Γιατί οι λαοί της Βόρειας Αφρικής υποστηρίζουν τον Αλ-Άσαντ;

Παρά τη στρατηγική σύμπλευση των κυβερνήσεων των αραβικών χωρών της Βόρειας Αφρικής με τη συριακή αντιπολίτευση, οι πολίτες παραμένουν δύσπιστοι απέναντι στις προσπάθειες ανατροπής του Άσαντ: το αίσθημα ότι έχουν να κάνουν με ακόμη μία προσπάθεια να πληγεί συνολικά ο αραβικός κόσμος είναι πολύ δυνατό…

Τύνιδα, Τετάρτη, 2 Μαρτίου. Το Συμβούλιο των υπουργών Εσωτερικών των αραβικών κρατών, σε συνεδρίαση «υπό την αιγίδα» του προέδρου της Τυνησίας Μπεζί Καΐντ Εσεμπσί, υιοθετεί κείμενο που καταδικάζει τις «τρομοκρατικές πρακτικές και ενέργειες» της Χεζμπολά, η οποία κατηγορείται ότι επιδιώκει την «αποσταθεροποίηση ορισμένων αραβικών χωρών». Η ανοιχτή κατηγορία είναι το αποτέλεσμα έντονης πίεσης από τους εκπροσώπους των έξι μοναρχιών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), οι οποίοι είχαν ήδη υιοθετήσει κείμενο σε ανάλογη κατεύθυνση νωρίτερα την ίδια ημέρα. Επιδίωξή τους είναι η καταγγελία του λιβανέζικου κόμματος για τη στρατιωτική υποστήριξη που παρέχει στο καθεστώς του Μπασάρ Αλ-Άσαντ και η απομόνωσή του σε διπλωματικό επίπεδο.

Διαδήλωση υπέρ του Άσαντ από Σύρους πρόσφυγες στον Λίβανο (φωτ.: Naharnet).

Διαδήλωση υπέρ του Άσαντ από Σύρους πρόσφυγες στον Λίβανο (φωτ.: Naharnet).

Στην Τυνησία, όπως και στην Αλγερία και το Μαρόκο, η δημοσίευση του ανακοινωθέντος προκάλεσε άμεση κατακραυγή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στην περιοχή αυτή του αραβικού κόσμου, με τη συμπαγή σουνιτική πλειοψηφία, η Χεζμπολά, αν και σιιτικό κόμμα, παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλής μετά τον πόλεμο κατά του ισραηλινού στρατού, το 2006. «Και να που είμαστε υποχρεωμένοι να σκύψουμε μπροστά στα βασιλόπουλα του Κόλπου. Πού πήγε η υπερηφάνεια των λαών της βόρειας Αφρικής; Είμαστε υπηρέτες των ουαχαμπιτών; Επειδή είμαστε σουνίτες θα πρέπει να τους υπακούμε;», γράφει εξοργισμένος ένας χρήστης του Διαδικτύου. «Το Daech [αραβικό ακρωνύμιο του Ισλαμικού Κράτους] πρέπει να χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση, όχι η Χεζμπολά. Οι μαχητές της είναι ήρωες!», δηλώνει ένας άλλος. Στις 11 Μαρτίου, ο Αραβικός Σύνδεσμος (1), σε σύνοδό του στο Κάιρο, αποφασίζει να χαρακτηρίσει τη Χεζμπολά «τρομοκρατική οργάνωση» και προκαλεί παρόμοιο κύμα οργής.

Σε αντίθεση με το απλουστευτικό στερεότυπο που θέλει μια βαθιά διαχωριστική γραμμή να φέρνει πλέον αντιμέτωπα τα δύο βασικά ρεύματα του ισλάμ, πολλοί Άραβες της βόρειας Αφρικής κρατούν τις αποστάσεις τους από τη θρησκευτική λογική. «Κάνουν, πρώτα απ’ όλα, μια πολιτική ανάγνωση των γεγονότων στη Συρία και βλέπουν το κόμμα αυτό [τη Χεζμπολά] ως το τελευταίο προπύργιο της αντίστασης απέναντι στο Ισραήλ ειδικά και απέναντι στον δυτικό ιμπεριαλισμό γενικότερα», εξηγεί ο Αλγερινός αρθρογράφος και μελετητής Μοχάμεντ Σααντούν.

Στις 3 Μαρτίου, παίρνοντας τη σκυτάλη από τους ανώνυμους χρήστες που ωρύονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πολλές προσωπικότητες της Τυνησίας στηλιτεύουν την κυβέρνησή τους, την οποία κατηγορούν ότι υπέγραψε το ανακοινωθέν χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη. Ο δικηγορικός σύλλογος της χώρας, πολλά κόμματα της Αριστεράς, ακόμη και προσωπικότητες που θεωρούνται κοντά στον πρόεδρο Εσεμπσί, επικρίνουν αυτό που χαρακτηρίζουν «παραίτηση» και «ευθυγράμμιση με τις θέσεις της Σαουδικής Αραβίας». Το ίδιο βράδυ της έκδοσης του ανακοινωθέντος, η Γενική Ένωση Εργατών της Τυνησίας (UGTT), το συνδικάτο στο οποίο απονεμήθηκε κατά το ήμισυ το Νόμπελ Ειρήνης για το 2015, καταγγέλλει με δριμύτητα μια «παράξενη απόφαση (…) που ελήφθη στο πλαίσιο της επίθεσης που πραγματοποιούν ορισμένες ξένες και περιφερειακές δυνάμεις για να διαιρέσουν το αραβικό έθνος (..) προς όφελος σιωνιστικών και οπισθοδρομικών δυνάμεων». Από τότε, η κυβέρνηση επιχειρεί μια καταστροφική αναδίπλωση, δηλώνοντας ότι το κείμενο που υπογράφηκε «δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα» και ότι πρόκειται για απλή «τεχνική απόφαση». Διαρροές προς τα μέσα ενημέρωσης της Τυνησίας αφήνουν να εννοηθεί ότι η χώρα δεν μπορούσε να γυρίσει την πλάτη στους εταίρους του Κόλπου, από όπου περιμένει βοήθεια για να ξεπεράσει τις οικονομικές δυσκολίες της. Η δικαιολογία αυτή θα ξανακουστεί μετά από την απόφαση του Αραβικού Συνδέσμου.

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση της Αλγερίας σπεύδει να υπενθυμίσει ότι η χώρα δεν δεσμεύεται από το συγκεκριμένο ανακοινωθέν και ότι η θέση της είναι «η αυστηρή τήρηση στάσης μη ανάμιξης στις εσωτερικές υποθέσεις μιας αδελφής χώρας». Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει περίπτωση το Αλγέρι να καταδικάσει τη Χεζμπολά ή να υπαγορεύσει στην κυβέρνηση του Λιβάνου τη στάση που πρέπει να τηρήσει απέναντι στο σιιτικό κόμμα. Στο Μαρόκο, η κυβέρνηση κρατά χαμηλούς τόνους και αφήνει την μπόρα να περάσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που υποχρεώνεται να συμβιβάσει δύο ανταγωνιστικές μεταξύ τους λογικές. Από τη μία πλευρά, το Ραμπάτ είναι στενός σύμμαχος της Σαουδικής Αραβίας, όπως αποδεικνύει και η συμμετοχή του στη στρατιωτική επέμβαση του Μαρτίου του 2015 ενάντια στους χούτι στην Υεμένη (2) ή ακόμη στην «αντιτρομοκρατική ισλαμική στρατιωτική συμμαχία», η οποία συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία του Ριάντ, τον Δεκέμβριο του 2015. Από την άλλη πλευρά, η μαροκινή κυβέρνηση πρέπει να λάβει υπόψη την κοινή γνώμη στη χώρα, η οποία δεν συμπαθεί καθόλου τις μοναρχίες του Κόλπου. «Όσον αφορά τη Χεζμπολά, τα περιθώρια ελιγμών είναι στενά, αλλά υπάρχουν», εξηγεί Μαροκινός διπλωμάτης που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του. «Μπορεί να γίνει αποδεκτή η άποψη ότι αξίζει να απομονωθεί, γιατί λαμβάνει μέρος σε μια σύγκρουση που θα έπρεπε να αφορά μόνο τους Σύρους. Αντίθετα, είναι προφανές ότι θα είναι πιο δύσκολο να πεισθούν οι συμπολίτες μας για τη νομιμότητα ανάληψης στρατιωτικής δράσης κατά του Μπασάρ Αλ-Άσαντ».

Μέσω της περιθωριοποίησης της Χεζμπολά, το ουαχαμπιτικό βασίλειο και οι σύμμαχοί του θέλουν να επιτύχουν την πλήρη απομόνωση του συριακού καθεστώτος. Στρατηγική από την οποία διαφοροποιούνται πολλές χώρες. Ο Λίβανος και το Ιράκ εκφράζουν «επιφυλάξεις» και η Αλγερία «παρατηρήσεις» για την απόφαση του Αραβικού Συνδέσμου να χαρακτηρίσει «τρομοκρατικό» το λιβανέζικο κίνημα. Στην Αίγυπτο, ο πρόεδρος Αμπντέλ Φάταχ Αλ-Σίσι αρνείται να αντιπαρατεθεί στρατιωτικά με ένα καθεστώς που καταδιώκει τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, τους οποίους ο ισχυρός άνδρας της Αιγύπτου θεωρεί ως τους μεγαλύτερους εχθρούς του. Στην Αλγερία, όπως και στην Τυνησία, η υποστήριξη της κοινής γνώμης στον Αλ-Άσαντ δεν έχει ατονήσει ποτέ μετά την πρώτη φάση των αραβικών εξεγέρσεων, το 2011. Πραγματικότητα που συσκοτίζεται λόγω της ύπαρξης τζιχαντιστικών δικτύων που έχουν τροφοδοτήσει με μαχητές τη συριακή αντιπολίτευση και, πιο πρόσφατα, το Ισλαμικό Κράτος. «Τα σημεία σύγκλισης μεταξύ της κυβέρνησης και μεγάλης μερίδας της κοινής γνώμης στην Αλγερία είναι σπάνια», αποκωδικοποιεί Αλγερινός πρώην ανώτερος αξιωματούχος. «Η μη στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη και η άρνηση εναντίωσης στο καθεστώς Αλ-Άσαντ και τoυς συμμάχους του είναι δύο τέτοια σημεία. Υπάρχει συναίνεση γύρω από τα δύο αυτά ζητήματα». Πράγματι, η παραμικρή τοποθέτηση κατά του Αλ-Άσαντ -η οποία δεν ισοδυναμεί απαραίτητα και με υποστήριξη των τζιχαντιστικών ομάδων που πολεμούν εναντίον του- εγγυάται την κατακραυγή, αν όχι και τον διασυρμό από τα μέσα ενημέρωσης.

Ο Σύρος πολιτικός επιστήμονας Σαλάμ Καουακίμπι έζησε την εμπειρία. Προσκεκλημένος σε εκδήλωση στην Αλγερία, το 2013, ο δημοκράτης αντικαθεστωτικός υποχρεώθηκε να δικαιολογήσει τις θέσεις του. «Μετά τη διάλεξή μου, Αλγερινοί διανοούμενοι με κάλεσαν να συναντηθούμε σε στενότερο κύκλο. Υποχρεώθηκα να δώσω εξηγήσεις. Γι’ αυτούς, η αντιπολίτευση στον Άσαντ ισοδυναμεί με προδοσία της αραβικής υπόθεσης και σύμπλευση τόσο με τον ιμπεριαλισμό όσο και με τον ισλαμισμό. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο γεγονός. Κάθε φορά που κάνω μια δημόσια ομιλία, οι επιθέσεις και οι κατηγορίες -ότι είμαι πράκτορας ή προδότης πληρωμένος από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις- πολλαπλασιάζονται. Στην καλύτερη περίπτωση, με θεωρούν αφελή». Εγγονός του μεγάλου Άραβα στοχαστή Αμπντ Αλ-Ραχμάν Αλ-Καουακίμπι, ο Σύρος ερευνητής εκμυστηρεύεται ότι και πρόσφατα αισθάνθηκε ξανά να μπαίνει στη μαύρη λίστα, αυτή τη φορά στην Τυνησία.

Στη χώρα αυτή, σημαντική μερίδα διανοουμένων, που πρόσκειται είτε στην Αριστερά είτε στο κυβερνόν κόμμα Νιντάα Τουνές, δεν κρύβει ότι προτιμά τον Αλ-Άσαντ από μια ισλαμιστική κυβέρνηση που θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει. Ο πολιτικός και δικηγόρος Τσόκρι Μπελαΐντ, ο οποίος δολοφονήθηκε στην Τύνιδα στις 6 Φεβρουαρίου 2013, ενσάρκωνε αυτή τη γραμμή, την οποία σήμερα υιοθετεί τόσο η ριζοσπαστική Αριστερά όσο και η μεγαλοαστική τάξη των παραλίων. Το 2012, ο τότε πρόεδρος Μονσέφ Μαρζούκι είχε προκαλέσει έντονη πολεμική, αποφασίζοντας τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη Συρία. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο διάδοχός του Εσεμπσί δεν χάνει ευκαιρία να ευχηθεί την αποκατάστασή τους. Μάλιστα, η Τύνιδα έχει ήδη εγκαταστήσει προξενείο στη Δαμασκό, από τον Σεπτέμβριο του 2015.

Στο Μαρόκο, η δημόσια συζήτηση είναι πιο μοιρασμένη. Μέρος των δυνάμεων της Αριστεράς, μεταξύ των οποίων και η Σοσιαλιστική Ένωση Λαϊκών Δυνάμεων (USFP), δεν διστάζει να καταδικάσει τον Αλ-Άσαντ για το δράμα του συριακού λαού και αντιτίθεται σε οποιαδήποτε ξένη στρατιωτική επέμβαση στο όνομα του σεβασμού της συριακής εθνικής κυριαρχίας. «Η εύκολη λύση θα ήταν να υποστηρίξουμε τον Άσαντ για να ασκήσουμε πίεση στο παλάτι και στην ισλαμιστική κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης [PJD], καθώς μάλλον έχουν την τάση να υποστηρίζουν την εξέγερση που χρηματοδοτείται από τις χώρες του Κόλπου. Είμαστε, όμως, πολλοί που αρνούμαστε να κάνουμε κάτι τέτοιο, γιατί ο Μπασάρ δεν αξίζει υποστήριξη», δηλώνει ένα μέλος της USFP, το οποίο εκφράζει τη λύπη του που «στις χώρες της βόρειας Αφρικής δεν διεξάγεται νηφάλιος διάλογος για το ζήτημα της Συρίας».

Πέρα από τη ρητορική περί αντι-ιμπεριαλισμού και παναραβισμού, πώς να εξηγήσει κανείς ότι ένα καθεστώς του οποίου η βαναυσότητα και τα εγκλήματα συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην έναρξη του συριακού δράματος, απολαμβάνει τέτοια υποστήριξη στις χώρες της βόρειας Αφρικής; Ο Χάσνι Αμπίντι, πολιτικός επιστήμονας στο Global Studies Institute της Γενεύης, το αποδίδει σε δύο λόγους: «Κατ’ αρχήν, η δημοκρατική αντιπολίτευση στη Συρία παραμένει αδύναμη και δεν διαθέτει προσωπικότητες βεληνεκούς. Στη συνέχεια, η Δύση είναι κατά του Άσαντ, γεγονός που προκαλεί θεμιτές υποψίες, με δεδομένο το ευρωπαϊκό και αμερικανικό παρελθόν στην περιοχή». Άλλοι ειδικοί συνδέουν το φαινόμενο με τη δύναμη των θεωριών συνωμοσίας, που παρουσιάζουν τις αραβικές εξεγέρσεις του 2011 ως μηχανορραφία με απώτερο σκοπό την αποδυνάμωση των αντιπάλων του Ισραήλ (3).

Για τη Λουΐζα Ντρις-Άιτ-Αμαντούς, από το τμήμα Πολιτικών Επιστημών του πανεπιστημίου στο Αλγέρι, η υποστήριξη πολλών Αλγερινών προς τον Αλ-Άσαντ οφείλεται «στη βαθιά απόρριψη της ακραίας βίας που πλήττει τους Σύρους αμάχους και στην αποδεδειγμένη παρουσία ξένων δυνάμεων στη συγκεκριμένη διένεξη. Η θέση αυτή, που έχει ισχυρή δόση παραλογισμού, μπορεί να παρομοιαστεί με ένα μετα-τραυματικό σύνδρομο που υποδαυλίζεται και από την επίσημη ρητορική για να προφυλαχθεί το σύστημα από οποιαδήποτε μορφή αμφισβήτησης θα μπορούσε να το κλονίσει».

Ωστόσο, όπως αναφέρει ο Σααντούν, η υποστήριξη στον Αλ-Άσαντ δεν είναι ομόθυμη: πολλοί ισλαμιστές των χωρών της βόρειας Αφρικής, είτε πρόκειται για σαλαφιστές είτε για οπαδούς των Αδελφών Μουσουλμάνων, δεν διστάζουν να καταδικάσουν τον Σύρο ηγέτη. «Είναι ευαίσθητοι στην αντίθεση σουνιτών-σιιτών, την οποία προσπαθούν να καλλιεργήσουν στην κοινωνία. Η ρητορική τους δαιμονοποιεί τόσο τον Άσαντ όσο και τη Χεζμπολά ή το Ιράν». Στην Τυνησία, οι μόνες φωνές που χαρακτήρισαν το λιβανέζικο σιιτικό κόμμα «τρομοκράτες» προέρχονταν από το ισλαμιστικό κόμμα Ενάχντα, ενώ το μαροκινό PJD δεν κρύβει την αποστροφή του για τον Σύρο πρόεδρο.

Όμως, οι ηγέτες των ισλαμιστικών κομμάτων γνωρίζουν ότι αυτή η αντιπολιτευτική γραμμή δεν είναι καθόλου δημοφιλής και κινδυνεύει ακόμη και να αποξενώσει πολλούς φίλους των κομμάτων τους, οι οποίοι παραμένουν επιρρεπείς στην εθνικιστική ή την παναραβική ρητορική. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στην Αλγερία, το πρώην Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας βίωσε μια ανάλογη εμπειρία. Η ηγεσία του, εχθρική απέναντι στον Σαντάμ Χουσεΐν μετά την εισβολή του στο Κουβέιτ, τον Αύγουστο του 1990, άλλαξε γρήγορα θέση κάτω από τη λαϊκή πίεση, πριν, τελικά, στείλει και εθελοντές μαχητές για την υπεράσπιση του Ιράκ απέναντι στα στρατεύματα της διεθνούς συμμαχίας.

  1. Στον Αραβικό Σύνδεσμο, ο οποίος ιδρύθηκε το 1945, συμμετέχουν σήμερα 22 χώρες, με οργανωτική δομή που εμπνέεται από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.

  2. Βλ. Laurent Bonnefoy, «Au Yémen, une année de guerre pour rien», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 2016.

  3. Βλ. Nicolas Dot-Pouillard, «La crise syrienne déchire les gauches arabes», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος 2012.

[.]

ΕΝΘΕΤΟ

Λίβανος: Η μάχη για την προεδρία

Θα μπορούσε να είναι αντάξιο ενός «moussalssal», μιας από τις τηλεοπτικές σειρές που μεταδίδονται σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Από τις 25 Μαΐου 2014 και την ολοκλήρωση της θητείας του Μισέλ Σλεμάν, ο Λίβανος δεν έχει πια πρόεδρο. Το κοινοβούλιο έχει συνεδριάσει 40 φορές, αλλά δεν έχει επιτευχθεί η απαιτούμενη απαρτία του σώματος. Η Χεζμπολά, μολονότι διαθέτει μόλις 12 βουλευτές σε σύνολο 128, βρίσκεται στην καρδιά της εμπλοκής. Μπορεί να υπολογίζει στους 27 βουλευτές του Ελεύθερου Πατριωτικού Ρεύματος (CPL) του χριστιανού ηγέτη Μισέλ Αούν, καθώς και στους βουλευτές αρκετών κομμάτων που βρίσκονται στην επιρροή της Συρίας.

Στην αρχή, το κόμμα του Χασάν Νασράλα επεδίωκε να εμποδίσει την εκλογή του Σαμίρ Ζαζά, ηγέτη του χριστιανικού κόμματος Λιβανέζικες Δυνάμεις. Το κόμμα αυτό, στο πλαίσιο του Συνασπισμού της 14ης Μαρτίου, υπήρξε σύμμαχος του πρώην πρωθυπουργού Σαάντ Χαρίρι, δηλωμένου εχθρού της Δαμασκού και του Κόμματος του Θεού. Όμως, τα δεδομένα άλλαξαν το καλοκαίρι του 2015, όταν ο Χαρίρι, με αντάλλαγμα κάποιες υποσχέσεις, αποφάσισε να υποστηρίξει την υποψηφιότητα του χριστιανού βουλευτή Σολεϊμάν Φρανζιέ του νεότερου, εγγονού του παλαιού προέδρου της χώρας, σταθερού συμμάχου της Χεζμπολά και προσωπικού φίλου του προέδρου Μπασάρ Αλ-Άσαντ. Η μεταστροφή αυτή προκάλεσε την οργή του Ζαζά, ο οποίος, από τον Ιανουάριο, υποστηρίζει τον παλαιό αντίπαλό του Μισέλ Αούν.

Αποτέλεσμα; Οι δύο υποψήφιοι για την προεδρία του Λιβάνου είναι όχι μόνο χριστιανοί μαρωνίτες (όπως επιτάσσει το ιδιότυπο πολιτικό καθεστώς της χώρας, που προβλέπει συγκεκριμένα αξιώματα για πολίτες συγκεκριμένου θρησκεύματος), αλλά και σύμμαχοι της Χεζμπολά. Το σιιτικό κόμμα δεν έχει ακόμη αποφασίσει ποιον υποψήφιο θα στηρίξει, εκτιμώντας ότι η παράταση της εκκρεμότητας είναι προς το συμφέρον του. Θα μπορούσε να υποχρεώσει τους πολιτικούς αντιπάλους του, με πρώτο τον Χαρίρι, να κάνουν κι άλλες παραχωρήσεις -κυρίως να δεχτούν την αναμόρφωση των εκλογικών περιφερειών και τη μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου για τις βουλευτικές εκλογές. Η Χεζμπολά έχει θέσει τους δύο αυτούς κεντρικούς στόχους ώστε να εξισορροπήσει τον συσχετισμό δυνάμεων στο κοινοβούλιο

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Συντάκτης της «Le Monde diplomatique».