Επανάσταση στην «αντεπανάσταση» της Σαουδικής Αραβίας

Ο πρίγκιπας Μοχάμεντ Μπεν Σαλμάν, κληρονόμος του θρόνου, σκοπεύει να πραγματοποιήσει μεταρρυθμίσεις σε βάθος στο σαουδαραβικό βασίλειο, σε όλα τα επίπεδα. Όμως, οι υποσχέσεις του ότι θα καταπολεμήσει τις αιτίες του εξτρεμισμού δεν σημαίνουν αναγκαστικά την «απο-ουαχαμποποίηση» της χώρας. Οι ουαχαμπίτες αξιωματούχοι, που στηρίζουν και προσφέρουν θρησκευτική κάλυψη στη μοναρχία, ανέκαθεν κατόρθωναν να προσαρμοστούν σε κάθε απόπειρα ελέγχου τους.

Κατά τα φαινόμενα, η ταχύτατη και εντυπωσιακή άνοδος του πρίγκιπα Μοχάμεντ Μπεν Σαλμάν ανοίγει μια νέα σελίδα στη σαουδαραβική ιστορία. Πολλαπλασιάζοντας τις θορυβώδεις ενέργειες και δηλώσεις, ιδίως μετά τον ορισμό του ως διάδοχος τον Ιούνιο του 2017, ο νέος ισχυρός άνδρας του Ριάντ αφήνει να διαφανεί η φιλοδοξία του: να επιτύχει την αναδιάταξη του σαουδαραβικού κοινωνικού τοπίου προκειμένου να μονοπωλήσει την εξουσία, αποκτώντας στενό έλεγχο του πολιτικού, οικονομικού και διπλωματικού τομέα. Όμως, για να υλοποιήσει αυτά τα απολυταρχικά όνειρά του, οφείλει επίσης να ελέγξει και τον σημαντικότερο (συμβολικό) πόρο του βασιλείου: τη θρησκεία. Η έκκληση υπέρ ενός μετριοπαθούς Ισλάμ, η παραχώρηση του δικαιώματος οδήγησης στις γυναίκες, η διοργάνωση συναυλιών και το γεγονός ότι θα ξανανοίξουν οι κινηματογράφοι ερμηνεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό ως σημάδια που προαναγγέλλουν ένα πρωτοφανές –σχεδόν επαναστατικό– σχέδιο: την «απο-ουαχαμποποίηση» της κοινωνίας και του καθεστώτος. Πέρα από το επικοινωνιακό αποτέλεσμα, αξίζει να εξετάσουμε τις ιστορικές και κοινωνικές μεταβλητές που θα μπορούσαν να υποθηκεύσουν την υλοποίηση του πριγκιπικού σχεδίου.

Οι απόπειρες να στραφεί ο ουαχαμπισμός σε ηπιότερες και περισσότερο αποδεκτές κοινωνικές θέσεις, ακόμα και να περιθωριοποιηθεί, χαρακτηρίζουν ολόκληρη την ταραχώδη πολιτικοθρησκευτική ιστορία του σαουδαραβικού κράτους. Αυτή η θεοκρατία δημιουργήθηκε στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα στην Κεντρική Αραβία και στηρίχθηκε στην κυριολεκτική ανάγνωση του Κορανίου και σε ένα αυστηρότατο και μεσσιανικό θρησκευτικό δόγμα προκειμένου να νομιμοποιήσει τις ηγεμονικές επιδιώξεις της: τον ουαχαμπισμό, παρακλάδι των Χανμπαλιτών, μιας θεολογικής και νομικής σχολής του σουνιτισμού (1). Ο ιδρυτής του, Μουχάμαντ Ιμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ (1703-1792), υποστηρίζει ότι ο μοναδικός τρόπος για να εξασφαλίσει κανείς τον παράδεισο συνίσταται στη συμμόρφωση με την πρακτική και τη σκέψη του δόγματος των Χανμπαλιτών. Όσοι δεν συμμορφώνονται με αυτό το δόγμα –κυρίως τα μυστικιστικά κινήματα των σούφι– αποκλείονται από την «κοινότητα των πιστών». Για τον Ιμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ, η τζιχάντ, ως πόλεμος για την υπεράσπιση ή την εξάπλωση του Ισλάμ, αποτελεί το κυριότερο μέσο για να επιστρέψουν οι παραπλανημένοι στον ορθό δρόμο: το δόγμα αυτό θα επιτρέψει στο σαουδικό εμιράτο να νομιμοποιήσει την επεκτατική πολιτική του, η οποία, από τα τέλη του 18ου ώς τις αρχές του 20ού αιώνα, θα οδηγήσει στον έλεγχο του μεγαλύτερου τμήματος της Αραβίας.

Ωστόσο, μετά την εδραίωση της κοινότητάς του και την εξάπλωσή της σε αρκετές περιοχές της Αραβικής Χερσονήσου, ο Ιμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ υιοθέτησε λιγότερο απόλυτες θέσεις, κυρίως στο ζήτημα του αποκλεισμού των εχθρών του από την κοινότητα των πιστών και από τη σωτηρία (αλ-τακφίρ), έτσι ώστε να γίνει αποδεκτός από τους υπόλοιπους Μουσουλμάνους. Οι κληρονόμοι του, οι οποίοι πολύ γρήγορα μετατράπηκαν σε πραγματικό θρησκευτικό κατεστημένο, κυριάρχησαν στη ζωή του τόπου, υιοθετώντας ηπιότερες θέσεις και λειαίνοντας ορισμένες πλευρές του δόγματός τους, κυρίως όσον αφορά την καταδίκη του σουφισμού και τον στιγματισμό των υπόλοιπων τάσεων του Ισλάμ. Βρέθηκαν δε αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή κατάσταση. Το σαουδικό εμιράτο δεν αποτελούσε πλέον μια περιθωριακή οντότητα αλλά μια σημαντική ισλαμική δύναμη, χάρη στην κατάκτηση της Μέκκας και της Μεδίνας στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο ουαχαμπισμός δεν ήταν πλέον ένα περιφερειακό φαινόμενο αλλά μια πραγματικότητα στην κλίμακα της «ούμα», της κοινότητας των Μουσουλμάνων.

 

Ο κληρονόμος του σαουδαραβικού θρόνου πρίγκιπας Μοχάμεντ Μπεν Σαλμάν (φωτ.: By U.S. Department of State, via Wikimedia Commons).

 

Κρατικός εκσυγχρονισμός

Η πρώτη απόπειρα εκσυγχρονισμού απέτυχε εξαιτίας του αγώνα εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το δειλό άνοιγμα έδωσε τη θέση του σε δογματική συσπείρωση. Για να πολεμηθεί ο εχθρός –επίσης Μουσουλμάνος– αλλά και για να διατηρηθεί η ενότητα και η ομοιογένεια του σαουδικού εμιράτου που βρισκόταν υπό αναδίπλωση, οι ουαχαμπίτες ουλεμάδες ανέπτυξαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα υπερσυντηρητικές ιδέες που προωθούσαν τον αποκλεισμό. Έτσι, ο Αμπντελαζίζ Ιμπν Σαούντ, στηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό σε αυτές τις ιδέες και επωφελούμενος από ευνοϊκές συγκυρίες, ίδρυσε το 1932 το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, στο οποίο και βασίλευσε μέχρι τον θάνατό του το 1953.

Η ακλόνητη και αδιατάρακτη συμμαχία ανάμεσα στους θεματοφύλακες του ουαχαμπισμού και τον Σαουδάραβα μονάρχη δεν τον εμπόδισε να κατανοήσει τη φύση της παράδοσης που υπερασπιζόταν και τον βαθμό στον οποίο αυτή ήταν ασύμβατη με το νέα του θέση ως προστάτης των αγίων τόπων του Ισλάμ, ως ηγέτης ενός από τα ελάχιστα ανεξάρτητα μουσουλμανικά κράτη της εποχής, αλλά και ενός εξαιρετικά ανομοιογενούς πληθυσμού από εθνοτική και θρησκευτική άποψη. Για να αποφύγει οποιασδήποτε μορφής κρίση, επιδόθηκε σε μια διπλή επιχείρηση: να καταστήσει τον ουαχαμπισμό περισσότερο αποδεκτό, αλλά και να επιτύχει τη διάχυσή του μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτικοθρησκευτικό ρεύμα, μετριοπαθέστερο και πιο νεωτερικό: τους ισλαμικούς μεταρρυθμιστές.

Αντί να εξασθενίσει το σαουδαραβικό ιερατείο, η απόπειρα αναδιάταξης του θρησκευτικού τοπίου απέδειξε τη μεγάλη προσαρμοστικότητά του. Έναντι μερικών παραχωρήσεων στους τομείς της εκπαίδευσης και της δημόσιας διοίκησης, καθώς και ορισμένων δογματικών αναθεωρήσεων στα ζητήματα της τζιχάντ και των σχέσεων με τους μη Μουσουλμάνους, διατήρησαν μια κομβική θέση στον κοινωνικό χώρο. Πρόκειται απλούστατα για την αντανάκλαση της «ηθικής της ευθύνης», όπως την όρισε ο Μαξ Βέμπερ (2). Με άλλα λόγια, την ικανότητα να σκέπτεσαι και να ενεργείς λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του ευρύτερου πλαισίου και τον συσχετισμό δυνάμεων, ώστε να διαφυλάξεις την ουσία εκείνου που θεωρείς ως αλήθεια. Και αυτή η ηθική θα επιτρέψει στον ουαχαμπισμό να υπερβεί τις κρίσεις, να εδραιώσει την κυριαρχία του σε τοπικό επίπεδο και να υποστηρίξει τις οικουμενικές φιλοδοξίες του από την εποχή της βασιλείας του Φεϋζάλ (1964-1975).

Κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, η Σαουδική Αραβία βρίσκεται αντιμέτωπη με μεγάλο αριθμό προκλήσεων στο εσωτερικό της, αλλά και στο εξωτερικό, ιδίως με τον ηγεμονισμό της Αιγύπτου του Νάσερ. Για να επιβιώσει, η μοναρχία εκσυγχρονίζει την κρατική δομή της, πράγμα που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί δίχως να θιγούν τα συμφέροντα των θεματοφυλάκων του ουαχαμπισμού. Η γενίκευση της εκπαίδευσης (κυρίως για τα κορίτσια), η μαζική άφιξη μεταναστών εργαζόμενων, η δημιουργία μέσων ψυχαγωγίας (τηλεόραση και κινηματογράφος), η μείωση του προϋπολογισμού και των αρμοδιοτήτων της θρησκευτικής αστυνομίας και η δημιουργία νησίδων ελευθερίας προκάλεσαν τριβές ανάμεσα στους δύο ιστορικούς εταίρους (η μετάδοση των πρώτων τηλεοπτικών εκπομπών προκάλεσε εξεγέρσεις που αντιμετωπίστηκαν με σκληρή καταστολή).

Για ακόμη μία φορά, το ουαχαμπικό ιερατείο αποκλιμάκωσε τις εντάσεις και απέφυγε την περιθωριοποίηση χάρη στη στρατηγική της προσαρμογής που συνδυάζει παραχωρήσεις, υπεκφυγές και άσκηση πιέσεων. Επιπλέον, επωφελήθηκε από τη διαμάχη με την Αίγυπτο και από τους ποταμούς των πετροδολαρίων για να ανταπεξέλθει σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία. Αν και υπερσυντηρητικοί, αφομοίωσαν την τεχνογνωσία των «άπιστων», κυρίως στον οργανωτικό τομέα, δημιουργώντας θεσμούς που θα μπορούσαν να αντιταχθούν στον υπόγειο εκσυγχρονισμό της κοινωνίας. Έτσι, μέσα σε μερικά χρόνια, δημιουργήθηκε μια μυριάδα πανεπιστημιακών σχολών, ινστιτούτων, διοικητικών δομών, δικαστικών οργάνων, συλλόγων και μέσων ενημέρωσης. Ταυτόχρονα, βάλθηκαν να συστήσουν πανισλαμικούς οργανισμούς (Παγκόσμια Ισλαμική Ομοσπονδία, Πανεπιστήμιο της Μεδίνας κ.λπ.), επιδιώκοντας να ανακόψουν την εκκοσμίκευση των κοινωνιών και να προωθήσουν τον ουαχαμπισμό ως νέα ισλαμική ορθοδοξία.

Επωφελούμενο από τα διλήμματα μιας μοναρχίας που αμφιταλαντευόταν ανάμεσα σε δύο αντίθετους δρόμους, το θρησκευτικό ιερατείο απέκτησε μια ισχυρή επιρροή, την οποία δεν παραλείπει να εκμεταλλευθεί όταν η συγκυρία το επιτρέπει. Το 1979, πολλά γεγονότα συγκλόνισαν τη σαουδαραβική κοινωνία: ισλαμική επανάσταση στο Ιράν, σύλληψη ομήρων στη Μέκκα από μια μεσσιανική ομάδα, εισβολή της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν. Οι δημοσιονομικές δυσκολίες που προέκυψαν την επόμενη χρονιά επιβάρυναν την κατάσταση. Αποσταθεροποιημένη, η χώρα επιδόθηκε σε μια πλειοδοσία παραδοσιολαγνείας, στην οποία πρωτοστατούσαν οι θεματοφύλακες του ουαχαμπισμού, συνεπικουρούμενοι από στελέχη των Αδελφών Μουσουλμάνων που είχαν εγκατασταθεί στη χώρα πριν από χρόνια. Ενώ βαθύ σκοτάδι κάλυπτε τη σαουδαραβική κοινωνία (κυρίως με το κλείσιμο των κινηματογράφων και την απαίτηση για ολοένα μεγαλύτερη απαγόρευση της συναναστροφής των δύο φύλων), παρατηρήθηκε μια διασταύρωση και υβριδισμός ανάμεσα στον ουαχαμπισμό και σε διάφορα παρακλάδια των Αδελφών Μουσουλμάνων, γεννώντας –μεταξύ άλλων– τον σαουδαραβικό ισλαμισμό (Sahwa, «αφύπνιση») και τον τζιχαντισμό. Στις πηγές χρηματοδότησης του τελευταίου συγκαταλέγονταν οι ιδιωτικές δωρεές πλούσιων σαουδαραβικών οικογενειών.

Μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η Σαουδική Αραβία βρέθηκε στο στόχαστρο. Οι αλλαγές στην κοινωνία, η πτώση της τιμής του πετρελαίου, οι πιέσεις των Αμερικανών και η τζιχαντιστική απειλή ώθησαν τις αρχές του Ριάντ να στραφούν σε μια πολιτική εκτόνωσης. Ένας από τους πυλώνες της ήταν η προώθηση ενός «μετριοπαθούς», «ανοιχτού» και «ανεκτικού» Ισλάμ. Έτσι, σε ορισμένους αρθρογράφους και διανοούμενους επιτράπηκε να ασκήσουν ανοιχτή κριτική στον ουαχαμπισμό, οι αρμοδιότητες της θρησκευτικής αστυνομίας περιορίστηκαν, δρομολογήθηκε διάλογος ανάμεσα στις θρησκείες και στα διάφορα δόγματα του Ισλάμ, πλήθος νέων στάλθηκαν στο εξωτερικό, ενώ άνοιξε διάλογος για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και υπήρξαν μάλιστα ορισμένες (ελαφρές) βελτιώσεις, ιδίως όσον αφορά την ευκολότερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν νέοι τρόποι και τόποι διασκέδασης, οι νησίδες ελευθερίας διευρύνθηκαν και έγινε ανεκτή η παρουσία ξένων ερευνητών.

Μέσα στην ευφορία, ορισμένοι παρατηρητές άρχισαν να κάνουν λόγο για «άνοιξη του Ριάντ» και για «μετα-ουαχαμπισμό». Ωστόσο, γρήγορα ακολούθησε η απογοήτευση. Μόλις βελτιώθηκε η οικονομική συγκυρία και ξεκαθάρισε η πολιτική κατάσταση, το καθεστώς επέστρεψε λίγο-πολύ στις βασικές του αξίες, κλείνοντας τη «φιλελεύθερη» παρένθεση. Μετά το 2011, οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν. Η Σαουδική Αραβία δρομολόγησε μια προληπτική «αντεπανάσταση», με αιχμή του δόρατος τον ουαχαμπισμό. Αυξήθηκε ο προϋπολογισμός των θρησκευτικών θεσμών και φιμώθηκε η κοσμική και η ισλαμική αντιπολίτευση. Επίσης, στον δημόσιο χώρο, το καθεστώς τόνιζε τον σεβασμό του προς την ουαχαμπική ορθοδοξία (κυρίως εφαρμόζοντας με αυστηρότητα τη θανατική ποινή και τις σωματικές τιμωρίες), εντείνοντας παράλληλα την αντισιιτική ρητορική. Σε αντάλλαγμα, οι ουλεμάδες προέβησαν σε μια μικρή παραχώρηση: επιτράπηκε η ψήφος των γυναικών στις δημοτικές εκλογές (τις μόνες εκλογές που οργανώνονται στο βασίλειο) και η συμμετοχή τους σε ορισμένα κυβερνητικά όργανα, ώστε να δημιουργούνται θετικές εντυπώσεις.

 

Ισλάμ της «μέσης οδού»

Από το 2015, η Σαουδική Αραβία γνωρίζει σημαντικές πολιτικές αλλαγές. Με την υποστήριξη του πατέρα του, ο πρίγκιπας Μοχάμεντ κατόρθωσε μέσα σε μια διετία να εξουδετερώσει –προσωρινά τουλάχιστον– όλους τους αντιπάλους του και να μονοπωλήσει την εξουσία με πρωτοφανή τρόπο. Προκειμένου να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές και τις εξωτερικές προκλήσεις, ενισχύοντας παράλληλα τη νομιμοποίησή του, εκμεταλλεύεται όλες τις ευκαιρίες για να διατρανώσει τη βούλησή του να μεταμορφώσει το βασίλειο, μη εξαιρουμένου του θρησκευτικού τομέα. Το 2018 θα επιτραπεί η οδήγηση στις γυναίκες και θα ξανανοίξουν οι κινηματογράφοι μετά από 35 χρόνια απαγόρευσης (χωρίς να γνωρίζουμε ωστόσο τις διαδικασίες με τις οποίες θα υλοποιηθούν αυτά τα μέτρα), ενώ στις 24 Οκτωβρίου 2017, ο νέος ισχυρός άνδρας προχώρησε στην ανοιχτή καταγγελία των «εξτρεμιστικών ιδεών» και υποσχέθηκε να τις «καταστρέψει». Κατά τη γνώμη του, αυτό θα επιτρέψει στη χώρα να «επιστρέψει σε ένα Ισλάμ της “μέσης οδού”, μετριοπαθές, ανεκτικό, ανοιχτό στον κόσμο και σε όλες τις άλλες θρησκείες» (3). Πώς μπορούν άραγε να ερμηνευθούν αυτά τα λόγια και αυτές οι ενέργειες, στις οποίες ορισμένοι θέλησαν να διακρίνουν μια ρήξη με τον ουαχαμπισμό, τον σημαντικότερο πόρο που διαθέτει η Σαουδική Αραβία μετά το πετρέλαιο;

Καταρχάς, ο πρίγκιπας Μοχάμεντ υιοθετεί πρόθυμα το τροπάριο του μετριοπαθούς Ισλάμ της «μέσης οδού», το οποίο διεκδικούν όλες σχεδόν οι τάσεις αυτής της θρησκείας, κυρίως εκείνες που επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη αυστηρότητα στα θρησκευτικά ζητήματα, έτσι ώστε να διαφοροποιηθούν από τους τζιχαντιστές, χωρίς όμως και να εξηγεί τι ακριβώς εννοεί. Στη συνέχεια, γίνεται περισσότερο σαφής και αναφέρει ως πηγές του εξτρεμισμού τις αλλαγές του 1979 και τη Sahwa. Αυτός ο όρος υποδηλώνει τον υβριδισμό ανάμεσα στις ιδέες του ουαχαμπισμού και στον τρόπο δράσης των Αδελφών Μουσουλμάνων. Και αυτός ακριβώς είναι ο στόχος του πρίγκιπα διαδόχου: επιθυμεί την εξάλειψη των Αδελφών Μουσουλμάνων και όλων των παρακλαδιών τους, κυρίως του τζιχαντισμού, γεγονός που χαροποιεί τους ουαχαμπίτες (που βρίσκουν την ευκαιρία να εμφανίζονται λευκοί ως περιστερές).

Η πολιτική απέναντι στις γυναίκες αποτελεί τον συνδυασμό δύο φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων: του οπορτουνισμού και των δομικών περιορισμών. Το δικαίωμα οδήγησης εντάσσεται στη συνέχιση της πολιτικής που εγκαινίασε ο βασιλιάς Αμπντάλα (ντε φάκτο αντιβασιλέας μετά το 1996, βασίλευσε την περίοδο 2005-2015). Κάτι τέτοιο εξασφαλίζει την υποστήριξη των γυναικών και ενός τμήματος του πληθυσμού, ενώ αποκαθιστά την εικόνα του καθεστώτος στα μάτια των Δυτικών: εδώ εντοπίζεται το στοιχείο του οπορτουνισμού. Από την άλλη, οι γυναίκες της χώρας είναι ολοένα καλύτερα καταρτισμένες. Ο αποκλεισμός τους από την αγορά εργασίας αποτελεί τεράστια σπατάλη οικονομικών πόρων, τη στιγμή που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν ένα μέρος του ξένου εργατικού δυναμικού, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών.

Και οι θεματοφύλακες του ουαχαμπισμού; Προσαρμόζονται. Προκειμένου να διατηρήσουν τα εγκόσμια και τα πνευματικά συμφέροντά τους, οι ουλεμάδες έχουν την δυνατότητα να προβούν σε έναν μικροσυμβιβασμό, κάνοντας παραχωρήσεις σε τομείς που θεωρούν δευτερεύοντες, θέτοντας παράλληλα τους όρους τους. Για παράδειγμα, αρκετοί υψηλόβαθμοι κληρικοί γνωμοδότησαν πριν μερικά χρόνια ότι η οδήγηση των γυναικών δεν αποτελεί θρησκευτικό ζήτημα αλλά κοινωνικό, επιδεκτικό εξέλιξης. Και η εξαγγελία αυτού του δικαιώματος συνοδεύεται από την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλίζουν την άδεια του πατέρα ή του νόμιμου κηδεμόνα τους…

Είναι αδύνατον να προβλεφθεί η εξέλιξη των σχέσεων ανάμεσα στη μοναρχία και στο θρησκευτικό κατεστημένο στη Σαουδική Αραβία. Όμως, για την ώρα, δεν αμφισβητείται η ιστορική συμμαχία που συνδέει αυτούς τους δύο εταίρους. Εξάλλου, ο πρίγκιπας Μοχάμεντ και οι ουλεμάδες δεν παραλείπουν να το υπογραμμίζουν. Προκειμένου να επιβιώσουν μέσα στην αυταρχική αναδιάταξη του πολιτικού τοπίου που έχει δρομολογηθεί, οι ουαχαμπίτες κληρικοί δείχνουν ακόμα μια φορά διατεθειμένοι να κάνουν μερικές αλλαγές… ακριβώς για να μην αλλάξει τίποτε.

 

  1. Βλ. Nabil Mouline, «Η γέννηση του τζιχαντισμού», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 10 Ιανουαρίου 2016, https://monde-diplomatique.gr/?p=1034
  2. Θέμα που ανέλυσε το 1918 στην διάλεξή του «Η πολιτική ως επάγγελμα».
  3. Λόγος που εκφωνήθηκε στην οικονομική διάσκεψη «Future Investment Initiative» στο Ριάντ.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, υπεύθυνος έρευνας στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Έρευνας (CNRS). Συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των «Le Califat. Histoire politique de l’Islam» (Flammarion, 2016) και «Islams politiques. Courants, doctrines et idéologies» (CNRS Éditions, 2017).