Όταν η CIA φροντίζει τους Δημοκρατικούς

Οι Δημοκρατικοί βρήκαν απρόσμενους συμμάχους στη μάχη τους ενάντια στον Ντόναλντ Τραμπ: τις υπηρεσίες πληροφοριών. Οι τελευταίες, ευρισκόμενες σε ανοικτό πόλεμο με τον τωρινό πρόεδρο, τον οποίον κατηγορούν για συμπαιγνία με τη Ρωσία, δεν διστάζουν να εμφανίζονται ως ο ύστατος προμαχώνας της δημοκρατίας. Θα πρέπει όμως να πάσχεις από αμνησία για να αποδέχεσαι ένα τέτοιο αφήγημα…

Με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι Αμερικανοί θα μπορούσαν να είχαν φανεί λιγότερο πρόθυμοι να εξυμνήσουν το πολιτικό σύστημά τους. Κι όμως, τίποτε τέτοιο δεν συνέβη. Ο λόγος περί της αμερικανικής «εξαίρεσης» απλώς άλλαξε μορφή: πλέον, κάποιοι αρέσκονται να επαναλαμβάνουν πως οι προβλεπόμενοι από το Σύνταγμα μηχανισμοί ελέγχου της εξουσίας –η αρχή των «θεσμικών αντίβαρων» (checks and balances)– ενισχυμένοι από την κραταιά γραφειοκρατία της εθνικής ασφάλειας, προσφέρουν μια μοναδική ικανότητα αντίστασης στην απειλή του αυταρχισμού. Για αυτούς, η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA), το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI), ακόμα και η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (NSA), αποτελούν αναχώματα προστασίας από ενδεχόμενες εκτροπές του Τραμπ.

Η γραφειοκρατία δεν ήταν μέρος του σχεδίου των πατέρων του Έθνους. Όταν το 1801 ο Τόμας Τζέφερσον εκλέγεται πρόεδρος, η εκτελεστική εξουσία ασκείται μόνο από 132 αξιωματούχους και το Γραφείο του Προέδρου αριθμεί μόνο ένα μέλος –τον προσωπικό γραμματέα του. Επίσης, πριν από αυτόν, ο Τζορτζ Ουάσινγκτον και οι συνεργάτες του δεν είχαν προβλέψει την ανάδυση πολιτικών σχηματισμών, καθώς το Δημοκρατικό-Ρεπουμπλικανικό κόμμα εμφανίστηκε μόλις το 1791, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά την κατάρτιση του Συντάγματος. Στο πλαίσιο της πολιτικής τάξης που σταδιακά επιβλήθηκε, τα μέλη του Κογκρέσου είχαν λόγους να επιθυμούν την επιτυχία του υποψηφίου από το δικό τους στρατόπεδο. Έκτοτε, η μόνη συνταγματική λύση για ενδεχόμενα αδικήματα της εκτελεστικής εξουσίας –η διαδικασία της «απαγγελίας κατηγοριών» (impeachment), η οποία επιτρέπει στη νομοθετική εξουσία να παύει από τα καθήκοντά του ένα μέλος της κυβέρνησης– αποδεικνύεται ανεπαρκής για την τιμωρία εγκλημάτων και ελασσόνων αδικημάτων που διαπράττονται από φίλους και οι συμμάχους του προέδρου.

 

«Είμαστε εδώ από το 1908»

Προκειμένου να αντισταθμιστεί αυτή η αδυναμία, στα τέλη του 19ου αιώνα βρέθηκε μια λύση: οι «ειδικοί» ή «ανεξάρτητοι» εισαγγελείς, που αντικαθιστούν το υπουργείο Δικαιοσύνης όταν μια έρευνα σε κάποιο τμήμα της κυβέρνησης αμαυρώνεται από υποψίες για σύγκρουση συμφερόντων. Ο πρώτος εξ αυτών, ο Τζον Μ. Χέντερσον, διορίστηκε το 1875 με σκοπό να διερευνήσει το σκάνδαλο Whiskey Ring, μια υπόθεση υπεξαίρεσης δημόσιων κονδυλίων στην οποία εμπλέκονταν παραγωγοί ουίσκι, υπάλληλοι του Δημόσιου Ταμείου και πολιτικοί. Ο πιο πρόσφατος ονομάζεται Ρόμπερτ Μιούλερ και, από τον Μάιο του 2017, έχει στρέψει το ενδιαφέρον του σε μια υποθετική συμπαιγνία μεταξύ του εκλογικού επιτελείου του Τραμπ και της ρωσικής κυβέρνησης. Θα μπορούσαμε επίσης να αναφέρουμε τον Ουίλιαμ Κουκ, στον οποίον ανατέθηκε το 1881 μια υπόθεση διαφθοράς στην ταχυδρομική υπηρεσία, τους Άτλι Πόμεροουν και Όουεν Ρόμπερτς, που το 1924 επιχείρησαν να διερευνήσουν ένα σκάνδαλο δωροδοκίας κατά την παραχώρηση δικαιωμάτων αξιοποίησης κοιτασμάτων πετρελαίου, ή ακόμη και τον Άρτσιμπαλντ Κοξ. Διορισμένος τον Μάιο του 1973, στο πλαίσιο της διερεύνησης του Γουότεργκεϊτ, μιας υπόθεσης πολιτικής κατασκοπείας στην οποία εμπλεκόταν ο Λευκός Οίκος, ο Κοξ αποπέμφθηκε μόλις τον Οκτώβριο του ίδιου έτους από τον πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον. Συνεπώς, οι «ανεξάρτητοι» εισαγγελείς παραμένουν μια μη ικανοποιητική λύση: ο διορισμός τους εξαρτάται από την καλή θέληση του υπουργείου Δικαιοσύνης και καμία συνταγματική δικλείδα ασφαλείας δεν εμποδίζει την αποπομπή τους.

Εκτός αυτού, η διοικητική ανεξαρτησία είναι δίκοπο μαχαίρι. Αν και είναι απαραίτητη στην περίπτωση των ειδικών εισαγγελέων, χαίρει επίσης της εκτίμησης των γραφειοκρατών της εθνικής ασφάλειας οι οποίοι, εδώ και κάποια χρόνια, δεν παύουν να απαιτούν περισσότερη αυτονομία. Παλαιότερα, όταν ήταν δυσαρεστημένοι από μια απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας, εξέφραζαν την αντίθεσή τους παθητικά, για παράδειγμα με εντεινόμενη γραφειοκρατική κωλυσιεργία. Πλέον την εκδηλώνουν ανοιχτά, με αυξημένες δημόσιες επιπλήξεις και διαρροές προς τον Τύπο.

Όταν ήταν επικεφαλής του FBI, ο Τζέιμς Κόμεϊ δεν δίστασε να αποκαλύψει μια συνομιλία κατά τη διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με τον ίδιο, ο Τραμπ φέρεται να του ζήτησε να εγκαταλείψει τις έρευνες που αφορούσαν τον σύμβουλό του Μάικλ Φλιν, ο οποίος κατηγορείτο ότι είχε πει ψέματα σχετικά με τους δεσμούς του με τη Ρωσία. Έχοντας περάσει από το FBI και τη CIA, ο Φίλιπ Μαντ δικαιολόγησε την κίνηση του πρώην διευθυντή του. «Οι άνθρωποι του FBI έχουν εκνευριστεί», προειδοποιούσε στο CNN στις 3 Φεβρουαρίου 2018, «κι ορίστε τι θα σας πουν, κύριε πρόεδρε: “Εάν θεωρείτε πως είστε σε θέση να μας κάνετε να εγκαταλείψουμε την υπόθεση επειδή προσπαθείτε να εκφοβίσετε τον διευθυντή, καλά θα κάνετε να το σκεφτείτε διπλά. Βρίσκεστε στη θέση αυτή εδώ και δεκατρείς μήνες, εμείς είμαστε εδώ από το 1908 [χρονιά της σύστασης του FBI]. Εάν θέλετε να παίξετε αυτό το παιχνιδάκι, εμείς θα είμαστε εκείνοι που θα κερδίσουν”». Η Σαμάνθα Πάουερ, η Αμερικανίδα πρέσβειρα στα Ηνωμένα Έθνη κατά την προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα, υποστήριξε στο Twitter (στις 17 Μαρτίου 2018) ότι «δεν ήταν καλή ιδέα η εναντίωση στον Τζον Μπρέναν», δικαιολογώντας έτσι τις εχθρικές δηλώσεις του πρώην διευθυντή της CIA (2013-2017) κατά του Τραμπ. Πράγματι, όπως αποσαφηνίζει ο Τσαρλς Σούμερ, ηγέτης της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Γερουσία, «οι άνθρωποι που εργάζονται στις υπηρεσίες πληροφοριών διαθέτουν χίλιους κι έναν τρόπους εκδίκησης» (1).

Τέτοιες δηλώσεις προκαλούν τεράστια έκπληξη. Το Σύνταγμα έχει όντως προβλέψει την ύπαρξη μηχανισμών αντισταθμιστικών στην εξουσία, προκειμένου να εμποδιστεί ο εκτροχιασμός των εκλεγμένων αξιωματούχων, όμως οι λειτουργοί της εθνικής ασφάλειας σίγουρα δεν αποτελούν μέρος τους. Αντιθέτως: το γεγονός ότι οι πολίτες εμπιστεύονται τις υπηρεσίες πληροφοριών οφείλεται στο ότι οι τελευταίες θεωρείται πως λογοδοτούν ενώπιον των εκλεγμένων πολιτικών εκπροσώπων. Από τη στιγμή που αυτός ο δεσμός με τη λαϊκή ψήφο διαρρηγνύεται, η συνταγματική νομιμοποίηση των υπηρεσιών εξαφανίζεται.

Πολλοί Αμερικανοί απεχθάνονται τον Τραμπ. Αντίθετα όμως με τη δημοφιλή ρήση, στην πολιτική, ο εχθρός του εχθρού μου δεν είναι πάντα φίλος μου. Θα πρέπει κάποιος να αγνοεί τα πάντα σχετικά με την πρόσφατη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών ώστε να θεωρεί πως οι υπηρεσίες πληροφοριών είναι προμαχώνες των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών. Η προσεκτική ανάγνωση της έκθεσης της Επιτροπής Τσερτς, που πήρε το όνομά της από έναν Δημοκρατικό γερουσιαστή του Άινταχο, μας επιτρέπει να φρεσκάρουμε τη μνήμη μας.

Η έκθεση αυτή, δημοσιευμένη το 1976 (2), περιγράφει μια σειρά μηχανορραφιών καμουφλαρισμένων πίσω από ονόματα με χολιγουντιανή χροιά. Δεν αφορούσαν περιστασιακά παραπτώματα που διέπραξαν μοναχικοί καουμπόηδες, αλλά ενδελεχώς μελετημένες επιχειρήσεις, σχεδιασμένες από τους επικεφαλής των ίδιων υπηρεσιών πληροφοριών που σήμερα εμπνέουν τόση εμπιστοσύνη σε κάποιους. Για δεκαετίες, οι υπηρεσίες αυτές, σύμφωνα με τα λόγια του πολιτικού επιστήμονα Λοχ Τζόνσον, «ενέπαιξαν ανθρώπους τους οποίους όφειλαν να προστατεύουν» (3), καταδεικνύοντας με ποιον τρόπο αφοσιωμένοι πράκτορες που ενεργούν με μυστικότητα είναι σε θέση να ανατρέψουν σταδιακά την ισορροπία μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας.

Το COINTELPRO (Counter Intelligence Program, πρόγραμμα αντικατασκοπείας), σε εφαρμογή από το FBI μεταξύ 1956 και 1971, είχε σκοπό να εντοπίσει τις ομάδες και τα άτομα που θεωρούνταν «ανατρεπτικά» –δηλαδή αντιτιθέμενους στον πόλεμο στο Βιετνάμ, αγωνιστές υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων κ.ο.κ.– προκειμένου να βάλει τέλος στις δραστηριότητές τους. Για τον σκοπό αυτόν, το FBI ζήτησε και έλαβε τη συνεργασία της εφορίας. Διείσδυσε σε θρησκευτικές οργανώσεις, στα πανεπιστήμια και σε πολλά μέσα ενημέρωσης. Επιχείρησε να υποθάλψει βίαια επεισόδια μέσα στους κόλπους οργανώσεων μαύρων Αμερικανών ή ακόμη και να δυσφημίσει τους ηγέτες τους, μεταξύ άλλων αποστέλλοντας εκατοντάδες ανώνυμες επιστολές, μία εκ τον οποίων στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ με σκοπό να τον ωθήσει στην αυτοκτονία. Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες αντέβαιναν στον νόμο. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το πρόγραμμα είχε εγκριθεί εκτός FBI, κι ακόμη και ο αναπληρωτής διευθυντής της υπηρεσίας αγνοούσε την ύπαρξή του.

Αλλά και η CIA είχε βάλει στο στόχαστρο το ειρηνιστικό κίνημα, με την επιχείρηση Chaos, ένα ευρύ σχέδιο κατασκοπείας που εφαρμόστηκε μεταξύ 1967 και 1973. Κατάρτισε μια λίστα 100 οργανώσεων και 7.200 ατόμων με πρόθεση την παρακολούθησή τους, παρ’ όλο που οι δραστηριότητές τους στις ΗΠΑ ήταν απολύτως σύννομες. Επιπλέον, χάρη στην επιχείρηση HT Lingual, άνοιξε και διάβασε δεκάδες χιλιάδες επιστολές διεθνούς αλληλογραφίας με παραλήπτες ή αποστολείς Αμερικανούς πολίτες. Το πρόγραμμα, που τέθηκε σε εφαρμογή το 1952, διήρκεσε περισσότερα από είκοσι χρόνια. Καμία από τις υποεπιτροπές ελέγχου που συγκροτήθηκαν από το Κογκρέσο δεν είχε ακούσει κάτι γι’ αυτό. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι διευθυντές της CIA και του FBI είπαν ψέματα στον πρόεδρο Νίξον, διαβεβαιώνοντάς τον πως το πρόγραμμα είχε διακοπεί.

Στο πλαίσιο του σχεδίου Shamrock, δρομολογημένου την επαύριο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η NSA συγκέντρωσε παράνομα το περιεχόμενο εκατομμυρίων διεθνών τηλεγραφημάτων που απεστάλησαν ή ελήφθησαν από Αμερικανούς πολίτες. Επρόκειτο, σύμφωνα με την Επιτροπή Τσερτς, «για το μεγαλύτερο πρόγραμμα υποκλοπής επικοινωνιών». Οι υποκλοπές αυτές δεν είχαν εγκριθεί από καμία δικαστική αρχή, ενώ δεν είναι βέβαιο εάν κάποιος πρόεδρος είχε δώσει το πράσινο φως για κάτι τέτοιο, ούτε ακόμα και αν είχε ενημερωθεί γι’ αυτό. Εξάλλου, ο Νίξον δεν φαινόταν να έχει παρά μόνο μια πολύ αόριστη γνώση σχετικά με την ίδια τη ΝSA. Στις 16 Μαΐου 1973, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στο Οβάλ Γραφείο, ο δικηγόρος του, ανήσυχος, του επισημαίνει ότι, εξουσιοδοτώντας το σχέδιο Huston (που υλοποιήθηκε από κοινού από τη CIA, το FBI και την NSA με στόχο τους υποστηρικτές της άκρας Αριστεράς), ώθησε παράνομα την NSA να βάλει στο στόχαστρό της Αμερικανούς πολίτες. Και τότε ο Νίξον απαντά: «Τι είναι η NSA; Τι είδος δράση έχει αναλάβει;»

Ομολογουμένως, τέτοιες καταχρήσεις εξουσίας γίνονταν πριν από πολλές δεκαετίες. Εξ ου και η ιδέα πως δεν θα μπορούσαν να λάβουν και πάλι χώρα, καθώς ο δικαστικός έλεγχος και η επίβλεψη που ασκεί το Κογκρέσο θεωρητικά έχουν γίνει πιο αυστηροί. Κι όμως, δεν δικαιολογείται μια τέτοια αισιοδοξία.

 

Ένα όχι και τόσο άγριο μαντρόσκυλο

Αν και υπάρχουν εξαιρέσεις –τον Μάιο του 2015, λόγου χάρη, ένα ομοσπονδιακό εφετείο έκρινε παράνομο ένα από τα προγράμματα παρακολούθησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων της NSA που αποκαλύφθηκε από τον Έντουαρντ Σνόουντεν– τα δικαστήρια κατά κανόνα απορρίπτουν τις καταγγελίες που υποβάλλονται ενάντια στα προγράμματα εθνικής ασφάλειας, με την αιτιολογία της αναρμοδιότητας και χωρίς ποτέ να καταπιάνονται με την ουσία του ζητήματος. O Χάλεντ αλ Μάσρι μπορεί να μας το επιβεβαιώσει. Η CIA συνέλαβε τον Γερμανό αυτό πολίτη στην πΓΔΜ το 2003, έχοντας μπερδέψει το όνομά του με εκείνο ενός φερόμενου ως στέλεχος της Αλ Κάιντα. Ο Άλ Μάσρι μετήχθη στο Αφγανιστάν με μία από τις «μυστικές πτήσεις» της Υπηρεσίας, όπου φυλακίστηκε και βασανίστηκε επί αρκετούς μήνες. Όταν αποφυλακίζεται προσφεύγει στη δικαιοσύνη των ΗΠΑ, το δικαστήριο όμως απορρίπτει τη μήνυσή του. Η αιτιολογία; Ο κίνδυνος πως ενδεχόμενη έρευνα θα αποκάλυπτε κρατικά μυστικά.

Άραγε εκδηλώθηκε στ’ αλήθεια αυτή η νέα, άκαμπτη στάση του Κογκρέσου με την ευκαιρία της έρευνας σχετικά με το πρόγραμμα κρατήσεων και ανακρίσεων της CIA, που ήταν η πιο εκτεταμένη επάνω σε ένα τέτοιο θέμα; Η έκθεση, ένας βαρύς τόμος έξι χιλιάδων σελίδων που δημοσιεύθηκε το 2014 από την Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας, απέδειξε πως η CIA είχε συστηματικά πει ψέματα στο Κογκρέσο και στον Λευκό Οίκο σχετικά με τη σοβαρότητα και την αποτελεσματικότητα των «ενισχυμένων τεχνικών ανάκρισης» στις οποίες υποβάλλονταν οι κρατούμενοι (4). Όμως, η έκθεση δεν εξετάζει τη νομιμότητα αυτών των μεθόδων ούτε και συστήνει κάποια μεταρρύθμιση με στόχο την αποφυγή της επανάληψης των αδικημάτων. Επιπλέον, μια διακριτική σημείωση στο κάτω μέρος της σελίδας διευκρινίζει ότι απαγορεύθηκε η πρόσβαση της επιτροπής σε 9.400 έγγραφα τα οποία θεωρούσε κρίσιμα για την έρευνά της. Μολαταύτα, η επιτροπή είχε ζητήσει να τα συμβουλευθεί μέσω τριών διαδοχικών επιστολών στον πρόεδρο Ομπάμα, ο οποίος δεν απάντησε ποτέ. Η επιτροπή αντέδρασε εγκαταλείποντας το αίτημά της. Και η επιτροπή αυτή είναι το πιο απειλητικό «μαντρόσκυλο» του Κογκρέσου…

Ιδού με τι μοιάζουν οι υπηρεσίες ασφαλείας, που σήμερα θεωρούνται μετερίζια της Δημοκρατίας. Πώς μπορεί να διασφαλιστεί πως μια μέρα, με αφορμή κάποια «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» για το κράτος, δεν θα επιστρέψουν στις παλιότερες τακτικές τους; Οι υπηρεσίες πληροφοριών δεν έχουν στόχο να ελέγχουν τις αποφάσεις των εκλεγμένων ηγετών. Ισχύει μάλλον το αντίθετο. Επιπροσθέτως, όταν ο Τραμπ προσάπτει στο FBI ότι δεν απέτρεψε το μακελειό του Πάρκλαντ, με δεκαεπτά νεκρούς σε ένα λύκειο στη Φλόριντα τον περασμένο Φεβρουάριο, δικαιολογημένα κάποιος θα αναρωτηθεί γιατί ο ίδιος ο πρόεδρος δεν έκανε τίποτα. Εξάλλου, το FBI εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, συνεπώς δουλεύει για εκείνον. Όπως αναγνώρισε ο ίδιος ο Κόμεϊ, «ως μέλη της εκτελεστικής εξουσίας υπαγόμαστε άμεσα στον πρόεδρο». Όταν η εξουσία αυτή φτάνει σε σημείο να υποκαθιστά την εποπτεία του ψηφοφόρου, τα ανώτερα δημόσια αξιώματα διαβρώνουν τη Δημοκρατία που υποτίθεται ότι προστατεύουν.

 

(1) «The Rachel Maddow Show», MSNBC, 4 Ιανουαρίου 2017.

(2) «Intelligence activities and the rights of Americans», Επιτροπή της Γερουσίας επιφορτισμένη με την εξέταση των κυβερνητικών επιχειρήσεων, τόμος II, 1976, www.intelligence.senate.gov

(3) Loch K. Johnson, «Spy Watching: Intelligence Accountability in the United States», Oxford University Press, 2018.

(4) «Senate Intelligence Committee study on CIA detention and interrogation program», Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας, 2014, www.feinstein.senate.gov

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Καθηγητής στη Σχολή Νομικής και Διπλωματίας Φλέτσερ του Πανεπιστημίου Ταφτς (Μέντφορντ, Μασαχουσέτη) και συγγραφέας του έργου «National Security and Double Government», Oxford University Press, 2014.