Η Κεντρική Αμερική εγκαταλείπει την Ταϊπέι

Για πολύ καιρό, οι αντικομμουνιστικές κυβερνήσεις της Κεντρικής Αμερικής υπήρξαν από τους πιστότερους συμμάχους της Ταϊβάν. Όμως, η μετεξέλιξη του καθεστώτος στην Κίνα και η ενίσχυση των εμπορικών δεσμών του ασιατικού γίγαντα με την Κεντρική Αμερική άλλαξαν τα δεδομένα… Οι δύο αντίπαλοι του στενού της Φορμόζας δεν αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η διπλωματική απομόνωση απειλεί την Ταϊπέι.

«Πράξη στοιχειώδους ρεαλισμού» (1). Με αυτά τα λόγια, το 2007, ο Όσκαρ Αρίας Σάντσες, τότε πρόεδρος της Κόστα Ρίκα, σχολίασε την απόφασή του να αναγνωρίσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, 58 χρόνια μετά την ανακήρυξή της. Από το 1949 και την εξορία των εθνικιστών του Κουομιντάνγκ, οι οποίοι ηττήθηκαν από τους κομμουνιστές του Μάο Τσε Τουνγκ, στην άλλη πλευρά του στενού της Φορμόζας που χωρίζει την Ταϊβάν από την ηπειρωτική Κίνα η Ταϊπέι θεωρούσε ότι αποτελεί αιχμή του δόρατος στη μάχη κατά του κομμουνισμού. Πολύ γρήγορα, μπόρεσε να στηριχτεί στην εύνοια των ηγετών της Λατινικής Αμερικής, οι οποίοι ήταν ευθυγραμμισμένοι με τη διπλωματία των Ηνωμένων Πολιτειών. Το νησί ανέπτυξε στενούς δεσμούς με τα στρατιωτικά καθεστώτα της περιοχής. Ακόμη και σήμερα, το επιβλητικό άγαλμα του Τσιανγκ Κάι Σεκ, ηγέτη του Κουομιντάνγκ, το οποίο ανέγειρε ο Αλφρέδο Στρέσνερ στην καρδιά της πρωτεύουσας της Παραγουάης Ασουνσιόν, αποτελεί τεκμήριο της φιλίας μεταξύ των δύο δικτατόρων. Και οι δύο ήταν πολύ δραστήρια μέλη της Παγκόσμιας Αντικομμουνιστικής Ένωσης, η οποία ιδρύθηκε το 1967 από τον Στρέσνερ. Η Παραγουάη παραμένει το προγεφύρωμα της Ταϊβάν στη Νότια Αμερική και ο μοναδικός δίαυλος πρόσβασής της στην Κοινή Νοτιοαμερικανική Αγορά (Mercosur).

Το μνημείο του Τσιανγκ Κάι Σεκ στην Ταϊπέι: οι αντικομμουνιστικές συμμαχίες του δεν αποδίδουν τόσο πολύ πια απέναντι στην Κίνα... (φωτ.: CEphoto, Uwe Aranas)

Το μνημείο του Τσιανγκ Κάι Σεκ στην Ταϊπέι: οι αντικομμουνιστικές συμμαχίες του δεν αποδίδουν τόσο πολύ πια απέναντι στην Κίνα… (φωτ.: CEphoto, Uwe Aranas)

Το 1969, από τις χώρες της περιοχής, μόνο η Κούβα είχε αναγνωρίσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Το 1971, μόλις πέτυχε την αναγνώριση των Ηνωμένων Πολιτειών και μια έδρα στον ΟΗΕ αντί της Ταϊβάν, η Κίνα άρχισε να επιδίδεται στην αποδιάρθρωση του διπλωματικού δικτύου της αντίπαλης οντότητας. Ένα δίκτυο συμμάχων, η ψήφος των οποίων μπορεί να αποδειχτεί πολύτιμη για τη νήσο: παρά τα επανειλημμένα αιτήματά της, η Ταϊβάν παραμένει αποκλεισμένη από τους διεθνείς θεσμούς, με εξαίρεση τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, στον οποίο εντάχθηκε το 2002. Άλλωστε, το Πεκίνο επιβάλλει κριτήριο αποκλειστικότητας που υποχρεώνει τις διάφορες χώρες να επιλέξουν, καθώς η λειτουργία πρεσβείας στην Ταϊβάν συνεπάγεται την ντε φάκτο ρήξη με την Κίνα. Πρόκειται για μη διαπραγματεύσιμο κανόνα, που πιθανότατα θα επιτρέψει στην Κίνα να απομονώσει ακόμη περισσότερο την Ταϊβάν.

Η απογοήτευση της Νικαράγουα

Το Πεκίνο επιτυγχάνει με μεγαλύτερη άνεση τον στόχο του στη Νότια Αμερική παρά στον ισθμό της Κεντρικής Αμερικής: μέχρι και τη δεκαετία του 2000, η Κεντρική Αμερική αποτελούσε προπύργιο υποστήριξης της Ταϊβάν. Γι’ αυτό και η απόφαση της Κόστα Ρίκα προκάλεσε τέτοια έκπληξη. Μολονότι η απόφαση δεν μεταβάλλει τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ Πεκίνου και Ταϊπέι (2), ο «στοιχειώδης ρεαλισμός» τον οποίον επικαλέστηκε ο Αρίας Σάντσες θα μπορούσε να επικρατήσει και σε άλλες πρωτεύουσες. Κατ’ αρχήν σε πολιτικό επίπεδο, αφού στους Λατινοαμερικάνους αντικομμουνιστές δεν έχει διαφύγει το γεγονός ότι η «κόκκινη απειλή» έχει εξατμιστεί. Αλλά και σε οικονομικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τον (υπέρμαχο της ανεξαρτησίας) πρώην πρόεδρο της Ταϊβάν, Τσεν Σούι Μπιάν, η Κίνα φέρεται να «εξαγόρασε έναντι 400 έως 500 εκατομμυρίων δολαρίων τη διπλωματική υποστήριξη» της Κόστα Ρίκα, στο πλαίσιο της στρατηγικής της να μετατρέψει τη νήσο σε «ορφανό της διεθνούς κοινότητας» και να ενορχηστρώσει «την εξαφάνισή της ως έθνους» (3). Ο ασιατικός γίγαντας δεν τσιγκουνεύτηκε στα μέσα που χρησιμοποίησε: μεταξύ 2004 και 2006, οι εξαγωγές της Κόστα Ρίκα προς την Κίνα πέρασαν από τα 163,3 στα 558,3 εκατομμύρια δολάρια, την ώρα που οι εξαγωγές προς την Ταϊβάν δεν έφταναν ούτε τα 100 εκατομμύρια δολάρια.

Στο πεδίο αυτό, τα μέσα της Κίνας αποδεικνύονται σημαντικά, παρά την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξής της. Στις 8 Ιανουαρίου 2015, στο Πεκίνο, κατά την πρώτη σύνοδο κορυφής μεταξύ της Κοινότητας Κρατών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (CELAC) και της ηπειρωτικής Κίνας, ο πρόεδρος Σι Ζινπίνγκ δεσμεύτηκε να επενδύσει 250 δισεκατομμύρια δολάρια για την «εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ της Κίνας και της Λατινικής Αμερικής» (4). Παρ’ όλο που η Κίνα εστιάζει κυρίως στους προμηθευτές πρώτων υλών, όπως η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Βενεζουέλα ή ο Ισημερινός, δεν της διαφεύγει η στρατηγική κατάσταση των μικρών χωρών της Κεντρικής Αμερικής.

Με πρώτη τη Νικαράγουα, με την οποία οι σχέσεις δεν ξεκίνησαν με τους καλύτερους οιωνούς. Αν και εξ ορισμού πιο κοντά στο Πεκίνο από ό,τι στην Ταϊβάν σε ιδεολογικό επίπεδο, ο ηγέτης των Σαντινίστας Ντανιέλ Ορτέγα ήταν πολύ επιφυλακτικός απέναντι στην Κίνα όταν επέστρεψε στην εξουσία, το 2006. Κατά την πρώτη θητεία του (1985-1990), είχε εμπιστευθεί τον ασιατικό γίγαντα και είχε τερματίσει τις διπλωματικές σχέσεις που η χώρα διατηρούσε πάντοτε με την Ταϊβάν, δίνοντας στους Ταϊβανέζους διπλωμάτες έναν μήνα για να αποχωρήσουν από τη Νικαράγουα, πριν οι Κινέζοι διπλωμάτες πάρουν τη θέση τους στις εγκαταστάσεις του ίδιου κτιρίου. Η εμπειρία αποδείχτηκε ελάχιστα αποδοτική: μια «πράξη επαναστατικού ρομαντισμού», σύμφωνα με τον Κάρλος Φονσέκα Τεράν, τότε αναπληρωτή γραμματέα Διεθνών Σχέσεων του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας (FSLN) (5). Η Κίνα δεν είχε προχωρήσει παρά σε μια απλή «ηθική υποστήριξη» του αγώνα των Σαντινίστας.

Επιχειρώντας δυναμική επιστροφή στη χώρα, το Πεκίνο φαίνεται ότι συνέβαλε στη διαμόρφωση του σχεδίου διάνοιξης διώρυγας μεταξύ Ατλαντικού και Ειρηνικού Ωκεανού, ιδέα που υποστήριζε παλαιότερα η Ταϊβάν (6). Θα προχωρήσει όμως το συγκεκριμένο σχέδιο; Τα μεγάλα έργα, που βρίσκονται πάντοτε σε νεκρό σημείο, έχουν αναβληθεί για το τέλος του 2016 και ο Ουάνγκ Ζινγκ, ο επενδυτής από το Χονγκ Κονγκ που είχε αναλάβει τη χρηματοδότησή τους, πρόσφατα είδε την περιουσία του να συρρικνώνεται κατά 85% λόγω των απωλειών στα κινέζικα χρηματιστήρια.

Εξάλλου, η στρατηγική της Ταϊβάν στον ισθμό της Κεντρικής Αμερικής οδήγησε σε πολλές υποθέσεις διαφθοράς που αμαυρώνουν την εικόνα της. Μεταξύ τους, η διασπάθιση 10 εκατομμυρίων δολαρίων που προορίζονταν για την ανοικοδόμηση του Σαλβαδόρ μετά τον σεισμό του 2001. Όταν ανακρίθηκε για τις κατηγορίες υπεξαίρεσης που του αποδίδονταν, ο πρώην πρόεδρος του Σαλβαδόρ Φρανσίσκο Φλόρες περιέγραψε τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε η Ταϊβάν: «Υπήρχε μια πολύ ιδιαίτερη μορφή συνεργασίας κατά τη διάρκεια της θητείας μου. Η κυβέρνηση της Ταϊβάν μετέφερε εμβάσματα απευθείας σε βουλευτές, σε κυβερνήσεις, σε ιδρύματα, σε πολιτικές οργανώσεις που συμφωνούσαν να στηρίξουν τη θέση της ανεξαρτησίας της νήσου» (7).

Άλλωστε, η Ταϊβάν πρέπει να αναμετρηθεί με ένα παρελθόν που προκαλεί αμηχανία. Στο βόρειο τμήμα του νησιού, στη στρατιωτική ακαδημία Φου Χσινγκ Κανγκ, φημισμένη για την ποιότητα της διδασκαλίας στις τεχνικές του αντικομμουνιστικού αγώνα, είχε εκπαιδευτεί, μεταξύ άλλων, ο Ρομπέρτο ντ’Ομπιισόν, ιδρυτής της Εθνικής Δημοκρατικής Συμμαχίας (Arena) και από τους επικεφαλής των «ταγμάτων θανάτου» του Σαλβαδόρ. Και, βέβαια, η Ταϊβάν διατηρεί προνομιακές σχέσεις με τα κόμματα της Δεξιάς στην περιοχή. Μετά, όμως, από τις ειρηνευτικές συμφωνίες και την επιστροφή στη δημοκρατία, σε αρκετές χώρες (το Σαλβαδόρ, η Γουατεμάλα, η Νικαράγουα κ.τ.λ.) υπήρξε πολιτική εναλλαγή. Οι πολιτικές πτέρυγες των παλαιών φιλοκομμουνιστικών αντάρτικων, στη μάχη κατά των οποίων συνέδραμε η Ταϊβάν, όπως το Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης Φαραμπούντο Μαρτί (FMLN) στο Σαλβαδόρ, βρίσκονται στην εξουσία.

Απομένει ο ρόλος της Ουάσινγκτον. Οι στενοί δεσμοί μεταξύ της Ταϊβάν και των χωρών της Κεντρικής Αμερικής επιτρέπουν στις Ηνωμένες Πολιτείες να ελίσσονται σε πολλά επίπεδα για να διατηρήσουν έμμεση και διακριτική επιρροή στην περιοχή που συνεχίζουν να θεωρούν ως «πίσω αυλή» τους. Το 2010, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξόπλισαν την Ταϊβάν με 60 ελικόπτερα Black Hawk. Πέντε χρόνια αργότερα, η κυβέρνηση του Μα-Γινγκ Ζέου έδινε τέσσερα τέτοια ελικόπτερα στην Ονδούρα, όπου η κυβέρνηση που προέκυψε από πραξικόπημα, το 2009, βρισκόταν αντιμέτωπη με σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις…

  1. «The New York Times», 7 Ιουνίου 2007.

  2. Μεταξύ των 22 χωρών που έχουν αναγνωρίσει την Ταϊβάν, 6 βρίσκονται στην Κεντρική Αμερική, 5 στην Καραϊβική (Αϊτή, Δομινικανή Δημοκρατία, Σάντα Λουσία, Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες, Σεντ Κιτς και Νέβις). Στη Νότια Αμερική, μόνο η Παραγουάη διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με τη νήσο.

  3. «La Gente», Radio La Primerísima, Μανάγουα, 22 Αυγούστου 2007.

  4. «La Jornada», Μεξικό, 22 Αυγούστου 2007.

  5. Βλ. Mario Esteban Rodríguez, «¿China o Taiwan? Las paradojas de Costa Rica y Nicaragua», Revista de ciencia politica, τομ.33, ν.2, Σαντιάγο, 2013.

  6. Βλ. François Musseau, «Fièvre des canaux en Amérique centrale», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2014.

  7. «El Faro», 9 Ιανουαρίου 2014, www.elfaro.net.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο