Οι Σειρήνες των πολυμέσων στο σχολείο

[από το αρχείο της Le Monde diplomatique, Απρίλιος 1998]

Ένα από τα μεγάλα θέματα στην εκπαίδευση σήμερα είναι κατά πόσο τα σχολεία έχουν ενσωματώσει τις τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας. Από όλους θεωρείται ως σημαντικό διακύβευμα -και έτσι είναι ώς έναν βαθμό, αφού οι δεξιότητες αυτές είναι απαραίτητες σε όλους. Ωστόσο, εδώ και πολλά χρόνια υπάρχει και ο αντίλογος, βασισμένος στην ανησυχία για την «άλωση» της εκπαίδευσης από τις εταιρείες λογισμικού. Επιστροφή στο 1998 και στον τότε διάλογο για το θέμα.

«Χειρισμός και σχέδιο στον υπολογιστή από το νηπιαγωγείο, ηλεκτρονική αλληλογραφία από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, πρόσβαση στο διαδίκτυο στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και εργασίες σε δίκτυο στο γυμνάσιο». Ο βολονταρισμός του υπουργού Εθνικής Παιδείας της Γαλλίας, Κλοντ Αλέγκρ, ανταποκρίνεται στην έκκληση που έκανε το Μάρτιο του 1997 ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Ζακ Σιράκ, ο οποίος ευχόταν «όλα τα ιδρύματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να συνδεθούν με το δίκτυο».

Αυτή η προτεραιότητα δικαιολογείται με πολλές και διάφορες ομιλίες: σ’ αυτές, οι θεωρίες για την «κοινωνία της πληροφορίας» συναντούν τις πιο χρησιμοθηρικές αναλύσεις, από τη σημαντική θέση αυτών των τεχνικών στη μελλοντική «απασχολησιμότητα» του μαθητή μέχρι την αναγκαιότητα υπεράσπισης της βιομηχανίας του λογισμικού! Πολυάριθμες εμπειρίες, που έχουν εκτεθεί αφειδώς στα μέσα ενημέρωσης, στηρίζουν με τη σειρά τους αυτές τις ενέργειες: καθηγητές που χρησιμοποιούν καθημερινά την πληροφορική στην τάξη και δημιουργούν βοηθήματα «πολυμέσων» ή «αμφίδρομης επικοινωνίας» στο μάθημά τους, οργάνωση αδελφοποιήσεων μεταξύ ιδρυμάτων κ.λπ. Στην υποδειγματικότητα αυτών των προγραμμάτων προστίθεται το κοινωνικό αίτημα για εξοικείωση με την πληροφορική, το οποίο οφείλεται στο φόβο των οικογενειών -επειδή η αγορά ενός υπολογιστή δεν είναι για όλους εφικτή- μήπως τα παιδιά τους ανήκουν στους μελλοντικούς «πληροφοριο-φτωχούς».

Αυτές οι συγκλίνουσες ομιλίες δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για ερωτήσεις. Η αιτία είναι σαφής: ο πραγματισμός και η αναγκαιότητα επιβάλλουν την εγκατάσταση ενός υπολογιστή σε κάθε τάξη. Το σχολείο θα είναι το πρώτο πεδίο της «μάχης για την ευφυΐα» (1).

Ο τομέας των τεχνολογιών της επικοινωνίας, που βρίσκεται σε πλήρη άνθηση, έχει σίγουρα μεγάλη ανάγκη από σημαντικές στρατολογήσεις. Οι ικανότητες όμως στην πληροφορική δεν επαρκούν πάντοτε για να βρει κάποιος δουλειά σ’ αυτό τον τομέα. Οι αναλυτές-προγραμματιστές, που εκπαιδεύτηκαν στη δεκαετία του ’70, το διαπίστωσαν με τίμημα ένα υψηλό ποσοστό ανεργίας… Η βιομηχανία αυτή απαιτεί τώρα «δημιουργικά» στελέχη, τα οποία μια γενική επιμόρφωση, από λογοτεχνία μέχρι εικόνα, θα τα καταστήσει ικανά για πρωτοβουλίες, προσαρμογή και καινοτομίες. Οι ικανότητες πάνω στην πληροφορική, που απαιτούνται για την πρόσληψη, συνοψίζονται, σε τελική ανάλυση, στο… να μην είναι κάποιος αντίθετος στη χρησιμοποίηση του υπολογιστή.

Έτσι, οι παραγωγοί ηλεκτρονικής ψυχαγωγίας προτιμούν να στρατολογούν καλλιτέχνες που έχουν εκπαιδευτεί με παραδοσιακό τρόπο: «Το μάτι τους έχει μάθει να επικεντρώνεται στις κινήσεις του σώματος», παρατηρεί η Κάρεν Τσελίνι, διευθύντρια προσωπικού της Lucas Art Entertainment, της εταιρείας διαδραστικών παιχνιδιών, που ίδρυσε ο κινηματογραφιστής Τζορτζ Λούκας. «Γνωρίζουν τις απόψεις, τα συναισθήματα, την έκφραση. Καλοί είναι αυτοί που δεν αποχωρίζονταν ποτέ το τετράδιο με τα σχέδιά τους (2)». Ενα άλλο παράδειγμα είναι ένας εκπρόσωπος της εταιρείας υπολογιστών Hewlett-Packard, ο οποίος δηλώνει ότι η εταιρεία του «σπάνια προσλαμβάνει ειδικούς στην πληροφορική, ενώ αντίθετα ευνοεί αυτούς που έχουν την ικανότητα να δουλεύουν ομαδικά, που είναι ευέλικτοι και καινοτόμοι»(3).

Η ταχεία αχρήστευση του λογισμικού (εκπαιδευτικά προγράμματα, επαγγελματικές εφαρμογές, λειτουργικά συστήματα) και των τεχνικών της πληροφορικής αντιπροσωπεύει ένα δεύτερο σημαντικό κίνδυνο για το πρόγραμμα που θα απέβλεπε στην εκπαίδευση των μαθητών για τη μελλοντική τους απασχόληση. Οι γνώσεις που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της σχολικής εκπαίδευσης μπορούν άραγε να χρησιμοποιηθούν μερικά χρόνια αργότερα, εφόσον όλα τα συστήματα της πληροφορικής αλλάζουν τόσο γρήγορα; Πρέπει άραγε και το σχολείο να μπει σ’ αυτόν τον εξαντλητικό αγώνα δρόμου για τις καινοτομίες; Η αχρήστευση πλήττει εξίσου και τον ήδη υπάρχοντα εξοπλισμό (στα γαλλικά ιδρύματα, υπάρχουν περίπου 450.000 υπολογιστές): το υλικό θεωρείται «μάλλον παλιό» μόλις περάσουν δύο χρόνια, ενώ μόλις περάσουν πέντε γίνεται «άχρηστο». Συνέπειες αυτής της υποβάθμισης: μια συνεχής ανάγκη επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, επαναλαμβανόμενες δαπάνες για την ανέλιξη στελεχών και η δυσκολία να καταρτιστεί, κατά τρόπο διαρκή, ένα πρόγραμμα σπουδών.

Η πληροφορική και το διαδίκτυο, όπως και οι άλλοι φορείς επικοινωνίας -γλώσσες, εικόνα, μουσική, οπτικοακουστικά μέσα, έκφραση με το λόγο ή με το σώμα- θα μπορούσαν να διδάσκονται ως μάθημα ξεχωριστό, με τη φροντίδα να αναπτυχθεί μια γενική παιδεία της τεχνικής και των δυνατοτήτων συναλλαγής που αυτή προσφέρει.

Πάντως, την αναγνώριση αυτού του μαθήματος, που στο εξής αποτελεί ολοκληρωμένο τμήμα της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, την υπερβαίνει μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία: πρόκειται για την εισαγωγή της πληροφορικής στις εκπαιδευτικές πρακτικές, με στόχο να γίνει όργανο μετατροπής της διδασκαλίας των υπόλοιπων μαθημάτων.

 

Εμπορική οπτική και παιδαγωγικά διακυβεύματα

Η προσέγγιση αυτή ανοίγει την όρεξη των μεγάλων ιδιωτικών ομίλων, που ελπίζουν στο άνοιγμα μιας αγοράς που δυνητικά θα αντιπροσωπεύει, για τη Γαλλία, «δώδεκα εκατομμύρια παιδιά καταναλωτές». Βλέπουν «στο άνοιγμα των σχολείων στις τεχνικές τους (…) μια χρυσή ευκαιρία για να κερδίσουν τη μελλοντική τους πελατεία, διαμορφώνοντας τη συμπεριφορά της απέναντι στα πολυμέσα, και μάλιστα προσανατολίζοντας τις μελλοντικές επιλογές της»(4). Με τις ευλογίες των κυβερνήσεων, στις Ηνωμένες Πολιτείες όπως και στην Ευρώπη, οι επιχειρήσεις επενδύουν μαζικά σ’ αυτή την αγορά. Έτσι, ο Αντονι Μπλερ, ο Βρετανός πρωθυπουργός, εξήγγειλε, στις 8 Οκτωβρίου 1997, ένα πρόγραμμα αξίας 100 εκατομμυρίων λιρών (περίπου 50 δισ. δρχ.) για να δικτυωθούν τα 32.000 βρετανικά σχολεία… υπό την αιγίδα του Μπιλ Γκέιτς, προέδρου της αμερικανικής εταιρείας Microsoft (5).

Για την ώρα, πρόκειται για μία μάχη που στοχεύει στο να κερδίσει έδαφος, χωρίς να αναμένονται μεγάλα βραχυπρόθεσμα κέρδη, κατά την οποία όλα τα χτυπήματα επιτρέπονται. Από τη μάχη αυτή έχουν εκτοπισθεί οι μικροί κατασκευαστές, οι οποίοι αφήνουν το πεδίο στην πανταχού παρούσα Microsoft, μια εταιρεία σε αναζήτηση νέων αγορών, οι οποίες της επιτρέπουν να διατηρεί τον εντυπωσιακό ρυθμό ανάπτυξής της. Στη Γαλλία, η εταιρεία αυτή επενδύει 3 εκατομμύρια φράγκα (περίπου 150 εκατ. δρχ.) κάθε χρόνο στους πειραματισμούς Graine στα πολυμέσα, ένα «εργαστήριο που μελετάει τα διαρθρωτικά εμπόδια τα οποία εμποδίζουν τον εξοπλισμό των σχολείων», σύμφωνα με τον υπεύθυνό του, Αλέν Φαλκ (6).

Σε μια έκθεση που στόχευε στην «ενίσχυση» της ευρωπαϊκής θέσης «σχετικά με την αγορά των εκπαιδευτικών πολυμέσων», η Ευρωπαϊκή Ενωση καθιέρωσε αυτό το εμπορικό όραμα (7). Για να «παραμείνει ανταγωνιστική η ευρωπαϊκή βιομηχανία λογισμικού», το κείμενο συστήνει «κάθε εκπαιδευτικός να μπορεί να εντάσσει στην παιδαγωγική του πρακτική τη χρησιμοποίηση υλικού από τα πολυμέσα», κάτι που προϋποθέτει ότι θα είναι «σε θέση να τα χειρίζεται και κυρίως ότι θα έχει προηγηθεί η εκπαίδευσή του σ’ αυτά». Κατά τη γνώμη του Μπερνάρ Λανγκ, διευθυντή στο εθνικό ινστιτούτο έρευνας στην πληροφορική και τον αυτοματισμό (Inria), η έκθεση θα έπρεπε «να εκφράζει διαφορετικές προτεραιότητες» επιμένοντας «στην ενίσχυση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος με τη χρησιμοποίηση των πολυμέσων». Εξάλλου, ο ερευνητής εκφράζει τη λύπη του που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί τη χρησιμοποίηση του λειτουργικού συστήματος μιας αμερικανικής εταιρείας που κυριαρχεί στην αγορά του λογισμικού… ενώ διατείνεται ότι θέλει να υπερασπίσει τους ευρωπαίους κατασκευαστές! Και ζητεί, αντίθετα, να ευνοούμε το «ελεύθερο» και δωρεάν λογισμικό και περιεχόμενο, που συχνά προέρχονται από την πανεπιστημιακή κοινότητα (8).

Αν και η φιλοδοξία και οι τρόποι που προτείνονται διαφέρουν, όλοι συμμερίζονται την άποψη, να ευοδωθεί, μέσω της πληροφορικής, μια αναμόρφωση των εκπαιδευτικών μεθόδων. Οι επιτυχίες που αναφέρονται ως παραδείγματα, συχνά συνδέονται με ακραίες καταστάσεις: επαρχιακά σχολεία που βγαίνουν από την απομόνωση με τη χρησιμοποίηση του διαδικτύου, τυφλά παιδιά, στα οποία το δίκτυο προσφέρει μια τεράστια βιβλιοθήκη -χάρη σε ένα σύστημα μεταγραφής με τη μέθοδο Μπράιγ- το γυμνάσιο μιας υποβαθμισμένης συνοικίας που επωφελείται από ένα πιλοτικό πρόγραμμα… Η πληροφορική, παρεμβαίνοντας σαν τεχνητό μέλος στο σώμα, είναι χωρίς καμία αμφιβολία ευεργετική, αλλά αυτά τα ενθαρρυντικά παραδείγματα είναι σπάνια αν εξετάσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα στο σύνολό του.

«Από τις περισσότερες (αμερικανικές) εκθέσεις, συμπεριλαμβανομένης και μιας μετα-ανάλυσης 254 μελετών, που αναφέρεται συχνά, λείπουν οι επιστημονικοί έλεγχοι που είναι απαραίτητοι για να έχουμε σταθερά συμπεράσματα», επισημαίνει ο Τοντ Οπενχάιμερ ύστερα από ένα χρόνο έρευνας και πολυάριθμες συνεντεύξεις σχετικά με την εισαγωγή της πληροφορικής στα σχολεία των Ηνωμένων Πολιτειών (9). Η εφημερίδα «San Jose Mercury News» διεξήγαγε επίσης έρευνα για έναν πιθανό συσχετισμό ανάμεσα στις επενδύσεις στην πληροφορική και τα σχολικά αποτελέσματα στην Καλιφόρνια. Η εφημερίδα καταλήγει σ’ ένα ταυτόσημο συμπέρασμα: «Κανένα όφελος δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά (10)». Επειδή δεν έμεινε ικανοποιημένος από αυτά τα αποτελέσματα, ο σύλλογος Learning in the real world («Μαθαίνοντας στον πραγματικό κόσμο»), που έχει τη βάση του στο Γούντλαντ της Καλιφόρνιας, αποφάσισε να προτείνει υποτροφίες για έρευνα με σκοπό «την ορθολογική εξέταση του κόστους και του οφέλους των τεχνολογιών της εκπαίδευσης, πριν ληφθεί μια απόφαση σχετικά με τα ποσά και τον προορισμό των επενδύσεων» (11).

«Αντίθετα με ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι, η υιοθέτηση των τεχνολογιών στην εκπαίδευση δεν εγγυάται καλύτερα αποτελέσματα στους μαθητές», αποφαινόταν, το 1994, μια έκθεση προς την καναδική κυβέρνηση. «Πολλοί παράγοντες, και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο ενεργοποιείται και χρησιμοποιείται η τεχνολογία, παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην επίτευξη αυτών των αποτελεσμάτων (12)». Κατά τη γνώμη της Τζέιν Ντέιβιντ, μιας ειδικού στην εκπαίδευση, που εργάζεται για λογαριασμό της κατασκευάστριας εταιρείας Apple, μόνο μια παιδαγωγική μέθοδος «προσανατολισμένη σε ένα πρόγραμμα», στην οποία ο εκπαιδευτικός παίζει το ρόλο «περισσότερο του καθοδηγητή στο περιθώριο παρά του επιστήμονα πάνω στο βάθρο», μπορεί να συνδυαστεί με την πληροφορική στα σχολεία. Αυτό που συγκρατούν οι μαθητές, λοιπόν, «έχει να κάνει λιγότερο με τον υπολογιστή απ’ ό,τι με τον τρόπο διδασκαλίας». Εξάλλου, καταλήγει η Τζέιν Ντέιβιντ, «αν καταργούσαμε τον υπολογιστή σ’ αυτά τα ιδρύματα, η εκπαίδευση θα εξακολουθούσε να είναι καλή μέσα σ’ αυτά» (13). Το κύμα εισαγωγής της πληροφορικής στα σχολεία δίνει έτσι την ευκαιρία στην Αμερική να ξαναεφεύρει… την παιδαγωγική μέθοδο του Φρενέ (σ.σ. εκπαιδευτική μέθοδος βασισμένη στην ελεύθερη έκφραση των παιδιών).

Όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, έτσι και στην Ευρώπη δεν υπάρχει κάποια συνολική έκθεση σχετικά με την αποτελεσματικότητα των μαθημάτων που διδάσκονται με τη βοήθεια υπολογιστών. Απέναντι σ’ αυτές τις επιφυλάξεις, επιβάλλονται η περίσκεψη και ο πειραματισμός. Γιατί η μαζική εισαγωγή της πληροφορικής στα σχολεία είναι δαπανηρή και κινδυνεύει να συμβάλει στην αύξηση των ήδη ολοφάνερων σχολικών ανισοτήτων. Επιπλέον, επειδή έχει ανάγκη από την ουσιαστική συμμετοχή των εκπαιδευτικών, υπάρχει κίνδυνος να γίνει η εισαγωγή σε βάρος άλλων προτεραιοτήτων. «Τα προβλήματα της εκπαίδευσης δεν θα μπορούσαν να λυθούν με την τεχνολογία», δήλωνε ο Στίβεν Τζομπς, ένας από τους ιδρυτές της εταιρείας πληροφορικής Apple και ο οποίος είναι πάλι πρόεδρός της από τις 16 Σεπτεμβρίου 1997. «Μπορούμε να βάλουμε σε CD-ROM το σύνολο των γνώσεων. Μπορούμε να εγκαταστήσουμε μια σελίδα του διαδικτύου σε κάθε τάξη. Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι θεμελιωδώς κακό, εκτός και αν μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι μ’ αυτόν τον τρόπο καταπολεμούμε τα κακά της παιδείας (14)».

 

(1) Βλ. Asdrad Torres, «Petite mélodie du retard français», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 1998.

(2) Αναφέρεται από τον Todd Oppenheimer, «The Computer Delusion», «The Atlantic Monthly», Νέα Υόρκη, Ιούλιος 1997.

(3) Αναφέρεται από τον Todd Oppenheimer, οπ. π.

(4) Anne Denis, «Les industriels du multimédia s’infiltrent dans l’école», «Les Echos», Παρίσι, 15 Ιανουαρίου 1998.

(5) Planète Internet, Παρίσι, Νοέμβριος 1997.

(6) Αναφέρεται από την Anne Denis, οπ. π.

(7) Rapport de la task force, «Logiciels éducatifs et multimédia», κατ’ εντολή των Εντίτ Κρεσόν και του Μάρτιν Μπάνγκεμαν, έγγραφο των εργασιών των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ιούλιος 1996. http://www.echo.lu/mes/

(8) Βλ. Bernard Lang, «Des logiciels libres à la disposition de tous»,» Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 1998, και «Commentaires sur le rapport de la task force», 6 Ιουλίου 1997, που βρίσκεται στο διαδικτυο στη διεύθυνση http://bat8.inria.fr/~lang/ecrits/ue/europe.html

(9) Todd Oppenheimer, οπ. π.

(10) «San Jose Mercury News», Σαν Χοσέ, Καλιφόρνια, 14 Ιανουαρίου 1996.

(11) Η σελίδα του στο Ίντερνετ: http://www.realworld.org

(12) «Les possibilités éducatives de l’ autoroute de l’ information au Canada», Industrie Canada 1994, αναφέρεται από την Paulette Bernhard στο «Comment informatiser l’école», έργο που συντόνισαν οι Ζεράρ Πουϊματό και Ρομπέρ Μπιμπό, Εθνικό Κέντρο Παιδαγωγικής Τεκμηρίωσης, Παρίσι, 1996.

(13) Αναφέρεται από τον Todd Oppenheimer, οπ. π.

(14) «Wired», Σαν Φρανσίσκο, Φεβρουάριος 1996.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Δημοσιογράφος.