Από τον Ομπάμα ώς τον Τραμπ, ο επεμβατισμός δεν είναι πια της μόδας

Ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2016 θα είναι πιθανότατα λιγότερο επιρρεπής σε στρατιωτικές επεμβάσεις από τον Δημοκρατικό αντίπαλό του –μια κατάσταση χωρίς προηγούμενο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πειρασμός της αναδίπλωσης, που στοιχειώνει την εξωτερική πολιτική του Μπαράκ Ομπάμα από το 2009, επεκτείνεται πλέον και στα δύο μεγάλα κόμματα.

«Αδύναμος», «σε σύγχυση», «αναποφάσιστος», «χωρίς συνοχή», «χωρίς όραμα», «άπειρος»: επί οκτώ χρόνια οι Ρεπουμπλικάνοι δεν έβρισκαν λέξεις επαρκώς σκληρές για να χαρακτηρίσουν τον Μπαράκ Ομπάμα και την εξωτερική πολιτική του. Ο πρόεδρος είχε υποσκάψει το μεγαλείο και την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών, αρνούμενος να προσφύγει συχνότερα στη χρήση βίας.

 

 

Αν και δεν παραλείπουν να υπογραμμίσουν σε ποιο βαθμό ο Ομπάμα ταπείνωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι δύο βασικοί υποψήφιοι στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικάνων περιόρισαν σε σημαντικό βαθμό έναν τέτοιο ακραίο λόγο. Τον Δεκέμβριο του 2015, ο Τεντ Κρουζ επέκρινε «τους νεοσυντηρητικούς που θέλουν να καταλάβουμε όλες τις χώρες του πλανήτη και να στείλουμε τα παιδιά μας να πεθάνουν στη Μέση Ανατολή» (1). Τον ίδιο μήνα, σε μια ομιλία του ενώπιον του εξαιρετικά συντηρητικού Heritage Foundation, υπογράμμισε τις ανεπιθύμητες επιπτώσεις των αμερικανικών επεμβάσεων, με σημείο αναφοράς το παράδειγμα της Λιβύης, και προσέθεσε: «Δεν υπάρχει στρατόπεδο που να μπορούμε να υποστηρίξουμε στον συριακό εμφύλιο πόλεμο». Μια δήλωση που, κατά κάποιο τρόπο, συμβάδιζε με μια φράση του Μπαράκ Ομπάμα: στις 10 Σεπτεμβρίου του 2013, ο πρόεδρος είχε εκτιμήσει ότι η σύγκρουση στη Συρία ήταν ένας «εμφύλιος πόλεμος κάποιων άλλων».

Ούτε κι ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί να εμπλακεί σε μια εκστρατεία στη Μέση Ανατολή. «Ξοδεύουμε τρισεκατομμύρια δολάρια, τη στιγμή που η υποδομή της χώρας μας αποσυντίθεται», σχολίασε επικριτικά στις 3 Μαρτίου. Και σε αυτή την περίπτωση θα νόμιζε κανείς ότι ακούει τον σημερινό ένοικο του Λευκού Οίκου: «Στην τελευταία δεκαετία, ο πόλεμος μας κόστισε ένα τρισεκατομμύριο δολάρια, σε μια στιγμή που εκτινασσόταν στα ύψη το χρέος μας, σε οικονομικά δύσκολους καιρούς (…) Είναι καιρός να συγκεντρωθούμε στην οικοδόμηση του έθνους μας», εκτιμούσε ο Ομπάμα το 2011, ενώ υποσχόταν την επικείμενη επιστροφή των στρατιωτών που ήταν ακόμα στο Αφγανιστάν.

 

«Να πάει να κοιταχτεί»

Από την πλευρά των Δημοκρατικών, συνέβη συχνά υποψήφιοι ενάντιοι στις στρατιωτικές επεμβάσεις να έχουν σοβαρές πιθανότητες νίκης στην προκριματική εκλογή. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις του αντιτιθέμενου στον πόλεμο του Βιετνάμ Τζορτζ ΜακΓκόβερν το 1972 και του μαύρου ιερέα Τζέσε Τζάκσον, το 1984 και το 1988, ο οποίος είχε καταγγείλει τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ για να ανατρέψουν τη νικαραγουανή κυβέρνηση –ή ακόμα και του Ομπάμα, το 2008, ο οποίος είχε αντιταχθεί στον πόλεμο στο Ιράκ. Αντίθετα, πρέπει να ανατρέξουμε στο 1952 και στην υποψηφιότητα του Ρόμπερτ Ταφτ για να βρούμε έναν Ρεπουμπλικάνο αντιτιθέμενο στις στρατιωτικές επεμβάσεις και με πιθανότητες να κερδίσει το χρίσμα του κόμματός του. Ο γερουσιαστής του Οχάιο αντιτίθετο στο Σχέδιο Μάρσαλ και στο ΝΑΤΟ, επειδή τα θεωρούσε αναποτελεσματικά και με υπερβολικό κόστος, και εκτιμούσε ότι η Αμερική πρέπει να προσφεύγει στη βία μόνο αν «η ελευθερία του λαού της» απειλείται άμεσα. Έχασε, αν και με μικρή διαφορά, από τον Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Έκτοτε, το κλειδί της επιτυχίας στις προκριματικές εκλογές του Ρεπουμπλικανικού κόμματος ήταν η επιβεβαίωση του πεπρωμένου των Ηνωμένων Πολιτειών να οδηγήσουν τον κόσμο. Αυτό ήταν το κεντρικό θέμα του προγράμματος εξωτερικής πολιτικής του Τζον Μακαίην, το 2008 και του Γουίλαρντ Μιτ Ρόμνι, το 2012. Η τωρινή αλλαγή πλεύσης στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού κόμματος προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι επί οκτώ χρόνια το συντηρητικό στρατόπεδο εξοργιζόταν με την «αδυναμία» του Ομπάμα, με το πρόσχημα ότι μερικές φορές δίσταζε να βομβαρδίσει άλλες χώρες.

Η αλλαγή τάσης γίνεται καλύτερα αντιληπτή αν αναλυθεί η γενική εξέλιξη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από το 2009 και μετά. Στη διάρκεια των δύο θητειών του στο Λευκό Οίκο, ο πρώην γερουσιαστής του Ιλινόις κατηγορήθηκε ότι ασκούσε πολιτική η οποία δεν ακολουθούσε κάποιο δόγμα. Αντίθετα από τον Χάρυ Τρούμαν («δημιουργία αναχώματος» στη σοβιετική επέκταση), τον Ντουάιτ Αϊζενχάουερ («απώθηση» του κομμουνισμού), τον Ρίτσαρντ Νίξον («χαλάρωση» με πυγμή), τον Ρόναλντ Ρήγκαν (σύγκρουση με τη σοβιετική «αυτοκρατορία του κακού») ή ακόμα και τον Τζορτζ Μπους τον νεώτερο («πόλεμος κατά της τρομοκρατίας»), δεν θα αφήσει πίσω του ένα δόγμα που θα φέρει το όνομά του, αλλά μια σειρά επιλογών, μερικές φορές αντικρουόμενων. Συνάπτει το 2011 συμμαχία προκειμένου να ανατρέψει το Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη και στη συνέχεια αδιαφορεί για τη χώρα. Επιδίδεται ασύστολα σε βομβαρδισμούς με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, οι οποίοι είναι εντελώς παράνομοι (σύμφωνα με το διεθνές και το αμερικανικό δίκαιο), αλλά δεσμεύεται σε μια πολυμερή διπλωματική προσπάθεια για την υπογραφή συμφωνίας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και επιδεικνύει την τόλμη του όταν αποφασίζει την αποκατάσταση των σχέσεων με την Κούβα.

Ο πρόεδρος πρέπει να χαράζει πορεία ανάμεσα σε δυνάμεις που προσπαθούν να επηρεάσουν τη διπλωματία του. Την κοινή γνώμη, που είναι ικανή να μεταπηδήσει από τον απομονωτισμό στον επεμβατισμό, λόγω μιας τρομοκρατικής ενέργειας ή του αποκεφαλισμού ενός Αμερικανού δημοσιογράφου. Τα μέλη του Κογκρέσου από το αντίπαλο κόμμα, έτοιμα κάθε στιγμή να τον κατηγορήσουν για αδυναμία. Τους συμβούλους του, τους υπουργούς και τους συνεργάτες του. Τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι προσδοκούν από την Ουάσιγκτον να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Τους αντιπάλους, που παραμονεύουν για το παραμικρό λάθος προκειμένου να προωθήσουν τα πιόνια τους. Κάποιοι πρόεδροι έπαιρναν τις αποφάσεις τους σε στενή συνεργασία με τον υπουργό Εξωτερικών τους. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις του Τρούμαν και του Ντην Άτσεσον, του Αϊζενχάουερ και του Τζον Φόστερ Ντάλλες, του Ρήγκαν και του Τζορτζ Π. Σουλτς. Άλλοι εμπιστεύονταν τον σύμβουλό τους σε θέματα εθνικής ασφαλείας, όπως ο Νίξον τον Χένρι Κίσσινγκερ, ο Κάρτερ τον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκυ. Ο Ομπάμα, αντιθέτως, αποφασίζει είτε μόνος του είτε μαζί με τους προσωπικούς συνεργάτες του: τον Μπέντζαμιν Ρόουντς, τον Ντένις ΜακΝτόνα, τον Μαρκ Λίππερτ. Οι άνθρωποι αυτοί, κάτω των 50 ετών, δεν απέκτησαν την εμπειρία τους στον Ψυχρό Πόλεμο αλλά στη μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 περίοδο και ανήκουν στο αντιεπεμβατικό ρεύμα (2).

Ο σημερινός πρόεδρος είναι γεγονός ότι όρισε ανθρώπους με μεγαλύτερη εμπειρία στις θέσεις-κλειδιά της διπλωματίας και της άμυνας: ο Ρόμπερτ Γκέιτς, ο Λίον Πανέττα και ο Τσακ Χάγκελ στο υπουργείο Άμυνας, η Χίλαρι Κλίντον και ο Τζον Κέρρυ στο υπουργείο Εξωτερικών κ.λπ. Η γνώμη τους κάποιες φορές βάρυνε, όπως το 2009, όταν η Κλίντον έπεισε τον Ομπάμα να υποστηρίξει το πραξικόπημα κατά του Μανουέλ Σελάγια στην Ονδούρα. Αλλά σε στιγμές κρίσης δεν εισακούστηκαν πάντα. «Ο Λευκός Οίκος είναι μακράν ο πιο συγκεντρωτικός και ο πιο αυταρχικός σε θέματα εθνικής ασφάλειας από την εποχή του Ρίτσαρντ Νίξον και του Χένρι Κίσσινγκερ», επισημαίνει ο Γκέιτς στις «Αναμνήσεις» του (3).

Οι πρώτες διαφωνίες ανάμεσα στον Ομπάμα και στον περίγυρό του εμφανίζονται το Σεπτέμβριο του 2009, σχετικά με το Αφγανιστάν. Ενώ ο πρόεδρος έχει υποσχεθεί να βάλει τέλος στον πόλεμο, ο στρατηγός Στάνλεϊ Μακρύσταλ, επικεφαλής των επιχειρήσεων, του αντιτείνει ότι η νίκη απαιτεί αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και εκτιμά τις ανάγκες αυτές σε σαράντα χιλιάδες στρατιωτικούς. Επί τρεις μήνες, στη μια συνάντηση μετά την άλλη, ο διευθυντής της CIA, ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας και ο διευθυντής πληροφοριών εθνικής ασφαλείας προσπαθούν να πείσουν τον Ομπάμα να ικανοποιήσει το αίτημα. «Δεν συνάδει με το εθνικό συμφέρον», επαναλαμβάνει ακατάπαυστα ο πρόεδρος, ο οποίος δεν θέλει «να ξοδέψει ένα τρισεκατομμύριο δολάρια» ούτε να εμπλακεί «σε μια προσπάθεια μακράς διαρκείας ανασυγκρότησης της χώρας» (4). Αρνούμενος να διαλέξει μεταξύ της στρατιωτικής απόσυρσης και της απεριόριστης διάρκειας στρατιωτική εμπλοκή που ζητούσε ο στρατηγός Μακρύσταλ, επιλέγει μια συμβιβαστική λύση: την εμπλοκή τριάντα χιλιάδων στρατιωτικών για μια περίοδο δεκαοκτώ μηνών. «Η Αμερική πρέπει να δείξει τη δύναμή της με τρόπο που να θέτει τέλος σε πολέμους και να αποτρέπει συγκρούσεις», δηλώνει τον Δεκέμβρη του 2009 για να δικαιολογήσει την επιλογή του. Η πλειονότητα των ειδικών σε στρατιωτικά θέματα αξιολόγησαν αυτή τη μεσοβέζικη λύση ως ιδιαίτερα αναποτελεσματική, καθώς έστελνε στους Ταλιμπάν το μήνυμα να περιμένουν να περάσει η καταιγίδα.

Ένα παρόμοιο σενάριο εξελίσσεται το 2011, στην αρχή της «αραβικής άνοιξης». Έπρεπε μήπως να επέμβουν οι ΗΠΑ στρατιωτικά για να προκαλέσουν την ανατροπή του Καντάφι, με το πρόσχημα ότι απειλούσε με σφαγή τους εξεγερμένους της Βεγγάζης; Αυτή τη φορά, με εξαίρεση την Κλίντον, το περιβάλλον του Ομπάμα είναι πιο επιφυλακτικό. Ο Γκέιτς μάλιστα διατυπώνει δημόσια την άποψη ότι όποιος προκρίνει μια νέα στρατιωτική επέμβαση στη Μέση Ανατολή πρέπει «να πάει να κοιταχτεί» (5). Όμως οι πιέσεις προέρχονται από τα ΜΜΕ, από το εξωτερικό –ιδίως από τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που είναι χώρες αποφασισμένες για πόλεμο– και από το Κογκρέσο, όπου ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Κέρρυ και ο Ρεπουμπλικάνος Μακαίην ζητούν από κοινού τη δημιουργία ζώνης απαγόρευσης πτήσεων. Και πάλι ο πρόεδρος επέλεξε μια «κεντρώα» στάση. Αποδέχτηκε την επέμβαση, αλλά στο πλαίσιο μιας ευρείας συμμαχίας, με εντολή των Ηνωμένων Εθνών –η οποία προβλέπει μονάχα τη δημιουργία ζώνης απαγόρευσης πτήσεων και η οποία γρήγορα θα ξεπεραστεί– και χωρίς να γίνουν επιχειρήσεις.

Μπορούμε να μιλήσουμε άραγε για ένα «δόγμα Ομπάμα»; Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν να «ηγούνται εκ των μετόπισθεν» (lead from behind) για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους χωρίς να εκτίθενται πολύ: προτάσσοντας τους βομβαρδισμούς με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, με την επιλεκτική χρήση ειδικών δυνάμεων ή αφήνοντας άλλους να επεμβαίνουν για λογαριασμό τους. «Ηγεσία εκ των μετόπισθεν δεν είναι ηγεσία. Είναι παραίτηση», ωρύεται ο νεοσυντηρητικός δημοσιογράφος Τσαρλς Κραουτχάμμερ στη «Washington Post» (6). Ο πόλεμος στη Συρία κατέδειξε ότι δεν πρόκειται για δόγμα του Αμερικανού προέδρου αλλά, όπως και στην περίπτωση του Αφγανιστάν, για μια περιστασιακή επιλογή. Ο Ομπάμα προσπάθησε να ικανοποιήσει και τους υποστηρικτές και τους αντιτιθέμενους στην επίδειξη ισχύος, χωρίς να αφήσει κανέναν ευχαριστημένο.

 

Επτά χώρες βομβαρδίστηκαν από το 2009

Το προηγούμενο της Λιβύης ενίσχυσε τις ενστάσεις του προέδρου στις στρατιωτικές επεμβάσεις. Επί δύο χρόνια, μεταξύ 2011 και 2013, πολλαπλασιάζει τις φραστικές καταδίκες, ζητάει την παραίτηση του Μπασάρ Αλ Άσσαντ, διακηρύσσει την υποστήριξή του προς τους αντάρτες, αλλά ούτε στιγμή δεν εξετάζει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει τον στρατό του. Η Συρία δεν είναι Λιβύη, ένα κράτος χωρίς πραγματικούς συμμάχους. Η κατάσταση αλλάζει τον Αύγουστο του 2013, όταν ο Μπασάρ Αλ Άσαντ κατηγορείται για χρήση χημικών όπλων στα προάστια της Δαμασκού, παραβιάζοντας την κόκκινη γραμμή την οποία ο ίδιος ο Ομπάμα είχε χαράξει έναν χρόνο πριν. Μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να παραμένουν αδρανείς όταν διακυβεύεται η αξιοπιστία τους; Στο Λευκό Οίκο διαγράφεται μια συναίνεση για την ανάγκη να «τιμωρηθεί» ο Αλ Άσσαντ. «Τα μεγάλα έθνη δεν μπλοφάρουν», προειδοποιεί ο αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν, συνήθως ελάχιστα επιρρεπής σε στρατιωτικές επεμβάσεις (7). Ο Ομπάμα δείχνει εξ ίσου πεπεισμένος και ζητάει μάλιστα από το Πεντάγωνο να προτείνει στόχους βομβαρδισμών.

Όμως την τελευταία στιγμή, μετά από μια συζήτηση με τον ΜακΝτόνα, τον πλέον αντιτιθέμενο στις στρατιωτικές επεμβάσεις σύμβουλό του, ο πρόεδρος άλλαξε ριζικά άποψη και ζήτησε από την ομάδα του να του δώσει μια διέξοδο. Αυτή η απόφασή του προκάλεσε βροχή επικρίσεων στη Γαλλία, τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου. Κόστισε στον Ομπάμα τις επικρίσεις για «δειλία» από τους Ρεπουμπλικάνους και εξόργισε πολλούς Δημοκρατικούς, με τον Κέρρυ να θεωρεί ότι «εξαπατήθηκε» (8). Ο Ομπάμα «έστειλε ένα λάθος μήνυμα στον κόσμο», εκτιμά ο πρώην υπουργός Άμυνας Πανέττα στις «Αναμνήσεις» του: «Το επεισόδιο υπογράμμισε την πλέον προφανή αδυναμία του (…) Πολύ συχνά, κατά τη γνώμη μου, ο πρόεδρος προκρίνει τη λογική ενός καθηγητή της νομικής έναντι του πάθους ενός ηγέτη» (9).

Πολλοί συντηρητικοί είδαν σε αυτή την απόφαση του Ομπάμα ένα σημείο καμπής, «ένα νέο Μόναχο», στο οποίο αποδίδουν μια μακρά σειρά συμφορών: αν οι ΗΠΑ είχαν τιμωρήσει τη Συρία το 2013, δεν θα είχε αναπτυχτεί το Ισλαμικό Κράτος· το Ιράν δεν θα έπαιζε τόσο σημαντικό ρόλο στη Συρία· η Μόσχα δεν θα είχε το θράσος να προσαρτήσει την Κριμαία κ.λπ. Ο Ομπάμα απάντησε ότι η Μόσχα δεν ανησύχησε από τις πολεμικές κορώνες του Τζορτζ Μπους του νεώτερου ούτε από την παρουσία εκατό χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών στο Ιράκ όταν επενέβη στη Γεωργία, το 2008. Κατά την άποψή του, το να βλέπει κανείς στα καμώματα του Πούτιν το σημάδι μιας δυναμικής επιστροφής της Ρωσίας στο προσκήνιο σημαίνει ότι «παραγνωρίζει τη φύση της εξουσίας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Η πραγματική εξουσία είναι να αποκτά κανείς αυτό που θέλει χωρίς να χρειαστεί να προσφύγει στη βία. Η Ρωσία ήταν πολύ πιο ισχυρή όταν η Ουκρανία έμοιαζε με μια ανεξάρτητη χώρα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια κλεπτοκρατία όπου η Ρωσία κινούσε τα νήματα» (10). Επιπροσθέτως, η Ουάσιγκτον μόνο αδρανής δεν παρέμεινε στη διάρκεια της ουκρανικής κρίσης. Ο Ομπάμα, εκτός του ότι επαναδραστηριοποίησε το ΝΑΤΟ στην Κεντρική Ευρώπη, άσκησε πιέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να επιβάλει διπλωματικές και οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία.

Η απόφαση του Αυγούστου του 2013 για τη Συρία σηματοδοτεί, παρ’ όλα αυτά, μια καμπή στην αμερικανική διπλωματία. Για πρώτη φορά από το 2009, ο Ομπάμα δεν επέλεξε μια μεσοβέζικη στρατιωτική λύση. Διαπραγματευόμενος με τη Ρωσία μια συμφωνία για την καταστροφή του χημικού οπλοστασίου της Δαμασκού, έβαλε τέλος στο αντανακλαστικό που θέλει μια στρατιωτική απάντηση σε κάθε «πρόκληση». Η ρήξη αυτή επιβεβαίωσε την επιλογή μιας στρατηγικής «αναδίπλωσης» (11) από την Ουάσιγκτον. Από την απόσυρση των δυνάμεων από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι τη μείωση των αμυντικών δαπανών, περνώντας από την άρνηση να εμπλακεί σε νέες στρατιωτικές επεμβάσεις, ο Ομπάμα προσπάθησε να ελαττώσει την αμερικανική παρουσία στον κόσμο, ώστε να μπορέσει να συγκεντρωθεί στα εσωτερικά προβλήματα και να θεραπεύσει τις επιπτώσεις του αποσταθεροποιητικού ακτιβισμού του Μπους. Η ιδέα της «αναδίπλωσης» διατυπώνεται άλλωστε ξεκάθαρα στον «Οδηγό Στρατηγικής», που εξέδωσε το 2012 το υπουργείο Άμυνας: «Για την επιτυχία των στόχων μας, θα αναπτύξουμε τακτικές ελαφρού αποτυπώματος και χαμηλού κόστους. (…) Οι αμερικανικές δυνάμεις δεν θα είναι πλέον σε θέση να διεξαγάγουν επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας για μακρό χρονικό διάστημα».

Η θέση αυτή δεν πρεσβεύει τον απομονωτισμό: οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν δεκάδες στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον πλανήτη, διαθέτουν τον πιο μεγάλο στρατό στον κόσμο και πολυπλόκαμες μυστικές υπηρεσίες. Έχουν βομβαρδίσει επτά χώρες (Ιράκ, Συρία, Αφγανιστάν, Λιβύη, Υεμένη, Πακιστάν και Σομαλία) στην τελευταία επταετία. Συνεχίζουν να επεμβαίνουν στα εσωτερικά άλλων χωρών και να απεργάζονται την αποσταθεροποίηση κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική (12).

Η αναδίπλωση δεν έχει τίποτα το ιδεαλιστικό, με την έννοια ότι αποσκοπεί σε κάποια αναδιανομή της ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, ούτε έχει σχέση με τον ειρηνισμό. Όπως κατ’ επανάληψη έχει πει ο Ομπάμα, δεν είναι ενάντιος στον πόλεμο, αλλά ενάντιος στους «ηλίθιους πολέμους», αυτούς που δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και έχουν αρνητικό ισοζύγιο κόστους-κερδών. Σήμερα, οι πρόσφυγες παίρνουν το δρόμο για την Ευρώπη από την Τουρκία ή από τον Λίβανο· οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν χαμηλές· οι τρομοκρατικές επιθέσεις πλήττουν την Άγκυρα, τις Βρυξέλλες, την Τύνιδα ή το Μπαμάκο: για ποιο λόγο η Ουάσιγκτον να εμπλακεί σε μια εκστρατεία στη Μέση Ανατολή; Όμως, μια μεγάλη επίθεση σε αμερικανικό έδαφος, σοβαρότερη από αυτή στο Σαν Μπερναρντίνο της Καλιφόρνια, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο δεκατεσσάρων ανθρώπων, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αλλάξει τα δεδομένα. «Εάν είμαστε αλαζόνες [οι άλλες χώρες] θα είναι εξοργισμένες μαζί μας. Αν είμαστε ένα έθνος ταπεινό αλλά ισχυρό, θα μας εκτιμήσουν», δήλωνε το 2000 ο Τζορτζ Μπους ο νεώτερος, προσθέτοντας μάλιστα: «Δεν πιστεύω ότι οι στρατιωτικές μας δυνάμεις πρέπει να χρησιμοποιούνται γι’ αυτό που αποκαλείται “εθνική συγκρότηση”… ». Κι έπειτα ήρθε η 11η Σεπτεμβρίου.

Ο Ομπάμα ήρθε στον Λευκό Οίκο αποφασισμένος να γυρίσει σελίδα από το συγκεκριμένο γεγονός και τις επιπτώσεις του, προκειμένου να μπορέσει να στρέψει την προσοχή του στην Ασία, η ανάπτυξη της οποίας τον εντυπωσιάζει. Αυτή είναι η έννοια της «μεταστροφής» στην οποία αναφέρθηκε το 2010. «Η “εξισορρόπηση” προς την Ασία έχει τον ίδιο ρόλο στη στρατηγική της αναδίπλωσης του Ομπάμα με το άνοιγμα προς την Κίνα στην αμερικανική αναδίπλωση στο τέλος του πολέμου του Βιετνάμ», γράφει ο Στήβεν Σεστάνοβιτς, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κολούμπια. «Αποδεικνύει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι, όπως είχε πει ο Νίξον, σε διαδικασία “εξαφάνισης” από τον χάρτη των μεγάλων δυνάμεων» (13). Ωστόσο, ο αναπροσανατολισμός αυτός, μολονότι προκάλεσε πολλές συμβολικές ενέργειες (επίσημες επισκέψεις, δημιουργία μιας στρατιωτικής βάσης στην Αυστραλία, ενίσχυση του αμερικανικού στόλου στον Ειρηνικό… ) και επέτρεψε την υπογραφή, στις 4 Φεβρουαρίου του 2016, της Διειρηνικής Εταιρικής Συμφωνίας (Trans-Pacific Partnership – TPP), δεν ολοκληρώθηκε.

Η «αραβική άνοιξη» ανακάλεσε τελικά τις Ηνωμένες Πολιτείες στη Μέση Ανατολή από το 2011. Στις συζητήσεις του με τον Τζέφρι Γκόλντμπεργκ, ο Ομπάμα δείχνει παραίτηση, αν όχι αδιαφορία, γι’ αυτή την περιοχή, της οποίας την κατάσταση θεωρεί απελπιστική. Διατυπώνει την προτίμησή του για τους λαούς της Ασίας, της Αφρικής ή της Λατινικής Αμερικής, που «δεν αναρωτιούνται πώς θα σκοτώσουν Αμερικανούς, αλλά πώς θα έχουν καλύτερη εκπαίδευση, πώς θα δημιουργήσουν κάτι που θα έχει αξία». Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξοδέψει περισσότερο χρήμα για να «ανοικοδομήσουν» το Αφγανιστάν από όσο διέθεσαν για τις δεκαέξι ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες διοχετεύτηκαν οι πόροι του σχεδίου Μάρσαλ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (14), χωρίς να κατορθώσουν να βάλουν κάποια τάξη. Ο πόλεμος και η κατοχή του Ιράκ, η επέμβαση στη Λιβύη δεν έφεραν καλύτερα αποτελέσματα. Οι διαδοχικές αποτυχίες κατέληξαν να πείσουν τον Ομπάμα για τα όρια της αμερικανικής ισχύος: δεν μπορεί να κάνει τα πάντα και, ιδίως, δεν μπορεί να μορφοποιήσει τη Μέση Ανατολή κατά πώς τον βολεύει.

Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέρχονται εναλλασσόμενες περιόδους βεβαιότητας και αμφιβολίας ως προς την ικανότητά τους να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Η ευφορία που ακολουθεί το τέλος του πολέμου δίνει τη θέση της, στη δεκαετία του 1950, στα ερωτηματικά ως προς την υπεροχή τους. Είναι αρκετά ισχυρές για να συγκρατήσουν την πρόοδο του κομμουνισμού, ο οποίος σημειώνει σημαντικές επιτυχίες με την κινεζική επανάσταση και την απόκτηση της ατομικής βόμβας από την ΕΣΣΔ; «Η αδυναμία μας να διατηρήσουμε τους πόρους μας, το αυξανόμενο βάρος των οικονομικών δεσμεύσεών μας, η ιλιγγιώδης αύξηση του δημόσιου χρέους μας» οδηγούν τη χώρα στην κατηφόρα μιας «σχετικής παρακμής», προειδοποιεί, ήδη από το 1952, ο πρώην ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων Ντάγκλας Μακ Άρθουρ, που ήθελε να βομβαρδίσει με πυρηνικά την Κορέα. Η επόμενη δεκαετία σηματοδοτεί την επιστροφή στον ηγεμονικό πειρασμό. Στην ομιλία της ανάληψης των καθηκόντων του, στις 20 Ιανουαρίου του 1961, ο Τζον Φ. Κέννεντι διακηρύσσει: «Θα υποστούμε οποιοδήποτε άχθος, θα δεχθούμε οποιαδήποτε δοκιμασία, θα υποστηρίξουμε οποιονδήποτε φίλο. Θα αντιταχθούμε σε οποιονδήποτε αντίπαλο, για να διασφαλίσουμε το θρίαμβο ή την επιβίωση της ελευθερίας».

Οι φάσεις της βεβαιότητας αντιστοιχούν συχνά σε περιόδους κατά τις οποίες μειώνονται οι κοινωνικές ανισότητες και το μέλλον φαντάζει ελπιδοφόρο για τη μεσαία αστική τάξη. Ευθύς μόλις ο ορίζοντας σκοτεινιάσει, η ισχύς γίνεται και πάλι βαρίδι. Στη δεκαετία του 1970, ενώ τα επιτόκια και ο δανεισμός των νοικοκυριών αυξάνονται και οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις εξασθενούν την οικονομία της χώρας, η καταστροφή στο Βιετνάμ και η ενίσχυση των θέσεων των Σοβιετικών στην Αφρική και στην Ασία αναδεικνύουν τα ελαττώματα της αμερικανικής στρατιωτικής κυριαρχίας. Το 1976, σύμφωνα με μια μελέτη του Council on Foreign Relations, το 43% των Αμερικανών θεωρούσε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε «να ασχοληθούν πρώτα με τα δικά τους ζητήματα», ποσοστό ρεκόρ από την έναρξη της έρευνας, το 1964 (20%).

 

Δύο μορφές του ίδιου εθνικισμού

Το 2013, το ποσοστό είχε φτάσει το 52%, σημειώνοντας ένα νέο ρεκόρ. Σύμφωνα με μια έρευνα του Μαρτίου του 2014, μόνο το 30% των Αμερικανών ήθελε η χώρα τους να υπερασπιστεί την Πολωνία σε περίπτωση που δεχόταν επίθεση από τη Ρωσία. Το ποσοστό έπεφτε στο 21% για τη Λεττονία και, ακόμα και για το Ηνωμένο Βασίλειο, το ποσοστό ήταν μόλις 56%. Από τη μια έρευνα στην άλλη, μόνο οι επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και οι βομβαρδισμοί ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, που αποφασίστηκαν μετά από την κατάληψη της Μοσούλης και τον αποκεφαλισμό του δημοσιογράφου Τζέιμς Φόλεϊ τον Αύγουστο του 2014, έτυχαν ευρείας υποστήριξης.

Είναι γεγονός ότι «η γνώμη χειραγωγείται» και είναι εφικτό να καταστεί δημοφιλής ένας πόλεμος (15). Ο Ομπάμα δεν είναι διατεθειμένος να το κάνει, ούτε άλλωστε και ο Τραμπ –ο οποίος πρότεινε μάλιστα την αποχώρηση της χώρας από το ΝΑΤΟ, με το επιχείρημα ότι η οργάνωση είναι «παρωχημένη» και κοστίζει πολύ ακριβά. Όπως έχει αποδείξει ο ιστορικός Πέρρυ Άντερσον, ο επεμβατισμός και ο απομονωτισμός συνιστούν δύο διαφορετικές μορφές του ίδιου εθνικισμού. Ο πρώτος νομιμοποιεί την κυριαρχία της Αμερικής προβάλλοντας την οικουμενικότητά της (η οποία δικαιολογεί το μεσσιανικό ακτιβισμό της Ουάσιγκτον, που πρέπει να οδηγήσει τον πλανήτη στο σωστό δρόμο), η άλλη την ιδιαιτερότητά της (που ενθαρρύνει τη διατήρηση του μοναδικού χαρακτήρα της ανεξάρτητα από τον υπόλοιπο κόσμο) (16).

Κυρίαρχος πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο απομονωτισμός, σχεδόν εξαφανίζεται από το συντηρητικό στρατόπεδο κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, για να αναδυθεί και πάλι στην επιφάνεια μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Τότε παίρνει δύο μορφές: αυτή της κυριολεκτικής αναδίπλωσης, που εκπροσωπείται από τον ελευθερόφρονα (17) Ρον Πωλ και αυτή ενός συντηρητικού αντιεπεμβατισμού, του Πάτρικ Μπιουκάναν, συνεργάτη των προέδρων Νίξον και Ρήγκαν: «Αν δεν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν τη Βρετανική Αυτοκρατορία, θα καταλήξουμε σαν τη Βρετανική Αυτοκρατορία» (18), υπογράμμιζε ο τελευταίος το 2006. Το ρεύμα αυτό, εντελώς μειοψηφικό στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, γνωρίζει νέα άνθηση στα χρόνια της προεδρίας του Ομπάμα. Συσπειρωμένο γύρω από το Cato Institute και από το περιοδικό «The American Conservative» (που ίδρυσε το 2002 ο Μπιουκάναν για να αντισταθεί στον πόλεμο του Ιράκ), προβάλλει τις καταστροφικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ αλλά και τη συγκυρία της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Το δημόσιο χρέος κάνει κάποιους Ρεπουμπλικάνους να προτιμούν τη μείωση των στρατιωτικών δαπανών από τη διατήρησή τους. Τον Αύγουστο του 2011, το Κογκρέσο ψήφισε έτσι ένα σχέδιο λιτότητας (το επονομαζόμενο «αρπαγή»), που προβλέπει περικοπές ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων στις αμυντικές δαπάνες σε ορίζοντα δεκαετίας. Οι «σκληροπυρηνικοί της λιτότητας» νίκησαν τους «σκληροπυρηνικούς του στρατού».

Η επιτυχία των υποψηφιοτήτων του Τραμπ και του Κρουζ στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο επιβεβαιώνει την νέα τάση και αποκαλύπτει την απόσταση μεταξύ της ελίτ της εξωτερικής πολιτικής και των εκλογέων που έλκονται από την αναδίπλωση. Ακόμα και σήμερα, οι δεξαμενές σκέψης με τη μεγαλύτερη επιρροή, τα υψηλόβαθμα στελέχη του Πενταγώνου και του υπουργείου Εξωτερικών, οι αρθρογράφοι και σχολιαστές της «Wall Street Journal», της «Washington Post», του Fox News και του CNN, παραμένουν στην πλειονότητά τους πιστοί στον επεμβατισμό κι ο λόγος τους συνεχίζει να μετράει. «Η ελίτ της εξωτερικής πολιτικής απαρτίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από νεοσυντηρητικούς στη Δεξιά και επεμβατιστές φιλελεύθερους στην Αριστερά», διαπιστώνει ο Μπέντζαμιν Φρήντμαν (19). Οι περισσότεροι από αυτούς τους ενήμερους παρατηρητές έχουν δηλώσει ότι θα απόσχουν αν το Ρεπουμπλικανικό κόμμα το εκπροσωπήσει ο Τραμπ ή ο Κρουζ στις προεδρικές εκλογές. Μερικοί είναι διατεθειμένοι να ψηφίσουν την Κλίντον. Η υποψήφια για το χρίσμα των Δημοκρατικών υποστήριξε τον πόλεμο στο Ιράκ, καθώς επίσης και τους βομβαρδισμούς στη Συρία και στη Λιβύη. Επίσης θεωρεί ότι η πυρηνική συμφωνία με το Ιράν στερείται αποφασιστικότητας και δεν έπαψε να επικρίνει τον Ομπάμα από τη μέρα που εγκατέλειψε το υπουργείο Εξωτερικών. Αν και αναγκάστηκε να νερώσει το κρασί της για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις του Μπέρνι Σάντερς –ο οποίος πάντοτε ανήκε στην παραδοσιακή αντιπολεμική τάση των Δημοκρατικών– είναι η πλέον επεμβατίστρια υποψήφια και η πλέον καθησυχαστική για την ελίτ της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. «Οι ρεαλιστές και οι λοιποί σκεπτικιστές ως προς τις επεμβάσεις ερευνητές είναι περιορισμένοι στα πανεπιστήμια», εκτιμά ο Φρήντμαν.

Να επικεντρωθούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το επιχείρημα αυτό έρχεται συχνά στο στόμα του Κρουζ, του Τραμπ και του Ομπάμα, προκειμένου να εξηγήσουν την απουσία πολεμικού ζήλου από μέρους τους. Και οι τρεις συμμερίζονται επίσης την ιδέα ότι οι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον –από τη Σαουδική Αραβία ώς τη Γαλλία, περνώντας από τα κράτη του Κόλπου, τη Γερμανία και την Ιαπωνία– πρέπει να πάψουν να επαφίενται σε αυτήν και να αναλάβουν το μερίδιο που τους αναλογεί από το βάρος της διεθνούς ασφάλειας. Τέλος, μολονότι όλοι τους διατρανώνουν τη θέλησή τους να υπερασπιστούν το Ισραήλ με όποιο κόστος και να καταστήσουν το Ισλαμικό Κράτος ανίκανο να βλάψει, μερικοί φθάνουν σε σημείο να προτείνουν την εφαρμογή σαρωτικών βομβαρδισμών, συμφωνούν παραδόξως ότι η Μέση Ανατολή δεν βρίσκεται στο κέντρο των αμερικανικών συμφερόντων.

Αναμφίβολα σωστή από οικονομική άποψη, η ιδέα αυτή γεννά ερωτηματικά πολιτικής και ηθικής φύσης: οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δικαίωμα να διακηρύξουν, από τη μια μέρα στην άλλη, ότι δεν επιθυμούν πλέον μια ηγεσία την οποία έχτισαν με την ισχύ των όπλων επί εξήντα χρόνια; Μπορούν να αποστρέψουν το βλέμμα, χωρίς δράματα, χωρίς καμιά επανόρθωση (οικονομική ανταπόδοση, διπλωματική υποστήριξη, λειτουργία ενός πλαισίου συνεργασίας βασισμένου στις δίκαιες συναλλαγές κ.λπ.) από μια περιοχή την οποία αποσταθεροποίησαν με υπομονή; Το σημαντικό «δεν είναι να ξέρουμε αν υπάρχει ειρήνη [στη Μέση Ανατολή], αλλά αν οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εμπλακεί στην απουσία ειρήνης», συνόψισε κυνικά ο Τζέρεμυ Σαπίρο, ερευνητής στο Brookings Institution και σύμβουλος του υπουργείου Εξωτερικών. Δεν γίνεται να διαγράψει κανείς την Ιστορία: ακόμα και όταν δεν θα έχουν στρατιώτες στην περιοχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν ευθύνη για το χάος που αυτές δημιούργησαν.

 

 

  1. Tim Alberta και Elianna Johnson «Many GOP foreign-policy leaders are suspicious of Ted Cruz», National Review, Νέα Υόρκη, 15 Δεκεμβρίου 2015.
  2. Justin Vaïsse, «Barack Obama et sa politique étrangère (2008-2012)», Odile Jacob, Παρίσι, 2012.
  3. Robert M. Gates, «Duty: Memoirs of a Secretary at War», Knopf, Νέα Υόρκη, 2014.
  4. Bob Woodward, «Obama’s War», Simon & Schuster, Νέα Υόρκη, 2010.
  5. Greg Jaffe, «In one of final addresses to army, Gates describes vision for military’s future», «The Washington Post», 26 Φεβρουαρίου 2011.
  6. Παρατίθεται στο Owen Harries και Tom Switzer «Leading from behind: Third time a charm?», The American Interest vol. III, No 5, Ουάσιγκτον, Μάιος-Ιούνιος 2013.
  7. Παρατίθεται στο Jeffrey Goldberg, «The Obama doctrine», The Atlantic, Ουάσιγκτον, Απρίλιος 2016.
  8. Παρατίθεται από τον Jeffrey Goldberg στο ανωτέρω άρθρο.
  9. Leon Panetta, Worthy Fights: «A Memoir of Leadership in War and Peace», Penguin, Νέα Υόρκη, 2014.
  10. Παρατίθεται από τον Jeffrey Goldberg στο ανωτέρω άρθρο.
  11. Colin Dueck, «The Obama doctrine: American Grand Strategy Today», Oxford University Press, Νέα Υόρκη, 2015.
  12. Παρατίθεται από τον Jeffrey Goldberg στο ανωτέρω άρθρο.
  13. Stephen Sestanovich, «Maximalist America from Truman to Obama», Knopf, Νέα Υόρκη, 2014.
  14. Ο υπολογισμός είναι αναπροσαρμοσμένος ως προς τον πληθωρισμό. Βλ. Ian Bremmer, «Superpower. Three choices for America’s role in the World», Portfolio Penguin, 2015.
  15. Βλ. Serge Halimi, Dominique Vidal, Henri Maler και Mathias Raymond, «L’opinion ça ce travaille. Les médias, les “guerres justes” et les “justes causes”», Agone, Μασσαλία, 2014 (1η έκδοση 2000).
  16. Perry Aderson, «Comment les Etats Unis ont fait le monde à leur image», Agone, 2015.
  17. (Σ.τ.Μ.) Στο κείμενο «libertarien», «libertarian» στην αγγλική. Ο όρος «libertarian» στις ΗΠΑ (στη Μεγάλη Βρετανία σημαίνει «ελευθεριακός κομμουνισμός») σηματοδοτεί το ρεύμα εκείνο της φιλελεύθερης σκέψης που, αφ’ ενός, είναι εναντίον κάθε επέμβασης του κράτους στην ατομική ιδιοκτησία, αφ’ ετέρου, επιστρέφει στις πηγές του πολιτικού φιλελευθερισμού, με έμφαση στο σεβασμό των ατομικών ελευθεριών και στην υιοθέτηση των ελευθεριακών και αντιαπαγορευτικών απόψεων της δεκαετίας του 1960. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον όρο «liberal», που στις ΗΠΑ σημαίνει «σοσιαλδημοκράτης».
  18. Patrick J. Bucannan, «Why are we haiting Putin?», 9 Μαΐου 2006, antiwar.com.
  19. Benjamin Friedman, «The State of the Union is wrong», Foreign Affairs, Νέα Υόρκη, 28 Ιανουαρίου 2014.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Αναπληρωτής αρχισυντάκτης της «Le Monde diplomatique».