Μπερνάρ Ανρί-Λεβί, ο “εξ αριστερών” φιλόσοφος της άρχουσας τάξης

[από το αρχείο της Le Monde diplomatique, Νοέμβριος 2007]

Μετά την εκλογική νίκη του Νικολά Σαρκοζί, τον Μάιο του 2007, οι κυβερνητικές αποφάσεις δεν έπαψαν να ευνοούν τους προνομιούχους (φορολογία) και να πλήττουν τους πλέον ευάλωτους (εργασιακά δικαιώματα, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, μεταναστευτικό). Η έφοδος του συντηρητισμού συνάντησε πάντως αμελητέες αντιστάσεις, εν μέρει επειδή ορισμένα συνδικάτα αλλά και πολιτικά κόμματα ασχολούνται μόνο με τα αίτια της ήττας τους. Παράλληλα, οι σοσιαλιστές εμφανίζονται πρόθυμοι να διακηρύξουν πιο εμφατικά ότι υπερασπίζονται την ελεύθερη αγορά, τον φιλελευθερισμό και τον ατομικισμό. Ο συγκεκριμένος προσανατολισμός έθεσε εκ νέου στο επίκεντρο έναν διανοούμενο ο οποίος, παρ’ ότι δεν φημίζεται για την εγκυρότητα των απόψεών του, έχει αλώσει το τοπίο των ΜΜΕ: πρόκειται για τον Μπερνάρ-Ανρί Λεβί.

Ο Μπερνάρ Αρνό τίμησε με μια συμπαθητική δεξίωση τα εξηκοστά γενέθλια του οίκου Dior: σαμπάνια Dom Perignon, χαβιάρι, «75 μετρ για 25 τραπέζια», «14 μάγειροι», «300 καθίσματα τύπου “μενταγιόν”, σχεδιασμένα για τη συγκεκριμένη βραδιά», «4.000 τριαντάφυλλα για τη διακόσμηση των τραπεζιών και του περίγυρου», «8.000 κρίνα», «3.800 σιφώνια νερού για να φρεσκάρονται τα λουλούδια»: δεν έδωσαν σημασία στα έξοδα. Οι 270 συνδαιτυμόνες ήταν, βεβαίως, σημαίνοντα πρόσωπα : η υπουργός Δικαιοσύνης Ρασίντα Ντάτι, ο υπουργός Εσωτερικών Μπρις Ορτεφέ «και η σύζυγός του, με τουαλέτα Dior», ο δήμαρχος του Παρισιού Μπερνάρ Ντελανοέ, η «δημοσιογράφος Κλερ Σαζάλ, με τουαλέτα Dior», οι πρώην υπουργοί της Αριστεράς Ιμπέρ Βεντρίν και της Δεξιάς Ζαν-Φρανσουά Κοπέ, ο τραγουδιστής Έλτον Τζον, «ο συγγραφέας Φρεντερίκ Μιτεράν και η βαρόνη Ερνέστ-Αντουάν Σεγέρ», «η (τελευταία Ιρανή) αυτοκράτειρα Φάρα», «η δημοσιογράφος Κριστίν Οκρέντ, με τουαλέτα Dior, στο τραπέζι της οικοδέσποινας Ελέν Αρνό» κ.τ.λ. (1). Ο πρωθυπουργός Φρανσουά Φιγιόν, επίσης καλεσμένος, δήλωσε, τέσσερις μέρες μετά τη δεξίωση : «Είμαι επικεφαλής ενός κράτους που βρίσκεται στα πρόθυρα της πτώχευσης. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί».

 

Νέα τάξη εξουσίας

Η φανταχτερή επίδειξη των δισεκατομμυριούχων δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Όμως, η κοινωνική σηματοδότηση τέτοιου είδους δείπνων δεν εξαντλείται στις σελίδες των κοσμικών περιοδικών. Με την εκλογή του Σαρκοζί στην προεδρία φαίνεται ότι διαμορφώνεται μια νέα διάταξη της εξουσίας, με σύντηξη ορισμένων συνιστωσών της γαλλικής κοινωνίας: οικονομικοί παράγοντες, διαμορφωτές της κοινής γνώμης, πολιτικοί ιθύνοντες της Δεξιάς αλλά και της κεντροαριστεράς -με την προϋπόθεση ότι ασπάζονται το δόγμα του φιλελευθερισμού. Αν, μάλιστα, είναι και πάμπλουτοι, τόσο το καλύτερο.

Ιδιοκτήτης του ομίλου αγαθών πολυτελείας LVMH (Louis Vuitton Moet Hennessy), ο Αρνό είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Γαλλία, με περιουσία της τάξης των 17,2 δισ. ευρώ, το 2006. Είναι, επίσης, προσωπικός φίλος του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος παραβρέθηκε, πριν από δύο χρόνια, στον γάμο της κόρης του, Ντελφίν. Η τελετή ήταν λαμπρή, με προσκεκλημένα έξι μέλη της σημερινής κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων ο Κοπέ, πρόεδρος του κυβερνώντος σχηματισμού στο Κοινοβούλιο, και ο Βεντρίν, πρώην σοσιαλιστής υπουργός Εξωτερικών και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ομίλου LVMH. Για να μην τσαλακωθεί το μακρύ νυφικό, μεταφέρθηκε με φορτηγό μήκους πολλών μέτρων. Ο Αρνό είναι επίσης ιδιοκτήτης της οικονομικής εφημερίδας «La Tribune», την οποία επιδιώκει να πουλήσει για να εξαγοράσει τη «Les Echos», που έχει μεγαλύτερη επιρροή. Οι υπάλληλοι και των δύο εφημερίδων αντιτίθενται στο σχέδιο, αλλά ο αρχηγός του γαλλικού κράτους στηρίζει τον φίλο του.

Το 2006, ο όμιλος LVMH εξέδωσε 1.789.359 μετοχές, εκ των οποίων οι 450.000 προορίστηκαν για τον αρχηγό του ομίλου, δηλαδή ποσοστό 25,15% (2). Τέλος, το Κοινοβούλιο υπερψήφισε, πρόσφατα, φορολογικά μέτρα εξαιρετικά ευνοϊκά για τον όμιλο, ενδεχομένως ως δείγμα ευγνωμοσύνης για το ότι η επιχείρηση καταπολεμά τον πληθωρισμό περιχαρακώνοντας το ύψος της μισθοδοσίας των εργαζομένων του, οι οποίοι λαμβάνουν συνήθως την κατώτατη αμοιβή.

Αν και ο Βρετανός πρωθυπουργός των Εργατικών, Γκόρντον Μπράουν, καταφεύγει συχνά στις συμβουλές του Αρνό, ο τελευταίος θεωρεί τον εαυτό του παρία στη χώρα του: όπως εξηγεί, «το πρόβλημα των εργοδοτών στη Γαλλία είναι ότι η χώρα δυσκολεύεται να ακολουθήσει το πρότυπο της οικονομίας της αγοράς. (…) Πιστεύω ότι εξακολουθεί να υφίσταται η μαρξιστική επιρροή. Εδώ και είκοσι χρόνια, μάλιστα, έχει παρεισφρήσει και στον δημόσιο πολιτικό λόγο» (3).

«Μαρξιστική επιρροή»; Μάλλον δεν ζούμε στην ίδια χώρα με τον κύριο Αρνό: ο φίλος του έχει πλέον έδρα στο μέγαρο των Ηλυσίων, ενώ η αντιπολίτευση της κεντροαριστεράς, ακολουθώντας το βρετανικό υπόδειγμα, τάσσεται υπέρ της αποκατάστασης του φιλελευθερισμού. Τέλος -κι αυτό δεν είναι ασήμαντο πράγμα- ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, φίλος των δισεκατομμυριούχων, φιλοαμερικανός, προνοητικός διαχειριστής της -τεράστιας- προσωπικής περιουσίας του και παλιά καραβάνα της βιομηχανίας της κουλτούρας, έχει μετατραπεί σε έναν από τους διανοητές με τη μεγαλύτερη επιρροή στους κόλπους του Σοσιαλιστικού Κόμματος…

Η Γαλλία, τελευταία, αναδίδει άρωμα ολιγαρχίας… Το χρήμα έχει την τιμητική του. Η κυβέρνηση διευκολύνει το έργο των νομικών συμβούλων των επιχειρήσεων, ενώ βουλευτές με επιρροή, όπως ο Κοπέ, διακηρύσσουν τη φιλοδοξία τους να επιτελέσουν δημόσιο λειτούργημα, πλουτίζοντας παράλληλα από τον ιδιωτικό τομέα. Τα σκάνδαλα του χρηματιστηρίου και της αθέμιτης οικονομικής διαχείρισης, η μεθυστική αίγλη που περιβάλλει τους δισεκατομμυριούχους, η εδραίωση των λόμπι ως παράγοντα διαμόρφωσης της επίσημης πολιτικής, παραπέμπουν στα καζίνα του πριγκιπάτου του Μονακό. Ο γάμος του σοσιαλιστή βουλευτή Αρνί Βεμπέρ αναδεικνύεται σε κοσμικό γεγονός, όπου παρίστανται πρώην αριστεριστές που μετατράπηκαν, όπως ο Κουσνέρ, σε «σαρκοζιστές» υπουργούς. Επικεφαλής μιας «επιτροπής για την ενδυνάμωση της γαλλικής ανάπτυξης», ο σοσιαλιστής Ζακ Αταλί προσηλυτίστηκε στο δόγμα του ανταγωνισμού και έγινε φερέφωνο των δυνάμεων της αγοράς. Η ολιγαρχία αποκαθίσταται (5).

 

Μπερνάρ Ανρί-Λεβί (φωτ.: Itzik Edri).

 

Ποιος θυμάται τον Φρανσουά;

Στις 13 Ιουνίου 1971, στο συνέδριο του Επινέ, ο Φρανσουά Μιτεράν κατήγγειλε στο ακροατήριο «όλες τις δυνάμεις του χρήματος: το χρήμα που διαφθείρει, το χρήμα που εξαγοράζει, το χρήμα που σκοτώνει, το χρήμα που καταστρέφει και το χρήμα που επιφέρει τη σήψη ακόμη και στη συνείδηση των ανθρώπων». Σήμερα, ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί προτείνει στο Σοσιαλιστικό Κόμμα «ένα συνέδριο επανίδρυσης, ένα αντι-Επινέ». Στο χρήμα δεν αντικρίζει τη διαφθορά, τον θάνατο, την καταστροφή, την αποσύνθεση, αλλά «την αρετή του να υποκαθιστά τον πόλεμο με το εμπόριο, τα κλειστά σύνορα με τα ανοιχτά, [να εγκαινιάζει] την περίοδο της διαπραγμάτευσης, του συμβιβασμού, η οποία διαδέχεται, χάρη σ’ αυτό, εκείνη της ανυπομονησίας, της βίας, του αντιπραγματισμού, της λεηλασίας, της ιδεολογίας που συνοψίζεται στο “όλα ή τίποτα”, του φανατισμού» (6).

Ανάχωμα απέναντι στον φανατισμό: ο συγκεκριμένος προσδιορισμός του κεφαλαίου, σύμφωνος με το πνεύμα των ημερών, θα διευκολύνει τη ζωή των υποστηρικτών του. Για παράδειγμα, του προαναφερθέντα ιδιοκτήτη του LVMH και του οίκου Dior, του Αρνό Λαγκαρντέρ (βιομήχανου αεροναυτικής και ιδιοκτήτη μέσων ενημέρωσης), ή του Φρανσουά Πινό (βιομηχανία και εμπόριο) -οι δύο τελευταίοι είναι καλοί φίλοι του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ο οποίος ουδέποτε δίστασε να ευθυγραμμίσει τα δημοσιεύματά του με τις απαιτήσεις των βιομηχανικών τους συμφερόντων.

 

Τα σχόλια του Κορνήλιου

Θα έλεγε κάποιος ότι, κατά βάθος, τα λεγόμενα του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί δεν έχουν τόση σημασία. Εδώ και τριάντα χρόνια, παρά τις συστηματικές ζητωκραυγές του και παρά την προσκόλληση των μέσων ενημέρωσης στις απόψεις του, τα έργα του έμεναν στα αζήτητα μόλις καταλάγιαζε η τιτάνια εκστρατεία προώθησης του τελευταίου του πονήματος (7). Ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του, “Κωμωδία”, υπονοεί ότι μάλλον αρχίζει να αποκτά αυτογνωσία.

Το 1979, ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης παραδεχόταν την αμηχανία του απέναντι στο «φαινόμενο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί”: “Υπό ποιες κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές συνθήκες, σε μια χώρα παλαιάς και σημαντικής πολιτιστικής παράδοσης, είναι δυνατόν ένας συγγραφέας να γράφει ασυναρτησίες, οι “κριτικοί” να τον κανακεύουν, το κοινό να τον ακολουθεί πειθήνια, ενώ εκείνοι που αποκαλύπτουν την απάτη, παρ’ όλο που δεν περιορίζονται στη σιωπή ούτε βρίσκονται σε καθεστώς απομόνωσης, να μην έχουν αποτελεσματική απήχηση;».(8). Ωστόσο, αισιόδοξος, ο Κορνήλιος Καστοριάδης πρόσθετε: «Είναι βέβαιο ότι αυτό το φτηνόπραμα θα παύσει να είναι του συρμού -όπως συμβαίνει με όλα τα σύγχρονα μαζικά προϊόντα, η ημερομηνία λήξης είναι ενσωματωμένη σε αυτό». Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, το “φτηνόπραμα” συνεχίζει να πουλάει.

Η εμπορευματοποίηση των ιδεών του είναι διπλά ενδεικτική της εποχής μας: από τη μία πλευρά, η συχνά τραυματική αμετροέπεια των γραπτών του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, όπως και οι χιλιάδες οπτικοακουστικές παραλλαγές τους, δεν προκαλούν πλέον αντιδράσεις, λες και οι συνήθεις στόχοι του («η Αριστερά της Αριστεράς» και οι διανοούμενοι που δεν υποτάσσονται στα μέσα ενημέρωσης) έχουν εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια εναντίωσης. Από την άλλη, οι φιλελεύθερες και φιλοαμερικανικές ιδέες του συνηχούν με εκείνες ενός αυξανόμενου αριθμού ιθυνόντων του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Λιγότερες αντιστάσεις από τη μία πλευρά, μεγαλύτερη επιρροή από την άλλη.

Μια πολιτική κουλτούρα -και, κατ’ επέκταση, ένας δημόσιος λόγος- που αναδεικνύεται κυρίως κατηγορώντας αυτάρεσκα τους Ζακ Ντεριντά, Πιέρ Μπουρντιέ, Ετιέν Μπαλιμπάρ, Νόαμ Τσόμσκι, Σλάβοϊ Ζίζεκ κ.ά. για αντισημιτισμό ή σπέρνοντας την υποψία ότι ορισμένοι μεταξύ αυτών συντάσσονται με τη γραμμή της ναζιστικής σκέψης, δεν είναι ακριβώς αξιόπιστη. Όσο για την κεντροαριστερά που εμπνέεται από τις αναλύσεις του Λεβί, επιβεβαιώνει ότι δεν αξίζει παραπάνω από «ένα μεγαλοπρεπές πτώμα γυρισμένο ανάσκελα» (9).

 

Άνθρωπος των ΜΜΕ

Ο δοκιμιογράφος, οι φίλοι του οποίου προσφάτως απέδειξαν εκ νέου την προνομιακή μεταχείριση που συνηθίζουν να του επιφυλάσσουν (συνεντεύξεις με τους δημιοσιογράφους Ζαν-Πιέρ Ελκαμπάς και Ζαν-Μαρί Κολομπανί, εσπευσμένη βιβλιοκριτική στην εφημερίδα «Le Monde», το περιοδικό «Paris Match» στα πόδια του, εξώφυλλο στο περιοδικό «Nouvel Observateur» κ.λπ.), στρατολόγησε επιπρόσθετα νέους κομπάρσους, οι οποίοι, όσο πιο κομψοί φαίνονται σε σύγκριση με τους προκατόχους τους, τόσο μεγαλύτερη προθυμία δείχνουν να τον υπηρετήσουν.

Αναρωτιέται κάποιος πώς αντιδρούν επαγγελματίες όπως ο (καλλιεργημένος) δημοσιογράφος Νικολά Ντεμοράν στο κανάλι France Inter ή ο (μορφωμένος) διευθυντής του «Charlie Hebdo», Φιλίπ Βαλ, όταν διακεκριμένες μορφές της σύγχρονης διανόησης της Αριστεράς εξομοιώνονται με φασίστες, αντισημίτες ή ναζιστές. Είναι πολύ απλό: δεν το παρατηρούν καν. Ο Ντεμοράν, μάλιστα, θεώρησε προτιμότερο, αφού ενθάρρυνε τον προσκεκλημένο του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί να χρησιμοποιήσει προσβλητικούς και χυδαίους χαρακτηρισμούς, να τον αφήσει να ολοκληρώσει τον μονόλογό του : «Υπεραμυνόμαστε των λέξεων σε αυτή την εκπομπή». Η καριέρα του Ντεμοράν θα είναι μακρόχρονη.

Μετά την τρίτη συνεχόμενη ήττα του στις προεδρικές εκλογές, το Σοσιαλιστικό Κόμμα δελεάζεται με την προοπτική της στροφής προς τα δεξιά. Καθότι η «ρεαλιστική» εκδοχή του έχει ολοκληρωθεί εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια, η ιδέα της «ρήξης με τον καπιταλισμό» δεν αντιστοιχεί πλέον σε καμία από τις πολιτικές πρακτικές του (10). Εντούτοις, τα ΜΜΕ και η εργοδοσία τού ζητούν να πάει ακόμα παραπέρα, να γίνει ακόμη πιο φιλελεύθερο. Σε σημείο που, τον περασμένο Αύγουστο, ο βουλευτής των σοσιαλιστών Ανρί Εμμανουελί έφτασε να εκραγεί: «Πώς τολμούν να ζητούν, χωρίς να φοβούνται τη γελοιοποίηση, από ένα κόμμα από το οποίο προήλθε ο διευθυντής της Παγκόσμιας Οργάνωσης Εμπορίου [ο Πασκάλ Λαμί] και, στο εγγύς μέλλον, ενδεχομένως εκείνος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου [ο Ντομινίκ Στρος-Καν], να αποδεχθεί επιτέλους την οικονομία της αγοράς;» (11).

Το 1986, το 1993 και στη συνέχεια το 2002, οι εκλογικές ήττες των σοσιαλιστών είχαν ως αποτέλεσμα μια ελαφρά κλίση προς τα αριστερά της γραμμής του κόμματος. Διότι θα φαινόταν μάλλον αστείο να αποδώσει κανείς τις ήττες που υπέστησαν στις κάλπες οι κυβερνήσεις Φαμπιούς (1984-1986), Πιέρ Μπερεγκοβουά (1992-1993) και Λιονέλ Ζοσπέν (1997-2002) στην σοσιαλιστική πολιτική τους. Αλλά ούτε και η εκστρατεία της Σεγκολέν Ρουαγιάλ -στην οποία αναμείχθηκε άμεσα ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί- χαρακτηρίστηκε από αριστερό ριζοσπαστισμό. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, και δεδομένης της επιθετικής πολιτικής του Σαρκοζί, θα μπορούσε να καταστεί εφικτή η αναβίωση του αγωνιστικού πολιτικού λόγου των σοσιαλιστών, έστω και για λόγους αισθητικής.

Ενάντια σε έναν τέτοιο κίνδυνο, απηχώντας τις «μπλερικές» αποκλίσεις πολλών σοσιαλιστών ιθυνόντων, ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί θέτει σε λειτουργία τη μιντιακή πολεμική μηχανή του. Θέλει να υπαγορεύσει σε μια μελλοντική κυβέρνηση της κεντροαριστεράς την οριστική θεωρητικοποίηση ενός προσανατολισμού τόσο φιλελεύθερου όσο και αντεπαναστατικού. Αφότου υποστήριξε, το 1986, την ιδιωτικοποίηση του οπτικοακουστικού πεδίου, τέθηκε εναντίον των απεργών της Δημόσιας Εταιρείας Σιδηροδρόμων (SNCF) και της Εταιρείας Συγκοινωνιών του Παρισιού (RATP), καταγγέλλοντας την «ανευθυνότητα» των δημόσιων υπηρεσιών, οι οποίες «τείνουν να συμπυκνώνουν όλα τα χαρακτηριστικά της άλλοτε αποκαλούμενης σοβιετικής οικονομίας» (12) και αφού εξαπέλυσε δριμεία κριτική κατά «της δαιμονοποίησης του χρήματος και εκείνων που την κάνουν επάγγελμά τους» (13), απευθύνει ένα βιβλίο στην αριστερά, σαν αντίδοτο για τη «δηλητηρίασή της». Και εισακούεται.

Η ρήξη που προτείνει δεν διαφέρει, από αυτή την άποψη, από εκείνη την οποία προωθεί ο Σαρκοζί. «Για λόγους οι οποίοι αφορούν το παρελθόν και την ιστορία του πολιτισμικού λογισμικού της [sic], η Γαλλία στο σύνολό της αντιστέκεται στον φιλελευθερισμό», οικτίρει ο δοκιμιογράφος, παρόμοια με τον πρόεδρο. Προσθέτει μάλιστα: «Το ερώτημά εάν η επανάσταση είναι εφικτή παραχώρησε τη θέση του σε ένα άλλο, πιο προβληματικό και, κυρίως, πιο ριζοσπαστικό: “είναι η επανάσταση επιθυμητή;” (…) Η απάντηση είναι “όχι”, ξεκάθαρα “όχι”, ή τουλάχιστον η συγκεκριμένη επιθυμία αφορά λίγους». Ο Πιέρ Μοσκοβισί (από τον άμεσο περίγυρο του Στρος-Καν) έσπευσε να στηρίξει τα λεγόμενα του συγγραφέα μας: «Ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί καταλήγει σε μια έκκληση προς τη “μελαγχολική Αριστερά” κόντρα στη “λυρική Αριστερά”, σε μια Αριστερά απογυμνωμένη από την επαναστατική ουτοπία της, αυτό το “όνειρο που μετατρέπεται σε εφιάλτη” (…) Με αυτή την Αριστερά συντάσσομαι κι εγώ» (14).

Είναι άραγε ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί ο καταλληλότερος άνθρωπος για να «απαντήσει» για λογαριασμό της πλειονότητας στις ερωτήσεις που σκαρφίζεται; Το βιβλίο του δεν πραγματεύεται σχεδόν ποτέ τη σφαίρα της οικονομίας, τις ανισότητες, τους ξεριζωμούς, τις επαγγελματικές ασθένειες, την αγοραστική δύναμη. Εκτός από ένα ισχνό κεφάλαιο δέκα σελίδων για τα παρισινά «προάστια», το κοινωνικό ζήτημα απουσιάζει. Κάποιες ιδέες, οι οποίες συνοψίζονται γενικά στην εξομοίωση των αντιπάλων του με φασίστες, παραμένουν μετέωρες, αποκομμένες πλήρως από τις κοινωνικές συνθήκες από τις οποίες προήλθαν.

Αυτό επιτρέπει στον συγγραφέα να αφιερώσει μισό κεφάλαιο στους κόκκινους Χμερ προκειμένου να επισημάνει ότι οι τελευταίοι «είχαν ρουφήξει τα έργα των (Σαρλ) Μπετελέμ, Αλτουσέρ και Λακάν», παραλείποντας όμως να επισημάνει ότι η εξουσία τους εδραιώθηκε μάλλον εξαιτίας του πολέμου των Αμερικανών και όχι τόσο εξαιτίας τριών Παριζιάνων διανοουμένων…

 

Δωμάτια με θέα

Δεδομένου ότι κανείς δεν είναι κύριος των συνθηκών υπό τις οποίες γεννιέται, μπορεί να γίνει κατανοητό ότι ο συγγραφέας δεν ένιωσε ποτέ προσωπικά το βάρος των ανισοτήτων (εκτός από την ελάχιστα προβληματική ιδιότητα του φίλου των ισχυρών). Ωστόσο, δεν είναι τόσο ευνόητο το ότι το συγκεκριμένο ζήτημα απουσιάζει από ένα μανιφέστο που απευθύνεται «στην Αριστερά».

Πράγματι, το 1984, ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί είχε φροντίσει να μας διαφωτίσει για το πώς προκύπτουν τα έργα του: «Δεν γράφω σε καφέ αλλά σε ξενοδοχεία, σε όλο τον κόσμο. Στο Παρίσι, σε ένα δωμάτιο του Pont-Royal, το 812, γιατί έχει θέα στις στέγες, ενώ από τη βεράντα του μπορείς να δεις ολόκληρη την πόλη, ή το δωμάτιο 911 του Georges V. (…) Η περίμετρός μου εκτείνεται από τον κήπο του Λουξεμβούργου, όπου κατοικώ, ώς την οδό Σεν-Περ, όπου βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, ή ώς το (ξενοδοχείο) Recamier, όπου παίρνω συχνά το πρόγευμά μου. Τις απογευματινές ώρες προτιμώ το εστιατόριο Twickenham, αλλιώς το καφέ Flore, την οδό Μαντάμ…» (15).

Έκτοτε, η «περίμετρος» του συγγραφέα διασταυρώθηκε με άλλους μαγικούς κόσμους, όπως οι εσπερίδες των Λαγκαρντέρ ή ο γάμος του Φρανσουά-Ανρί Πινό, το 1996, στον οποίο έκανε “εντυπωσιακή είσοδο, καταφθάνοντας με ελικόπτερο στον κήπο του πύργου» (16). Όταν ο φιλόσοφός μας νυμφεύθηκε την ηθοποιό Αριέλ Ντομπάσλ, «οι καλεσμένοι οδηγήθηκαν με αεροπλάνο στο La Colombe d’Or, το μυθικό ξενοδοχείο του Σεν-Πολ-ντε Βανς [στη γαλλική Ριβιέρα]. Το «Paris Match» είχε εξασφαλίσει την αποκλειστικότητα της κάλυψης της τελετής, με ρεπορτάζ αντάξιο πριγκιπικών γάμων, που εκτεινόταν σε έξι σελίδες, χωρίς να υπολογίσουμε το εξώφυλλο με τη συγκινημένη Αριέλ, να φορά νυφικό “ολομέταξο, με ντεκολτέ και κόψιμο στην πλάτη, σχεδιασμένο από τον Καρλ Λάγκερφελντ για τον οίκο Chanel”, όπως διευκρίνιζε το περιοδικό» (17).

Στη λίστα των καλεσμένων συγκαταλέγονταν η Λιλιάν Μπετανκούρ (τότε η μεγαλύτερη περιουσία στη Γαλλία), ο πρώην σοσιαλιστής υπουργός Ζακ Λανγκ, ο πρώην δεξιός υπουργός Αλέν Καρινιόν, ο δημοσιογράφος Φιλίπ Τεσόν, ο πρώην σοσιαλιστής υπουργός Ιμπέρ Βεντρίν. Ας μην παραλείψουμε τον δημοσιογράφο Λουί Πάουελς και τον βιομήχανο Ζακ-Λικ Λαγκαρντέρ, τον επικήδειο του οποίου εκφώνησε ο συγγραφέας δέκα χρόνια αργότερα.

Ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί θεωρεί ότι αγνοούμε πόσα οφείλουμε στον καπιταλισμό. Όπως προειδοποιεί, «πιστεύουμε ότι καταφερόμαστε εναντίον του Τζορτζ Σόρος, τελικά όμως δολοφονούμε τον Γαβριά» (18).  Όχι μόνο τον Γαβριά, εξάλλου, καθότι «φιλελευθερισμός» είναι και «τα εθνικά εργαστήρια του 1848», «η έκκληση για ελευθεροτυπία», «ο φιλελεύθερος Γκιζό που ψήφισε, πριν από την Κομμούνα, την κατάργηση της παιδικής εργασίας στα εργοστάσια». Ορισμένες φορές, ο Λεβί, και στο συγκεκριμένο ζήτημα, θυμίζει τον Σαρκοζί. Όταν ο πρόεδρος πολλαπλασιάζει τις «μεταρρυθμίσεις» για να καταπνίξει πιο αποτελεσματικά τους αντιπάλους του, που δεν έχουν τη δυνατότητα να αντεπιτίθενται σε όλα τα μέτωπα ταυτόχρονα, αραδιάζει ονόματα, ιστορικά στοιχεία κατά προσέγγιση ή εντελώς λανθασμένα, ώσπου οι επικριτές του να νιώσουν ίλιγγο.

Ο ιστορικός Πιέρ Βιντάλ-Νακέ υπογράμμιζε το γεγονός ήδη από το 1979: «Ανεξαρτήτως αν πρόκειται για την Ιστορία της Βίβλου, της αρχαίας Ελλάδας ή για τη σύγχρονη Ιστορία, ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί επιδεικνύει σε όλους τους τομείς την ίδια ανεκδιήγητη άγνοια, την ίδια εκπληκτική θρασύτητα» (19). Εκείνη την περίοδο, ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί έγραφε ότι ο Χάινριχ Χίμλερ, που αυτοκτόνησε τον Μάιο του 1945, ήταν μάρτυρας στη δίκη της Νυρεμβέργης, έξι μήνες αργότερα… Στο ίδιο κείμενο, θεωρούσε τον Φρανσουά Γκιζό -έναν συντηρητικό και φιλελεύθερο διανοούμενο της εποχής της παλινόρθωσης των Βουρβώνων- πρόδρομο της παρισινής Κομμούνας (της οποίας, φυσικά, ο Γκιζό υποστήριξε την αιματηρή καταστολή).

 

Το νέο μοντέλο

Το τελευταίο δοκίμιο του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί εγκωμιάστηκε από τον Ζακ Λανγκ: «Η Αριστερά που θέλει να επανεφεύρει τον εαυτό της οφείλει να εμπνευστεί από το συγκεκριμένο έργο, στο οποίο πάνω απ’ όλα εκτιμώ τη φρεσκάδα, την πνοή και τη νεανική ορμή του» (20). Εξυμνήθηκε επίσης από τους Βενσάν Πεγιόν, Πιέρ Μοσκοβισί και Μανουέλ Βαλς – και οι τρεις υποψήφιοι για την ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Ο τελευταίος, τον οποίο ο Σαρκοζί προσκάλεσε να συμμετάσχει στην κυβέρνηση -πρόσκληση η οποία ακόμη κι αν δεν τύχει ανταπόκρισης (προς το παρόν τουλάχιστον), αυτό δεν σημαίνει ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτες- εξύμνησε τον πολιτικό λόγο του Φιγιόν, τον οποίο θεώρησε «αντάξιο των εθνικών προσδοκιών», δεν απέκλεισε «τη σύμπλευση με την πλειοψηφία, με την προϋπόθεση ότι μας λαμβάνει υπόψη» και, ταυτόχρονα, υποστήριξε την κατάργηση του «ειδικού καθεστώτος» ορισμένων μισθωτών. Επί της παρούσης, προωθεί το αίτημα αλλαγής της ονομασίας του κόμματός του.

Στο βιβλίο του, ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, πλέκει το εγκώμιό του επί του συγκεκριμένου ζητήματος: «Ακόμη κι αν πολλοί σοσιαλιστές συνεχίζουν να αγκιστρώνονται στη σοσιαλιστική θεώρησή τους θυμίζοντας γερασμένους ηθοποιούς σε προβλέψιμους ρόλους, οι πιο οξυδερκείς μεταξύ αυτών -έχω κατά νου έναν νεαρό βουλευτή της Εσονίας, τον Βαλς- γνωρίζουν ότι η Αριστερά δεν θα είναι ευπρόσδεκτη όσο δεν προβαίνει στη ρήξη που θα την οδηγήσει να αναθεωρήσει εκ βάθρων την ιστορία και, επομένως, την ονομασία της». Χωρίς αργοπορία, ο εν λόγω βουλευτής δημοσίευσε στην εφημερίδα «Les Echos» κριτική για τη «λαμπρή συνηγορία» του δοκιμιογράφου, παραλείποντας διακριτικά όμως να επισημάνει ότι το εγκώμιό του απηχούσε επακριβώς το κομπλιμέντο που του είχε ήδη απευθυνθεί. Ο Βαλς ξεχώρισε το ακριβές χωρίο που τον είχε επαινέσει: «Μου άρεσε η άποψη ότι η Αριστερά δεν θα είναι ευπρόσδεκτη όσο δεν προβαίνει στη ρήξη που θα την οδηγήσει να αναθεωρήσει εκ βάθρων την ιστορία και, επομένως, την ονομασία της» (21)…

Το παιχνίδι του καθρέφτη συνεχίστηκε με τον Βαλς, για τον οποίο ορισμένοι συνάδελφοί του υποπτεύονται ότι ρέπει προς τα δεξιά, να προσθέτει: «Εκείνοι που υποστηρίζουν ότι αυτό το βιβλίο δεν είναι παρά το εγκώμιο του φιλελευθερισμού και της δεξιόστροφης Αριστεράς, εθελοτυφλούν απέναντι σε μια ειλικρινή απόπειρα ενδοσκόπησης από έναν διανοούμενο για τον οποίο δεν είναι δυνατόν κανείς να αμφιβάλλει ότι ανήκει στην οικογένεια της Αριστεράς». Ο Βαλς αναγνώριζε ωστόσο ότι «εάν υπάρχει κάποιο πεδίο το οποίο ο φιλόσοφος δεν εξερευνά, είναι ακριβώς το κοινωνικό πεδίο». Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, αν κάποιος διανοούμενος χαρακτηριζόταν, όπως ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ότι «μάλλον κωφεύει έναντι του κοινωνικού ζητήματος» (22), θα είχε απομακρυνθεί από την «οικογένεια της Αριστεράς». Σήμερα, ένας τέτοιου είδους εξοστρακισμός θεωρείται απαρχαιωμένος -«μαρξιστικός», όπως θα έλεγε ο Αρνό.

Το σχέδιο του Λεβί είναι ξεκάθαρο: έγκειται στην προώθηση του φιλελευθερισμού και στην καταπολέμηση του «ριζοσπαστισμού». Με τον Σαρκοζί στα Ηλύσια, κατασκευάζει για λογαριασμό του την «ηθική Αριστερά», που ο ίδιος δεν μπορεί παρά να ονειρεύεται: εκείνη των «μεγάλων ψυχών » του θεάτρου της αγανάκτησης. Μια τέτοια Αριστερά δεν θα ζημιώσει ιδιαίτερα μια κυβέρνηση η οποία, κατά τη διατύπωση ενός τέως αντιπροέδρου του συνδέσμου των εργοδοτών, στόχο της έχει να «διαλύσει μεθοδικά το πρόγραμμα του Εθνικού Συμβουλίου της Αντίστασης» (23).

(1) Για τις λεπτομέρειες της εσπερίδας, βλ. «L’ère monarchic», «Point de vue», Παρίσι, 26 Σεπτεμβρίου 2007.

(2) «Challenges», Παρίσι, 13 Σεπτεμβρίου 2007.

(3) Εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού France 2, 11 Δεκεμβρίου 2006.

(4) Arianne Chemin, «La gauche à la noce», «Le Monde», 3 Οκτωβρίου 2007.

(5) Βλ. «Les droites au pouvoir», «Manière de voir», αρ. 95, Οκτώβριος-Νοέμβριος 2007. (Σ.τ.Μ:) Ο οικονομολόγος Ζακ Αταλί υπήρξε για χρόνια σύμβουλος του προέδρου Μιτεράν.

(6) Bernard-Henri Levy, «Ce grand cadavre à la renverse», Grasset, Παρίσι 2007, σ. 190. Οι παραπομπές που ακολουθούν προέρχονται από το ίδιο χωρίο, εκτός εάν υποδεικνύεται διαφορετικά.

(7) Βλ. «Cela dure depuis vingt-cinq ans», «Le Monde Diplomatique», Δεκέμβριος 2003.

(8) Cornelius Castoriadis, «L’ industrie du vide», «Le Nouvel Observateur», Παρίσι, 9 Ιουλίου 1979.

(9) (Σ.τ.Μ:) Η φράση με το “πτώμα” είναι η ακριβής μετάφραση του τίτλου του βιβλίου «Ce grand cadavre à la renverse» του Μπερνάρ Ανρί-Λεβί. Εκτός από τους παραπάνω διανοητές, ο συγγραφέας καταφέρεται και εναντίον της «Le Monde diplomatique», του σκηνοθέτη Μάικλ Μουρ, του τροτσκιστή πολιτικού Ολιβιέ Μπεζανσενό και πολλών άλλων.

(10) Βλ. Gregory Rzepski & Antoine Schwartz, «Η μόνιμη κλίση της Αριστεράς προς το κέντρο», «Le Monde Diplomatique, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 1 Ιουλίου 2007.

(11) «Le PS bouge encore», «Libération», Παρίσι, 3 Σεπτεμβρίου 2007. Ο Στρος-Καν έγινε μετέπειτα γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

(12) «Le Point», Παρίσι, 2 Δεκεμβρίου 1995.

(13) «Le Point», 29 Μαρτίου 1997.

(14) Pierre Moscovici, «La gauche mélancolique de Bernard-Henri Levy», «Le Monde», 12 Οκτωβρίου 2007.

(15) «VSD», Παρίσι, 8 Νοεμβρίου 1984.

(16) «Le Nouvel Observateur», Παρίσι, 20 Ιουνίου 1996.

(17) Philippe Cohen, «BHL», Fayard, Παρίσι, σ. 366-367.

(18) (Σ.τ.Μ.:) Το χαμίνι των Παρισίων στο έργο του Ουγκό «Οι Άθλιοι», σύμβολο της δημοκρατικής εξέγερσης του 1832.

(19) Επιστολή της 12ης Ιουνίου 1979 στον διευθυντή της εβδομαδιαίας σατιρικής έκδοσης «Canard enchaîné». Βλ. www.monde-diplomatique.fr/dossiers/bhl/.

(20) «Paris Match», 11 Οκτωβρίου 2007.

(21) «Les Echos», Παρίσι, 8 Οκτωβρίου 2007.

(22) «Libération», Παρίσι, 8 Οκτωβρίου 2007.

(23) Denis Kessler, « Challenges », Παρίσι, 4 Οκτωβρίου 2007.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Διευθυντής της "Le Monde diplomatique"