Οι ακαταμάχητες «business schools»

[από το αρχείο της Le Monde diplomatique, Μάιος 2000]

Αν υπάρχει ένα αντικείμενο πανεπιστημιακής διδασκαλίας που εύκολα συνδέουμε με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό είναι η διοίκηση επιχειρήσεων. Αποτελεί την πιο δημοφιλή ειδίκευση κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών, ενώ μόνο στη Γαλλία κάθε χρόνο χορηγούνται 90.000 μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών Master of Business Administration (MBA). Και τα πιο γνωστά πανεπιστήμια διαγκωνίζονται για τις κορυφαίες θέσεις στις σχετικές κατατάξεις, καθώς έχει δημιουργηθεί μια ιδιότυπη “αγορά” διπλωμάτων, όπου τα πλέον αναγνωρισμένα εξασφαλίζουν τις πιο καλοπληρωμένες στελεχιακές θέσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις.

Οι πρώτες εμπορικές σχολές εμφανίζονται στα τέλη του 19ου αιώνα, έγιναν όμως εξαγώγιμο προϊόν μόνο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Ακολουθώντας το σχέδιο Μάρσαλ και τις πολυεθνικές, το μάνατζμεντ αμερικανικού τύπου κάνει την εμφάνισή του στην Ευρώπη. Το Institut européen d’administration des affaires (Insead, Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Διοίκησης Επιχειρήσεων) δημιουργείται το 1959 χάρη στη βοήθεια αμερικανικών ιδρυμάτων. Ιδρύθηκε από απόφοιτους του Harvard Business School και επιδίωξε με επιτυχία να εγκλιματίσει τις μεθόδους που εφαρμόζονταν στις ΗΠΑ στο ευρωπαϊκό περιβάλλον: μαθήματα στα αγγλικά, Αμερικανοί καθηγητές ή καθηγητές με σπουδές στις ΗΠΑ, διδασκαλία με βάση τις μελέτες περιπτώσεων που διδάσκονταν στο Χάρβαρντ.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, οι αμερικανικές business schools γνώρισαν την πρώτη χρυσή εποχή τους. Στην «Αμερικανική πρόκληση», η οποία δημοσιεύτηκε το 1968, ο Ζαν-Ζακ Σερβάν Σρεμπέρ καλούσε την Ευρώπη να «υιοθετήσει με δραστικό τρόπο τις μεθόδους του σύγχρονου μάνατζμεντ» και παρέθετε την άποψη του Ρόμπερτ Μακναμάρα (ο οποίος υπήρξε φοιτητής και καθηγητής στο Harvard Business School, πριν γίνει αφεντικό της αυτοκινητοβιομηχανίας Φορντ και στη συνέχεια υπουργός Άμυνας, την εποχή του πολέμου του Βιετνάμ): «Σε τελική ανάλυση, το μάνατζμεντ είναι η πιο δημιουργική τέχνη, γιατί εξαρτάται από το ανθρώπινο ταλέντο. Είναι ο δρόμος με τον οποίο μεταβιβάζεται στην κοινωνία η κοινωνική, πολιτική, οικονομική και τεχνολογική αλλαγή, με τρόπο ορθολογικό και αποτελεσματικό».

Την ίδια εποχή, ο πρόεδρος Ζορζ Πομπιντού καλούσε τις γαλλικές επιχειρήσεις να μάθουν τις τεχνικές «του μάρκετινγκ και του μάνατζμεντ». Στην Ευρώπη, όπως και αλλού, εμφανίστηκαν οι business schools αμερικανικού τύπου. Και οι μεγάλες γαλλικές εμπορικές σχολές επιχείρησαν μια πλήρη αναμόρφωση της παιδαγωγικής τους: νέα μαθήματα, καθηγητές πλήρους απασχόλησης, γενίκευση της χρησιμοποίησης της μελέτης περιπτώσεων. Συχνά, οι πιο φιλόδοξοι από τους αποφοίτους τους επέλεγαν να περάσουν δύο χρονιές επιπλέον στην άλλη όχθη του Ατλαντικού για να τελειοποιήσουν την εκπαίδευσή τους, ακόμη και αν είχαν παρακολουθήσει σχεδόν το ίδιο πρόγραμμα σπουδών.

Όταν επιβεβαιώθηκε η αμερικανική βιομηχανική παρακμή απέναντι σε χώρες όπως η Ιαπωνία και η Γερμανία, που δεν γνώριζαν τις σπουδές ΜΒΑ, το μάνατζμεντ αμερικανικού τύπου βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ένα άρθρο της «Harvard Business Review» έφτασε στο σημείο να συσχετίσει τη διδασκαλία της διοίκησης επιχειρήσεων -υπερβολικά εξειδικευμένη, υπερβολικά αφηρημένη και όχι αρκετά διεθνής- και την πτώση της ανταγωνιστικότητας της αμερικανικής βιομηχανίας (1). Υποστήριξε ότι οι σπουδές ΜΒΑ ενθάρρυναν το βραχυπρόθεσμο τρόπο σκέψης και ευνοούσαν τη δεξιοτεχνία στο μάρκετινγκ και το χρηματοοικονομικό τομέα, σε βάρος των παραγωγικών δραστηριοτήτων και της τεχνολογικής καινοτομίας.

Αυτή η αμφισβήτηση είχε ως αποτέλεσμα να πειστούν όλες οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων να μεταρρυθμίσουν τη διδασκαλία τους (2). Από τότε, μεταρρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις βρίσκονται παντού στην ημερήσια διάταξη. Όμως, ακόμα και στο αποκορύφωμα των κριτικών, οι σπουδές ΜΒΑ συνέχισαν να μην αντιμετωπίζουν πρόβλημα – αν κρίνουμε από τις αιτήσεις εγγραφής και από το επίπεδο των μισθών – τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και ως εξαγώγιμο προϊόν. Οι σχολές συγκεντρώνουν σημαντικούς οικονομικούς πόρους, οι οποίοι προέρχονται τόσο από την εξάπλωση των ολοένα ακριβότερων προγραμμάτων όσο και από την ιδεοληπτική συλλογή κεφαλαίων.

Διότι το ενδιαφέρον για τον κόσμο των επιχειρήσεων δεν μειώνεται. Όπως παρατηρεί ο δημοσιογράφος Νίκολας Λέμαν: «Στη δεκαετία του ’50, οι καλύτεροι φοιτητές των αμερικανικών πανεπιστημίων ήθελαν να δουλέψουν για τη CIA. Τη δεκαετία του ’60 διάλεγαν το Peace Corps (Σώμα της Ειρήνης), τη δεκαετία του ’70 τον οικολόγο μαχητή Ραλφ Νέιντερ και τη δεκαετία του ’80 την επενδυτική τράπεζα First Boston. Σήμερα, ο κόσμος των επιχειρήσεων αντιπροσωπεύει για τους φοιτητές ένα συναρπαστικό και ηρωικό κόσμο -κάτι που κανείς στον κόσμο των πανεπιστημιακών δεν θα μπορούσε να φανταστεί μόλις μια γενιά πριν» (3).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, τα δύο μεγάλα βρετανικά πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ, ναοί της κλασικής παιδείας, ενέδωσαν, εγκαινιάζοντας κι αυτά τις δικές τους σχολές διοίκησης επιχειρήσεων. Στη Γαλλία, πανεπιστημιακά ιδρύματα όπως η Ecole nationale des ponts et chaussées (Εθνική Σχολή Γεφυρών και Οδοστρωμάτων) ή το Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού δημιούργησαν τα δικά τους ΜΒΑ. Το φαινόμενο είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό στην Ανατολική Ευρώπη, την πρώην Σοβιετική Ένωση, τη Λατινική Αμερική και την Ασία (4). Με την κατάρρευση του κομμουνισμού, την προώθηση του νεοφιλελευθερισμού και τις συζητήσεις για το «τέλος της Ιστορίας» φαίνεται ότι είναι αδύνατο να ανακοπεί η επέκταση του μοντέλου ΜΒΑ.

 

Αίθουσα διδασκαλίας στο Harvard Business School (φωτ.: HBS1908).

 

Οι δύο δυνάμεις

Μέσα στην παγκόσμια οικονομία, δύο δυνάμεις επηρεάζουν την «αγορά» των business schools: οι οργανισμοί πιστοποίησης και οι κατατάξεις. Στις ΗΠΑ, η American Assembly of Collegiate Schools of Business (AACSB) απονέμει, από το 1916, τα πιστοποιητικά ποιότητας. Στην Ευρώπη, δημιουργήθηκαν πρόσφατα αντίστοιχοι οργανισμοί και κυρίως το European Foundation of Management Development (EFMD), το οποίο εδρεύει στις Βρυξέλλες και δημιούργησε την προδιαγραφή European Quality Improvement System (Equis). Όμως, η ευρωπαϊκή πιστοποίηση έχασε την ελκυστικότητά της από τη στιγμή που η Ecole supérieure des sciences économiques et commerciales (Essec, Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών), η οποία ακολουθήθηκε αμέσως από άλλα ευρωπαϊκά ιδρύματα, απέκτησε το 1997 την πιστοποίηση AACSB.

Ο ανταγωνισμός για την κατάταξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε έναν κόσμο όπου ο νικητής «τα παίρνει όλα». Όμως, αυτή η διαδικασία μπορεί να φαίνεται αυθαίρετη, ακόμα και ασήμαντη όταν πρόκειται να κριθούν προγράμματα τα οποία εφαρμόζονται σε διαφορετικές χώρες, όπου δεν είναι δυνατό να συγκριθούν ούτε τα εκπαιδευτικά συστήματα ούτε τα επίπεδα μισθών. Εξάλλου, τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται συνήθως (μέσος μισθός κατά την αποφοίτηση, αριθμός προσφορών εργασίας ανά απόφοιτο, αυστηρότητα στην επιλογή των υποψήφιων φοιτητών, ποσοστό διδασκόντων που είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, κρίσεις των κοσμητόρων, των αρμόδιων για την επιλογή των φοιτητών ή… των ίδιων των φοιτητών) είναι συχνά ασαφή, υποκειμενικά και ευμετάβλητα. Οργανώνονται μεγάλες εκστρατείες δημοσίων σχέσεων με στόχο αυτούς που καταρτίζουν τους καταλόγους, καθώς τους αρέσει να ανακατεύουν τα πράγματα, να υποβαθμίζουν μια σίγουρη αξία ή να δίνουν μια ευκαιρία σε ένα ελάχιστα γνωστό πρόγραμμα. Περισσότερες από εκατό αμερικανικές business schools, οι οποίες επικαλούνται κάποιον από αυτούς τους καταλόγους, υπερηφανεύονται ότι ανήκουν στο «top ten»… Ορισμένες κατατάξεις (και ιδιαίτερα του «Business Week», του «U.S. News and World Report» και των «Financial Times») αποκτούν ωστόσο μεγάλη σημασία για τις σχολές, γιατί σε έναν κόσμο ο οποίος κατέχεται από τη μανία των αριθμών, επηρεάζουν τα επίπεδα των μισθών και επιτρέπουν να προσελκύονται οι καλύτεροι φοιτητές του κόσμου, καθώς επίσης και οι καθηγητές με το μεγαλύτερο κύρος.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η παιδαγωγική διάσταση υποχωρεί μπροστά στις εμπορικές προτεραιότητες. Η «αξία» ενός εκπαιδευτικού προγράμματος κρίνεται με βάση την πραγματοποιούμενη επένδυση (5). Καθώς οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων κατηγορήθηκαν συχνά ότι δεν διοικούνται όπως οι επιχειρήσεις, το άκρον άωτον συνίσταται στο να θεωρείται ο φοιτητής καταναλωτής και το πανεπιστημιακό ίδρυμα επιχείρηση παροχής υπηρεσιών. Το μόνο που μετράει σε αυτή την περίπτωση είναι η ικανοποίηση των πελατών, οι οποίοι είναι όλο και περισσότερο απαιτητικοί, και οι οποίοι, μέσα σε μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία, δεν μπορούν να συγκρατήσουν την ανυπομονησία τους. Επιθυμούν πάνω από όλα να αυξήσει η σχολή την αξία τους στην αγορά -ακόμα και να τους βοηθήσει να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση (6).

Με το πρόσχημα ότι ανταποκρίνονται στη ζήτηση της αγοράς, πολλά ιδρύματα υιοθέτησαν μια στρατηγική ανάπτυξης προς όλες τις κατευθύνσεις, δημιουργώντας προγράμματα, συμμαχίες και παραρτήματα στο εξωτερικό. Όμως, η υπερβολική διεθνοποίηση πραγματοποιείται μόνο προς μία κατεύθυνση. Μπορεί οι Αμερικανοί καθηγητές να διδάσκουν σε ξένα πανεπιστήμια, σπάνια όμως βρίσκουν χρόνο για να κατανοήσουν τις τοπικές επιχειρηματικές συνθήκες. Ο Τζέφρι Ε. Γκάρτεν, κοσμήτορας του Yale School of Management, αναρωτιέται αν ο πολλαπλασιασμός αυτών των προγραμμάτων «δεν έχει πάνω από όλα ως κίνητρο τη θέληση να υπάρξουν έσοδα, να μιμηθούν τις σχολές που τους ανταγωνίζονται ή τη δυνατότητα να καυχιούνται στα μέσα ενημέρωσης για τον αριθμό των προγραμμάτων που δημιουργήθηκαν στο εξωτερικό, παρά τους συνετούς στρατηγικούς υπολογισμούς σχετικά με την παιδαγωγική αποστολή των σχολών» (7). Εξάλλου, καμία από τις μεγάλες αμερικανικές business schools δεν απαιτεί την καλή γνώση μιας ξένης γλώσσας, ούτε και προσφέρει διδασκαλία συγκριτικού μάνατζμεντ -καθώς θεωρείται αυτονόητο ότι υπάρχει ένα μοντέλο με παγκόσμια εφαρμογή (8).

Για να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους, οι αμερικανικές σχολές πλειοδοτούν στη συγκέντρωση κεφαλαίων. Η ανακοίνωση μιας σημαντικής δωρεάς από μια σχολή παρακινεί τους ανταγωνιστές της να εξασφαλίσουν ακόμα μεγαλύτερες δωρεές. Αυτή τη στιγμή, παρόμοιες εκστρατείες σπάνε όλα τα ρεκόρ, εν μέρει χάρη στις θεαματικές χρηματιστηριακές υπεραξίες. Τα δίκτυα των πρώην φοιτητών συμβάλλουν και αυτά. Επιπλέον, οι πιο γενναιόδωροι δωρητές (όσοι προσφέρουν περισσότερα από 20 εκατομμύρια δολάρια) μπορούν να πετύχουν να δοθεί το όνομά τους στο ίδρυμα που θα λάβει τη δωρεά (9). Οι πιο κερδοφόροι τομείς, όπως η συνεχής επιμόρφωση, αποφέρουν ένα αυξανόμενο μερίδιο εσόδων: το διάσημο πρόγραμμα προχωρημένου μάνατζμεντ του Χάρβαρντ, το οποίο διαρκεί εννέα εβδομάδες, κοστίζει 40.500 δολάρια… Ο γρήγορος πλουτισμός ορισμένων ιδρυμάτων μάς κάνει να υποθέσουμε ότι θα περάσουν σύντομα από μια λογική αύξηση των ακινήτων (χτίζουν νέες εγκαταστάσεις γιατί διαθέτουν τεράστιους οικονομικούς πόρους) σε μια ξενοδοχειακή λογική (καθώς πρέπει να γεμίσουν τα νέα φοιτητικά «δωμάτια»), με ανάλογη μείωση της αυστηρότητας κατά την επιλογή των φοιτητών και πτώση του επιπέδου της διδασκαλίας.

Οι καθηγητές, οι οποίοι τόσο παθιάζονται με την αλλαγή όταν πρόκειται να την επιβάλουν στους άλλους, αγκιστρώνονται στα προνόμιά τους και ιδιαίτερα στη μονιμότητά τους. Ακολουθούν έτσι μια λογική που είναι διαμετρικά αντίθετη στη λογική της αγοράς, όπου η ασφάλεια της απασχόλησης εξαρτάται από την επίδοση. Εξάλλου, τίποτε δεν εξασφαλίζει ότι παράγουν γνώσεις οι οποίες είναι χρήσιμες για τις επιχειρήσεις. Διότι, προκειμένου να αποκτήσουν έδρα στα πανεπιστημιακά ιδρύματα με το μεγαλύτερο κύρος, οφείλουν κυρίως να αποδείξουν στους ομοίους τους την ποιότητα της θεωρητικής τους έρευνας. Όμως, η υπερβολική εξειδίκευση, καθώς και η επιθυμία τους να φαίνονται «επιστημονικοί», δεν αφήνουν περιθώρια, τόσο για τη διεπιστημονικότητά τους όσο και για το ευανάγνωστο των κειμένων τους (10). Οι ειδικευμένες επιθεωρήσεις είναι γεμάτες άλλοτε από αφηρημένα άρθρα που απαντούν με μεγάλη ακρίβεια σε άχρηστα ερωτήματα και άλλοτε από εμπειρικά άρθρα που ασχολούνται σχολαστικά με αδιάφορα θέματα.

Μόλις αποκτήσουν την έδρα τους, οι καθηγητές έχουν την τάση να ενδίδουν στις σειρήνες του έξω κόσμου. Τα συμβούλια, οι διαλέξεις και τα σεμινάρια αμείβονται πολύ καλύτερα από τη διδασκαλία και την έρευνα. Οι «σούπερσταρ» του συστήματος, οι οποίοι συμβάλλουν στη φήμη των σχολών, έχουν τη δυνατότητα να πωλούν τις υπηρεσίες τους για ποσά που φτάνουν έως και τα 90.000 δολάρια την ημέρα (11). Όπως παρατηρεί ο κοσμήτορας Γκάρτεν, αυτό έχει ως αποτέλεσμα «να υποβαθμίζεται η διδασκαλία τη στιγμή ακριβώς που υπάρχει επείγουσα ανάγκη για καλύτερη κατανόηση του κόσμου των επιχειρήσεων». Προσπαθώντας να βρουν μια λύση σε αυτό το πρόβλημα, οι καθηγητές της Ecole des hautes études commerciales υποστήριξαν ξανά το 1994 ότι η παιδαγωγική αποστολή δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί στις επιχειρήσεις και ότι οι σχολές πρέπει να ευνοούν το κριτικό πνεύμα, τη δεοντολογία, τη διεπιστημονικότητα και την κοινωνική διάσταση (12).

Ακόμα κι αν δεν διαθέτουν τους πόρους των αμερικανικών ιδρυμάτων, ορισμένα ευρωπαϊκά ιδρύματα μπορούν να βρίσκονται στην αιχμή της καινοτομίας. Σύμφωνα με τον καθηγητή Χένρι Μίντζμπεργκ, καθηγητή στο πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ και στο Insead, «το 95% των σημαντικών αναλύσεων σε θέματα εκπαίδευσης στο μάνατζμεντ παράγονται στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Βρετανία» (13). Ωστόσο, η αγορά της διδασκαλίας δεν φαίνεται να επηρεάζεται από αυτό το γεγονός. Έτσι, το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, αφού δοκίμασε ένα πρωτότυπο πρόγραμμα φοίτησης με εναλλαγή σπουδών και εργασίας σε επιχείρηση, ευθυγραμμίστηκε με τις προδιαγραφές του συμβατικού ΜΒΑ. Και σύμφωνα με την τελευταία κατάταξη των 100 καλύτερων business schools στον κόσμο που πραγματοποίησan οι «Financial Times», μόνο δύο ευρωπαϊκά ιδρύματα, το Insead και το London Business School, περιλαμβάνονται στα δέκα πρώτα.

 

  1. Βλ. Richard G. Hamermesh (epim.), «Strategic Management», Harvard Business Review Executive Book Series, John Wiley & Sons, Νέα Υόρκη, 1983, σελ. 522.
  2. «Business Week», Νέα Υόρκη, 24 Μαρτίου 1986 και «The Chronicle of Higher Education», Ουάσιγκτον, 23 Φεβρουαρίου 1994.
  3. Nicholas Lemann «The Kids in the Conference Room», «The New Yorker», 18 Οκτωβρίου 1999.
  4. Βλ. «Les faiseurs de la revolution liberale», «Le Monde diplomatique», Μάιος 1992.
  5. Ronald N. Yeaple, «The ΜΒΑ advantage: Why it Pays to Get an ΜΒΑ», Β. Adams, Holbrook (Μασαχουσέτη), 1994.
  6. Το Harvard Business School απαγόρευσε πρόσφατα στους καθηγητές του να γίνονται μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών που δημιουργούνται από τους φοιτητές τους (βλ. «The Wall Street Journal», 27 Φεβρουαρίου 2000).
  7. Jeffrey Ε. Garten, «Globalizing the ΜΒΑ», λόγος που εκφωνήθηκε κατά τη διάσκεψη του Graduate Management Admission Council (GMAC), Ουάσιγκτον, 18 Ιουνίου 1999.
  8. Για μια διαφορετική προοπτική, βλ. Elie Cohen, Jean-Pierre Helfer και Roland Perez, «Pour un modelé européen de management», «Le Monde», 14 Μαρτίου 2000.
  9. Το πανεπιστήμιο της Κολούμπια γνωστοποίησε ότι οποιοσδήποτε κληροδοτήσει σε αυτό 60 εκατομμύρια δολάρια θα έχει το προνόμιο να δει την business school να φέρει το όνομά του.
  10. Βλ. «La tyrannie de l’économiquement correct», «Le Monde diplomatique», Μάιος 1995.
  11. Stuart Crainer και Des Dearlove, «Gravy Training: Inside the Business of Business Schools», Jossey-Bass Publishers, Σαν Φρανσίσκο 1999, σελ. 106.
  12. «L’Ecole des managers de demain» (συλλογικό έργο), Economica, Παρίσι, 1994.
  13. «Business Week», 19 Οκτωβρίου 1998.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Επίκουρος καθηγητής στο Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts (Μέντφορντ, Μασσαχουσέττη, ΗΠΑ). Συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του «The Price of Fear: The Truth Behind the Financial War on Terror», University of California Press, 2008.