Επιτυχία κατά της ηρωίνης στην Ελβετία

Η αποτυχία της πολιτικής της απαγόρευσης των ναρκωτικών ουσιών οδηγεί όλο και περισσότερες χώρες –όπως πρόσφατα τον Καναδά με την κάνναβη– στη νομιμοποίηση της χρήσης, ακόμη και της εμπορίας τους. Ήδη από τη δεκαετία του 1990, η Ελβετία αντιμετώπισε αποφασιστικά το κοινωνικό πρόβλημα που προκαλούσε η κατανάλωση ηρωίνης, επιλέγοντας τη ρύθμιση και όχι την απαγόρευση. Σήμερα, η προσέγγιση αυτή εγκρίνεται μαζικά από τους εξαρτημένους, τους γιατρούς, την κοινωνία και… τις δυνάμεις της τάξης.

«Πήρα ηρωίνη για να αντιμετωπίσω τα ψυχολογικά μου προβλήματα», εξηγεί ο Νταβίντ, ένας πενηντάρης, εξαρτημένος εδώ και εικοσιπέντε χρόνια. «Η ηρωίνη με διέλυσε. Έχασα τη δουλειά μου ως ωρολογοποιός, “δανείστηκα” λεφτά από τη σύντροφό μου και τους φίλους μου. Κατέληξα στον δρόμο. Για να πληρώνω τις δόσεις μου, έγινα “βαποράκι”». Εδώ και ενάμιση χρόνο, ο Νταβίντ πηγαίνει καθημερινά στο κτίριο που στεγάζει το PEPS (Programme Expérimentale de Prescription de Stupéfiants, Πειραματικό Πρόγραμμα Συνταγογράφησης Ναρκωτικών), το οποίο διαχειρίζονται τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία της Γενεύης. «Χάρη στο πρόγραμμα, απόκτησα πάλι κοινωνική ζωή, ξεπλήρωσα τους φίλους μου». Ο πρώην ωρολογοποιός κοιτάζει το ρολόι του: «Σας αφήνω, είναι η ώρα της θεραπείας μου». Μια νοσοκόμα θα του χορηγήσει την ένεση διακετυλομορφίνης, δηλαδή ηρωίνης που παράγεται απολύτως νόμιμα από ένα ελβετικό εργαστήριο.

Οι περίπου 1.500 ασθενείς των 22 κέντρων PEPS της Ελβετίας έχουν όλοι προσπαθήσει, μάταια, να απεξαρτηθούν με τη βοήθεια προγραμμάτων χορήγησης υποκατάστατων ουσιών: «Η μεθαδόνη δεν δούλεψε για μένα», διηγείται ο Μάρκο, 44 ετών. «Οι παρενέργειες είναι πολύ ισχυρές και δεν υπάρχει αγχολυτική επίδραση. Έτσι, έκανα χρήση και άλλων ναρκωτικών… Εδώ γράφτηκα πριν από έξι μήνες. Έχω πάρει ξανά βάρος, έχω μειώσει κατά 80% την ηρωίνη που έπαιρνα. Όταν έρθει η ώρα, θέλω να σταματήσω». «Η θεραπεία μού δίνει ρυθμό», σχολιάζει η Σαντάλ, 54 ετών, εξαρτημένη εδώ και 30 χρόνια. «Τέλος ο αγώνας δρόμου πίσω από τους εμπόρους». Με τις κόρες των ματιών συσταλμένες και με δυνατή φωνή, ο Τζεφ, 54 ετών, μόλις έκανε την ένεση με τη θεραπεία του: «Η ποιότητα ζωής μου έχει βελτιωθεί, δεν υπάρχει αμφιβολία. Η θεραπεία σταθεροποιεί τις ημέρες μου. Πριν… ε, είχα γίνει έμπορος. Ήμουν κακός, έκανα απατεωνιές για να βγάλω χρήματα. Έχω κάνει διάφορα κόλπα…».

«Η εξάρτηση προκύπτει όταν η χρήση μιας ουσίας γίνεται η μοναδική στρατηγική για την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων», μας υπενθυμίζει ο Ιβ Σαζέ, νοσοκόμος ειδικευμένος στην τοξικολογία. «Εδώ, δεν μιλάμε πια για “δόση”, αλλά για “θεραπεία”: ο εγκέφαλος είναι εξαρτημένος και έχει ανάγκη την ηρωίνη για να βρει μια ισορροπία. Στο κέντρο, υποδεχόμαστε 63 ασθενείς για χορήγηση διακετυλομορφίνης. Αυτή η φαρμακευτική ηρωίνη είναι καθαρή, σε αντίθεση με την ηρωίνη που αγοράζεις στον δρόμο, η οποία είναι νοθευμένη με καφεΐνη, παρακεταμόλη κ.ο.κ. Η ηρωίνη του δρόμου είναι ελάχιστα ικανοποιητική και ο τοξικομανής συχνά την συνδυάζει με άλλες ουσίες, με αλκοόλ, με ψυχοτρόπα φάρμακα όπως οι βενζοδιαζεπίνες… Η δοσολογία μας, που είναι προσαρμοσμένη στον κάθε ασθενή, του επιτρέπει να ζήσει όσο πιο φυσιολογικά γίνεται. Επίσης, δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στην καλή συμπεριφορά των ασθενών: πρέπει να σέβονται το προσωπικό και τους περιοίκους. Το κέντρο υπάρχει για τη δική τους φροντίδα: εναπόκειται στους ίδιους να το προστατεύσουν». Καθένας από τους ασθενείς παρακολουθείται από έναν νοσοκόμο, έναν ειδικευόμενο ιατρό και έναν ψυχίατρο. «Η ιατρική χορήγηση τους βγάζει από τον φαύλο κύκλο της συμπεριφοράς του δρόμου», υποστηρίζει ο ειδικευόμενος ψυχίατρος Πέντρο Φερέιρα. «Δεν χρειάζεται πλέον να προμηθεύονται μόνοι τους το προϊόν και άρα να βρίσκουν χρήματα με όλους τους δυνατούς τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των κλοπών και της πορνείας. Η αλλαγή αυτή τους εξασφαλίζει ψυχικά αποθέματα για να εστιάσουν ξανά στη ζωή τους, να θέσουν στόχους, να αποκτήσουν ξανά επαφή με την οικογένεια και τους φίλους τους. Και, βέβαια, έχουν πρόσβαση και σε ψυχίατρο…».

Η ιδέα της ιατρικής χορήγησης ηρωίνης, η οποία έχει εφαρμοστεί σχεδόν σε όλα τα ελβετικά καντόνια (το Βο την υιοθέτησε φέτος το καλοκαίρι) και έχει δοκιμαστεί δειλά στον Καναδά και σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία…), γεννήθηκε μέσα από μια σοβαρή κρίση: την κρίση των χώρων υπαίθριας χρήσης. Τη δεκαετία του 1980, στην Ελβετία, η χρήση ηρωίνης σημείωσε κατακόρυφη άνοδο. «Η πλειονότητα των χρηστών ήταν νέοι που είχαν διακόψει σχέσεις με το οικογενειακό τους περιβάλλον», θυμάται ο ψυχίατρος Άμπρος Ουχτενχάγκεν, από τη Ζυρίχη. Η χώρα είχε γίνει ευρωπαϊκός πόλος έλξης: ορισμένοι τοξικομανείς έρχονταν από την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία… Η αστυνομία, έχοντας ξεπεραστεί από τα γεγονότα, προσπαθούσε να περιορίσει τα προβλήματα στους δημόσιους χώρους –κλοπές, βιαιοπραγίες, πεταμένες σύριγγες…– κατευθύνοντάς τους προς συγκεκριμένους χώρους, που γρήγορα ονομάστηκαν «τα πάρκα με τις σύριγγες».

Στη Βέρνη, ένα τέτοιο πάρκο βρισκόταν δίπλα στο ομοσπονδιακό μέγαρο, το κέντρο της πολιτικής εξουσίας: «Οι βουλευτές έβλεπαν από το παράθυρο ανθρώπους να τρυπιούνται», διηγείται ο ιατρός Ντανιέλε Ζουλινό. «Ήταν σαν ένας από τους κύκλους της δαντικής κόλασης», θυμάται η Ρουθ Ντρεϊφούς, τότε ομοσπονδιακή υπεύθυνη για θέματα υγείας. Από το 2016, η Ντρεϊφούς, σοσιαλίστρια πρώην πρόεδρος της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (1999), είναι πρόεδρος της Παγκόσμιας Επιτροπής για την Πολιτική έναντι των Ναρκωτικών, με συμμετέχοντες πρώην κρατικούς αξιωματούχους από ολόκληρο τον κόσμο, που συνιστούν τη ρύθμιση της αγοράς των ναρκωτικών από τα κράτη. «Είχε δημιουργηθεί μια οικονομία της εξαθλίωσης, με πορνεία και διάφορες μικροδιακινήσεις. Ήταν για να κλαις. Η ιατρική που ασκείτο στο πεδίο θύμιζε συνθήκες πολέμου». Οι σύριγγες που χρησιμοποιούνταν πολλές φορές, με βρώμικα υλικά, προκαλούσαν αποστήματα και απαιτούσαν επείγουσα θεραπεία. «Είχαμε θανάτους από υπερβολική δόση κάθε εβδομάδα», θυμάται ο ψυχίατρος Ρόμπερτ Χέμιγκ από τη Βέρνη. «Το AIDS σημείωνε εκρηκτική εξάπλωση και οι θεραπείες-κοκτέιλ δεν υπήρχαν ακόμη». Για να περιοριστεί η εξάπλωση του AIDS, «το ίδρυμα Contact άνοιξε το 1986 στη Βέρνη την πρώτη αίθουσα ενδοφλέβιας χρήσης στον κόσμο», εξηγεί ο Γιάκομπ Χούμπερ, πρώην διευθυντής του ιδρύματος.

 

Μείωση των θανάτων από ναρκωτικά

Η ύπαρξη τέτοιων αιθουσών όμως δεν επηρέαζε την εγκληματικότητα που συνδεόταν με την αγορά ναρκωτικών. Όσο για τα προγράμματα με υποκατάστατες ουσίες, «κάποιοι δεν μπορούσαν να τα αντέξουν», διευκρινίζει ο Τίλο Μπεκ, ψυχίατρος της Κοινότητας Εργασίας για τη Χαμηλού Κινδύνου Διαχείριση των Ναρκωτικών (ARUD), μια κλινική της Ζυρίχης εξειδικευμένη στην εξαρτησιολογία. Ορισμένοι ηρωινομανείς, έχοντας εκδιωχθεί από το Πλατσσπίτς, ένα πάρκο της Ζυρίχης, βρήκαν αμέσως καταφύγιο στον εγκαταλελειμμένο σταθμό του Λέτεν. Στη Βέρνη, μετακινήθηκαν από το πάρκο Κλάινε Σάντσε στο πάρκο Κόχερ… «Βρισκόμασταν σε αδιέξοδο», συνοψίζει ο Χούμπερ. Οι Ελβετοί είχαν φθάσει στα όριά τους: «Η αλλαγή συμβαίνει όταν η εξαθλίωση είναι διάχυτη, ορατή. Τότε εμείς, που δρούσαμε στο πεδίο, προτείναμε μια λύση». Και, μάλιστα, ριζική λύση: συνταγογράφηση ηρωίνης σε όσους οι θεραπείες με υποκατάστατες ουσίες δεν είχαν αποτέλεσμα. Το 1995, το 65% των πολιτών στις δημοσκοπήσεις θεωρούσε τα ναρκωτικά μεγάλο πρόβλημα στην Ελβετία. Πλέον, το ποσοστό κυμαίνεται γύρω στο 15% (1).

«Είχαμε δημιουργήσει μια πλατφόρμα όπου συναντιόνταν το ομοσπονδιακό κράτος, τα καντόνια και οι πόλεις», διηγείται η Ρουθ Ντρεϊφούς, «έτσι ώστε οι διάφοροι εμπλεκόμενοι να κατανοούν καλύτερα ο ένας τον άλλο. Η κατάσταση με τους χώρους υπαίθριας χρήσης δεν μπορούσε να συνεχιστεί, αλλά ο τερματισμός της προϋπέθετε την ανεύρεση άλλων λύσεων. Όλες όμως είχαν αποτύχει. Τότε, οι ιατροί που συνταγογραφούσαν μεθαδόνη πρότειναν να επιτραπεί η συνταγογράφηση ηρωίνης». Η ιδέα της θεραπείας με υποκατάστατες ουσίες δεν ήταν καινούργια: «Εδώ, η μεθαδόνη συνταγογραφείται από τη δεκαετία του 1960», εξηγεί η Ντρεϊφούς. «Επομένως, η κοινή γνώμη ήταν καλά προετοιμασμένη».

Τα καντόνια έχουν την αρμοδιότητα της δημόσιας υγείας, αλλά τα θέματα επιδημιών και ναρκωτικών υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Στις 13 Μαΐου 1992, το Συμβούλιο δίνει το πράσινο φως για ένα πείραμα πενταετούς διάρκειας: «Υιοθετήσαμε έναν επείγοντα, προσωρινό νόμο, ο οποίος δεν μπορεί να ανακληθεί με ψηφοφορία. Πρόκειται για τον ελβετικό πραγματισμό: πειραματιζόμαστε με μια πολιτική πριν καν τροποποιηθεί ο νόμος. Είμαστε μια μικρή χώρα, στην οποία η πολιτική στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συναίνεση». «Υπάρχει, επίσης, διαφορά με τη Γαλλία όσον αφορά την ιατρική και τη φιλοσοφική κουλτούρα», αναλύει ο Ζαν-Φελίξ Σαβαρί, γενικός γραμματέας του Κέντρου Μελέτης Εξαρτήσεων της Γαλλόφωνης Ελβετίας (GREA). «Η Ελβετία έχει διαποτιστεί από την καλβινιστική κουλτούρα. Οι καθολικές χώρες έχουν σαφώς μεγαλύτερη δυσκολία να προσεγγίσουν ζητήματα όπως τα ναρκωτικά ή το τέλος της ζωής».

Έτσι, γεννήθηκε η λεγόμενη πολιτική των «τεσσάρων πυλώνων»: πρόληψη, θεραπεία, μείωση των κινδύνων και καταστολή. Το 1994 ανοίγουν τα πρώτα κέντρα ιατρικής χορήγησης, κυρίως στη γερμανόφωνη Ελβετία. Σήμερα, η χώρα αριθμεί 22 τέτοια κέντρα –το ένα μέσα σε σωφρονιστικό κατάστημα– τα οποία διοικούνται από δημόσια νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές, με την υποστήριξη του κράτους. Παρά την αντίθεση του Ελβετικού Λαϊκού Κόμματος (Ακροδεξιά) και ορισμένων βουλευτών του Φιλελεύθερου-Ριζοσπαστικού Κόμματος και του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (Δεξιά), οι Ελβετοί πολίτες έχουν εγκρίνει την πολιτική αυτή σε τρεις ψηφοφορίες: το 1997 (απόρριψη με 70% μιας πρότασης κατασταλτικής πολιτικής), το 1999 (έγκριση με 54% του ομοσπονδιακού διατάγματος που θέσπιζε το PEPS) και, κυρίως, το 2008 (68% υπέρ του συστήματος των τεσσάρων πυλώνων).

Τα θετικά αποτελέσματα της πολιτικής αυτής είναι εντυπωσιακά. Οι χώροι υπαίθριας χρήσης άδειασαν και δεν ξαναδημιούργησαν πρόβλημα. Η εγκληματικότητα που συνδέεται με τα ναρκωτικά γνώρισε «εξαιρετική μείωση», σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Επιστημονικής Αστυνόμευσης και Εγκληματολογίας του πανεπιστημίου της Λωζάννης (2). Μολονότι οι τοξικομανείς αποτελούσαν «μια πληθυσμιακή ομάδα στενά συνδεδεμένη με την εγκληματικότητα», ο αριθμός όσων απασχόλησαν την αστυνομία μειώθηκε κατά δύο τρίτα. «Ουσιαστικά, δεν υπάρχει πια εγκληματικότητα που να συνδέεται με την ηρωίνη, αφού πλέον η ουσία διατίθεται δωρεάν», συνοψίζει η Ρεγκούλα Μίλερ, υπεύθυνη κοινωνικών υποθέσεων στον Δήμο Βέρνης. «Η αστυνομία μάς υποστήριξε όταν διαπίστωσε ότι η εγκληματικότητα και οι οχλήσεις στους δημόσιους χώρους μειώνονταν», προσθέτει ο Γιάκομπ Χούμπερ.

Το Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών της Βέρνης συμφώνησε να μας δεχθεί. Ο επικεφαλής του Ρέτο Σουμάχερ μας δείχνει άρθρο της εφημερίδας «Berner Zeitung» με ημερομηνία 20 Μαΐου 2014: «Τώρα πια, τρεις σύριγγες κάτω από ένα υπόστεγο δίνουν αφορμή για άρθρο στις εφημερίδες. Την εποχή των χώρων υπαίθριας χρήσης, κάθε εβδομάδα μαζεύαμε εκατοντάδες ή και χιλιάδες σύριγγες! Κοιτάξτε». Για να στηρίξει τα λεγόμενά του, ο αστυνομικός μας δείχνει στον υπολογιστή του φωτογραφίες από το πάρκο Κόχερ το 1991. «Η καταστολή από μόνη της δεν είναι λύση. Έχω καλή συνεργασία με τους κοινωνικούς λειτουργούς. Δεν βλέπουμε το πρόβλημα από την ίδια οπτική γωνία, αλλά έχουμε τον ίδιο στόχο: να απαλλάξουμε την κοινωνία από τις επιπτώσεις της χρήσης ναρκωτικών και να βελτιώσουμε την κατάσταση των τοξικομανών».

Η αύξηση της κατανάλωσης ηρωίνης, που αποτελούσε τον κύριο φόβο των οπαδών της απαγόρευσης, δεν συνέβη. Η συγκεκριμένη ουσία δεν προσελκύει τους νέους: ο μέσος όρος ηλικίας των ασθενών στο PEPS είναι τα 45 έτη (3). «Η ιατρική χορήγηση διέλυσε την εικόνα της ηρωίνης», διαπιστώνει ο ιατρός Ουχτενχάγκεν. «Έχει γίνει το ναρκωτικό των απόκληρων. Οι χρήστες ηρωίνης αντιμετωπίζονται ως χρόνιοι ασθενείς. Δεν υπάρχει τίποτε “ηρωικό” στην κατανάλωσή της». «Το PEPS στέρησε από τους εμπόρους ναρκωτικών μερικούς από τους καλύτερους πελάτες τους», εξηγεί από τη Λωζάννη ο Φρανκ Ζομπέλ, αναπληρωτής διευθυντής του ιδρύματος Addiction Suisse. «Η πελατεία μεγαλώνει σε ηλικία και δεν αυξάνεται, η τιμή πώλησης έχει πέσει: η αγορά ηρωίνης δεν είναι πια και πολύ ενδιαφέρουσα για τους εμπόρους». Έτσι, το προσδόκιμο ζωής των χρηστών έχει αυξηθεί: «Το ποσοστό οροθετικών χρηστών βρίσκεται πια κάτω από το 10%», εξηγεί ο ιατρός Ζουλινό. «Ήταν στο 50% τη δεκαετία του 1990! Οι ασθενείς μας έχουν πρόσβαση σε ηρωίνη που δεν είναι νοθευμένη. Δεν πεθαίνουν πια λόγω της ηρωίνης, συχνά όμως εξαιτίας του απλού καπνίσματος…» Για τους χρήστες κάτω των 35 ετών, ο αριθμός των θανάτων λόγω ηρωίνης έχει μειωθεί από τους 305 το 1995 στους 25 το 2015 (4).

 

«Η παρανομία καταστρέφει των ηρωινομανή»

Ενισχυμένοι από τέτοιες διαπιστώσεις, οι εμπνευστές της πολιτικής καλούν να τερματιστεί η απαγόρευση και να γίνει το τολμηρό βήμα της ρύθμισης. Στην πραγματικότητα, το νόμιμο ή παράνομο καθεστώς μιας ψυχοτρόπου ουσίας κρίνεται με βάση πολιτιστικά και πολιτικά κριτήρια: τη δεκαετία του 1920, «η απαγόρευση του αλκοόλ στις ΗΠΑ είχε ως στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας των εργατών», θυμίζει ο ιατρός Ουχτενχάγκεν. «Και το κράτος έβαλε τέλος στην απαγόρευση, καθώς η εφορία έχανε έσοδα που τελικά προσποριζόταν ο Αλ Καπόνε». Όσο για τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», τον τόσο προσφιλή στον πρώην Αμερικανό πρόεδρο Ρόναλντ Ρήγκαν, «προσέφερε ένα βολικό ερμηνευτικό αφήγημα για την κατάρρευση του κοινωνικού ιστού στις μαύρες συνοικίες: οι κάτοικοί τους δεν ήταν πλέον τα θύματα των φιλελεύθερων πολιτικών, των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες, αλλά απλώς θύματα των ναρκωτικών…», σημειώνει ο Σαβαρί. Το ίδιο ισχύει και για τις βρετανικές εργατικές συνοικίες, που αποδεκατίστηκαν από τον θατσερισμό.

«Η απαγόρευση δεν λύνει τα προβλήματα: είναι η αιτία των προβλημάτων», διαβεβαιώνει ο ιατρός Μπεκ. «Εδώ, θεραπεύουμε τις συνέπειες της απαγόρευσης». Ασθένειες, υπερβολικές δόσεις, πορνεία, εγκληματικότητα, κοινωνικός αποκλεισμός: «Το καθεστώς ποινικοποίησης της ουσίας καταστρέφει τον ηρωινομανή περισσότερο από την ίδια την ουσία. Οι κοινωνίες μας απαγορεύουν ένα ναρκωτικό και στη συνέχεια στιγματίζουν τα θύματα της απαγόρευσης. Προφανώς, οι τοξικομανείς δεν θα έπρεπε να έχουν αρχίσει τη χρήση ηρωίνης. Αλλά πρέπει να βοηθηθούν και όχι να αντιμετωπιστούν ως παράνομοι. Σήμερα, οι μικρέμποροι νοθεύουν την κοκαΐνη με λεβαμιζόλη, ένα κτηνιατρικό φάρμακο για άλογα! Άρα, η ρύθμιση της αγοράς αυτής θα ήταν ένα μικρότερο κακό». «Δεν υπάρχει πιο φιλελεύθερη, πιο επιθετική, πιο επιβλαβής για την ανθρώπινη υγεία αγορά από τη μαύρη αγορά των ναρκωτικών», δηλώνει κατηγορηματικά ο Γιάκομπ Χούμπερ. «Η καλύτερη πρόληψη για όλα τα ναρκωτικά έγκειται στη νόμιμη ρύθμιση της αγοράς, όπως συμβαίνει με τον καπνό και το αλκοόλ». Με τη ρύθμιση, καταλήγει ο ιατρός Ζουλινό, «δεν εξαφανίζουμε τα προβλήματα. Αλλά τα διαχειριζόμαστε».

 

  1. « Baromètre des préoccupations », credit-suisse.com
  2. Marcelo F. Aebi, Denis Ribeaud και Martin Killias, «Prescription médicale de stupéfiants et délinquance : résultats des essais suisses», «Criminologie», τομ. 32, τ. 2, Les Presses universitaires de Montréal, φθινόπωρο 1999.
  3. «Traitement avec prescription d’héroïne en Suisse. Résultats de l’enquête 2016», Institut suisse de recherche sur la santé publique et les addictions (ISGF), Ζυρίχη, Αύγουστος 2017.
  4. «Nombre de décès liés à la drogue, par âge (1995-2015)», Monitorage suisse des addictions, suchtmonitoring.ch
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Δημοσιογράφος, σεναριογράφος της σειράς κινουμένων σχεδίων «Légal. La fin de la prohibition» (από κοινού με τον Amazing Améziane), Casterman, Παρίσι, 2014.