To δημαγωγικό «μαγαζάκι» των Ούγγρων εθνικιστών

Έχοντας ξεκινήσει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η μείωση της γονιμότητας οδηγεί την Ουγγαρία στη δημογραφική παρακμή, η οποία επιδεινώνεται από τον μεγάλο αριθμό Ούγγρων που μεταναστεύουν στο εξωτερικό. Με ένα εκατομμύριο λιγότερους κατοίκους μέσα σε τριάντα χρόνια, η μείωση του πληθυσμού τροφοδοτεί κάθε είδους φαντασιώσεις και δημαγωγίες.

«Πώς γίνεται να βρισκόμαστε ακόμα εδώ μετά από χίλια χρόνια; Ίσως επειδή ανέκαθεν γνωρίζαμε ότι η ύπαρξή μας είχε ένα νόημα, επειδή εδώ υπήρχε ένας πολιτισμός, ένα πνεύμα και μια ψυχή που εξύψωσαν τις καρδιές μας επί αιώνες. Διατηρήσαμε το ιδανικό μας για ενότητα και ενοποίηση, όπως και την εθνική μας υπερηφάνεια». Στις 15 Μαρτίου 2018, εθνική εορτή της Ουγγαρίας, ο Βίκτορ Όρμπαν κατακεραυνώνει τις «δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης» ενώπιον δεκάδων χιλιάδων οπαδών του. Ο Ούγγρος πρωθυπουργός προφητεύει την εξαφάνιση της Δυτικής Ευρώπης και απευθύνει έκκληση στη νεολαία της χώρας που έχει φύγει στο εξωτερικό να υπερασπιστεί την πατρίδα, της οποίας η επιβίωση απειλείται από τις εισερχόμενες μεταναστευτικές ροές: «Έχουμε το δικαίωμα να υπάρχουμε. (…) Αν σπάσουν τα αναχώματα, θα πλημμυρίσουμε και θα είναι αδύνατον να αναχαιτιστεί η πολιτισμική εισβολή».

Κάθε χρόνο, οι εορτασμοί της επανάστασης του 1848 αποτελούν μια στιγμή παροξυσμού για την πολιτική ζωή της χώρας. Τρεις εβδομάδες πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 8ης Απριλίου, το ακραίο ύφος που επέλεξε ο αρχηγός της κυβέρνησης θα μπορούσε να εκπλήξει. Εντάσσεται όμως σε μια παλαιά έμμονη ιδέα: τον φόβο της εξαφάνισης του ουγγρικού έθνους. Μετά τη Συνθήκη του Τριανόν (1920) και τον διαμελισμό του βασιλείου της Ουγγαρίας (1), η Δεξιά έχει αναπτύξει μια ισχυρή ρητορική γύρω από την «ουγγρικότητα» (maguarság), η οποία απειλείται σε όλη τη λεκάνη των Καρπαθίων, λόγω της ταραχώδους ιστορίας της περιοχής και του έντονου αισθήματος της γλωσσικής και πολιτιστικής απομόνωσης (2). Εδώ και πολύ καιρό έχει πυροδοτήσει έναν δημογραφικό εθνικισμό, επικεντρωμένο σε τρεις άξονες: α) την «επανένωση του έθνους» πέρα από τα σύνορα που επιβλήθηκαν στην Ουγγαρία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, β) την τόνωση των οικογενειακών παραδόσεων μέσα από την προώθηση πολιτικών για την αύξηση της γεννητικότητας, ώστε να ανακοπεί η μείωση των γεννήσεων που έχει προ πολλού δρομολογηθεί, γ) την παρανοϊκή στάση απέναντι στις ομάδες των «άλλων», είτε πρόκειται για μειονότητες στο εσωτερικό της χώρας (Ρομά, Εβραίοι) είτε, πιο πρόσφατα, για μετανάστες από χώρες εκτός Ευρώπης.

φωτ.: pixabay

H άνοδος του αλυτρωτισμού σημάδεψε την περίοδο του Μεσοπολέμου και οδήγησε τον αντιβασιλέα Μίκλος Χόρτυ στην αγκαλιά της ναζιστικής Γερμανίας. Η συλλογική αμνησία που επέβαλε στη συνέχεια το κομμουνιστικό καθεστώς τερματίστηκε ταυτόχρονα με την κατάρρευσή του –και το ουγγρικό ζήτημα ξανάκανε την εμφάνισή του. Στις 2 Ιουνίου 1990, ο νέος πρωθυπουργός, ο συντηρητικός Γιόζεφ Αντάλ, δηλώνει πως «αισθάνεται συναισθηματικά και πνευματικά πρωθυπουργός 15 εκατομμυρίων Ούγγρων»… τη στιγμή που ο πληθυσμός της χώρας δεν ξεπερνά τα 10 εκατομμύρια. Αυτό το φορτισμένο μήνυμα, απευθυνόμενο στα 5 εκατομμύρια ουγγρόφωνων που ζουν εκτός των συνόρων της χώρας, θα προβληθεί ακόμα εντονότερα από το Fidesz, τον φιλελεύθερο-συντηρητικό σχηματισμό που ανήλθε στην εξουσία το 1998. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης του Κοσσόβου το 1999, ο ηγέτης του Βίκτορ Όρμπαν εμφανίστηκε ως ο προστάτης των Ούγγρων της Σερβίας. Στη συνέχεια, ως αντιπολίτευση, υποστήριξε το 2004 την πρωτοβουλία για τη χορήγηση της ουγγρικής υπηκοότητας στους ουγγρόφωνους πολίτες της Ρουμανίας, της Σλοβακίας, της Σερβίας, της Ουκρανίας, της Αυστρίας, της Κροατίας και της Σλοβενίας. Ωστόσο, το δημοψήφισμα που κατόρθωσε να επιβάλει η Παγκόσμια Ομοσπονδία Ούγγρων (3) στην τότε σοσιαλφιλελεύθερη κυβέρνηση ακυρώθηκε λόγω μη επαρκούς συμμετοχής.

 

Κανένα αποτέλεσμα από την πολιτογράφηση των ουγγρόφωνων του εξωτερικού

Μετά από οκτώ χρόνια σοσιαλφιλελευθερισμού, η επιστροφή του Όρμπαν στην εξουσία, τον Μάιο του 2010, σηματοδότησε μια σημαντική στροφή. Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του πέτυχε την ψήφιση (από ένα Κοινοβούλιο στο οποίο το κόμμα του διέθετε τα δύο τρίτα των εδρών) μιας απλοποιημένης διαδικασίας για την πολιτογράφηση των ουγγρόφωνων του εξωτερικού. Το μέτρο είχε άμεση επιτυχία στη Ρουμανία, στη Σερβία (δύο χώρες που επίσης εφαρμόζουν τη χορήγηση διαβατηρίων σε άτομα των εκτός συνόρων εθνικών μειονοτήτων τους) και στην Ουκρανία. Μέσα σε επτά χρόνια, η Ουγγαρία πολιτογράφησε περισσότερα από ένα εκατομμύριο άτομα. Για το Fidesz, μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: όχι μόνον αυξάνει τον αριθμό των Ούγγρων υπηκόων, αλλά εξασφαλίζει και μια σημαντική εκλογική πελατεία (4). Στις βουλευτικές εκλογές της 8ης Απριλίου, 378.000 Ούγγροι του εξωτερικού είχαν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους και είχαν δικαίωμα να ψηφίσουν υποψηφίους από το ψηφοδέλτιο Επικρατείας του κάθε κόμματος, καθώς το δεύτερο ψηφοδέλτιο που προβλέπεται από το εκλογικό σύστημα της χώρας, εκείνο με τους υποψηφίους των κομμάτων ανά εκλογική περιφέρεια, χορηγείται μόνο στους μόνιμους κατοίκους. Τελικά, από αυτούς ψήφισαν οι 225.000 και το 96% των ψήφων τους κατευθύνθηκε στο Fidesz.

Ωστόσο, η πολιτική των πολιτογραφήσεων δεν ανέκοψε διόλου τη δημογραφική παρακμή –μια τάση δυσβάστακτη για τη χώρα. Μετά την κορύφωση του 1980, με 10,8 εκατομμύρια κατοίκους, ο πληθυσμός της Ουγγαρίας δεν έπαψε να μειώνεται, για να φτάσει τα 9,8 εκατομμύρια το 2017. Σύμφωνα με το μεσαίο σενάριο των δημογραφικών προβολών του ΟΗΕ, ο πληθυσμός ενδέχεται να πέσει κάτω από τα 8 εκατομμύρια πριν από το 2060 (5). Τον Σεπτέμβριο του 2010, τέσσερις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από το Fidesz, η Εθνική Οργάνωση Πολύτεκνων Οικογενειών ανέλαβε να αναδείξει το πέρασμα της χώρας κάτω από το συμβολικό όριο των 10 εκατομμυρίων κατοίκων, στήνοντας μια γιγαντοοθόνη σε κεντρική αρτηρία της Βουδαπέστης, όπου παρουσιαζόταν η αντίστροφη μέτρηση.

Κατά τις εκλογές του 2010, στις προεκλογικές δεσμεύσεις του Fidesz η οικογένεια κατείχε περίοπτη θέση. Το πρόγραμμα Εθνικής Συνεργασίας του κόμματος διαβεβαίωνε: «Η πνευματική και ψυχική υγεία της Ουγγαρίας και της Ευρώπης θα εξαρτηθεί από την ικανότητά μας να επαναφέρουμε και να διαφυλάξουμε την υγεία των οικογενειών, τόσο στην πατρίδα μας όσο και στην κοινή σε όλους μας Ευρώπη. (…) Οφείλουμε να υπερβούμε τη στενοκέφαλη προσέγγιση που συνίσταται στον περιορισμό του ζητήματος των οικογενειών και της μητρότητας αποκλειστικά στην προσωπική σφαίρα» (6). Για την τόνωση της γεννητικότητας προτείνονταν διάφορα μέτρα, που όμως δεν υλοποιήθηκαν: εκπτώσεις στα φοιτητικά δάνεια των πτυχιούχων που τεκνοποίησαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, αναγνώριση επιπλέον συντάξιμων ετών ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, ακόμα και εκχώρηση διευρυμένου εκλογικού δικαιώματος στις πολύτεκνες οικογένειες. Τελικά, η κυβέρνηση επέλεξε να καταφύγει σε μια πιο κλασική πολιτική παροχής οικογενειακών επιδομάτων, εμπνευσμένη σε μεγάλο βαθμό από το γαλλικό σύστημα, καθώς επίσης σε φορολογικές ελαφρύνσεις και σε μια δέσμη μέτρων που επιτρέπουν να συνδυάζεται ευκολότερα η οικογενειακή και η επαγγελματική ζωή. Το εμβληματικό μέτρο της: η παροχή 10 εκατομμυρίων φιορινίων (λίγο πάνω από 30.000 ευρώ) για την αγορά νεόδμητης κατοικίας στα ήδη τρίτεκνα νοικοκυριά ή σε εκείνα που δεσμεύονταν να αποκτήσουν τρία παιδιά μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Ο συνθετικός δείκτης γονιμότητας είχε πέσει κάτω από τα δύο παιδιά ανά γυναίκα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Μάλιστα, στο αποκορύφωμα της οικονομικής και της κοινωνικής κρίσης της δεκαετίας του 1990 (όταν απωλέσθηκαν 1,5 εκατομμύριο θέσεις εργασίας) μειώθηκε κάτω από το 1,3 παιδιά. Στη συνέχεια, ο δείκτης ανέβηκε κάπως, για να φτάσει τα 1,5 παιδιά ανά γυναίκα κατά τη διάρκεια της τελευταίας διετίας. «Αυτή η εξέλιξη οφείλεται εν μέρει στο μήνυμα του Βίκτορ Όρμπαν: “Κάντε παιδιά”. Γνωρίζουμε ότι, σε παρόμοια ζητήματα, τα μηνύματα αποδεικνύονται αποτελεσματικά», αναλύει ο Αττίλα Μελέκ, δημογράφος στο πανεπιστήμιο Corvinus της Βουδαπέστης. «Ο κυριότερος όμως λόγος γι’ αυτήν την αύξηση εντοπίζεται στην αγορά εργασίας, όπου σήμερα επικρατεί μια αισθητά καλύτερη κατάσταση: υπάρχουν πλέον 4,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, έναντι μόλις 3,8 εκατομμυρίων το 2010». Ωστόσο, αυτή η άνοδος δεν είναι αρκετή για να αναχαιτιστεί η δημογραφική παρακμή: ο αριθμός των γεννήσεων είναι κατώτερος εκείνου των θανάτων, κυρίως επειδή υπάρχουν λίγες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.

Το ζήτημα της μετανάστευσης πρωτοέκανε την εμφάνισή του στον δημόσιο διάλογο στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν τέθηκε θέμα σύσφιξης των σχέσεων της «μητέρας πατρίδας» με τους «εκτός των συνόρων» Ούγγρους. Όντας αντίθετοι με το δημοψήφισμα του 2004 για τη χορήγηση ουγγρικής υπηκοότητας στους ουγγρόφωνους, οι σοσιαλφιλελεύθεροι που ήταν τότε στην εξουσία επέσειαν τον κίνδυνο της εισβολής ξένων εργαζόμενων. Ο σεισμός όμως προκλήθηκε το 2015, με τη διέλευση από την Ουγγαρία 500.000 προσφύγων καθ’ οδόν προς τη Γερμανία. Καθώς από την αρχή εκείνης της χρονιάς η δημοτικότητά του σημείωνε κάθετη πτώση, ο Όρμπαν επέλεξε να εκμεταλλευθεί την κατάσταση, παρουσιάζοντας τους πρόσφυγες ως ένα νέο κίνδυνο για το έθνος. Η άποψη που παρουσιάζει την Ουγγαρία να αγωνίζεται μόνη για την επιβίωσή της δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να εδραιωθεί, καθώς στη χώρα υπάρχει γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη μιας τέτοιας ρητορικής: το εθνικό αφήγημα αφιερώνει τα κυριότερα κεφάλαιά του στις διαδοχικές κατακτήσεις από τους Τατάρους, τους Οθωμανούς και τους Σοβιετικούς (7).

 

«Ο κόσμος, όπως υπάρχει εδώ και χιλιετίες, αρχίζει να καταρρέει»

«Ο κόσμος, όπως υπάρχει εδώ και χιλιετίες, έχει αρχίσει να καταρρέει. (…) Αργά ή γρήγορα, αυτό θα οδηγήσει σε εισβολή. (…) Αυτή η παρακμή συνδέεται με τη “θεωρία του κοινωνικού φύλου” και με την επίθεση που δέχεται ο “ζωτικός χώρος” μας από άλλους πολιτισμούς», δήλωνε εκείνη την περίοδο ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Λάζλο Κοβέρ, επιβεβαιώνοντας την εθνικιστική στροφή της ουγγρικής Δεξιάς (8). Έχοντας μετατραπεί σε παράδειγμα προς μίμηση για μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, η οποία τον συνεχάρη θερμά για τη νίκη του στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, ο Όρμπαν έχει υιοθετήσει τη θεωρία της «μεγάλης αντικατάστασης» (9), ακολουθώντας τις ιδέες του Ρενό Καμύ (10) και των Γάλλων «identitaires», των υπέρμαχων της επιστροφής σε μια παρελθούσα, εξιδανικευμένη εθνική ταυτότητα (11).

Όμως, αυτή η ρητορική ριζώνει ενόσω η Ουγγαρία, από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, πλήττεται από ένα εντελώς διαφορετικό δημογραφικό φαινόμενο: τη μαζική μετανάστευση Ούγγρων προς τη Δύση. Τον Ιανουάριο του 2018, η Eurostat κατέγραψε 460.000 Ούγγρους πολίτες εγκατεστημένους σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης –και αυτός ο αριθμός υστερεί κατά πολύ από την πραγματικότητα, καθώς υπολογίζει μόνο τα άτομα που έχουν καταγραφεί επίσημα στη χώρα υποδοχής τους. Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα για τη δεξιά κυβέρνηση της χώρας, τόσο λόγω της έλλειψης εργατικού δυναμικού που προκαλεί όσο και λόγω της συμβολικής σημασίας αυτής της διαρροής εγκεφάλων. Κατά ειρωνεία της τύχης, το ακραίο κόμμα Jobbik, που υπερκεράστηκε από τα δεξιά από το Fidesz, ανταπαντά στην κυβέρνηση ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο το εάν η χώρα θα μετατραπεί σε χώρα υποδοχής μεταναστών όσο το εάν θα εξακολουθήσει να αποτελεί χώρα εξαγωγής μεταναστών… Τρεις ημέρες μετά τη νίκη του στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου 2018, ο Όρμπαν παρουσίασε τη μάχη εναντίον της δημογραφικής παρακμής ως την υψίστη προτεραιότητα της νέας τετραετούς θητείας του.

 

  1. Βλ. τον χάρτη της Agnès Stienne, «Des frontières mouvantes», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος (Σ.τ.Μ.) Η Συνθήκη του Τριανόν υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου του 1920 στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ των 23 συμμαχικών χωρών και της Ουγγαρίας, ως διαδόχου της Αυστροουγγαρίας. Με αυτή τη συνθήκη, η αυτοκρατορική Ουγγαρία έχασε τα 3/4 των εδαφών της και το 65% του πληθυσμού της (φυσικά η πλειονότητά του δεν ήταν Ουγγρόφωνοι, όμως σημαντικό μέρος των Ουγγρόφωνων βρέθηκαν εκτός των συνόρων). Μετά την υπογραφή της συνθήκης, η Ουγγαρία αναφερόταν στους διπλωματικούς κύκλους ως «η μεγάλη ανάπηρος της Ευρώπης», λόγω της ευρείας έκτασης των χερσαίων ακρωτηριασμών που υπέστη.
  2. Anne-Marie Losonczy και András Zempléni, «Anthropologie de la “patrie”: le patriotisme hongrois», «Terrain», Ν° 17, Ναντέρ, Οκτώβριος 1991
  3. (Σ.τ.Μ.) MVSz: η οργάνωση ιδρύθηκε με πρωτοβουλία κληρικών και συντηρητικών το 1938, την εποχή του φασίζοντος φιλογερμανικού καθεστώτος, για να υπερασπιστεί την ουγγρικότητα ανά τον κόσμο. Μετά την πτώση του σοβιετικού μπλοκ απέκτησε διεθνή τηλεοπτικό σταθμό και σε αυτήν κυριαρχούν οι υπερσυντηρητικοί και η ακροδεξιά.
  4. Corentin Léotard, «La Hongrie a naturalisé un million de personnes en sept ans!», «Le Courrier d’Europe Centrale», 18 Δεκεμβρίου
  5. Eurostat και Ουγγρικό Κεντρικό Γραφείο Στατιστικής, Κίρχμπεργκ (Λουξεμβούργο) και Βουδαπέστη, 2017.
  6. Πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης, Βουδαπέστη, 22 Μαΐου 2010.
  7. Catherine Horel, «L’histoire en Hongrie à travers l’interprétation du régime Horthy», «Histoire@Politique», Ν° 31, Παρίσι, Ιανουάριος-Απρίλιος
  8. Συνομιλία στον ραδιοφωνικό σταθμό InfoRádió, 15 Δεκεμβρίου 2015.
  9. (Σ.τ.Μ) Συνομωσιολογική θεωρία σύμφωνα με την οποία οι σκοτεινές δυνάμεις που εμπνεύστηκαν και προωθούν την παγκοσμιοποίηση έχουν ως απώτερο σχέδιο την «αντικατάσταση» των λευκών, χριστιανικών πληθυσμών της Δύσης με σκουρόχρωμους Μουσουλμάνους.
  10. (Σ.τ.Μ) Renaud Camus (1946): Γάλλος συγγραφέας και διανοούμενος που ξεκίνησε από την Αριστερά για να καταλήξει στην ακροδεξιά. Επινόησε την θεωρία της «μεγάλης αντικατάστασης».
  11. Ludovic Lepeltier-Kutasi, «Victor Orbán et l’obsession du “grand remplacement”», Le Courrier d’Europe Centrale, 29 Ιουλίου
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης του «Courrier d’Europe Centrale», https://courrierdeuropecentrale.fr

Διδακτορικός φοιτητής στη γεωγραφία και διευθυντής του «Courrier d’Europe Centrale», https://courrierdeuropecentrale.fr