Ο μύθος της 31ης Αυγούστου 2013

Το 2013, η άρνηση του Μπαράκ Ομπάμα να επιτεθεί στη Συρία είχε χαρακτηριστεί σχεδόν ενδοτική, επειδή δεν “έφτασε μέχρι το τέλος”. Είμαστε όμως βέβαιοι ότι οι προληπτικοί πόλεμοι οδηγούν στην ειρήνη;

Πριν από πέντε χρόνια, μια συγκεκριμένη ερμηνεία της ιστορίας των διεθνών σχέσεων θριάμβευσε σε όλες τις δυτικές πρωτεύουσες. Με τη μεθοδική επανάληψή της, αναδείχθηκε σε επίσημη θρησκεία. Μας εξηγεί ότι, στην ουσία, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έκανε ένα σημαντικό λάθος με σημαντικές συνέπειες, όταν στις 31 Αυγούστου 2013 αρνήθηκε να επιτεθεί στον συριακό στρατό, αφού εκείνος βομβάρδισε με χημικά ένα προάστιο της Δαμασκού προκαλώντας δεκάδες νεκρούς. Ο δισταγμός του αυτός εγγυήθηκε τη διατήρηση στην εξουσία ενός καθεστώτος που σφαγίασε μέρος του πληθυσμού του. Εξάλλου, όπως δηλώνει, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, και ο πρώην πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, «το συριακό καθεστώς δεν ήταν το μόνο που πίστευε ότι του επιτρέπονταν τα πάντα. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν κατάλαβε ότι μπορούσε να προσαρτήσει την Κριμαία και να αποσταθεροποιήσει τα ανατολικά εδάφη της Ουκρανίας» (1). Μια τέτοια ιστορική θεώρηση, φωτισμένη από την υποχρεωτική αναφορά στον Ουίνστον Τσώρτσιλ (που κατάλαβε ότι η Συμφωνία του Μονάχου θα άνοιγε το δρόμο σε άλλες ναζιστικές επιθέσεις) νομιμοποιεί εκ των προτέρων τους προληπτικούς πολέμους και την πολιτική που ονομάζουμε «ειρήνη με τη βία». Ιδιαίτερα απέναντι στη Ρωσία.

Ο λόγος στην υπεράσπιση τώρα. Έχοντας διδαχθεί από τις περιπέτειες των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, τη Μέση Ανατολή και τη Λιβύη, οι οποίες ενθαρρύνθηκαν από τις ανησυχητικές και ψευδείς αναλύσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, ο πρόεδρος Ομπάμα γνώριζε τι θα κόστιζε εάν εξαρτούσε την αξιοπιστία της χώρας από τις επαναλαμβανόμενες επεμβάσεις του στρατού της στο εξωτερικό. «Δεν θα έπρεπε να ολοκληρώσουμε τους δύο πολέμους που έχουμε ήδη ξεκινήσει πριν ξεκινήσουμε έναν τρίτο;», του πρότεινε μάλιστα για τη Συρία ο πρώην υπουργός Άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς (2).

 

φωτ.: Josh Petrosino / US Navy

 

Παραδόξως, κάποιοι από το πιο απαρηγόρητους υπερασπιστές αυτής της επέμβασης –οι «New York Times» και όλες οι ευρωπαϊκές εφημερίδες που αντέγραψαν τα κύρια άρθρα τους– αρέσκονται να καταγγέλλουν το απόλυτο προεδρικό δικαίωμα απόφασης και να επιμένουν στο σεβασμό των θεσμικών αντίβαρων και του νόμου. Όμως, ένας βομβαρδισμός της Συρίας από τους Δυτικούς δεν αποτελούσε νόμιμη άμυνα και δεν μπορούσε να διεκδικήσει καμία εξουσιοδότηση από τον ΟΗΕ. Δεν διέθετε ούτε την στήριξη της δυτικής κοινής γνώμης ούτε του Κογκρέσου των ΗΠΑ ούτε καν του πιο πιστού συμμάχου των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Βρετανικό Κοινοβούλιο είχε αντιταχθεί σε μια τέτοια ενέργεια.

Μπορούμε να επιλέξουμε και άλλα σημεία σύγκρισης εκτός από τον Τσώρτσιλ και τη Συμφωνία του Μονάχου. Ετούτο εδώ, λόγου χάρη: το 1991, μια διεθνής συμμαχία, βασιζόμενη σε μια απόφαση του ΟΗΕ, υποχρέωσε τον ιρακινό στρατό να εγκαταλείψει το Κουβέιτ. Μόλις αυτό επετεύχθη, οι νεοσυντηρητικοί κατηγόρησαν τον Αμερικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους (πατέρα) ότι δεν έφτασε «μέχρι το τέλος», ανατρέποντας τον Σαντάμ Χουσεΐν. Και, για περισσότερα από δέκα χρόνια, επαναλάμβαναν συνεχώς ότι όλα σχεδόν τα προβλήματα της περιοχής προέρχονταν από αυτήν την τραγική «υποχώρηση».

Το 2003, η ευχή τους επιτέλους εκπληρώθηκε, ο Τσώρτσιλ αναστήθηκε, το Ιράκ κατακτήθηκε και ο Σαντάμ Χουσεΐν κρεμάστηκε. Αλήθεια, μοιάζει έκτοτε η Μέση Ανατολή με παράδεισο;

 

(1) «François Hollande: “Quel est cet allié turc qui frappe nos propres alliés?”», «Le Monde», 12 Μαρτίου 2018.

(2) Αναφέρεται από τον Jeffrey Goldberg, «The Obama doctrine», «The Atlantic», Βοστώνη, Απρίλιος 2016.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Διευθυντής της "Le Monde diplomatique"