σ.τ.Μ.) Οι Δρούζοι είναι λαός της Μέσης Ανατολής που ζει ως μειονότητα στο Ισραήλ, στη Συρία και στον Λίβανο. Ο αρχαίος αυτός λαός έχει ασπαστεί τη σιιτική αίρεση των Ισμαηλιτών.
  3. Salman Masalha, «Γιατί οι Άραβες προτιμάνε το ψέμα από την αλήθεια;» (στην αραβική γλώσσα) Elaph.com, 26 Νοεμβρίου 2012.
  4. Yolande Knell, «Shark attacks not linked to Mossad says Israel», BBC News, Λονδίνο, 7 Δεκεμβρίου 2010. – (Σ.τ.Μ.) Εκείνη την εποχή, καρχαρίες είχαν επιτεθεί σε τουρίστες του πολύπαθου θέρετρου, το οποίο μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται από τα αιματηρά τρομοκρατικά χτυπήματα.
  5. «Le document secret qui prouve que le “printemps arabe” a été provoqué par les Etats-Unis», Algeriepatriotique.com, 13 Ιουνίου 2014.
  6. «En Syrie, c’est une guerre impérialo-sioniste qui vise l’islam et la chrétienté», Tunisie-secret.com, 22 Ιουνίου 2013.
  7. (Σ.τ.Μ.) Το FLN υπήρξε η οργάνωση που σήκωσε το βάρος του απελευθερωτικού αγώνα για την εκδίωξη των Γάλλων αποικιοκρατών. Ωστόσο, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της χώρας, εγκαθίδρυσε μονοκομματικό και αυταρχικό καθεστώς, με νεποτισμό, ευνοιοκρατία και γεροντοκρατία, το οποίο κατασπαταλά τον τεράστιο πλούτο της χώρας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
  8. Τον Ιούλιο του 1954, οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες οργάνωσαν σειρά βομβιστικών επιθέσεων ενάντια σε βρετανικά και αμερικανικά κτήρια της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου, για να ενοχοποιήσουν τους Αιγύπτιους εθνικιστές.
  9. Mohamed Ourya, «Le complot dans l’imaginaire arabo-musulman», πτυχιακή εργασία πολιτικών επιστημών, Πανεπιστήμιο του Κεμπέκ στο Μόντρεαλ (UQAM), Φεβρουάριος 2008.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Συντάκτης της «Le Monde diplomatique».